516/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated516/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι για να γεννηθεί από αδικοπραξία ευθύνη προς αποζημίωση απαιτείται: α' ) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β' ) ζημία και γ' ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και της ζημίας. Η συμπεριφορά είναι παράνομη και όταν αντίκειται στην αρχή της καλής πίστης, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 516 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 516/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. Μ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μουσά που ανακάλεσε την από 11/10/2013 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 29/3/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 3/2/2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006, 4/2005). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που έπρεπε να εφαρμοστεί και δεν εφαρμόστηκε (Ολ Α.Π. 26/2004).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι για να γεννηθεί από αδικοπραξία ευθύνη προς αποζημίωση απαιτείται: α' ) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β' ) ζημία και γ' ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και της ζημίας. Η συμπεριφορά είναι παράνομη και όταν αντίκειται στην αρχή της καλής πίστης, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλή πίστη είναι η συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα που δείχνει ο έντιμος και εχέφρων συναλλασσόμενος, σύμφωνα με τις κοινωνικές αντιλήψεις που επικρατούν. Η καλή πίστη, με την έννοια αυτή, αποτελεί κριτήριο συμπεριφοράς, το οποίο έχει αναχθεί σε κανόνα δικαίου, γι' αυτό και η συμπεριφορά που αντιτίθεται στο κριτήριο αυτό, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, αποτελεί αδικοπραξία με την παραπάνω έννοια και γεννά υποχρέωση για αποζημίωση.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα επέφερε δε όντως τούτο στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) , δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Αδικοπραξία κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη ( άρθρο 375 παρ.1 Π.Κ. ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης περί καταβολής αποζημιώσεως εξ αδικήματος. Το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), είναι ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία, μέλος του Χ.Α.Α, με αντικείμενο των εργασιών της τη διενέργεια για λογαριασμό των πελατών της και κατόπιν εντολής αυτών, χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως αγοραπωλησία μετοχών εισηγμένων στο Χ.Α.Α.
εταιριών, ενημερώνοντας σχετικά τους λογαριασμούς και τα χαρτοφυλάκια των πελατών της, για τις αιτίες αυτές όπως και από άλλη αιτία μεταβολές αυτών ( π.χ. δωρεάν διανομή μετοχών λόγω αυξήσεως του μετοχικού εταιρικού κεφαλαίου, άσκηση δικαιωμάτων προτίμησης κλπ). Την 18-1-1999 συνήψε με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) εγγράφως, σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να διενεργεί για λογαριασμό του και έναντι της νόμιμης προμήθειάς της, τις άνω συναλλαγές στο Χ.Α.Α.
κατόπιν σχετικής εντολής του, πιστοχρεώνοντας κατά περίπτωση το σχετικό λογαριασμό και το χαρτοφυλάκιό του και ενημερώνοντας για κάθε άλλη μεταβολή. Την 20-1-1999 σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής και κατόπιν εντολής του εναγομένου, η ενάγουσα αγόρασε για λογαριασμό του 1.500 ανώνυμες μετοχές της εισηγμένης στο Χ.
Α. Α. εταιρίας με την επωνυμία "…", αντί τιμήματος 9.025.750 δρχ, πλέον των εξόδων μεταβίβασης και της προμήθειας της, το οποίο και της κατέβαλε ο εναγόμενος, αυτή δε εξέδωσε το υπ' αριθμ. .../20-1- 1999 πινακίδιο εκτελέσεως εντολής. Ακολούθως τις εν λόγω μετοχές καταχώρησε στον τηρούμενο στο όνομα του εναγομένου υπό τον κωδικό 620182 χρηματιστηριακό του λογαριασμό.
Στη συνέχεια περί ώρα 12:48 της 26-3-1999, ο εναγόμενος έδωσε τηλεφωνικώς εντολή στον διευθυντή του καταστήματος της ενάγουσας στη Λάρισα... να πωλήσει τις μετοχές. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής η ενάγουσα πώλησε αμέσως τις παραπάνω μετοχές αντί τιμήματος 11.945.000 δρχ. και εξέδωσε πινακίδιο εκτελέσεως εντολής.
Μετά την αφαίρεση από το ανωτέρω ποσό των εξόδων μεταβίβασης και της προμήθειας της ενάγουσας, το εναπομένον ποσό ύψους 11.851.829 δραχμών πιστώθηκε στο λογαριασμό του εναγομένου και προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο 16.145.953 δρχ. Την 6-5-1999 κατά την διαδικασία αποϋλοποιήσεως των μετοχών της παραπάνω ... εταιρίας ...
εκ παραδρομής και από λάθος πληκτρολόγηση του αρμοδίου υπαλλήλου της ενάγουσας, καταχωρήθηκαν στον υπό τον κωδικό 620182 χρηματιστηριακό λογαριασμό του εναγομένου χίλιες πεντακόσιες (1.500) μετοχές της παραπάνω εταιρίας, αντί αυτές να καταχωρηθούν στον χρηματιστηριακό λογαριασμό του πραγματικού δικαιούχου αυτών Ι.
