Supreme Court dismisses appeal against court ruling rejecting damages claim based on sovereign debt restructuring immunity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a public law entity against a final appellate decision rejecting its damages claim. The appellant argued that the respondent was liable for losses incurred during the Greek public debt restructuring under general tort law. However, the court held that the respondent, as the administrator of the Common Capital, was explicitly exempt from any liability regarding the decision to participate in the debt exchange program. Consequently, the appellate court correctly applied the specific immunity provisions and rejected the tort-based claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 15(11)(c) of Law 2469/1997 as amended by Article 3(8) of Law 4046/2012; Article 914 of the Civil Code: The administrator of the Common Capital is exempt from all liability for decisions made within the scope of the Greek public debt restructuring program.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 515 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 515/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΝΑΥΤΙΚΟΥ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Κλουκίνα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2894/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3573/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/5/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων υπ` αριθ. 3573/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αρ. 2894/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 2-3-2013 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 62.647.808,67 ευρώ, πλέον τόκων, ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις της εντολής, άλλως κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 713, 714 και 719 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ευθύνεται για κάθε πταίσμα και έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία, την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου. Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα προσδοκώμενο κέρδος που ματαιώθηκε.
Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως, η κατά το άρθρο 714 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 633/2024, ΑΠ 1082/2013, ΑΠ 335/2010, ΑΠ 536/2004, ΑΠ 1115/2003).
Περαιτέρω, με τον Α.Ν. 1611/1950 (ΦΕΚ Α' 304) "Περί καταθέσεων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και Ασφαλιστικών Ταμείων", ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 1. "Δημόσιοι οργανισμοί" υπαγόμενοι εις τας διατάξεις του παρόντος Νόμου νοούνται τα πάσης φύσεως Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, ως και τα πάσης φύσεως Ασφαλιστικά Ταμεία Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου". "Άρθρο 2. 1.
Από της 1ης Ιανουαρίου 1951 πάντα τα επενδυόμενα υπό μορφήν εντόκου καταθέσεως κεφάλαια των κατά το άρθρον 1 του παρόντος νόμου Δημόσιων Οργανισμών παρακατατίθενται παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος, ήτις ενεργεί εν προκειμένω ως Διαχειριστικόν όργανον συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου.... 2. Προς τον σκοπόν τούτον ιδρύεται παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος ίδιος λογαριασμός υπό τον τίτλον "Ειδικός Λογαριασμός Διαχειρίσεως Διαθεσίμων Δημοσίων Οργανισμών", όστις θα κινήται συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου. ... ". "Άρθρο 4. 1.
Τα παρακατατιθέμενα παρά τω "Ειδικώ Λογαριασμώ Διαχειρίσεως Διαθεσίμων Δημοσίων Οργανισμών" κεφάλαια, θα επενδύωνται υπό της Τραπέζης της Ελλάδος εις εντόκους καταθέσεις παρά Τραπέζαις ή Τραπεζικοίς Οργανισμοίς, χρησιμοποιουμένας υπό τούτων προς χρηματοδότησιν της γεωργίας, του εμπορίου και της βιομηχανίας.
Οι σκοποί, οι όροι και αι προϋποθέσεις των τοιούτων επενδύσεων καθορίζονται εκάστοτε δι' αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής. ...". Περαιτέρω, με το άρθρο τρίτο παρ. 1 και 2 του Ν. 2216/1994 (ΦΕΚ Α' 83) προβλέπεται ότι: "Τα διαθέσιμα, πλην της ταμειακής διαχείρισης, κεφάλαια των δημόσιων οργανισμών και ασφαλιστικών ταμείων, τα μη επενδυόμενα κατά τις διατάξεις των άρθρων 13 του ν. 1902/1990 ...
και 14 του ν. 2042/1992 ... ως και των κοινών αποφάσεων των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και του Διοικητή της ..., που εκδίδονται βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. 3856/1958, ... μεταφέρονται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος. 2. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ενεργούσα ως διαχειριστικό όργανο των καταθετών, επενδύει τα διαθέσιμα αυτά σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου της επιλογής των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Η αμοιβή για την εργασία αυτή ορίζεται με σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Τράπεζας και βαρύνει το Δημόσιο.". Στο άρθρο δε 15 παρ. 11 του Ν. 2469/1997 (ΦΕΚ Α' 38), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονται τα εξής: "11.α. Τα σύμφωνα με το τρίτο άρθρο του ν. 2216/1994 (ΦΕΚ 83Α) διαθέσιμα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα διαθέσιμα των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, συνιστούν το Κοινό Κεφάλαιο των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και ασφαλιστικών φορέων (Κ.Κ.Ν.Π.Δ.Δ.
