Legislator Case Law & Legislation
515/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against administrative court jurisdiction ruling in public works execution dispute.

Case Number 515/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision to declare itself incompetent and refer the case to the Administrative Court. The appellant sued for the execution of a public work contract, while the respondent argued that such disputes fall exclusively under administrative jurisdiction. The Court ruled that the specific legal framework governing public works execution places this matter within the material jurisdiction of civil courts, thereby invalidating the lower court's jurisdictional finding.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1), 94(2) of the Constitution; Article 1(1) of Law 1406/1983; Article 28 of Law 4491/2017: Disputes regarding the execution of public works by public entities fall within the material jurisdiction of civil courts, not administrative courts, unless explicitly designated otherwise by law.

Keywords

AI generated
public works execution civil court jurisdiction administrative court competence material jurisdiction public entity contract Supreme Court appeal incompetence declaration

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1), 94(2) of the Constitution
Article 1(1) of Law 1406/1983
Article 28 of Law 4491/2017
Articles 1 of Law 1418/1984
Articles 13, 175 of Law 3669/2008
Articles 1, 175 of Law 4412/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 515 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 515/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιόπη Μυτάρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Καφτάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 2117/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών. Ακολούθως, εκδόθηκε η ... απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/1/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό ... τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η οποία απέρριψε την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, με αντικείμενο την επίλυση διαφοράς από την εκτέλεση δημόσιου έργου για λογαριασμό ΝΠΙΔ, ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2.Κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά Δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά Δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2) και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά Δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά Δικαστήρια (παρ. 3).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης στα τακτικά διοικητικά Δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα Δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών Δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αυτής αξίωση.

Εξάλλου, η σύμβαση είναι διοικητική, εάν το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΕΔ 28/2011, 21/2009, 14/2007, 10/2003).

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα προαναφερθέντα γνωρίσματα είναι ιδιωτικές και οι διαφορές που προέρχονται από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων (ΑΕΔ 1/2016, 3/2012, 29/2011).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 έως 3 του Ν. 3669/2008 (ΦΕΚ Α' 116/18-6-2008) "Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημόσιων έργων", ο οποίος (νόμος) καταργήθηκε με την παρ. 1 περίπτωση 31 του άρθρου 377 του Ν. 4412/2016 (ΦΕΚ Α' 147/8-8-2016), πλην των άρθρων 80 έως 110, τα οποία παρέμειναν σε ισχύ μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος του άρθρου 83, και τα οποία με την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 20 του άρθρου 118 του Ν. 4472/2017 καταργούνται και αυτά (άρθρο 118 παρ. 25 του Ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α 74/19-5-2017), και ισχύει (oνόμος) στην προκειμένη περίπτωση, που αφορά σύμβαση που έχει συναφθεί πριν την 8-8-2016, "1.

Οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α').", μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το Ν.Π.Ι.Δ. ... (Ε.Μ.Σ.Τ.), με έδρα την Αθήνα, που εποπτεύεται από τον Υπουργό Πολιτισμού, χρηματοδοτείται από το Ελληνικό Δημόσιο, και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο, εφόσον δεν ορίζεται ειδικότερα στις διατάξεις του ιδρυτικού του αυτού νόμου.

Διοικείται δε, το Ε.Μ.Σ.Τ., από το Διοικητικό Συμβούλιο, και τον Διευθυντή του, και απολαμβάνει όλων των διοικητικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και όλων των δικονομικών και ουσιαστικών προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 2 του Ν. 2557/1997 (Φ.Ε.Κ. Α' 271/24-12-1997), για την Εικαστική πολιτική, τα Μουσεία και Κέντρα Σύγχρονης Τέχνης. "2.

Τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της χώρας που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της χώρας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού. Τα δημόσια έργα εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης της χώρας και υλοποιούν επιλογές του δημοκρατικού προγραμματισμού " και κατά την παράγραφο 3. "3.

Από τεχνική άποψη δημόσια έργα είναι όλα τα έργα που εκτελούν οι φορείς της παρ.1 και συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, όπως και τα πλωτά τμήματα των τεχνικών έργων. Ως έργο νοείται κάθε νέα κατασκευή ή επέκταση ή ανακαίνιση ή επισκευή ή συντήρηση και η οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουργία, καθώς και κάθε σχετική ερευνητική εργασία, που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση".

Επίσης, κατά το άρθρο 77 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, "1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. ... 2.

Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο. Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται. Αν το έργο εκτελείται στην περιφέρεια δύο ή περισσότερων εφετείων, αρμόδιο καθίσταται εκείνο που ορίζει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου, ύστερα από αίτηση εκείνου που ενδιαφέρεται να ασκήσει την προσφυγή".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης της παραγράφου 4 του άρθρου 64 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του με το άρθρο 26 του Ν. 4491/2017 (ΦΕΚ Α' 152/13-10-2017), προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση υπάγεται, για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, τότε αρμόδιο για την εκδίκαση αυτής καθίσταται το Εφετείο, και μάλιστα υπό πενταμελή σύνθεση, όταν η διαφορά, είτε από τη σύμβαση είτε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως, αφορά στην εκτέλεση δημόσιου έργου που αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού (ΑΠ 1284/2015, ΑΠ 1056/2014).

