516/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 516 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 516/2012
Legislator headnote
AI generated516/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 516 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 516/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 516 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 516/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "DIA HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΠΩΛΗΣΕΩΝ, ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΡΥΣΗΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "DIA HELLAS", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δρόσο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Κουτσογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12/2/2007 και 11/7/2007 αγωγές της πρώτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, την από 18/10/2007 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 20/6/2008 πρόσθετη παρέμβαση δια των προτάσεων της δεύτερης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 373/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/5/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 2/12/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 1, 2 και 16 του Ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24ης Ιουλίου 25ης Αυγούστου 1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 38 εδ. α' του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι όταν η ηθική βλάβη του παθόντος προήλθε από τραυματισμό του σε εργατικό ατύχημα οφειλόμενο σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή σε μη τήρηση των προβλεπομένων όρων ασφαλείας, η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 299, 914 και 932 ΑΚ. Επομένως, για να δικαιούται ο παθών χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα που εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια των εν λόγω προσώπων και όχι μόνο η ειδική αμέλεια σχετικά με την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915 (ΑΠ 127/2011). Αδικοπραξία μπορεί να υπάρχει και στην περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση όρων που επιβάλλονται από την κατά την κοινή αντίληψη υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και οι οποίοι δεν προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΑΠ 1373/2002). Περαιτέρω, για το ορισμένο της αγωγής από αδικοπραξία, με την οποία διώκεται η καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία εργατικού ατυχήματος εξ υπαιτιότητας του εναγομένου, πρέπει σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται σ' αυτή τα στοιχεία της παραλείψεως του εναγομένου - εργοδότη, το παράνομο και υπαίτιο αυτής και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων και του επελθόντος αποτελέσματος, συνεπεία του οποίου ζημιώθηκε ο ενάγων (ΑΠ 860/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.(ΑΠ 503/2009). Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος ιδρύεται μόνον όταν αναφέρεται η πλημμέλεια σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2104/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των ενδίκων αγωγών, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει, κατ' αρθρ. 561 του Κ.Πολ.Δ, ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε, ότι στις 6-2-2001 προσλήφθηκε από την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως πωλήτρια-ταμίας στο super market που διατηρεί η τελευταία στην πόλη της Άρτας. Ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως παρείχε τις υπηρεσίες της μέχρι την 26-1-2005, οπότε κατόπιν εντολής των οργάνων της εναγομένης, της ανατέθηκε να μεταφέρει ένα κυλιόμενο πάνω σε παλετοφόρο φορητό ψυγείο (THERMOTΑΙΝΕR). Ότι κατά την εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας, η οποία ήταν εκτός των καθηκόντων της ειδικότητας της και υπέρτερη των σωματικών της δυνάμεων, υπέστη εργατικό ατύχημα, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά στο αριστερό κάτω άκρο και να καταστεί ανάπηρη κατά ποσοστό 67% και εντεύθεν ανίκανη προς εργασία. Ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των υπευθύνων οργάνων της εναγομένης, γιατί την υποχρέωσαν να εκτελέσει την ανωτέρω εργασία, που ήταν εκτός των καθηκόντων της ειδικότητας της, χωρίς προηγουμένως να έχουν φροντίσει να λάβουν τα εκ του νόμου και των συνθηκών εργασίας επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας και προστασίας των εργαζομένων. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση της υπαιτιότητας της εναγομένης, η αναιρεσίβλητη εξέθεσε στις αγωγές της, επί λέξει, τα εξής: "Η αποκλειστική αιτία για το εργατικό ατύχημα και τις προαναφερόμενες για μένα συνέπειες βαρύνουν την αντίδικη επιχείρηση, που μέσω των οργάνων της με υποχρέωσε να προβώ σε εργασία που δεν είχε σχέση με την ειδικότητα μου, χωρίς η ίδια με τα αρμόδια και προστηθέντα γι' αυτό το σκοπό όργανά της, να έχει φροντίσει προηγουμένως να πάρει τα εκ του νόμου και των συνθηκών εργασίας επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας και προστασίας των εργαζομένων και συγκεκριμένα: α) ενώ προσελήφθην με την ιδιότητα της πωλήτριας - ταμία η αντίδικη μου επέβαλε να εκτελώ εργασίες πέραν των καθορισμένων από την ειδικότητα μου καθηκόντων, χωρίς να με ενημερώσει και να με εκπαιδεύσει για τον τρόπο ορθού χειρισμού μεταφοράς του συγκεκριμένου παλετοφόρου ψυγείου, όπως όφειλε, β) η εναγόμενη δεν μου παρείχε τον απαιτούμενο εξοπλισμό ασφαλείας, ήτοι: γάντια, περικάρπια διαφόρων ειδών, προστατευτικά υποδήματα όπως προβλέπεται από το άρθρο 10 του ΠΔ 396/1994, γ)το δάπεδο του χώρου εργασίας δεν πληρούσε του γενικούς όρους ασφαλείας, ήτοι παρουσίαζε κινδύνους ολισθήματος, δ) δεν υπήρχε ράμπα να ανεβαίνει το παλετοφόρο ψυγείο αλλά και τα καρότσια, τα φορτωμένα με εμπορεύματα". Ζήτησε δε τα αναφερόμενα στις αγωγές ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από το ατύχημα. Από το ως άνω περιεχόμενο των δικογράφων των αγωγών, προκύπτει ότι σ' αυτά εκτίθενται επαρκώς όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση της αξίωσης της ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στοιχεία και δη η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνδέει την ενάγουσα με την εναγομένη, το εργατικό ατύχημα που έλαβε χώρα κατά την υπό της ενάγουσας εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας που της ανατέθηκε από τα όργανα της εναγομένης, η σωματική βλάβη που υπέστη απ' αυτό καθώς και ότι τούτο (εργατικό ατύχημα) οφείλεται σε πταίσμα των οργάνων της εναγομένης, καθόσον της ανατέθηκε εργασία πέραν των προκαθορισμένων για την ειδικότητα της, χωρίς να προηγηθεί σχετική ενημέρωση και εκπαίδευσή της, ότι η εναγομένη δεν είχε διασφαλίσει ασφαλείς συνθήκες εργασίας ούτε της παρασχέθηκε ο απαραίτητος προστατευτικός εξοπλισμός, που προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις του ΠΔ 396/1994. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και δεν την κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΑΠ 1218/2007). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 38/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 622/1983). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006). Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 260/2011, ΑΠ 502/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Στις 5-2-2001, η εναγομένη εταιρεία, ήδη αναιρεσείουσα, προσέλαβε την ενάγουσα, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ως πωλήτρια-ταμία, με μερική απασχόληση, στο σούπερ μάρκετ που διατηρεί στην πόλη της Άρτας, δυνάμει της από 5-2-2001 έγγραφης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Στη συνέχεια, η εναγομένη κατήρτισε με την ενάγουσα την από 1-12-2001 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας η τελευταία προσλήφθηκε με την ίδια ειδικότητα και για πλήρη απασχόληση, στο ίδιο ως άνω κατάστημα της εναγομένης στην Άρτα, αντί μικτών μηνιαίων αποδοχών 201.222 δρχ. Με την ειδικότητα αυτή η ενάγουσα προσέφερε κανονικά τις υπηρεσίες της στο ως άνω κατάστημα της εναγομένης μέχρι τις 26-1-2005, οπότε υπέστη σοβαρό τραυματισμό στο αριστερό κάτω άκρο υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Την προαναφερθείσα ημερομηνία και περί ώρα 15.50' και μετά την άφιξη του φορτηγού που προμήθευε το κατάστημα με κετεψυγμένα προϊόντα, η ενάγουσα ανέλαβε, κατ' εντολήν των οργάνων της εναγομένης, να παραλάβει ένα κυλιόμενο φορητό ψυγείο (THERMOTAINER), εντός του οποίου ο οδηγός του φορτηγού είχε τοποθετήσει τα ως άνω προϊόντα και να το μετακινήσει, προκειμένου να τα κατανείμει στα ψυγεία του καταστήματος και στη συνέχεια να παραδώσει το ψυγείο στον οδηγό του φορτηγού. Κατά τη διάρκεια της εργασίας αυτής και συγκεκριμένα, ενώ η ενάγουσα μετακινούσε το ως άνω φορητό ψυγείο στους διαδρόμους του καταστήματος, παραπάτησε με αποτέλεσμα να πιαστεί το αριστερό της πόδι μεταξύ καροτσιού και πατώματος, όπως, άλλωστε, δήλωσε και η ίδια η εναγομένη στην από 27-1-2005 αγγελία εργατικού ατυχήματος προς το Τμήμα Τεχνικής και Υγειονομικής Επιθεώρησης Άρτας. Η ενάγουσα διακομίστηκε αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Άρτας, όπου διαγνώστηκε ότι υπέστη κάκωση αχιλλείου τένοντος και της συνεστήθη αποχή από την εργασία της για 15 ημέρες. Την 1-2-2005, υποβλήθηκε σε ηλεκτρονευρογράφημα από την ιατρό νευρολόγο Κ. Π., από το οποίο διαπιστώθηκαν ευρήματα συμβατά