και Α.Φ.), το οποίο διαχειρίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τους κανόνες β' έως η' της παρούσας παραγράφου, β. Το Κ.Κ.Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ. δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο αλλά ομάδα περιουσίας, της οποίας τα επί μέρους στοιχεία ανήκουν εξ αδιαιρέτου στους συμμετέχοντες σ' αυτό φορείς (Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ.) ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους.
Τα Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ. που συμμετέχουν στο Κοινό Κεφάλαιο, εκπροσωπούνται δικαστικώς και εξωδίκως από την Τράπεζα της Ελλάδος ως προς τις έννομες σχέσεις από τη διαχείριση του Κοινού Κεφαλαίου και τα δικαιώματά τους επί του ενεργητικού του. γ. Το ενεργητικό του Κ.Κ.Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ. επενδύεται σε κινητές αξίες του Ελληνικού Δημοσίου.
Εάν κατά το χρόνο πραγματοποίησης των επί μέρους επενδύσεων δεν υπάρχουν διαθέσιμοι τίτλοι στην πρωτογενή αγορά, το Ελληνικό Δημόσιο θα διαθέτει στην Τράπεζα της Ελλάδος τίτλους της τελευταίας έκδοσης στην τιμή εγγραφής ή στη μέση τιμή της δημοπρασίας, ανάλογα με τον τρόπο που είχαν διατεθεί οι τίτλοι κατά την ημερομηνία έκδοσης, με συνυπολογισμό των τόκων του διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος.
Αν από πλευράς Ελληνικού Δημοσίου δεν υπάρχει ενδιαφέρον για την πρωτογενή διάθεση τίτλων, παρέχεται η ευχέρεια στην Τράπεζα της Ελλάδος να απευθύνεται στη δευτερογενή αγορά για την απόκτηση του αναγκαίου εκάστοτε χαρτοφυλακίου, έτσι ώστε τα δημιουργούμενα νέα υπόλοιπα στους λογαριασμούς των Ν.Π.Δ.Δ.
και Α.Φ. να επενδύονται άμεσα. ....... δ. Η διαχειριστική χρήση του Κ.Κ.Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ. έχει τη διάρκεια του ημερολογιακού εξαμήνου, στο τέλος του οποίου οι καθαρές πρόσοδοι κατανέμονται στους δικαιούχους ανάλογα με το ύψος και τη διάρκεια της συμμετοχής τους στο Κ.Κ.Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ. ε. Με Σύμβαση μεταξύ του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της ...
καθορίζεται το ύψος της αμοιβής που θα καταβάλλεται στην Τράπεζα της Ελλάδος από το Κ.Κ.Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ. για τη διαχείριση του Κοινού Κεφαλαίου, καθώς και ο τρόπος υπολογισμού και καταβολής της. στ. Τα Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ. που συμμετέχουν σε αυτό δύνανται να ζητήσουν από την Τράπεζα της Ελλάδος την ανάληψη συγκεκριμένων χρηματικών ποσών και μέχρι της αξίας της καταθέσεώς τους στο Κοινό Κεφάλαιο.
Η Τράπεζα της Ελλάδος καταβάλλει το αιτούμενο ποσό στο Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ., μειουμένης αναλόγως της μερίδας συμμετοχής του αιτούντος στο Κοινό Κεφάλαιο ... Οι πρόσοδοι που αναλογούν σε αναληφθέντα ποσά καταβάλλονται στους δικαιούχους στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου ... ζ. Τα κεφάλαια που κατατίθενται από τα Ν.Π.Δ.Δ.
και Α.Φ. στην Τράπεζα της Ελλάδος και ειδικότερα σε λογαριασμούς ταμειακής διαχείρισης μπορούν να επενδύονται σε τίτλους του Δημοσίου, είτε αυτοτελώς είτε προς αναπλήρωση των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν από τους λογαριασμούς διαθέσιμων κεφαλαίων, με την προϋπόθεση ότι θα εξασφαλίζεται εκάστοτε επάρκεια ταμειακών διαθεσίμων για την κάλυψη των τακτικών δαπανών των Ν.Π.Δ.Δ.
