Supreme Court partially allows appeal for excess damages awarded to plaintiff beyond claim amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of First Instance's judgment in a construction contract dispute. The plaintiff had claimed only 1,560 euros in VAT, but the lower court awarded 187,116.31 euros, including amounts not requested. The court ruled that the lower court exceeded its authority by awarding damages beyond the plaintiff's specific claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must set aside a judgment if the lower court awards damages exceeding the amount claimed by the plaintiff, requiring the case to be remitted for further proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 516 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 516/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Ν. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 2. ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Κ.-Σ. Α. ΟΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΕΡΑΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη παραστάθηκε και ως νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κουμουτσάρη .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2396/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 7460/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-7-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 18-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ λόγο του αναιρετηρίου και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί των αντιθέτων εφέσεων που άσκησαν οι διάδικοι κατά της υπ' αριθ. 2396/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 7-9-2009 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο: "Με προφορική σύμβαση έργου η πρώτη εναγόμενη ανέθεσε στον ενάγοντα, που είναι τοπογράφος μηχανικός, την ανέγερση τριών συγκροτημάτων κατοικιών στα με στοιχεία 2, 4, και 5 αγροτεμάχιά της, που βρίσκονται στη θέση ...
της Μυκόνου. Ειδικότερα, ο ενάγων ανέλαβε την επίβλεψη της κατασκευής, τη γενική παρακολούθηση του έργου, την εξεύρεση των συνεργείων, την αγορά των υλικών και την πληρωμή των συνεργείων και των υλικών καθώς και των ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ με χρήματα που θα του απέστειλε τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών από την Αθήνα η πρώτη εναγομένη αντί συμφωνημένης αμοιβής υπολογισμένης σε ποσοστό 12% επί του συνολικού πραγματικού κόστους όλου του έργου ... .
Περαιτέρω, με το από 1-5-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό η πρώτη εναγόμενη ίδρυσε με το σύζυγό της ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Κ. και ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία με το από 25-7-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μετατράπηκε σε ομόρρυθμη, ήτοι στη δεύτερη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Κ. -Σ. Α. Ο.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ΑΕΡΑΣ" με σκοπό την ανέγερση, εκμετάλλευση και εμπορία ακινήτων, η οποία ανέλαβε ως ανάδοχος έργου την ανέγερση των επί των υπό στοιχεία (2) και (4) αγροτεμαχίων μελλουσών να ανεγερθούν κατοικιών ...
Μέχρι την παράδοση του έργου ο ενάγων κατέβαλε τη δαπάνη για την αγορά των υλικών και των συνεργείων που εργάζονταν για την κατασκευή του έργου με χρήματα που του έστελναν οι εναγόμενες με τραπεζικά εμβάσματα κατά τακτά χρονικά διαστήματα ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και με βάση τα αποστελλόμενα σ' αυτές από τον ενάγοντα παραστατικά (τιμολόγια, δελτία αποστολής κλπ.).
Ο ενάγων εξόφλησε όλους τους προμηθευτές και τα συνεργεία που εργάστηκαν έως την διακοπή των εργασιών ... Ως εκ τούτου, ο ενάγων κατέβαλε για την ανέγερση των τεσσάρων κατοικιών που ανεγέρθηκαν στο οικόπεδο υπό στοιχεία 2 το συνολικό ποσό των 169.111,19 ευρώ και η αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 20.293,34 (169.111,19 Χ 12%) ευρώ.
Επομένως, η συνολική δαπάνη για την κατασκευή των ανωτέρω κατοικιών του οικοπέδου υπό στοιχεία (2) ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 189.404,53 (169.111,19 + 20.293,34) ευρώ ... Περαιτέρω, ο ενάγων κατέβαλε για την ανέγερση των δύο κατοικιών που ανηγέρθηκαν στο οικόπεδο 5 το συνολικό ποσό των 62.508,34 ευρώ και η αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 7.501 ευρώ (62.508,34Χ12%) και συνολικά σε 70.009,34 ευρώ (62.508,34+7.501) ... .