Μ. Περαιτέρω, με απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της προαναφερθείσης εταιρίας, αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών και στους μετόχους, κατόχους μετοχών της έως την 2.9-3-1999, διανεμήθηκαν δωρεάν 4 νέες μετοχές της για κάθε δέκα παλαιές.
Επειδή, προφανώς, δεν είχε γίνει η καταχώρηση της πώλησης των άνω μετοχών του εναγομένου, στο μετοχολόγιο της εν λόγω εταιρίας, αυτός την 29-3-1999, εμφανιζόταν ως δικαιούχος των μετοχών αυτών και έτσι στον χρηματιστηριακό λογαριασμό που τηρούσε στο όνομα του η ενάγουσα υπό τον άνω κωδικό, εμφανιζόταν πλέον, μετά την καταχώρηση και των 600 δωρεάν μετοχών που αναλογούσαν στις 1500 που φαινόταν να κατέχει την 29-3-1999, 2100 μετοχές της "...Ε" των οποίων δεν ήταν δικαιούχος, πράγμα που γνώριζε.
Ακολούθως, κατά την τακτική γενική συνέλευση της παραπάνω εταιρίας που έγινε την 14-6-1999, αποφασίσθηκε η καταβολή μερίσματος στους μετόχους για τη χρήση 1998 έτους, 43 δραχμών ανά μετοχή. Έτσι στον..... λογαριασμό του εναγομένου στην Τράπεζα "Πίστεως Α.Ε" κατατέθηκε για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 64.500 δραχμών ...
το οποίο ο εναγόμενος ενσωμάτωσε στην περιουσία του, παρά το ότι γνώριζε ότι δεν ήταν δικαιούχοι; αυτού. Επίσης την 8-9-1999, η έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της παραπάνω εταιρίας, απεφάσισε την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου με καταβολή μετρητών και έδωσε δικαίωμα προτίμησης στους παλαιούς μετόχους της για αγορά μίας νέας μετοχής προς 1.000 δραχμές για κάθε παλαιά.
Ως ημερομηνία αποκοπής του δικαιώματος αυτού, με απόφαση του Δ.Σ. της εν λόγω εταιρίας, κατόπιν σχετικής εγκρίσεως του Χ.Α.Α., ορίσθηκε η 15-11-1999, με συνέπεια η ημερομηνία λήξης ασκήσεως του δικαιώματος αυτού να είναι η 14-12-1999, δεδομένου ότι με την παραπάνω απόφαση της Γ.Σ των μετόχων της " ...", η προθεσμία άσκησης ορίσθηκε εντός 30 ημερών από την ημερομηνία αποκοπής του δικαιώματος.
Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 1999 και εξ αιτίας της άνω αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας " ...", ο προαναφερθείς πελάτης της ενάγουσας Ι. Μ., διαπίστωσε ότι οι παραπάνω μετοχές της τελευταίας, των οποίων ήταν δικαιούχος, έλλειπαν από την μερίδα του και όχλησε την ενάγουσα να προβεί στις δέουσες ενέργειες ώστε αυτές, με τα αναλογούντα μελλοντικά δικαιώματα προτίμησης, να εμφαίνονται στον χρηματιστηριακό του λογαριασμό.
Τότε η ενάγουσα άρχισε έλεγχο στα πινακίδια, τα βιβλία της, τις μαγνητοφωνημένες συνομιλίες των πελατών της με τους υπαλλήλους της που αφορούσαν χρηματιστηριακές συναλλαγές και τηρούσε, τις καρτέλες των πελατών της κ.λ.π, ώστε να διαπιστώσει την διαδρομή των μετοχών αυτών. Πριν την ολοκλήρωση του ελέγχου αυτού και συγκεκριμένα την 1-10-1999, ο εναγόμενος, ενώ γνώριζε ότι οι άνω 2.100 μετοχές δεν του ανήκαν, κατά τα προαναφερθέντα, ενεργώντας δολίως, έδωσε εντολή πώλησης στην ενάγουσα 500 από τις εν λόγω μετοχές.
Η τελευταία σε εκτέλεση της εντολής αυτής την 1-10-1999 πώλησε τις μετοχές αυτές αντί τιμήματος 8.010.500 δρχ. και εξέδωσε προς τούτο το με αριθμό 902687/1-10-99 πινακίδιο εκτελέσεως εντολής. Μετά την αφαίρεση από το ανωτέρω ποσό των εξόδων μεταβίβασης, φόρων και προμηθειών της ενάγουσας, το υπόλοιπο πιστώθηκε στο λογαριασμό του εναγομένου.