και Α.Φ. Η διαχείριση των επενδυόμενων κεφαλαίων από λογαριασμούς ταμειακής διαχείρισης, καθώς και η κατανομή των αποδόσεων στους δικαιούχους θα γίνεται κατά τρόπο ανάλογο εκείνου των Κ.Κ.Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ. η. ...θ...". Κατά τις διατάξεις αυτές η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ασκώντας τη διαχείριση των λογαριασμών του ως άνω Κοινού Κεφαλαίου, επενδύει σε κινητές αξίες του Ελληνικού Δημοσίου τα κεφάλαια αυτά, που εξαιρούνται της διαχειριστικής εξουσίας των οργάνων διοικήσεως των εν λόγω προσώπων, τα οποία δεν έχουν δικαίωμα να αποφασίσουν διαφορετικά και υπόκεινται σε ειδική διαχείριση ως ομάδα περιουσίας.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση του Κοινού Κεφαλαίου δεν γεννά σχέσεις συμβατικές, αφού, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ.11 του Ν.2469/1997, η συμμετοχή κάποιου δημόσιου οργανισμού (ΝΠΔΔ ή Ασφαλιστικού Φορέα) στο Κοινό Κεφάλαιο είναι υποχρεωτική, όπως υποχρεωτικός είναι και ο τρόπος διαχειρίσεως των εντασσόμενων στο Κοινό Κεφάλαιο χρημάτων από την Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ το περιεχόμενο των σχετικών έννομων σχέσεων που ιδρύονται καθορίζεται αποκλειστικά από το νόμο (άρθρο 15 παρ.11 Ν. 2469/1997) και δεν διαμορφώνεται με δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των φορέων που συμμετέχουν στο Κοινό Κεφάλαιο ή της ... (ΑΠ 1271/2019).
Συνεπώς, η έννομη σχέση του άρθρου 15 παρ. 11 του Ν. 2469/1997 δεν μπορεί να θεωρηθεί πως είναι σχέση εντολής, όπως αυτή περιγράφεται στις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ, δεδομένου ότι ιδρύεται και ρυθμίζεται απευθείας από τον νόμο, οι διατάξεις του οποίου καθώς και η συνολική λειτουργία της εννόμου αυτής σχέσεως σαφώς διαφέρουν στο σύνολό τους από αυτές της εντολής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 1406/2021). Με τους πρώτο, δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτο λόγους αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 15 παρ.11 περ.
γ', ζ'Ν. 2469/1997 με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 713 και 714 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος ευθύνης της αναιρεσίβλητης προς καταβολή της αιτούμενης από το αναιρεσείον αποζημιώσεως από την επικαλούμενη σύμβαση εντολής και απορρίπτοντας την κύρια βάση της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμη.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της από 2-3-2013 αγωγής προκύπτει ότι το ενάγον και ήδη αναιρεσείον εξέθετε σε αυτή τα ακόλουθα : Ότι τυγχάνει ΝΠΔΔ εποπτευόμενο από τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης μέσω του Γ.Ε.Ν. διεπόμενο από το Π.Δ. 21/31-10-1932 "Περί Κωδικοποιήσεως Νόμων και Περί Μετοχικού Ταμείου Πολεμικού Ναυτικού", με σκοπό την εκμετάλλευση και επαύξηση της πάσης φύσεως κινητής και ακίνητης περιουσίας του και την παροχή στα μέλη-μετόχους του μερισμάτων και κοινωνικών παροχών από την εκμετάλλευση της περιουσίας του και ότι σε αυτό υπάγεται η ομάδα περιουσίας του Ειδικού Κλάδου Οικονομικής Ενίσχυσης Μερισματούχων ΜΤΝ (ΕΚΟΕΜΝ), καθώς και μία σειρά από Ειδικούς Λογαριασμούς και συγκεκριμένα:
α) ο Ειδικός Λογαριασμός Πρόνοιας Ναυτικού (ΕΛΠΝ), β) ο Ειδικός Λογαριασμός Αλληλοβοήθειας Ναυτικού (ΕΛΟΑΝ), γ) ο Ειδικός Λογαριασμός Χρηματικής Αρωγής Οικογενειών Στρατιωτικών (ΕΛΧΑΟΣ), δ) ο Ειδικός Λογαριασμός Χρηματικής Αρωγής εις τας οικογένειας των εν καιρώ ειρήνης εν διατεταγμένη πτήσει, πτώσει δι' αλεξιπτώτου, καταδύσει, φονευομένων, θνησκόντων ή εξαφανιζόμενων στρατιωτικών των Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΛΧΑΟΙΑ).
Ότι η εναγομένη από 27-10-2009 και εντεύθεν με την έκδοση της ΠΔΤΕ 5194/27-10-2009 επεδίωξε την πλήρη συμμόρφωση όλων των ΝΠΔΔ στην ανά δεκαπενθήμερο συγκέντρωση όλων των χρηματικών διαθεσίμων των ΝΠΔΔ στο Κ.Κ.Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ προς διαχείριση αυτών υπό αυτής σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.11 Ν. 2469/1997. Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον συμμορφούμενο προς τα ανωτέρω μεταβίβασε λογιστικώς στην εναγομένη από 17-10-2010 έως και 09-03-2012 τα κάτωθι χρηματικά ποσά:
α) από τον λογαριασμό του ενάγοντος (Μ.Τ.Ν.) συνολικό ποσό 49.932.045,62 ευρώ, β) από τον λογαριασμό του ΕΚΟΕΜΝ συνολικό ποσό 28.147.210,43 ευρώ, γ) από τον λογαριασμό του ΕΛΠΝ συνολικό ποσό 634.005,31 ευρώ, δ) από τον λογαριασμό του ΕΛΟΑΝ συνολικό ποσό 9.545.352,88 ευρώ, ε) από τον λογαριασμό του ΕΛΧΑΟΣ συνολικό ποσό 773.478,79 ευρώ και στ) από τον λογαριασμό του ΕΛΧΑΟΙΑ συνολικό ποσό 496.981,70 ευρώ, συνολικώς δε το ενάγον λογιστικώς ανέθεσε στο Κ.Κ.Ν.Π.Δ.Δ.
και Α.Φ κατά το χρονικό διάστημα από 17-10-2010 έως 09-03-2012 το συνολικό ποσό των 89.529.074,73 ευρώ. Ότι δια της παραδόσεως των άνω ποσών από το αναιρεσείον προς διαχείριση στην αναιρεσίβλητη καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση εντολής, το περιεχόμενο της οποίας προδιαγράφεται από το άρθρο 15 παρ.11 του Ν. 2469/1997. Ότι τα ποσά αυτά η εναγομένη, ως διαχειριστής του Κ.Κ.Ν.Π.Δ.Δ.
και Α.Φ, τα επένδυσε αμέσως, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, σε αποϋλοποιημένους τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι ήδη από τον Οκτώβριο του 2010 και την Διμερή Σύνοδο της Ντωβίλ μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, καθώς και την επακόλουθη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. στις Βρυξέλλες, όπου ανακοινώθηκε επισήμως το σχέδιο διασώσεως της ελληνικής οικονομίας, στο οποίο περιελαμβάνετο και το P.S.I (Private Sector Involvement), το εναγόμενο είχε γνώση ότι μετά βεβαιότητας θα μειωθεί η αξία των τίτλων εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου.
Ότι ακολούθως εκδόθηκε ο Ν. 4050/23-2-2012, με τον οποίο τέθηκε σε εφαρμογή το "κούρεμα" των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου με τον μηχανισμό του PSI. Ότι ειδικότερα με το άρθρο 1 της υπ' αριθ. 5/24-02-2012 Πράξεως του Υπουργικού συμβουλίου τέθηκε σε εφαρμογή σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Ν. 4050/2012 η διαδικασία τροποποιήσεως και καθορισμού όρων ανταλλαγής επιλέξιμων τίτλων (οι οποίοι αναφέρονταν ειδικώς στο Παράρτημα της ανωτέρω ΠΥΣ και στους οποίους περιλαμβάνονταν τα ειδικά ομολογιακά δάνεια και ομόλογα εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου), η οποία διαδικασία προέβλεπε την ανταλλαγή των υφισταμένων τίτλων εν μέρει με νέους τίτλους εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου και εν μέρει με τίτλους εκδόσεως του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
Ότι κατόπιν της εκδόσεως στις 09-3-2012 σχετικής Πράξεως του Διοικητή της ... υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της διαδικασίας, με την οποία βεβαιώθηκε η "απόφαση" των Ομολογιούχων κατ' άρθρο 8 Ν.4050/2012, δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. Α 50/9-3-2012 ΦΕΚ η υπ' αρ. 10/9-3-2012 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, με το άρθρο πρώτο της οποίας εγκρίθηκε η "απόφαση" των Ομολογιούχων να αποδεχθούν την πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου κατ' άρθρο 2 Ν. 4050/2012 για τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων. 'Οτι την ίδια ημέρα δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 682/9.3.2012 η υπ' αριθ. 2/20964/0023Α απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με την οποία αποφασίστηκε η υλοποίηση των προτεινόμενων τροποποιήσεων σε όλους τους επιλέξιμους τίτλους μέσω της ανταλλαγής αυτών σύμφωνα με τις από 24-02-2012 προσκλήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας προς τους Ομολογιούχους και την από 09-03-2012 Εγκριτική Απόφαση του ΥΣ, ήτοι να δοθούν ευρώ 315 νέων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, η απόδοση των οποίων θα συνδέεται με το ΑΕΠ (τίτλοι ΑΕΠ) και ευρώ 150 συνολικής ονομαστικής αξίας ομολόγων πληρωμής PSI εκδόσεως του ΕΤΧΣ.
