516/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2787/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1675/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/6/2008 αίτησή του και τους από 14/9/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated516/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 342 ΑΚ ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αποκλείεται η υπερημερία του οφειλέτη και η προαναφερόμενη συνέπειά της και όταν συντρέχει δικαιολογημένη αμφιβολία ή σε ανυπαίτια πλάνη για την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους, γεγονότα που οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει (ΑΠ 1427/2008, 1150/1990).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 516 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 516/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Καισαριανή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ" δυνάμει νομοθετικής διατάξεως και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βικτωρία Δούκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2787/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1675/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/6/2008 αίτησή του και τους από 14/9/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 21/10/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον παραστάντα κατά τη συζήτηση αναιρεσίβλητο Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με την από 3-7-2009 επισημείωση σ' αυτό του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... και την από 14-6-2009 παραγγελία προς επίδοση στον αναιρεσίβλητο Οργανισμό του δικηγόρου που υπογράφει το δικόγραφο της αναίρεσης Γρηγόριο Παπαδογιάννη, καθώς και από το επίσης προσκομιζόμενο με επίκληση από τον αναιρεσίβλητο αντίγραφο του από 14-9-2009 δικογράφου των προσθέτων λόγων με την από 17-9-2009 επισημείωση του ίδιου δικαστικού επιμελητή ..., προκύπτει ότι η επίσπευση της συζήτησης για τη δικάσιμο της 6-11-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε μετά από αίτηση του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, γίνεται από το αναιρεσείον σωματείο. Το τελευταίο δεν εμφανίστηκε κατά την προαναφερόμενη μετ' αναβολή δικάσιμο (άρθρο 226 ΚΠολΔ), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά τα άρθρα 340 και 341 παρ. 1 ΑΚ ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή, αν όμως για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ή κατά μείζονα λόγο από το νόμο τάσσεται ορισμένη (δήλη) ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 342 ΑΚ ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αποκλείεται η υπερημερία του οφειλέτη και η προαναφερόμενη συνέπειά της και όταν συντρέχει δικαιολογημένη αμφιβολία ή σε ανυπαίτια πλάνη για την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους, γεγονότα που οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει (ΑΠ 1427/2008, 1150/1990).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα, σχετικά με την αξίωση της αναιρεσείουσας για επιδίκαση αποζημίωση χρήσης και την παραδοχή της ένστασης από το άρθρο 342 ΑΚ, πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1870 ιδρύθηκε σωματείο με την επωνυμία *Εταιρεία της επί σκοπώ βολής* το οποίο διαδέχθηκε το 1899 το ενάγον σωματείο με την επωνυμία *Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρεία* (ΠΣΕ), το οποίο είχε ιδιόκτητη έκταση για εξάσκηση των μελών του.
Με το άρθρο 1 του Ν 4778/1930 *περί παραχωρήσεως γηπέδου εις την Πανελλήνιον Σκοπευτικήν Εταιρίαν* (εφεξής ΠΣΕ) ορίστηκε ότι *επιτρέπεται στον Υπουργό των Στρατιωτικών, ως αντιπρόσωπο του Δημοσίου, να μεταβιβάσει στην ΠΣΕ την κυριότητα γηπέδου του Δημοσίου, κειμένου στο συνοικισμό Καισαριανής, εκτάσεως 710 στρεμμ περίπου (του οποίου η χρήσις έχει παραχωρηθεί δυνάμει συμβάσεως μετά του Δημοσίου) προς εγκατάστασιν σκοπευτηρίου και χρησιμοποίησιν τούτου προς μόνον τον σκοπόν τούτον* και υπό τους όρους των άρθρων 3 και 4 του ιδίου νόμου, ήτοι (άρθρο 3) ότι * το ανωτέρω γήπεδον, θεωρούμενον εκτός συναλλαγής, δεν δύναται να εκποιηθεί υπό της ΠΣΕ ή να κατασχεθεί υπό τρίτου.
Επιτρέπεται όμως η εκμετάλλευση τούτου με οποιονδήποτε τρόπον, συντείνοντα προς το σκοπό για τον οποίο παραχωρείται στην εταιρία. Η ιδιότητα του γηπέδου τούτου ως εκτός συναλλαγής παύει σε περίπτωση κατά την οποία η κυριότητα τούτου περιέλθει στο Δημόσιο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο, καθώς και στην περίπτωση μεταβιβάσεώς του στο Δημόσιο από την ΠΣΕ.
Η μεταβίβαση αυτή επιτρέπεται να γίνει με αντάλλαγμα ή και χωρίς αντάλλαγμα* (άρθρο 4), *σε περίπτωση διαλύσεως της ΠΣΕ το ανωτέρω γήπεδο με όλες τις εγκαταστάσεις της εταιρίας σ' αυτό περιέρχεται στο Δημόσιο*. Σε εκτέλεση του ως άνω νόμου καταρτίστηκε το με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων.
Βασιλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο μεταβιβάστηκε από το Δημόσιο στην ΠΣΕ η κυριότητα, νομή και κατοχή του γηπέδου του σκοπευτηρίου Καισαριανής, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του άνω Ν 4778/1930, χαρακτηριζομένου του παραχωρούμενου ακινήτου ως εκτός συναλλαγής. Από τη διατύπωση όμως του τελευταίου νόμου προκύπτει, ότι η παραπάνω έκταση δεν προορίστηκε ως πράγμα εκτός συναλλαγής, κατά την έννοια του άρθρου 966 ΑΚ, αλλά ο όρος *εκτός συναλλαγής* τέθηκε με την περιορισμένη έννοια της απαγόρευσης διάθεσης του γηπέδου από την ΠΣΕ.