Περί τα μέσα Οκτωβρίου 1999 η ενάγουσα από τον άνω έλεγχο, διαπίστωσε την από λάθος καταχώρηση των παραπάνω 2.100 μετοχών στον χρηματιστηριακό λογαριασμό του εναγομένου και περί το τέλος Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου 1999, ζήτησε προφορικά από τον εναγόμενο να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την μεταφορά των άνω μετοχών, των οποίων δεν ήταν δικαιούχος, στον λογαριασμό του άνω πραγματικού δικαιούχου αυτών ή εναλλακτικά στην καταβολή σ' αυτήν, του ισόποσου του τιμήματός των, προκειμένου να αγοράσει και αποδώσει αυτές στον τελευταίο.
Ο εναγόμενος αν και γνώριζε κατά τα προαναφερθέντα, ότι δεν ήταν δικαιούχος των εν λόγω μετοχών, των δικαιωμάτων που αντιστοιχούσαν σ' αυτές τα οποία ήταν διαπραγματεύσιμα στο Χ.Α.Α. και του μερίσματος χρήσης 1998, ενεργώντας κατά παράβαση των κανόνων συμπεριφοράς που επιβάλλουν τα συναλλακτικά ήθη και η καλή πίστη, αρνήθηκε να συμπράξει με την ενάγουσα και να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες ώστε να αποκατασταθούν τα πράγματα στην αληθινή τους διάσταση, ισχυριζόμενος ότι κύριος των ένδικων μετοχών, δικαιωμάτων και μερίσματος είναι αυτός, καθόσον δεν είχε προβεί στην παραπάνω πώληση της 26-3-1999.
Έτσι ο εναγόμενος παράνομα και υπαίτια ιδιοποιήθηκε τις εν λόγω μετοχές ( για τις 500 το άνω τίμημα αυτών ) δικαιώματα και μέρισμα. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής η ενάγουσα αναγκάσθηκε, όπως είχε υποχρέωση, να αγοράσει εξ ιδίων μέσω του Χ.Α.Α. και να αποδώσει στον πραγματικό δικαιούχο πελάτη της Ι.
Μ., αφενός με την 14-12-1999 δύο χιλιάδες εκατό (2.100) δικαιώματα προτίμησης της άνω εταιρίας, προκειμένου να μπορέσει ο τελευταίος να ασκήσει αυτά δεδομένου ότι όπως προαναφέρθηκε τότε έληγε η προθεσμία ασκήσεως των, αφετέρου δε την 15-12-1999, 2.100 μετοχές της ιδίας εταιρίας Κατ' ακολουθία αυτών η ζημία που υπέστη η ενάγουσα από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια (αδικοπρακτική) συμπεριφορά του εναγομένου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των ... 119.784,01 ευρώ..." Με βάση τις εκτεθείσες ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε καμιά από τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και ειδικότερα τα περί της συνδρομής εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμον (ΑΚ 914, 297, 298 ΑΚ) αναγκαία για την εφαρμογή των τελευταίων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής αυτών και ειδικότερα ως προς τη ορθή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας και της καλής πίστης.
Ειδικότερα, υπό τις εκτεθείσες ως άνω παραδοχές, η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, εκδηλούμενη, αφ' ενός μεν με την μορφή της παράλειψης συμπράξεως με την αναιρεσίβλητη στις αναγκαίες ενέργειες για την μεταφορά των μετοχών, του μερίσματος και των δικαιωμάτων προτίμησης στο λογαριασμό του πραγματικού δικαιούχου αυτών Ι.
Μ., πελάτη επίσης της αναιρεσίβλητης, ή καταβολής σ' αυτήν του ισοπόσου της αξίας τους, επιβαλλόμενη από τις αρχές της καλής πίστεως κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, έστω και αν αφορούσε αλλότριο λάθος, δεδομένου ότι αυτός γνώριζε ότι δεν ήταν δικαιούχος αυτών, αφού, κατά ρητή εντολή του, οι υπάρχουσες στο χαρτοφυλάκιό του μετοχές της εταιρείας ...Ε είχαν πωληθεί και είχε εισπράξει το τίμημά τους από την αναιρεσίβλητη, αφ' ετέρου δε με την μορφή της ενσωμάτωσης στην περιουσία του των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις 2.100 άϋλες μετοχές και της παράνομης ιδιοποίησης του μερίσματος των μετοχών, σαφώς άγει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, στο συμπέρασμα, ότι ήταν πρόσφορη αιτία της ζημίας την οποία υπέστη η αναιρεσίβλητη.
Επίσης, υπό τις εκτεθείσες ανωτέρω παραδοχές, είναι προφανές ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία δεν ασκεί αξίωση αποζημίωσης που ανήκει στον τρίτο, πελάτη της, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά ευθεία αξίωση αυτής, προερχόμενη από την ανωτέρω υπαίτια και παράνομη σε βάρος της συμπεριφορά του, εφόσον συνεπεία αυτής αναγκάστηκε να δαπανήσει εξ ιδίων και υπέστη ζημία κατά τα προεκτεθέντα.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ συναφείς τρεις λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης βαρύνουν τον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-3-2010 αίτηση του Γ. Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 18/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