Κατόπιν τούτου, ο ενάγων κατέβαλε για την ανέγερση των τεσσάρων κατοικιών στο οικόπεδο 4 το συνολικό ποσό των 258.812,48 ευρώ, και η αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό των 31.057,50 ευρώ. Επομένως, η συνολική δαπάνη για την κατασκευή των κατοικιών στο οικόπεδο 4 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 289.869,98 ευρώ (258.812,48+31.057,50) ...
Επομένως, η πρώτη εναγόμενη ως αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του οικοπέδου υπό στοιχεία (5) υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 70.009,34 ευρώ που αντιστοιχεί στη δαπάνη ανέγερσης των δύο κατοικιών στο ανωτέρω οικόπεδο και στην αμοιβή του ενάγοντος, ενώ η δεύτερη εναγόμενη είναι υποχρεωμένη, εις ολόκληρον, με την πρώτη εναγόμενη, η οποία είναι ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής κατ' άρθρο 22 ΕΝ να καταβάλει το συνολικό ποσό των 479.274,51 (289.869,98 + 189.404,53) ευρώ που αντιστοιχεί στη δαπάνη ανέγερσης των κατοικιών στα οικόπεδα υπό στοιχεία (4) και (2), δεδομένου ότι ανέλαβε τη δαπάνη ανέγερσης των ανωτέρω κατοικιών...
Κατόπιν τούτου είναι αβάσιμη και απορριπτέα η ένσταση των εναγομένων για εξόφληση της ένδικης απαίτησης του ενάγοντος κατά το σκέλος που ισχυρίζονται, ότι κατέβαλαν οι ίδιες (με άλλα χρήματα πέραν εκείνων που είχαν εμβάσει στον ενάγοντα) στο ΙΚΑ 53.471,18 ευρώ και στους υπεργολάβους και προμηθευτές των υλικών Π.
Δ., 13.560 ευρώ για χωματουργικές και εκσκαπτικές εργασίες, Ν. Ζ. 23.261 ευρώ για ίδιες εργασίες, Α. Μ. 29.042 ευρώ για ξυλότυπους σκυροδέματος, Ε. Χ. για οπτοπλινθοδομές 7.124 ευρώ, Ε. Κ. 13.921,60 ευρώ για ηλεκτρολογικές εργασίες, Ι. Λ. 7.345,33 ευρώ για υδραυλικές εργασίες και Π. Ξ. 3.810,92 ευρώ για ασβέστη, επικαλούμενες και προσκομίζοντας προς τούτο τα αντίστοιχα γραμμάτια είσπραξης και τα τιμολόγια πώλησης και παροχής υπηρεσιών, καθόσον τις σχετικές πληρωμές έχει πραγματοποιήσει ο ενάγων, το γεγονός δε ότι τα συγκεκριμένα παραστατικά βρίσκονται στην κατοχή των εναγομένων οφείλεται στο ότι ο ενάγων, στα πλαίσια εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων μετά τις γενόμενες πληρωμές και την παραλαβή των παραστατικών εγγράφων, νόμιμα απέστειλε αυτά στις εναγόμενες ... .
Επίσης, από τα αποδεικτικά κατάθεσης των τραπεζών ALPHA ΒΑΝΚ, EUROBANK και ΕΘΝΙΚΗ που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενες, σε συνδυασμό με την από 15-11-2006 καρτέλα πληρωμών, που η δεύτερη εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα, αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενες κατέβαλαν τμηματικά στον ενάγοντα για τις ανάγκες του έργου το συνολικό ποσό των 292.158,20 ευρώ...
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, μετ' αφαίρεση του ποσού των 292.158,20 ευρώ, κατά μερική αποδοχή της ένστασης εξόφλησης των εναγομένων, η μεν πρώτη εναγομένη έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 70.009,34 ευρώ, αμφότερες δε οι εναγόμενες, η καθεμία εις ολόκληρον, το ποσό των (479.274,51 μείον 292.158,20) 187.116,31 ευρώ.