Ακολούθως με τους Ν 2764/1954 και 252/1976 άρθηκαν οι περιορισμοί μεταβίβασης της ως άνω έκτασης των 710 στρεμμάτων και με τον πρώτο από αυτούς επιτράπηκε η μεταβίβαση τμήματος της εν λόγω έκτασης εμβαδού 43 στρεμμάτων για την αποκατάσταση αστών προσφύγων, ενώ με τον δεύτερο επιτράπηκε η μεταβίβαση 109 στρεμμάτων περίπου για την εκπλήρωση των σκοπών του ΟΣΚ, συνιστάμενων στην ανέγερση διδακτηρίων.
Η μεταβίβαση των τμημάτων αυτών θα γινόταν είτε με αναγκαστική απαλλοτρίωση, είτε με εκούσια εκποίηση από την ΠΣΕ. Με τον ίδιο Ν 252/1976 (άρθρο 1 παρ. 7) ορίστηκε ότι *προς αντιμετώπισιν επειγουσών αναγκών, επιτρέπεται εις τον Οργανισμόν Σχολικών Κτιρίων, όπως άνευ διαγωνισμού προβή εις την παρά της Πανελληνίου Σκοπευτικής Εταιρείας, μίσθωσιν ετέρου τμήματος του ιδίου γηπέδου επί σκοπώ ανεγέρσεως, δαπάναις του, προσωρινών κτισμάτων προς χρήσιν διδακτηρίων, του αναγκαιούντος χώρου, του ύψους του μισθώματος, της διαρκείας της μισθώσεως και πάσης σχετικής λεπτομερείας καθορισθησομένων ελευθέρως κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των συμβληθησομένων μερών*.
Έτσι το ενάγον σωματείο με το από 27-2-1976 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως εκμίσθωσε στο εναγόμενο, ΝΠΔΔ τότε, τμήμα του άνω γηπέδου, εμβαδού 8 στρεμμάτων, ως έγγιστα κατά το μισθωτήριο, ενώ στην πραγματικότητα, όπως αποδείχθηκε, ήταν 16.467 τμ, όπως έγινε δεκτό και με την 3539/1995 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τριγωνικής μορφής, κείμενο στον συνοικισμό Καισαριανής και προς την δυτικομεσημβρινή γωνία του όλου κτήματος, εκτός του μεσημβρινού μανδροτοίχου του πεδίου βολής των 300 μ.
και μεταξύ αυτού και της οδού ... και ήδη .... Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε οκταετής με έναρξη στις 22-7-1976 και λήξη στις 22-7-1984, ενώ συμφωνήθηκε ότι θα μπορούσε να παραταθεί μετά από πρόταση του μισθωτή για δύο ακόμη οκταετίες. Το μίσθωμα ορίστηκε σε 480.000 δρχ ετησίως, προκαταβαλλόμενο ανά εξάμηνο και εντός του πρώτου μηνός κάθε εξαμήνου και αναπροσαρμοζόμενο ανά τριετία.
Το μίσθιο γήπεδο συμφωνήθηκε ότι θα χρησιμοποιείτο από τον ΟΣΚ για εγκαταστάσεις του και ότι οι αναγκαίες δαπάνες για τη διαμόρφωση του μισθίου θα βάρυναν τον μισθωτή, ενώ μετά τη λήξη της μίσθωσης τα επ' αυτού ανεγερθέντα κτίσματα θα παρέμεναν προς όφελος της εκμισθώτριας ΠΣΕ. Συγκεκριμένα το μίσθιο θα χρησιμοποιείτο από τον ΟΣΚ, σύμφωνα με το Ν 252/1976, για την ανέγερση σ' αυτό, με δικές του δαπάνες, προσωρινών κτισμάτων, με σκοπό τη στέγαση διδακτηρίων προς αντιμετώπιση επειγουσών αναγκών εξασφάλισης στέγης για τη λειτουργία σχολείων.
Και τούτο, διότι ο εναγόμενος επρόκειτο να ανεγείρει μόνιμα κτιριακά σχολικά συγκροτήματα σε παρακείμενη έκταση που, με βάση τον ίδιο νόμο, θα μεταβιβάζονταν σ' αυτόν από την ΠΣΕ για την εκπλήρωση των σκοπών του που ήταν η ανέγερση εκπαιδευτηρίων, των οποίων όμως η ανέγερση προβλεπόταν ότι θα ήταν χρονοβόρα.
Η μίσθωση παρατάθηκε με αίτημα του εναγομένου για μία ακόμη οκταετία, δηλαδή μέχρι 27-2-1992 και το μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε δικαστικά στο ποσό των 500.000 δρχ το εξάμηνο. Ακολούθως με το άρθρο 50 του Ν 1731/9-9-1987 ορίστηκε ότι *αίρεται η αφιέρωση στην Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία γηπέδου στην Καισαριανή Αττικής και ο χαρακτηρισμός του ως εκτός συναλλαγής που έγινε με το υπ' αριθ ...
συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κων/νου Βασιλακάκη η δε κυριότητά του επανέρχεται στο Δημόσιο*. Κατά τη σαφή έννοια του Ν 4778/1930 με την κατάρτιση και μεταγραφή του πιο πάνω συμβολαίου η ΠΣΕ έγινε οριστική και όχι προσωρινή ή μετακλητή κυρία του γηπέδου των 710 στρεμμάτων, με μόνους τους περιορισμούς του νόμου που καταχωρήθηκαν στο συμβόλαιο και αφορούσαν στην εκμετάλλευση και χρήση αποκλειστικώς για εγκατάσταση σκοπευτηρίου και στην απαγόρευση διαθέσεώς του.
Περαιτέρω με το άρθρο 32 Ν 4778/1930 είχε επιτραπεί στο ενάγον η εκμετάλλευση του παραχωρηθέντος σ' αυτό ακινήτου και συνεπώς και του μισθίου, το οποίο αποτελεί τμήμα του, με οποιονδήποτε τρόπο που θα συνέτεινε στην επίτευξη του σκοπού για τον οποίο είχε παραχωρηθεί σ' αυτό και επομένως και η εκμίσθωσή του. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το ενάγον δεν είχε το δικαίωμα εκμετάλλευσης του μισθίου δεν είναι βάσιμος, δεδομένου ότι ο χαρακτηρισμός του επιδίκου ακινήτου ως εκτός συναλλαγής, όπως ειπώθηκε, είχε την έννοια της απαγόρευσης της διαθέσεώς του και όχι της εκμίσθωσής του, αφού μάλιστα με το Ν 4778/1930 είχε επιτραπεί η εκμετάλλευσή του.
Το γεγονός ότι, προκειμένου να συναφθεί η ένδικη μίσθωση, αυτό επετράπη με το Ν 252/1976 δεν αναιρεί τα ανωτέρω, δεδομένου ότι η παραχώρηση στον εναγόμενο του μισθίου ακινήτου δεν γινόταν προς επίτευξη του σκοπού για τον οποίο είχε παραχωρηθεί όλη η μεγαλύτερη έκταση στο ενάγον και ήταν η χρησιμοποίησή του ως σκοπευτηρίου, αλλά για την ανέγερση προσωρινών κτισμάτων, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως διδακτήρια.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε προηγούμενη δίκη που ανοίχθηκε με την από 25-2-1993 αγωγή του ήδη ενάγοντος σωματείου (ΠΣΕ), με την οποία αυτό, επικαλούμενο λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης και παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον εναγόμενο, ζήτησε την απόδοση της χρήσης του μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης και την επιδίκαση οφειλόμενων μισθωμάτων και αποζημίωσης χρήσης για το χρονικό διάστημα από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993, κατέστη αντικείμενο διαφορετικών απόψεων το θέμα εφαρμογής ή μη του άρθρου 50 του Ν 1731/1987.
Υποστηρίχθηκε από τον εναγόμενο ΟΣΚ ότι με βάση τη διάταξη αυτή αφαιρέθηκε από την ενάγουσα ΠΣΕ η κυριότητα της έκτασης που της είχε παραχωρηθεί με βάση το Ν 4778/1930 και το ... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κων/νου Βασιλάκη και ότι η άνω μίσθωση, στην οποία η ενάγουσα στήριζε τα δικαιώματά της από τα οποία απέρρεαν οι ασκηθείσες με την αγωγή εκείνη αξιώσεις της, είχε λήξει με ειδική διάταξη νόμου.
Τούτο είχε ως συνέπεια, ότι το εναγόμενο δεν είχε υποχρέωση να αποδώσει τη χρήση του μισθίου γηπέδου στην ενάγουσα εκμισθώτρια, η οποία είχε πλέον απωλέσει την ιδιότητα της εκμισθώτριας και κατ' επέκταση αυτή δεν είχε αξίωση για αποζημίωση χρήσης, μη νομιμοποιούμενη στην άσκηση της αγωγής, ενώ η κυριότητα του επίδικου μισθίου περιήλθε ως μετακλητή από το έτος 1987 στο Ελληνικό Δημόσιο.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου έγινε δεκτός από το Δικαστήριο τούτο, κατά την εκδίκαση της έφεσης του τελευταίου κατά της 3539/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την 3818/1996 απόφασή του, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί η εν λόγω απόφαση και να απορριφθεί η από 25-2-1993 αγωγή της ΠΣΕ ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτό ότι η ως άνω μίσθωση έληξε με ειδική διάταξη νόμου και ότι ο ΟΣΚ όφειλε να αποδώσει το μίσθιο στο Ελληνικό Δημόσιο στην κυριότητα του οποίου πλέον, με βάση το Ν 1731/1987, ανήκε. Μετά την άσκηση εκ μέρους της ενάγουσας ΠΣΕ αναίρεσης κατά της τελευταίας απόφασης εκδόθηκε η, με αριθμό 1599/1997, απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι η ως διάταξη του άρθρου 50 του Ν 1731/1987 είναι αντισυνταγματική και ως εκ τούτου μη εφαρμοστέα, ακολούθως δε, λόγω αρνήσεως εφαρμογής νόμου ως αντισυνταγματικού, παρέπεμψε τους σχετικούς λόγους αναίρεσης στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Στη συνέχεια, με την 11/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου, σε Τακτική Ολομέλεια, λόγω ερμηνευτικού προβλήματος που είχε ανακύψει από το άρθρο 50 του Ν 1731/1987, σε σχέση με τη φύση της παραχώρησης που είχε γίνει με το Ν 4778/1930 και του είδους και της αξίας της έκτασης του μισθίου, κρίθηκε ότι είχε ανακύψει ζήτημα εξαιρετικής σημασίας και γι' αυτό οι παραπεμφθέντες από το τμήμα λόγοι παραπέμφθηκαν στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Με την, με αριθμό 20/2001, απόφαση του Αρείου Πάγου σε πλήρη Ολομέλεια η ως άνω διάταξη κρίθηκε αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος με συνέπεια την υποχρέωση να μην την εφαρμόσουν και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο Δ' Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης.