Η υπαγωγή μιας συμβάσεως έργου υπό το ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς των διατάξεων του Ν. 3669/2008 προϋποθέτει μεταξύ των άλλων ότι το αντικείμενο αυτής συνίσταται στην εκτέλεση δημοσίου έργου, όπως το εννοιολογικό αυτού περιεχόμενο προσδιορίζεται ανωτέρω, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή ο χαρακτηρισμός της (οικείας εργολαβικής) συμβάσεως ως διοικητικής ή μη.

Ο χαρακτηρισμός αυτός απλώς προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (διοικητικού ή πολιτικού) προς επίλυση των εκ της εργολαβίας διαφορών (ΑΠ 1066/2018). Το παραπάνω νομοθετικό καθεστώς, κατά το οποίο οι διαφορές από εκτέλεση δημοσίου έργου υπάγονταν, είτε στη δικαιοδοσία των διοικητικών Δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για διοικητική σύμβαση, έστω και αν η αξίωση θεμελιωνόταν στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις και ιδρυόταν εξαιρετική καθ' ύλην αρμοδιότητα του διοικητικού Εφετείου, είτε στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για ιδιωτικού δικαίου σύμβαση, έστω και αν η αξίωση θεμελιωνόταν στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις και ιδρυόταν εξαιρετική καθ' ύλην αρμοδιότητα του πολιτικού, υπό πενταμελή σύνθεση, Εφετείου, μεταβλήθηκε με τη θέσπιση των άρθρων 20 έως 28 του Ν. 4491/13-10-2017.

Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 175 του ανωτέρω Ν.4412/2016 "Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ ΕΕ και 2014/25/ΕΕ)", (ΦΕΚ A 147/ 8-8-2016), αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 4491/2017 και με τη νέα διάταξη καθιερώνεται αποκλειστική καθ' ύλην αρμοδιότητα μόνο του διοικητικού Εφετείου της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο, για κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, η οποία (διαφορά) επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο ως άνω διοικητικό Εφετείο, αποκλεισθείσας έτσι της αρμοδιότητας του πολιτικού Εφετείου.

Ενώ αρχικά, πριν δηλαδή τη θέσπιση του Ν.4491/2017, ο Ν.4412/2016 και επομένως και η διάταξή του του άρθρου 175 εφαρμοζόταν, κατά το άρθρο 376, μόνο για τις συμβάσεις των οποίων η διαδικασία σύναψης λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή μετά την 8-8-2016, εντούτοις προσδόθηκε αναδρομική ισχύ στη διάταξη αυτή, του άρθρου 175, στη διάταξη, δηλαδή, που προέβλεπε τη διαδικασία της δικαστικής επίλυσης των ως άνω διαφορών, αφού με το άρθρο 23 του νεότερου Ν.4491/2017 προστέθηκε παράγραφος 14 στο ως άνω άρθρο 376, σύμφωνα με την οποία "14.

Το άρθρο 175 του ν. 4412/2016 εφαρμόζεται και στις διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις έργων και μελετών που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4412/2016". Επιπρόσθετα, με το άρθρο 26 του ίδιου Ν. 4491/2017, καταργήθηκε το άρθρο 64 παρ. 4 του ΕισΝΚΠολΔ, που προέβλεπε την συγκρότηση του πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου για τις διαφορές από δημόσια έργα, στην περίπτωση που αυτές αναφύονται από ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, σε οποιαδήποτε νομική βάση και αν θεμελιώνονται, κατά τα ήδη λεχθέντα, ενώ με το άρθρο 28 του ίδιου Ν. 4491/2017 έγινε ειδική ρύθμιση για τις εκκρεμείς κατά την 1-11-2017 προσφυγές ή αγωγές και, ειδικότερα, προστέθηκε στο άρθρο 379 του ίδιου Ν. 4412/2016 παράγραφος 14, με το ακόλουθο περιεχόμενο "14.

Προσφυγές ή αγωγές, που έχουν κατατεθεί μέχρι την 1.11.2017, δικάζονται από το Δικαστήριο, στο οποίο έχουν κατατεθεί. Εξαιρετικά, όσες από αυτές εκκρεμούν στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο, αλλά δεν είναι εγγεγραμμένες στο πινάκιο, γιατί έχει ματαιωθεί η συζήτησή τους, όταν επαναφερθούν για συζήτηση, θα εισαχθούν στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο".