Ότι κατόπιν των ανωτέρω η ονομαστική αξία των τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, στους οποίους είχε επενδύσει η εναγομένη τα διαθέσιμα των λογαριασμών του ενάγοντος, απομειώθηκε ουσιωδώς με επακόλουθο αντιστοίχως να μειωθεί η αξία του ενεργητικού του ενάγοντος και ειδικότερα, από το συνολικό ποσό των 104.620.606,46 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν, στις 9-3-2012 (προ PSI), η ονομαστική αξία των μεριδίων του ενάγοντος στο Κ.Κ.Ν.Π.Δ.Δ.
και Α.Φ, να μειωθεί στο συνολικό ποσό των 53.618.059,15 ευρώ, στο οποίο ανήλθε στις 12-03-2012 (μετά το PSI), η ονομαστική αξία των νέων τίτλων, ήτοι 51,25% επί της προ της PSΙ αξίας των διαθεσίμων. Ότι με την ανταλλαγή των τίτλων επήλθε απομείωση των διαθεσίμων του ενάγοντος, η οποία ανήλθε στο συνολικό ποσό των 51.002.547,31 (104.620.606,46 - 53.618.059,15) ευρώ άλλως 48,75% επί της προ της PSI αξίας των διαθεσίμων.
Ότι ενόψει του PSI η τρέχουσα-αγοραία αξία των νέων αυτών ομολόγων και συνακολούθως η πραγματική αξία των μεριδίων του ενάγοντος στο Κ.Κ.Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ κατά την 12.3.2012 διαμορφώθηκε στο συνολικό ποσό των 32.945.509,53 ευρώ. Ότι η εναγομένη ως διαχειριστής του Κ.Κ.Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ, όπου είχαν παρακατατεθεί τα διαθέσιμα του ενάγοντος κατά τα προαναφερθέντα, όφειλε να μην προβεί σε οιαδήποτε επενδυτική ενέργεια, εφόσον κατά τον χρόνο της επενδύσεως και ήδη από τον Οκτώβριο του 2010 κατά τα προεκτεθέντα γνώριζε ή είχε την βάσιμη υποψία βάσει του εξειδικευμένου προσωπικού της, ότι το αντικείμενο της επενδύσεως (ήτοι οι τίτλοι εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου-ομόλογα ή γραμμάτια), είναι επισφαλές, ότι μετά βεβαιότητας θα μειωθεί η ονομαστική του αξία, ή άλλως υπήρχε μεγάλος κίνδυνος προς τούτο.
Ότι η εναγομένη, αν και ήδη από τον Οκτώβριο του 2010 γνώριζε ή άλλως όφειλε και ηδύνατο να γνωρίζει περί του επισφαλούς των τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου και επομένως, όφειλε να απόσχει της επενδύσεως των διαθεσίμων του Κ.Κ.Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ σε κινητές αξίες του Ελληνικού Δημοσίου, ενεργώντας από πρόθεση, άλλως από αμέλεια, αποδεχόμενη τα χρηματικά διαθέσιμα του ενάγοντος, προέβη σε επένδυση αυτών σε ομόλογα εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου και ειδικότερα, στις 21-12-2010, 31-03-2011 και 10-05-2011 προέβη σε αγορά τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου από την δευτερογενή αγορά ομολόγων, τα οποία ακολούθως απομειώθηκαν με την διαδικασία του PSI σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Ότι η εναγομένη με τις ως άνω ενέργειές της εκτέλεσε πλημμελώς την υποχρέωσή της ως εντολοδόχου από την σύμβαση εντολής για προστασία των συμφερόντων του ενάγοντος, με συνέπεια να υποστεί τελικά ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 62.647.808,67 ευρώ, που αντιστοιχεί στο επιπλέον ποσό, το οποίο θα είχε το ενάγον στο ταμείο του στις 12-3-2012 (μετά το PSI) αν η εναγομένη είχε απόσχει από κάθε επένδυση των διαθεσίμων κεφαλαίων του σε τίτλους εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά το χρονικό διάστημα από 17-10-2020 έως και 9-3-2012, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό το ενάγον ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη Τράπεζα να του καταβάλει το ποσό των 62.647.808,67 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την πλημμελή εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτήν εντολής και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί εντολής είναι μη νόμιμη. Τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη η διαχείριση του Κοινού Κεφαλαίου δεν γεννά συμβατική σχέση εντολής μεταξύ της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ που συμμετέχει στο Κοινό Κεφάλαιο, διότι τόσο η συμμετοχή του τελευταίου στο Κοινό Κεφάλαιο είναι υποχρεωτική, όπως υποχρεωτικός είναι και ο τρόπος διαχειρίσεως των εντασσομένων στο Κοινό Κεφάλαιο χρημάτων από την αναιρεσίβλητη (άρθρο 15 παρ.11 περ.