Τελικά, με την, με αριθμό 1093/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η, με αριθμό 3818/1996, απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκασή της.
Εκδόθηκε δε, ακολούθως, η, με αριθμό 6655/2005 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατέστη τελεσίδικη η 3539/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατά της πρώτης απόφασης αναίρεση του ΟΣΚ με την 1822/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, στις 27-2-1992, το εναγόμενο δεν απέδωσε τη χρήση του μισθίου χώρου στην εκμισθώτρια-ενάγουσα. Και τούτο διότι δικαιολογημένα πίστευε με τα αρμόδια όργανά του ότι η κυριότητα του μισθίου ακινήτου είχε περιέλθει αναδρομικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο και όφειλε να αποδώσει το μίσθιο.
Η θέση αυτή του εναγομένου έγινε δεκτή και με την 3818/1996 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτό, ότι το μίσθιο, με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 50 του Ν 1731/1987, είχε επανέλθει αναδρομικά στο Ελληνικό Δημόσιο, η μίσθωση μεταξύ των διαδίκων είχε λήξει με ειδική διάταξη νόμου και ότι ο εναγόμενος είχε παύσει να είναι μισθωτής και όφειλε να αποδώσει το μίσθιο στο Ελληνικό Δημόσιο στην κυριότητα του οποίου πλέον αυτό ανήκε.
Η παράλειψη αυτή του εναγομένου για παράδοση της χρήσης του μισθίου στην εκμισθώτρια ΠΣΕ, ενόψει της, ως άνω, διάταξης νόμου, που ίσχυε από το έτος 1987 και για την εφαρμογή της οποίας υπήρξε αμφισβήτηση, η οποία επιλύθηκε από τον Άρειο Πάγο σε πλήρη Ολομέλεια, ήταν εύλογη και δικαιολογημένη μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του 2001, οπότε έλαβε γνώση της με αριθμό 20/2001 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία δημοσιεύτηκε στις 6-12-2001 και με την οποία κρίθηκε αμετάκλητα ότι η ως άνω διάταξη δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω ως αντισυνταγματική και, επομένως, η ενάγουσα εξακολουθούσε να είναι κυρία του μισθίου ακινήτου και να έχει την ιδιότητα της εκμισθώτριας, αυτός δε μετά τη λήξη της μίσθωσης είχε την υποχρέωση να της αποδώσει τη χρήση του μισθίου.
Επομένως, η ένδικη αγωγή αποζημίωσης για την περαιτέρω ζημία που το ενάγον σωματείο επικαλείται ότι υπέστη από την παράνομη παρακράτηση του μισθίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-3-1999 μέχρι 31-12-2001, με την έννοια του πέραν του συμβατικού μισθώματος ποσού (διαφορά) που θα μπορούσε αυτό να επιτύχει σε ελεύθερη μίσθωση, αν είχε παραδοθεί σ' αυτό η χρήση του μισθίου κατά τη λήξη της μίσθωσης, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη μετά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της καταλυτικής ένστασης του εναγομένου ότι η καθυστέρηση απόδοσης του μισθίου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (άρθρο 342 ΑΚ), που προτάθηκε παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρεται νομίμως από τον εναγόμενο, και συγκεκριμένα σε δικαιολογημένη πλάνη των οργάνων του όσον αφορά τις συνέπειες εφαρμογής της άνω διάταξης του άρθρου 50 του Ν 1731/1987 στην επίμαχη σύμβαση μισθώσεως με συνέπεια να του έχει δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι η κυριότητα του μισθίου είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο και ότι η ΠΣΕ δεν είχε την ιδιότητα του κυρίου-εκμισθωτή, μη έχοντας το δικαίωμα για εκμίσθωση του μισθίου σε τρίτους και να ελλείπει συνεπώς το πταίσμα του εναγομένου, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την υποχρέωσή του για αποκατάσταση κάθε άλλης επελθούσας στο ενάγον περαιτέρω ζημίας από τη μη απόδοση της χρήσης του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης, ενόψει του ότι σε περίπτωση μεταβίβασης, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, της κυριότητας του μισθίου προς τρίτο επέρχεται από το νόμο μεταβίβαση της σχέσης της μίσθωσης στο νέο κτήτορα, ο οποίος και αποκτά τα από τη μισθωτική σχέση δικαιώματα του εκμισθωτή και διακόπτεται ο ενοχικός δεσμός μεταξύ των αρχικώς συμβληθέντων και ο αρχικός εκμισθωτής, που ήταν και κύριος του μισθίου, μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας τούτου δεν νομιμοποιείται να αξιώσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 599 και 601 ΑΚ αποζημίωση χρήσης για χρόνο μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας του μισθίου ή την απόδοση τούτου".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ, που είχε προβάλει ο εναγόμενος-εφεσίβλητος-αναιρεσίβλητος Οργανισμός και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος σωματείου για επιδίκαση αποζημίωσης χρήσης για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Με την αναίρεση πλήττεται η απόφαση του Εφετείου, κατά την ανωτέρω διάταξη, από το ενάγον σωματείο ως ακολούθως: Α) Με τον πρώτο και το δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, της αναίρεσης, καθώς και με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων το αναιρεσείον σωματείο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υπό την έννοια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν νομίμως και παραδεκτώς και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη την ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ, η οποία δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη διότι δεν είχε υποβληθεί νομίμως και παραδεκτώς.