Έσφαλε συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού δέχθηκε ότι οι εναγόμενες έναντι της οφειλής τους κατέβαλαν συνολικά 299.158,20 ευρώ και τις υποχρέωσε να καταβάλουν στον ενάγοντα 180.126,31 ευρώ αντί των 187.116,31 ευρώ ..." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα αν τις δαπάνες εκτέλεσης του έργου κατέβαλε ο ενάγων εξ ιδίων ή και με χρήματα των εναγομένων, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άρθρων 416 και 424 Α.Κ., την παραβίαση των οποίων, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, επικαλούνται οι αναιρεσείουσες.
Ειδικότερα, είναι σαφής και επαρκής η αιτιολογία ότι από το ποσό των 549.283,85 ευρώ (479.274,51 + 70.009,34), στο οποίο ανήλθε το συνολικό κόστος κατασκευής του έργου (μετά της εργολαβικής αμοιβής), οι εναγόμενες κατέβαλαν στον ενάγοντα μόνο το ποσό των 292.158,20 ευρώ, ενώ του οφείλουν εισέτι το ποσό των 257.125,65 ευρώ, από το οποίο 198.273,81 ευρώ αντιστοιχεί σε δαπάνες κατασκευής του έργου που κατέβαλε εξ ιδίων ο ενάγων και 58.851,84 ευρώ στην αμοιβή του.
Ο περί του αντιθέτου τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων κατέβαλε εξ ιδίων το ποσό των 405.955,27 ευρώ για την αγορά σιδήρου, μονωτικών υλικών, ξυλείας, πληρωμή ΔΕΗ, πληρωμή εργοδοτικών εισφορών ΙΚΑ, αμοιβές οικοδομικών συνεργείων και εργασίες υπεργολάβων, μολονότι δέχθηκε ότι τα σχετικά τιμολόγια και λοιπά παραστατικά κατέχουν οι εναγόμενες, παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου το άρθρο 424 Α.Κ., που ορίζει "Ο οφειλέτης καταβάλλοντας έχει το δικαίωμα να απαιτήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη και, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγράφου.
Από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους", και ειδικότερα παραβίασε το θεσπιζόμενο τεκμήριο της εξόφλησης του χρέους, λόγω απόδοσης του χρεωστικού εγγράφου. Επίσης προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία στις συναλλαγές και μάλιστα με συμβαλλόμενο επαγγελματία ουδέποτε παραδίδεται εξοφλητική απόδειξη, εάν δεν έχει εξοφληθεί η αντίστοιχη οφειλή.
Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι την ερμηνεία κανόνος δικαίου, οπότε και μόνο ιδρύεται αναιρετικός λόγος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι η διάταξη του άρθρου 424 Α.Κ.
και το τεκμήριο εξόφλησης που αυτή θεσπίζει αναφέρεται και ρυθμίζει τις σχέσεις δανειστή και οφειλέτη και όχι τις σχέσεις οφειλέτη και τρίτου, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, όπου κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου ο ενάγων κατέβαλε στους προμηθευτές εξ ιδίων το παραπάνω ποσό σε εξόφληση υποχρεώσεων που βάρυναν τελικά και σύμφωνα με τα σύμβαση τις εργοδότριες εναγόμενες, στο όνομα των οποίων εκδίδονταν τα διάφορα παραστατικά, τα οποία παραλάμβανε ο ενάγων από τους προμηθευτές και τα έστελνε στις εναγόμενες ως αποδεικτικό μέσο, προκειμένου να του καταβάλουν, σε εκπλήρωση της μεταξύ τους σύμβασης, ό, τι εκείνος δαπάνησε για την εκτέλεση του έργου.
Με τον δεύτερο κατά το πρώτο υπό στοιχ. Ι σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα (τιμολόγια και λοιπά παραστατικά πληρωμών ), από τα οποία προέκυπτε ότι οι εναγόμενες είχαν εξοφλήσει εξ ιδίων το συνολικό ποσό των 405.955,27 ευρώ, στο οποίο ανήλθαν οι δαπάνες εκτέλεσης του έργου. Ο λόγος αυτός, συναφής με τον προηγούμενο, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα, εκτιμώντας, όμως, αυτά σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τις δαπάνες για τις οποίες εκδόθηκαν τα εν λόγω παραστατικά τις κατέβαλε εξ ιδίων ο ενάγων, ο οποίος παρέλαβε από τους προμηθευτές τα παραστατικά και τα έστελνε στη συνέχεια στις εναγόμενες για να του αποδώσουν τα ποσά που κατέβαλε.