γ' Ν. 2469/1997), καθώς και το περιεχόμενο των εν λόγω εννόμων σχέσεων καθορίζεται αποκλειστικά από το νόμο (άρθρο 15 παρ.11 Ν. 2469/1997) και δεν διαμορφώνεται με δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των φορέων που συμμετέχουν στο Κοινό Κεφάλαιο ή της αναιρεσίβλητης. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής, απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει αυτή ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 15 παρ.11 Ν. 2469/1997 και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713, 714 ΑΚ, οι οποίες, εν προκειμένω, δεν ήταν εφαρμοστέες.
Κατόπιν αυτών, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1559/2022).
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή του, χωρίς ωστόσο να λάβει υπόψη του τον εκτιθέμενο στο δικόγραφο ισχυρισμό του ότι, μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης καταρτίστηκε σύμβαση εντολής.
Από το προεκτεθέν, όμως, περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι, σε αυτή δεν εκτίθενται περιστατικά συστάσεως μεταξύ των διαδίκων έννομης σχέσεως εντολής με βάση την συμβατική ελευθερία των διαδίκων και με δυνατότητα ελεύθερης διαμορφώσεως από αυτούς του περιεχομένου της σχετικής συμβάσεως, αλλά αντίθετα αναφέρεται ότι η παράδοση των κεφαλαίων του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη προς διαχείριση έγινε σε συμμόρφωση προς το άρθρο 15 παρ.11 Ν. 2469/1997.
Επομένως, αφού δεν προβλήθηκε με την αγωγή του αναιρεσείοντος ο επικαλούμενος ως άνω ισχυρισμός, το Εφετείο που δεν τον έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναιρέσεως αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003).
Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης αποφάσεως, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 61/2020, ΑΠ 70/2017, ΑΠ 290/2017).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 713επ. ΑΚ, με το να δεχθεί ότι, ακόμη κι αν είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εντολής κατά τις παραπάνω διατάξεις, η αναιρεσίβλητη τράπεζα όφειλε να προβεί σε επένδυση των διαθεσίμων κεφαλαίων του αναιρεσείοντος, αφού διαφορετικά η μη επένδυσή τους θα ισοδυναμούσε με μη εκπλήρωση της ανατεθείσας σε αυτή εντολής, για την οποία ο νόμος επισύρει τις συνέπειες της πταισματικής συμπεριφοράς του εντολοδοχου.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η δεύτερη επικουρική - πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως περί της μη νομιμότητας της κύριας βάσεως της αγωγής, η οποία στηρίζει το ίδιο απορριπτικό διατακτικό της αποφάσεως, αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, καθόσον η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης αυτοτελώς στηρίζεται στην προεκτεθείσα κύρια αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, μετά την απόρριψη ως αβάσιμων των συναφών πρώτου, δεύτερου, κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτου λόγων της αναιρέσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρoκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019).
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφυλάξεως του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021).
Αν η πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε τη ζημία δεν είναι καθ' εαυτή παράνομη, αλλά συνιστά αθέτηση υποχρεώσεως, που είχε ήδη αναληφθεί, δεν υπάρχει αδικοπρακτική, αλλά ενδοσυμβατική ευθύνη, συνισταμένη στο διαφέρον, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με την αθέτηση (υπερημερία, αδυναμία, θετική προσβολή κλπ). Ωστόσο είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία.
Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1028/2015). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ.1-11 του Ν.4050/2012 "Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με συμφωνία των Ομολογιούχων" (Α' 36/23.2.2012), εκδόθηκε η ΠΥΣ 5/24.2.2012 (Α' 37/24.2.2012) που όρισε, στο άρθρο 1, τα εξής: "1.
Ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας τροποποίησης επιλέξιμων τίτλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4050/2012, ορίζεται η 24η Φεβρουαρίου 2012. 2. Οι επιλέξιμοι τίτλοι που θα προταθούν προς τροποποίηση είναι αυτοί που περιλαμβάνονται στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. 3.
Η τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων θα γίνει με ανταλλαγή τους με νέους τίτλους έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου και με νέους τίτλους (ή ισοδύναμά τους για τις ανάγκες εφαρμογής αλλοδαπών Κανονισμών) έκδοσης του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ). Οι νέοι τίτλοι που θα εκδοθούν από το Ελληνικό Δημόσιο θα αποτελούνται σωρευτικά από:
α) νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου και β) τίτλους των οποίων η απόδοση θα συνδέεται με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (τίτλοι ΑΕΠ). 4) Τα νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου : α) θα έχουν ετήσιο επιτόκιο ως ακολούθως: αα) 2% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2013 έως και το έτος 2015, ββ) 3% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2016 έως και το έτος 2020, γγ) 3,65% για την πληρωμή τοκομεριδίου το έτος 2021, δδ) 4,3% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2022 έως και το έτος 2042, β) θα λήγουν από το έτος 2023 έως και το έτος 2042, γ) θα διέπονται από το αγγλικό δίκαιο.
Όσον αφορά το κεφάλαιο των νέων ομολόγων για κάθε 1.000 ευρώ ανεξόφλητου κεφαλαίου επιλέξιμων τίτλων που θα ανταλλαγούν θα δοθούν νέα ομόλογα ονομαστικού κεφαλαίου 315 ευρώ (31,5% του ανεξόφλητου κεφαλαίου επιλέξιμων τίτλων). 5. Οι τίτλοι ΑΕΠ, οι οποίοι θα χορηγούνται σωρευτικά με τα νέα ομόλογα της προηγούμενης παραγράφου:
α) δεν θα έχουν κεφάλαιο, β) θα έχουν απόδοση υπολογιζόμενη επί ονομαστικού ποσού ίσου με το ονομαστικό κεφάλαιο των νέων ομολόγων της προηγούμενης παραγράφου. Το ονομαστικό ποσό θα μειώνεται ετησίως από το έτος 2024 έως τη λήξη των τίτλων, γ) η απόδοση των τίτλων ΑΕΠ θα εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από: αα) την εκάστοτε ετήσια ποσοστιαία αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ, πέραν των προκαθορισμένων προβλέψεων και ορίων και ββ) το ύψος του ονομαστικού ΑΕΠ.
Η απόδοση θα έχει ανώτατο όριο 1%, δ) θα λήξουν το έτος 2042, ε) θα διέπονται από το αγγλικό δίκαιο. 6. Οι ειδικότεροι όροι των νέων τίτλων έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου καθορίζονται με την πρόσκληση ή τις προσκλήσεις της επόμενης παραγράφου και την απόφαση έκδοσης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου πρώτου του ν.4050/2012. 7.
Εξουσιοδοτείται ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους να εκδώσει μία ή περισσότερες προσκλήσεις εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προς τους Ομολογιούχους, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του ν.4050/2012. 8....". Στη συνέχεια, εκδόθηκε από τον Ο.Δ.ΔΗ.Χ. και δημοσιεύθηκε στην σχετική ιστοσελίδα η από 24.2.2012 πρόσκληση της Ελληνικής Δημοκρατίας προς τους ομολογιούχους για να προσέλθουν στη διαδικασία της ΠΥΣ 5/24.2.2012 και να συναινέσουν στην προταθείσα, με την ίδια ΠΥΣ, τροποποίηση τίτλων.
Στην πρόσκληση αυτή διευκρινίστηκε η πρόταση της ΠΥΣ, ως προς το ανεξόφλητο κεφάλαιο ως εξής: Για κάθε 1000 ευρώ ανεξόφλητου κεφαλαίου προτείνεται να χορηγηθούν: α) ομόλογα εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου ονομαστικής αξίας 315 ευρώ και λήξεως από το έτος 2023 έως το έτος 2042, β) τίτλοι ΑΕΠ εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου χωρίς κεφάλαιο (με λογιζόμενο ποσό 315 ευρώ για απόδοση συνδεόμενη με το ΑΕΠ) και λήξεως το έτος 2042, γ) τίτλοι εκδόσεως του ΕΤΧΣ ονομαστικής αξίας 150 ευρώ και λήξεως από το έτος 2013 έως το έτος 2014.