με βλάβη του περονιαίου και κνημιαίου νεύρου του αριστερού ποδιού. Κατά την επαναξέτασή της στην Ορθοπεδική Κλινική του ως άνω νοσοκομείου αλλά και κατά την εξέτασή της στη Νευροχειρουργική Κλινική του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, στις 29-3-2005 και αφού υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία, ηλεκτρονευρογράφημα και ηλεκτρομυογράφημα, διαγνώστηκε ότι έχει υποστεί μετατραυματική πάρεση αριστερού περονιαίου και κνημιαίου νεύρου, της συνεστήθη δε αποχή από εργασία για 3 μήνες. Η κατάσταση αυτή παρέμενε αμετάβλητη, όπως διαπιστώθηκε στις 7-6-2005, κατά την εξέταση της ενάγουσας στα εξωτερικά ιατρεία του ίδιου νοσοκομείου. Με την πάροδο του χρόνου, η κατάσταση της υγείας της ενάγουσας όμως επιδεινωνόταν, εμφάνισε δε χωλότητα και πόνο τύπου οσφυοϊσχιαλγίας, όπως τούτο διαπιστώθηκε από όλους τους ιατρούς, στους οποίους προσέτρεξε, με συνέπεια μάλιστα να βαδίζει πλέον υποβοηθούμενη από βακτηρίες. Περαιτέρω, στις 9-3-2006 και αφού εξετάσθηκε στο Νοσοκομείο Άρτας, διαπιστώθηκαν τα ανωτέρω καθώς και ότι η βλάβη της υγείας ήταν πλέον μόνιμη, συνεπεία δε τούτου δεν θα ήταν πλέον δυνατό να εργαστεί εφόρου ζωής. Στις 10-5-2006 υποβλήθηκε εκ νέου σε ηλεκτρομυογράφημα, το οποίο έδειξε ευρήματα συμβατά με βαρείας μορφής χρόνια απονεύρωση στον αριστερό πρόσθιο και γαστροκνήμιο, ενώ στις 25-5-2006 ο ορθοπεδικός ιατρός Χ. Κ. διέγνωσε ότι η κατάσταση της υγείας της ενάγουσας παρουσίασε επιδείνωση των συμπτωμάτων, ήτοι του έντονου πόνου, της αιμωδίας και της παραισθησίας καθώς και ελαφρά βλάβη στο μηριαίο νεύρο. Τα ίδια διέγνωσε και ο Α. Μ., καθηγητής Ορθοπεδικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Στη συνέχεια, η ενάγουσα εμφάνισε διαταραχές αισθητικότητας και απώλεια άκρου ποδός, λόγω δε της χρήσης των βακτηριών, παρουσίασε αιμωδίες και πόνο στους ώμους και τους καρπούς. Εξάλλου, συνεπεία του τραυματισμού της, της συνεχόμενης επιδείνωσης, του σωματικού άλγους και εν τέλει της μη αναστρέψιμης κατάστασης της υγείας της, η ενάγουσα έπαθε κατάθλιψη, για την αντιμετώπιση της οποίας της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και της συνεστήθη υποστηρικτική ψυχοθεραπεία. Περαιτέρω, με διαδοχικές αποφάσεις των υγειονομικών επιτροπών του το ΙΚΑ έκρινε την ενάγουσα ανίκανη προς εργασία, λόγω του τραυματισμού της, για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 10-12-2005, ενώ, δυνάμει της 2413/12-7-2006 απόφασης του Διευθυντού του υποκαταστήματος ΙΚΑ Ιωαννίνων, της χορηγήθηκε σύνταξη μερικής αναπηρίας για το χρονικό διάστημα από 12-12-2005 μέχρι 31-12-2006 και, δυνάμει της 401/6-2-2006 απόφασης, της χορηγήθηκε πρόωρη σύνταξη συνήθους αναπηρίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι 31-12-2008, καθόσον, λόγω της επιδείνωσης της υγείας της, κρίθηκε ανάπηρη κατά ποσοστό 67%. Η παραπάνω μη αναστρέψιμη και διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας της ενάγουσας, οφείλεται αποκλειστικά στον προαναφερθέντα τραυματισμό της κατά τη διάρκεια της ανατεθείσας σ' αυτήν ως άνω εργασίας, χωρίς την οποία δεν θα (είχε) επέλθει. Τούτο συνάγεται σαφώς από τις ιατρικές γνωματεύσεις των παραπάνω ιατρών που την εξέτασαν αλλά και τα έγγραφα του Ι.Κ.Α., δεν αναιρείται δε από την από 13-4-2006 ιατρική γνωμάτευση του Μ. Λ., ιατρού ορθοπεδικού, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν η εναγομένη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη και η προσθέτως παρεμβαίνουσα - αντεκκαλούσα. Ο ανωτέρω ιατρός, ο οποίος εξέτασε την ενάγουσα, κατ'εντολήν της εναγομένης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας-ασφαλιστικής εταιρείας, εξέφρασε μεν την άποψη ότι τα ενοχλήματα της ενάγουσας οφείλονται σε νευρολογική βλάβη λόγω κήλης μεσοσπονδυλίου δίσκου, συγχρόνως όμως ανέφερε ότι η μαγνητική τομογραφία οσφυϊκής μοίρας, από την οποία και μόνον διαγιγνώσκεται η πάθηση αυτή και στην οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα, δεν έδειξε τέτοια βλάβη ... . Περαιτέρω, συνέχισε το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι ο τραυματισμός της ενάγουσας, υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες συνέβη και η εντεύθεν προαναφερθείσα κατάσταση της υγείας της, οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της εναγομένης και δη των οργάνων που την αντιπροσώπευαν, που δεν επέδειξαν την επιμέλεια και την προσοχή που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν και συγκεκριμένα προέβησαν σε υπαίτιες πράξεις, αλλά και σε παραλείψεις λήψεως όλων των αναγκαίων μέτρων, που επιβάλλουν οι ισχύουσες νομικές διατάξεις, για την πρόληψη των κινδύνων και την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων στο πιο πάνω κατάστημα