Με τον δεύτερο κατά το πρώτο υπό στοιχ. ΙΙ σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του τα νομίμως επικληθέντα με τις προτάσεις των αναιρεσειουσών και προσκομισθέντα από 27-3-2007 και 17-4-2007 εμβάσματα της EUROBANK ποσού 5.000,00 και 2.000,00 ευρώ, αντίστοιχα, που απέστειλαν οι εναγόμενες και έλαβε ο ενάγων σε μερική εξόφληση της αμοιβής του και έτσι κατά τούτο απέρριψε εσφαλμένα την ένσταση εξόφλησης που υπέβαλαν οι εναγόμενες πρωτοδίκως και επανέφεραν στο Εφετείο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους που υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτών, δεν επικαλέσθηκαν ορισμένως τις ως άνω αποδείξεις πληρωμής, αλλά εντελώς αορίστως και απαραδέκτως επικαλέστηκαν το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεών τους τραπεζικά εμβάσματα συνολικού ποσού 299.150,20 ευρώ, χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση.
Ο δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, κατ' ορθή υπαγωγή, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στα πρόχειρα σημειώματα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ενάγων για την απόδειξη διαφόρων πληρωμών, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα εν λόγω έγγραφα πλήρη αποδεικτική δύναμη, αλλά τα εκτίμησε ελεύθερα μετά των άλλων αποδείξεων.
Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος και συγκεκριμένα επιδίκασε το ποσό των 13.560 ευρώ, το οποίο δέχθηκε ότι κατέβαλε ο ενάγων σε εξόφληση του υπ' αριθ. 243/10-10-2004 τιμολογίου που εξέδωσε ο προμηθευτής Π. Δ., ενώ ο ενάγων ζητούσε με την αγωγή του την καταβολή μόνο του από 1560 ευρώ Φ.Π.Α.
επί του ποσού των 12.000. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, ενώ με αυτήν ο ενάγων ζήτησε να του επιδικαστεί το ποσό των 1.560 ευρώ, το οποίο κατέβαλε για Φ.Π.Α. επί του ποσού των 12.000 ευρώ που κατεβλήθη για την γενική εκσκαφή του υπ' αριθ. 4 οικοπέδου, δαπάνη που κατά τις παραδοχές του Εφετείου βάρυνε και τις δύο εναγόμενες και για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθ. 23/10-10-2004 τιμολόγιο του Π.
Δ. (σελ. 43 της αγωγής), το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 10, οπίσθια σελίδα), επιδίκασε στον ενάγοντα σε βάρος και των δύο εναγομένων για δαπάνες που αφορούσαν την οικοδόμηση των υπ' αριθ. 2 και 4 οικοπέδων, το ποσό των 187.116,31 ευρώ, στο οποίο συμπεριέλαβε και το ως άνω ποσό των 12.000 ευρώ, που δεν ζητήθηκε με την αγωγή.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξή της με την οποία κατά παραδοχή της αγωγής του ενάγοντος επιδίκασε σε βάρος και των δύο εναγομένων το ποσό των 187.116,31 ευρώ, δεδομένου δε ότι δεν υπάρχει ανάγκη περαιτέρω έρευνας της υποθέσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα, κάθε μία εις ολόκληρον, το ποσό των 175.116,31 (187.116,31-12.000), ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (δεν θίγεται η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 70.009,34 ευρώ).
Το παράβολο που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες πρέπει να τους αποδοθεί, αφού η αναίρεση γίνεται εν μέρει δεκτή (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ.4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 7460/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τη διάταξή της με την οποία, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και παραδοχή εν μέρει της αγωγής, επιδίκασε σε βάρος και των δύο εναγομένων το ποσό των 187.116,31 ευρώ.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στις αναιρεσείουσες.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή. Υποχρεώνει τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα, κάθε μία εις ολόκληρον, το ποσό των εκατόν εβδομήντα πέντε χιλιάδων εκατόν δεκαέξι και τριάντα ένα (175. 116,31) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής.
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