516/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 516 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 516/2007
Legislator headnote
AI generated516/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 516 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 516/2007
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 516 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 516/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: .....(αναφέρονται 11 ονόματα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Τσοκανά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Οκτωβρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3222/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 699/2005 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 11 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 786, 787, 792 § 2, 914, 934, 1002, 1099, 113, 117 ΑΚ, 2 § 1 και 5 περ. α΄ του ν. 3741/1929 προκύπτει ότι, σε περίπτωση που ένας ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής υπαγόμενης στο καθεστώς της οροφοκτησίας καταλάβει παρανόμως και υπαιτίως κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής, οι λοιποί ιδιοκτήτες έχουν δικαίωμα να αξιώσουν από αυτόν, πλην άλλων, αποζημίωση για την αποθετική ζημία που υπέστησαν εξαιτίας της καταλήψεως του χώρου τούτου, δηλαδή για το όφελος, το οποίο, κατά το ποσοστό της αναγκαίας συγκυριότητάς τους επί του καταληφθέντος χώρου, θα αποκόμιζαν από τη σύγχρηση τούτου κατά τη διάρκεια της αποκλειστικής χρήσεώς του από εκείνον και το οποίο (όφελος) προσδιορίζεται από τη μισθωτική αξία του ίδιου χώρου. Όπως ορίζει το εδάφιο β΄ του άρθρου 298 ΑΚ, ως διαφυγόν κέρδος (δηλ. αποθετική ζημία) "λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Για τη διαμόρφωση έτσι της αποδεικτικής κρίσεως του δικαστή, ως προς την επέλευση και το ύψος της εν λόγω ζημίας στο μέλλον, ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη. Ως εκ τούτου η ανωτέρω διάταξη έχει μικτό χαρακτήρα, δηλαδή είναι ουσιαστική ως προς τον καθορισμό από αυτή των παραγωγικών της εν λόγω αξιώσεως στοιχείων και δικονομική ως προς την επάρκεια της πιθανολογήσεως του διαφυγόντος κέρδους. Κατά συνέπεια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί της υπάρξεως ή μη πιθανότητας επελεύσεως της μελλοντικής ζημίας, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξελίξεως πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1306/2003, 549/2002, 1249/1994, 473/1992). Ελέγχεται όμως αναιρετικώς η δικαστική κρίση, ως προς την ύπαρξη ή μη των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη γένεση της σχετικής αξιώσεως, δηλαδή για τη συγκεκριμενοποίηση της αόριστης νομικής έννοιας του διαφυγόντος κέρδους. Περαιτέρω λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του λόγου τούτου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Προϋπόθεση επίσης για την ίδρυση του λόγου αυτού είναι η κατ' ουσίαν διερεύνηση της υποθέσεως, και επομένως δεν ιδρύεται σε περίπτωση απορρίψεως ενός ισχυρισμού ως απαραδέκτου ή νόμω αβάσιμου. Εξάλλου, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε κατ' εκτίμηση με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αποδειχθέντα τα εξής: Οι διάδικοι είναι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων μιας πολυώροφης οικοδομής, που ευρίσκεται στην οδό .... και η οποία έχει υπαχθεί από το έτος 1974 στο καθεστώς της οροφοκτησίας. Ειδικότερα τα ποσοστά αναγκαίας συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί των κοινών μερών είναι για τον πρώτο 76/1000, για τον δεύτερο 30/1000, για την τρίτη 35/1000, για τους τέταρτο και πέμπτη από κοινού 35/1000, για τον έκτο 45/1000, για την έβδομη 35/1000, για τον όγδοο 30/1000, για τους ένατο και δέκατη από κοινού 46/1000 και για την ενδέκατη 30/1000. Από το έτος 1974, αρχικώς η οικοπεδούχος Χ1 και εν συνεχεία οι δικαιοδόχοι αυτής αναιρεσείοντες (τέκνα της) έχουν καταλάβει και χρησιμοποιούν έκτοτε κατ' αποκλειστικότητα κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ήτοι: α) έναν χώρο εμβαδού 180 μ2 στο υπόγειο, β) έναν χώρο εμβαδού 21 μ2 στο ισόγειο και γ) έναν χώρο εμβαδού 21 μ2 στον ημιώροφο (πατάρι). Οι αναιρεσείοντες συνένωσαν λειτουργικώς τους χώρους αυτούς με το ευρισκόμενο στον ισόγειο όροφο κατάστημά τους, το οποίο έχουν εκμισθώσει, ενιαίως, στην ανώνυμη εταιρία "Σκλαβενίτης Α.Ε.". Κατά την περίοδο από 1-1-1996 έως 31-12-2002 εισέπραξαν από την εταιρεία αυτή (μισθώτρια) ως μισθώματα τα αναγραφόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά, το ήμισυ των οποίων θα εισέπρατταν, με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όλοι οι συνιδιοκτήτες από την εκμίσθωση στην ίδια εταιρία των συνενωμένων με το κατάστημα ως άνω κοινόχρηστων χώρων. Ακολούθως, το εφετείο, αφού έκρινε ως αναπόδεικτο τον (αρνητικό) ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, περί του ότι οι επίδικοι κοινόχρηστοι χώροι δεν έχουν καμία αξία και πάντως όχι μεγαλύτερη του 1/3 της αξίας του συνόλου των συνενωμένων μισθωτικών χώρων, υπολόγισε την αποθετική ζημία των αναιρεσιβλήτων με βάση το ήμισυ των άνω μισθωμάτων και κατ' αναλογία προς το ποσοστό αναγκαίας συγκυριότητας αυτών (αναιρεσιβλήτων) επί των ανωτέρω κοινόχρηστων χώρων. Η κρίση αυτή του εφετείου, ως προς τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος της αποθετικής ζημίας των αναιρεσιβλήτων, δεν είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεκτική αναιρετικού ελέγχου. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η εφετειακή απόφαση για έλλειψη, άλλως, ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς την άνω βάση υπολογισμού και συνακόλουθα ως προς το ύψος της αποθετικής ζημίας των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτος. Με τον ίδιο λόγο ψέγεται το εφετείο για ανεπάρκεια αιτιολογιών ως προς την ύπαρξη συγκυριότητας του πρώτου και της ενδέκατης των αναιρεσιβλήτων επί των κοινόχρηστων χώρων κατά τα από 1-1-1996 έως 31-12-1996 και 1-1-1996 έως 31-12-2000 χρονικά διαστήματα αντιστοίχως και συνακόλουθα ως προς τη βασιμότητα των σχετικών αξιώσεών τους. Όμως, ο προβληθείς από τους αναιρεσείοντες με λόγο της από 1-10-2004 εφέσεώς τους ισχυρισμός, ότι οι δύο αυτοί αναιρεσίβλητοι δεν είχαν συγκυριότητα επί των κοινοχρήστων χώρων κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, απερρίφθη από το εφετείο, ως προβληθείς για πρώτη φορά ενώπιόν του, δηλαδή ως απαράδεκτος, γεγονός που δεν ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Επομένως, ως προς την αιτίαση αυτή, ο ερευνώμενος λόγος είναι απαράδεκτος.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 937 § 1 και 938 ΑΚ προκύπτει ότι, αν παραγραφεί η αξίωση από την αδικοπραξία λόγω παρόδου πέντε ετών αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποζημίωση, ο τελευταίος υποχρεούται, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει στον αδικηθέντα την ωφέλεια που απέκτησε από την αδικοπραξία, η αντίστοιχη δε αξίωση του παθόντος ρυθμίζεται, ως προς τις προϋποθέσεις και την έκτασή της, από τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ειδικότερα, ο δράστης οφείλει να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ'αυτόν από την τέλεση της αδικοπραξίας και όχι ό,τι ο ίδιος ωφελήθηκε από την παραγραφή της εναντίον του αξιώσεως. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε το εφετείο ότι οι αναιρεσείοντες κατέλαβαν και "ενσωμάτωσαν" στο ισόγειο κατάστημά τους, παρανόμως και υπαιτίως, τους ως άνω κοινόχρηστους χώρους της πολυώροφης οικοδομής, τους οποίους, ενιαίως με τον χώρο του καταστήματος, εκμίσθωσαν στην ανώνυμη εταιρία "Σκλαβενίτης Α.Ε.", με αποτέλεσμα αφενός μεν να στερήσουν από τους αναιρεσιβλήτους, κατά τα ιδανικά τους μερίδια, τη χρήση και την κάρπωση των χώρων αυτών, αφετέρου δε να εισπράξουν ως μισθώματα και τα χρηματικά ποσά που αναλογούσαν στα ιδανικά μερίδια αναγκαίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί των κοινόχρηστων αυτών χώρων, ζημιώσαντες έτσι κατά τα ποσά αυτά τους τελευταίους. Με αφετηρία τις διαπιστώσεις αυτές, το εφετείο, δεχθέν ότι, κατά τη βάσιμη σχετικώς ένσταση των αναιρεσειόντων, οι εκ της αδικοπραξίας αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για το έτος 1996 είχαν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 937 § 1 ΑΚ πενταετή παραγραφή, έκρινε ότι τα αξιούμενα για το έτος 1996 χρηματικά ποσά, που είχαν περιέλθει στους αναιρεσείοντες, είναι αποδοτέα στους αναιρεσιβλήτους σύμφωνα με την επικουρική θεμελίωση της αγωγής τους στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ακολούθως δε απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως. Με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής τους. Επομένως, ο ίδιος ως άνω (πρώτος) λόγος, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς το ανωτέρω ζήτημα, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ'αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο τούτο, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο εφετείο η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της - ως αποδεικτικού μέσου χρησιμοποιηθείσας - 338/1990 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθόσον δέχθηκε ότι η απόφαση αυτή, που είχε εκδοθεί σε άλλη δίκη με το ίδιο αντικείμενο, υπολόγισε την αποζημίωση των τότε εναγόντων συνιδιοκτητών της άνω πολυώροφης οικοδομής με βάση το ήμισυ του μισθώματος για το σύνολο των συνενωμένων χώρων του μισθωμένου καταστήματος, ενώ τέτοιος τρόπος υπολογισμού δεν περιέχεται σ'αυτή. Σύμφωνα όμως με τα αναφερόμενα πιο πάνω κατά την εξέταση του πρώτου λόγου, η κρίση του δικαστηρίου, ως προς τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος της αποθετικής ζημίας, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό αλυσιτελή, δηλαδή σε ισχυρισμό μη ασκούντα επιρροή στην έκβαση της δίκης.
IV. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 16-11-2005 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 699/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