Από την επισκόπηση, όμως, των δικογράφων, και συγκεκριμένα των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου τόσο κατά την πρωτόδικη δίκη, όσο και κατά τη δίκη ενώπιον του εφετείου, τις οποίες υπέβαλε ως άμυνα κατά της έφεσης του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι εκτίθενται όλα τα περιστατικά στα οποία στηρίζει ο εναγόμενος την έλλειψη υπαιτιότητας, από δικαιολογημένη αμφιβολία και πλάνη για την ύπαρξη ή όχι της αξίωσης του ενάγοντος, με την πλήρη ανάπτυξη του νομικού καθεστώτος που ίσχυε για το επίδικο ακίνητο και υπήρξε αντικείμενο δικαστικής διαμάχης που λύθηκε με την απόφαση της ολομέλειας του Αρείου Πάγου, και υποβολή σχετικού αιτήματος.
Οι ανωτέρω λόγοι, επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου και τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την προαναφερθείσα ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ.
Και οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω ο εναγόμενος-εφεσίβλητος είχε προτείνει νομίμως και παραδεκτώς τον ισχυρισμό του για έλλειψη υπαιτιότητας ως προς την εκτέλεση της παροχής του. Β) Με τον τέταρτο και τον έκτο λόγους της αναίρεσης, καθώς και τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 342 ΑΚ και η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, διότι δεν περιέχει αιτιολογίες για το δικαιολογημένο της μη εκτέλεσης της παροχής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου μισθωτή.
Σύμφωνα όμως με όσα αναπτύσσονται παραπάνω και τις εκτιθέμενες παραδοχές του Εφετείου, ότι η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου να παραδώσει τη χρήση του μισθίου στην εκμισθώτρια αναιρεσείουσα ενόψει της αμφισβήτησης που είχε δημιουργηθεί για την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 50 του Ν 1731/1987 ήταν εύλογη και δικαιολογημένη, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η απόδοση των ανωτέρω πλημμελειών και για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 140 ΑΚ είναι αλυσιτελής διότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη, ενώ η απόδοση της πλημμέλειας του άρθρου 1 και για παραβίαση του άρθρου 25 του Συντάγματος είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται από τα δικαστήρια μόνο δια μέσου του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 601 ΑΚ ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 322 παρ. 1 εδ α' ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 324 ΚΠολΔ δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται, εκτός των άλλων, και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, καθώς και ταυτότητα του αντικειμένου της διαφοράς που κρίνεται με εκείνη που ήδη κρίθηκε.
Έτσι, η τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου που έκρινε επί αγωγής του εκμισθωτή κατά του μισθωτή, στηριζόμενης στο ανωτέρω άρθρο 601 ΑΚ, ότι ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα για ορισμένο χρονικό διάστημα που παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, αποτελεί δεδικασμένο για άλλη αγωγή του ίδιου εκμισθωτή κατά του μισθωτή από την ίδια ιστορική και νομική αιτία για το ίδιο χρονικό διάστημα, που κρίθηκε, όχι όμως και για διαφορετικό, είτε προγενέστερο είτε μεταγενέστερο, χρονικό διάστημα από αυτό που κρίθηκε (ΑΠ 649/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι "ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι "υπάρχει δεδικασμένο (το οποίο καταλαμβάνει και τις ως άνω ενστάσεις του εναγομένου) για την κρινόμενη υπόθεση που αναφέρεται σε αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 1-3-1999 μέχρι 30-9-2003, που απορρέει από την ως άνω 3539/1995 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής με την οποία ζητήθηκε αποζημίωση χρήσης για προγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα για αυτό από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο διότι η τελεσίδικη αυτή απόφαση παράγει δεδικασμένο για το κριθέν ουσιαστικό ζήτημα και συγκεκριμένα έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993 και όχι και για το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν κρίθηκε".
Το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές δεν παραβίασε το δεδικασμένο που παράγει η προαναφερόμενη απόφαση, αφού η επίδικη αξίωση αναφέρεται σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, και επιπλέον δεν αναφέρεται στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αν στην προηγούμενη δίκη είχε προβληθεί η ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ και αν υπήρξε κρίση του δικαστηρίου επ' αυτής.
Ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, καθώς και ο πρώτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επομένως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
IV. Κατά το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.
Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία που διαπιστώνεται από το δικαστήριο έστω και έμμεσα, οπότε σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και η για το λόγο αυτό προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των ανωτέρω άρθρων για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 255/2009, 1905/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και τα ακόλουθα σχετικά με το μισθωτήριο που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος ΟΣΚ, κατασκεύασε στο μίσθιο γήπεδο έξι κτιριακά σχολικά συγκροτήματα με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα και μόνιμη τοιχοποϊα, στα οποία εγκαταστάθηκαν σταδιακά στις δεκαετίες 1970-1980 δημόσια σχολεία του Δήμου Καισαριανής.