Ακολούθησε η έκδοση της από 9.3.2012 πράξεως του Διοικητή της ..., ως Διαχειριστή της Διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 1ζ του Ν.4050/2012, με την οποία βεβαιώθηκε ότι οι ομολογιούχοι συναίνεσαν στις προταθείσες τροποποιήσεις. Το εν λόγω αποτέλεσμα της διαδικασίας εγκρίθηκε με την ΠΥΣ 10/9.3.2013 σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 8 του Ν. 4050/2012.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 10 του ίδιου νόμου, εκδόθηκε η πράξη 2/20964/0023Α/09.03.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με την οποία εκδόθηκαν οι νέοι τίτλοι του Ελληνικού Δημοσίου, που μαζί με τους τίτλους εκδόσεως του ΕΤΧΣ χορηγήθηκαν για την αντικατάσταση των χαρακτηρισθέντων ως επιλέξιμων τίτλων.
Οι προαναφερόμενες πράξεις εκδόθηκαν κατά τη θεσπιζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του Ν.4050/2012 διαδικασία αντικαταστάσεως τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με νέους τίτλους. Η αντικατάσταση αυτή, με την οποία μειώθηκε το Δημόσιο χρέος της Ελληνικής Δημοκρατίας, εχώρησε βάσει των διατάξεων αυτών κατόπιν της αποδοχής από τους ιδιώτες πιστωτές, ως πλειοψηφούν κεφάλαιο, σχετικής προτάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, η αποδοχή δε αυτή δέσμευσε και τους πιστωτές που δεν έλαβαν μέρος στη σχετική διαδικασία ή μειοψήφησαν.
Η δυνατότητα αντικαταστάσεως δεν είχε θεσπιστεί ή συμφωνηθεί κατά την έκδοση των τίτλων, αλλά προβλέφθηκε το πρώτον κυριαρχικώς με τις εν λόγω διατάξεις του άρθρου πρώτου του Ν.4050/2012 για λόγους δημόσιου συμφέροντος. Τέλος, με την παράγραφο 8 του άρθρου 3 του Ν. 4046/2012 προστέθηκε στην υποπαράγραφο γ της παραγράφου 11 του άρθρου 15 του Ν. 2469/1997 το εξής εδάφιο : "Η απόφαση συμμετοχής ή μη του Κ.Κ.
Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ. σε πρόγραμμα ανταλλαγής τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, κατ' εφαρμογή προγράμματος για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της ... ως διαχειριστή του Κ.Κ. (Κοινού Κεφαλαίου), η οποία καθώς και τα στελέχη της, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, δεν υπέχουν καμία ευθύνη, ποινική, αστική, διοικητική ή άλλη".
Με τους πέμπτο και έκτο (κατ' ορθή αρίθμηση) αναιρετικούς λόγους το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 15 παρ.11 περ. γ' Ν. 2469/1997 και 914 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, καθώς και τις διατάξεις του Ν. 4050/2012 με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, με το να κρίνει μη νόμιμη την επικουρική, από αδικοπραξία, βάση της αγωγής του.
Με το προεκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή, κατά την επικουρική βάση της, με την οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξιών είναι μη νόμιμη. Τούτο διότι για την επικαλούμενη ζημία του αναιρεσείοντος που προέκυψε από την ακύρωση και αντικατάσταση των ομολόγων του με νέους τίτλους, μειωμένης ονομαστικής αξίας και μακρότερης λήξεως, στα πλαίσια της αναδιατάξεως του δημόσιου χρέους με το Ν. 4050/2012, η αναιρεσίβλητη δεν υπέχει καμία ευθύνη, ποινική, αστική, διοικητική ή άλλη, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 11 γ 'Ν. 2469/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 8 Ν. 4046/2012, η απόφαση συμμετοχής του Κοινού Κεφαλαίου σε πρόγραμμα ανταλλαγής τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, κατ' εφαρμογή του προγράμματος για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της αναιρεσίβλητης ως διαχειρίστριας του Κοινού Κεφαλαίου.
Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής, απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει αυτή ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του Ν. 4050/2012 και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ.11 περ.
γ' Ν. 2469/1997 και 914 επ. ΑΚ, οι οποίες, εν προκειμένω, δεν ήταν εφαρμοστέες. Κατόπιν αυτών, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη από 21-5-2021 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ της αναιρεσίβλητης, καθόσον αυτή δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρα 106, 191 παρ. 2ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-5-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3573/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