Η κατασκευή των κτιριακών αυτών συγκροτημάτων στο μίσθιο γήπεδο έγινε, διότι ο ΟΣΚ παρακωλύθηκε, για λόγους που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, στην ανέγερση των συγκροτημάτων αυτών στην προορισμένη για τον εν λόγω σκοπό έκταση των 109 στρεμμάτων με το Ν 252/1976. Με τον όρο 5 του από 27-2-1976 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως είχε συμφωνηθεί ότι *ληγούσης της μισθώσεως, μετά τας ως άνω παρατάσεις τα επί του μισθίου γηπέδου κτίσματα παραμένουν επ' ωφελεία του εκμισθωτού*.
Από τη συμφωνία αυτή, ερμηνευόμενη, λόγω της κάποιας ασάφειάς της ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων όσον αφορά τα κτίρια, τα οποία θα παρέμεναν προς όφελος της εκμισθώτριας ΠΣΕ, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων και των συναλλακτικών ηθών (άρθρα 173 και 200), δηλαδή αφού ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών, ο δικαιοπρακτικός σκοπός αυτών, οι συνήθειες, οι συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, η φύση της σύμβασης και προπαντός η αληθινή βούληση των δηλούντων, λαμβάνοντας υπόψη και τα, ως άνω, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες κάτω από οποίες οι διάδικοι ήλθαν σε συμφωνία, προκύπτει ότι οι διάδικοι συμφώνησαν να παραμείνουν μετά τη λήξη της μίσθωσης προς όφελος του μισθίου και της εκμισθώτριας τα προσωρινά κτίσματα, τα οποία θα κατασκεύαζε ο μισθωτής ΟΣΚ στο μίσθιο για την αντιμετώπιση των επειγουσών αναγκών που υπήρχαν για τη στέγαση διδακτηρίων.
Η αληθινή βούληση των συμβληθέντων, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, προκύπτει με ενάργεια και από το γεγονός ότι με το Ν 252/1976, με τον οποίο επιτράπηκε στον ΟΣΚ να προβεί στη μίσθωση του ανωτέρω γηπέδου, γίνεται ρητά μνεία ότι η μίσθωση αυτή επιτράπηκε προκειμένου ο ΟΣΚ, με δικές του δαπάνες, να προβεί στην κατασκευή προσωρινών κτισμάτων προς εξυπηρέτηση του προαναφερθέντος σκοπού, δεδομένου μάλιστα ότι αυτά θα ανεγείρονταν σε ιδιοκτησία της ενάγουσας και όχι του ΟΣΚ.
Έτσι οι συμβληθέντες στην επίμαχη σύμβαση μισθώσεως αυτά τα κτίσματα (δηλαδή τα προσωρινά) είχαν υπόψη τους, τα οποία ο ΟΣΚ επρόκειτο να κατασκευάσει και αυτών των κτισμάτων ρύθμισαν την τύχη για τον μετά τη λύση της μίσθωσης χρόνο. Στα προβλεπόμενα λοιπόν με τον άνω μισθωτικό όρο κτίσματα δεν μπορούν να περιληφθούν και τα έξι κτιριακά συγκροτήματα από μπετόν και τοιχοποϊα που κατασκεύασε στο μίσθιο ο εναγόμενος".
Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης και τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων το αναιρεσείον σωματείο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού, *ουδεμία απολύτως ασάφεια υφίσταται ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων στην ένδικη σύμβαση μισθώσεως, όσον αφορά τα κτίρια, τα οποία θα παρέμεναν προς όφελος της εκμισθώτριας ΠΣΕ μετά τη λύση της μισθώσεως".
Οι λόγοι είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, αφού κατά τα αναπτυσσόμενα παραπάνω η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, τα αναφερόμενα επιπλέον ότι "αν παρ' ελπίδα κριθεί ότι η δήλωση βουλήσεως των μερών ήταν πράγματι ασαφής και έχρηζε ερμηνείας, τα κρίσιμα περιστατικά που ετέθησαν υπ' όψιν ήταν τα εξής: (....), τα οποία και εκτίθενται στη συνέχεια, είναι επίσης απαράδεκτα, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Με τους ίδιους λόγους (7ο και 4ο πρόσθετο) προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προαναφερόμενου μισθωτηρίου εγγράφου. Οι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και κατά το μέρος αυτό, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το αναφερόμενο παραπάνω ζήτημα μετά από συνεκτίμηση του εγγράφου (μισθωτηρίου) με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και έτσι δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας αυτού.
V. Κατά το άρθρο 601 ΑΚ ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 298 ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, σχετικά με τη ζημία της ενάγουσας από τη μη απόδοση του μισθίου, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι το εναγόμενο μετά τη λήξη της μίσθωσης δεν απέδωσε το μίσθιο γήπεδο στην εκμισθώτρια ΠΣΕ και το παρακράτησε παράνομα καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-3-1999 μέχρι 30-9-2003.
Η επικαλούμενη από το εναγόμενο αδυναμία του για απόδοση του μισθίου στην ενάγουσα, μετά από όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, δεν αποδείχθηκε. Επομένως, το εναγόμενο οφείλει ως αποζημίωση, μετά από όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, το συμβατικό μίσθωμα που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 1-3-1999 μέχρι 31-12-2001 (το οποίο σημειωτέον αποτελεί μέρος της αιτούμενης αποζημίωσης χρήσης για το ίδιο διάστημα) και ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.833.333 δρχ (34 μήνες Χ 1.000.000 δρχ ετησίως {ήτοι 500.000 δρχ εξαμηνιαίως}, ήτοι 8315 ευρώ.
Όσον αφορά την αιτούμενη αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και μέχρι 30-9-2003 πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η αποζημίωση για το χρονικό αυτό διάστημα περιλαμβάνει αφενός μεν το συμβατικό μίσθωμα και αφετέρου το πέραν του μισθώματος αυτού ποσό (διαφορά), που θα μπορούσε η ενάγουσα να επιτύχει με ελεύθερη μίσθωση, αν είχε παραδοθεί σ' αυτή η χρήση του μισθίου κατά τη λήξη της μίσθωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εναγόμενο δεν απέδωσε κατά τη λήξη της μίσθωσης τη χρήση του μισθίου στην ενάγουσα, αλλά το παρακράτησε έκτοτε χωρίς δικαίωμα και συνέχισε να το χρησιμοποιεί μέχρι και 30-9-2003. Έτσι, η ενάγουσα, κατά το άνω χρονικό διάστημα, στερήθηκε της δυνατότητας να το εκμισθώσει σε τρίτο πρόσωπο αντί μηνιαίου μισθώματος, πράγμα το οποίο με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα επιτύχει.
Το μίσθωμα που η ενάγουσα θα μπορούσε με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να αποκομίσει από την ελεύθερη εκμίσθωση του μίσθιου γηπέδου κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και μέχρι 30-9-2003 ανέρχεται, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι τελεσίδικα έχει κριθεί ότι η μισθωτική αξία του μισθίου γηπέδου κατά το χρονικό διάστημα από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993 ανερχόταν στο ποσό των 1.500.000 δρχ το μήνα, ενώ έκτοτε δεν αποδείχθηκε ότι συνέβησαν περιστατικά τα οποία να μείωσαν τη μισθωτική του αξία, καθώς και ότι η κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα υπάρξασα άνοδος του δείκτη καταναλωτή είχε ως συνέπεια και την ισόποση αύξηση της μισθωτικής αξίας του επιδίκου γηπέδου, στο ποσό των 1.800.000 δρχ το μήνα, το οποίο αυτή προσδοκούσε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να αποκομίσει από την εκμίσθωσή του και κατά το οποίο αυτή ζημιώθηκε.
Σημειώνεται ότι για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του άνω ακινήτου δεν λαμβάνονται υπόψη τα από τον εναγόμενο ανεγερθέντα έξι κτιριακά συγκροτήματα. Και τούτο, διότι, όπως έγινε δεκτό, δεν έχει συμφωνηθεί τα κτίσματα αυτά, τα οποία ανεγέρθηκαν με δαπάνες του εναγομένου, να παραμείνουν σε όφελος του μισθίου και της ενάγουσας, ώστε να είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του ακινήτου.
Ως κτίσματα, που ανεγέρθηκαν σε ξένο ακίνητο, σύμφωνα με το άρθρο 1057 ΑΚ, η κυριότητά τους περιήλθε στην κυρία του γηπέδου ΠΣΕ, πλην, όμως, έχει δικαίωμα ο εναγόμενος ΟΣΚ κατά τη διάταξη του άρθρου 1063 ΑΚ να αναζητήσει την ωφέλεια κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού, όπως ειπώθηκε, δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών να καταστεί η ενάγουσα πλουσιότερη σε βάρος εναγομένου και συγκεκριμένα να παραμείνουν τα κτίσματα αυτά προς όφελός της.
Επομένως, η ενάγουσα με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και μέχρι 30-9-2003 θα αποκόμιζε από την εκμίσθωση του επίδικου γηπέδου το συνολικό ποσό των 37.800.000 δρχ (21 μήνες Χ 1.800.000 δρχ), ήτοι 110.931,77 ευρώ κατά το οποίο αυτή ζημιώθηκε". Με τον όγδοο, ένατο και δέκατο λόγο της αναίρεσης, καθώς και με τον πέμπτο και έκτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων το αναιρεσείον σωματείο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 601, 298 ΑΚ.
Το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τον καθορισμό της αποζημίωσης, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ώστε είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, τα αναφερόμενα δε στην τελευταία παράγραφο της ανωτέρω κρίσης του αποτελούν επιχειρήματα που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου απαραδέκτως προτείνονται.
Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, επομένως, του κυρίου δικογράφου, καθώς και αυτού των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου ούτε για παραβίαση των διατάξεων του Συντάγματος ή των διατάξεων της ΕυρΣΔΑ και του πρώτου πρωτοκόλλου μπορεί να γίνει λόγος και οι ανωτέρω λόγοι κατά το μέρος που αποδίδουν τις ίδιες πλημμέλειες για παραβίαση των διατάξεων 25 παρ. 1, 5 και 17 Συντάγματος και 6.1 της ΕυρΣΔΑ και 1 του πρώτου πρωτοκόλλου είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με τον δέκατο λόγο του κυρίου δικογράφου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δέχθηκε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε. Ο λόγος είναι απορριπτέος, διότι, όπως αναφέρεται παραπάνω, τα αναφερόμενα ως ισχυρισμός αποτελούν επιχειρήματα.
VI. Με τον ενδέκατο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 14, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος κατά το μέρος που προσάπτει την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 είναι απορριπτέος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι δεν έλαβε υπόψη της ισχυρισμό, και συγκεκριμένα αυτόν που αναφέρεται στους προηγούμενους λόγους για τον τρόπο υπολογισμού της μισθωτικής αξίας, που δεν είχε νομίμως προταθεί. Ο λόγος κατά το μέρος που προσάπτει τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 για παραβίαση του άρθρου 1063 και 281 ΑΚ είναι αλυσιτελής, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις.
VII. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρεώσεώς του αυτής ιδρύει τον κατ' άρθρο 559 αριθμός 11 περ, γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Για να ευσταθήσει όμως ο σχετικός λόγος πρέπει το αποδεικτικό μέσο να προσκομίστηκε με επίκληση κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και δεν αρκεί να είναι τούτο απλώς συνημμένο στη δικογραφία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 650 παρ. 1 εδ δ' ΚΠολΔ το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί η λήψη τους μετά προηγούμενη πριν από είκοσι τέσσερις ώρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις προσκομίζει και τις επικαλείται, ο οποίος και υποχρεούται εκτός από την επίκληση και στην απόδειξη της κλητεύσεως, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαιώσεως.
Την τήρηση της αναγκαίας αυτής προϋπόθεσης υποχρεούται να ερευνήσει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο, κατά ρητή εξαίρεση από τη γενική αρχή του άρθρου 650 παρ. 1 εδ α', σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (ΑΠ 1265/2005, 1429/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δωδέκατο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που είχε νόμιμα προσκομίσει με επίκληση, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του την 241/2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, επειδή "δεν αποδεικνύεται ότι κλήθηκε, κατ' άρθρο 650 ΚΠολ, το μη εμφανισθέν εναγόμενο, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται η επικαλούμενη 2430Γ/13-9-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ...".
Το αναιρεσείον-εκκαλούν-ενάγον σωματείο, επομένως, δεν απέδειξε, ότι είχε νομίμως κλητεύσει τον αντίδικό του οργανισμό κατά τη λήψη της ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης, με συνέπεια αυτή να είναι άκυρο αποδεικτικό μέσο, που το δικαστήριο δεν μπορούσε να λάβει υπόψη. Το αναιρεσείον ισχυρίζεται, ότι η σχετική έκθεση επίδοσης ήταν συνημμένη στην από 6-9-2005 κλήση του με την οποία είχε επαναφέρει την αγωγή προς συζήτηση, γεγονός που δεν μπορεί να ελεγχθεί, όπως δεν μπορεί να ελεγχθεί αν είχε προσκομιστεί και η επικαλούμενη κλήση.
Το Εφετείο, συνεπώς, δεν έσφαλε και δεν υπέπεσε στην προαναφερόμενη πλημμέλεια και ο λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
V
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 48 του ΝΔ 406/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά των ΝΠΠΔ είναι πέντε χρόνια, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το ίδιο ΝΔ, πράγμα που γίνεται στις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου. Η παραγραφή αυτή αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 49 του ιδίου άρθρου, από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ενώ, κατά το άρθρο 50 του ιδίου ΝΔ, οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, εφαρμόζονται και για τις χρηματικές αξιώσεις κατά του νομικού προσώπου, κατά δε το άρθρο 51 η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται και με την υποβολή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε αρχίζει εκ νέου η παραγραφή από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με το χρόνο παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος σωματείου για το διάστημα μέχρι την 28-12-1998: "Η παραγραφή της επικαλούμενης αξίωσης του ενάγοντος για αποζημίωση χρήσης καθόσο αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μέχρι 28-12-1998 ρυθμίζεται από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 48 του ΝΔ 496/1974, δεδομένου ότι πρόκειται για χρηματική αξίωση κατά ΝΠΔΔ.
Το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία *Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων* με το ΠΔ 414/1998, που άρχισε να ισχύει από 28-12-1998, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΟΣΚ ΑΕ, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν μεταβάλλει το χρόνο παραγραφής της επίδικης αξίωσης κατά το μέρος της που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μέχρι 28-12-1998.
Και τούτο διότι η αξίωση αυτή και η αντίστοιχη υποχρέωση του εναγομένου γεννήθηκε καθό χρόνο αυτό είχε την ιδιότητα του ΝΠΔΔ και η φύση της ως χρηματικής αξίωσης κατά ΝΠΔΔ δεν μεταβλήθηκε από τη μετατροπή του εν λόγω ΝΠΔΔ σε ΑΕ με συνέπεια η παραγραφή να καθορίζεται από τη φύση της αυτή και να είναι πενταετής, αρχόμενη από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη".
Με τον δέκατο τρίτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον σωματείο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΝΔ 496/1974. Πλην όμως, με τις ανωτέρω παραδοχές του (το Εφετείο), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, αφού η παραγραφή της επίδικης αξίωσης εξαρτάται από τη φύση της αξίωσης κατά προσώπου που ίσχυε ειδική διάταξη για την παραγραφή της. 'Αρα, και ο τελευταίος αυτός λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VIIII. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον σωματείο, που χάνει τη δίκη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού, μειωμένη (άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, σε συνδυασμό προς το άρθρο 2 της 1344/1987 κοινής απόφασης του Υπ. Οικον. και Δ/νης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, άρθρο 14 παρ. 3 του α.ν. 627/1968, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν. 513/1976, σε συνδυασμό προς άρθρο 34 παρ. 2 ΠΔ 414/1998).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-6-2008 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρία" και τους από 14-9-2009 προσθέτους επ' αυτής λόγους για αναίρεση της 1675/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον σωματείο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου οργανισμού την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