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι στην περίπτωση, κατά την οποία η υπόθεση υπάγεται, για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, τότε προσφυγές ή αγωγές που στις 1-11-2017 εκκρεμούσαν στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο, πλην όμως δεν ήταν εγγεγραμμένες στο πινάκιο αυτού, γιατί είχε ματαιωθεί η συζήτησή τους, συνεχίζουν να υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, με τη μοναδική διαφοροποίηση ότι, όταν επαναφερθούν για συζήτηση, προδήλως με κλήση οποιουδήποτε εκ των διαδίκων τους, θα εισαχθούν στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο, αφού πλέον το πολιτικό Πενταμελές Εφετείο έχει καταργηθεί.

H τελευταία αυτή ρύθμιση εφαρμόζεται, κατά λογική ακολουθία, αναλόγως και για όσες υποθέσεις έχουν αχθεί για οποιονδήποτε λόγο ενώπιον του Τριμελούς(πολιτικού) Εφετείου, είτε το πρώτον(ενδεχομένως εκ παραδρομής ως προς την αρμοδιότητα του πενταμελούς ή τριμελούς εφετείου),οπότε δεν καταλείπεται πλέον περιθώριο παραπομπής τους στο Πενταμελές Εφετείο,είτε ενόψει εφέσεων επί αποφάσεων, οι οποίες αναρμοδίως είχαν εκδοθεί από πρωτοδικεία, παρότι οι σχετικές υποθέσεις υπάγονταν προηγουμένως στην αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου, με συνέπεια την εξαφάνισή τους από τα Τριμελή Εφετεία και τη διακράτησή τους πλέον από αυτά προς εκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό (ΑΠ 1269/2022).Εξάλλου, από τα άρθρα 221 παρ. 1α και 46 και 535 παρ. 2 εδ.

α' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκκρεμοδικία, που επιφέρει η άσκηση της αγωγής, και οι εξ αυτής συνέπειες διατηρούνται και στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της διαφοράς και αποφαινόμενο γι' αυτό αυτεπαγγέλτως (ή και σε παραδοχή ισχυρισμού διαδίκου) παραπέμπει την υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005,ΑΠ 1581/2013 ,ΑΠ 1756/2011,ΑΠ 282/2010).

Τέλος, όταν προβάλλεται αιτίαση και εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά, ο Άρειος Πάγος, εκτιμώντας το δικόγραφο, υπάγει αυτεπαγγέλτως αυτά στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα δεν γίνεται ή γίνεται εσφαλμένα επίκληση της σχετικής διάταξης από το άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1252/2017, ΑΠ 301/2013, ΑΠ 648/2009).

3. Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε τα εξής: ότι κατόπιν διενέργειας σχετικού μειοδοτικού διαγωνισμού, συνήφθη μεταξύ αυτής και του εναγόμενου(ήδη αναιρεσιβλήτου) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." η από 26-6-2007 σύμβαση έργου, με την οποία η ενάγουσα εργολήπτρια εταιρία ανέλαβε με την ιδιότητα του αναδόχου, έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος, την κατασκευή του ...

στη θέση του υφιστάμενου παλαιού εργοστασίου ... , επί των οδών ..., με την υποχρέωση της διατήρησης ορισμένων όψεων αυτού, σύμφωνα με τις μελέτες που είχαν εκπονηθεί για λογαριασμό του εναγόμενου από συμπράξαντα μελετητικά γραφεία , που είχαν αναδειχθεί σχετικοί ανάδοχοι σε προγενέστερο στάδιο του διαγωνισμού και οι οποίες έπρεπε να παραδοθούν στην ενάγουσα, προσήκουσες και κατάλληλες για την κατασκευή του ανωτέρω ένδικου έργου.

Ότι το εναγόμενο παραβίασε υπαίτια τις συμβατικές του υποχρεώσεις, αφενός με την παράδοση στην ενάγουσα ανεφάρμοστων, για τους εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους, στατικών και λοιπών μελετών εφαρμογής, αφετέρου δε, αρνήθηκε την εξόφληση επιμέρους λογαριασμών, για ήδη εκτελεσθείσες εργασίες. Περαιτέρω, ότι στη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, η εκτέλεση του έργου καθυστέρησε από ανυπαίτιους για την ενάγουσα, ειδικότερα αναφερόμενους στην αγωγή, λόγους.

Ότι, το εναγόμενο παρέλειψε να προβεί σε έγκαιρη αναθεώρηση της σχετικής οικοδομικής αδείας, με αποτέλεσμα την ανυπαίτια, για την ενάγουσα, καθυστέρηση εκτέλεσης των εργασιών του επιδίκου έργου. Ότι, αν και οι παραδοθείσες στην ενάγουσα, ανάδοχο, στατικές μελέτες του έργου, ήταν μη προσήκουσες και ανεφάρμοστες, το εναγόμενο, δυνάμει της από 18-8-2009 ειδικής πρόσκλησης,που απηύθυνε στην ενάγουσα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5.6 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, έθεσε στην τελευταία προθεσμία 30 ημερών, για να εκτελέσει τις αναφερόμενες στην πρόσκληση ανεκτέλεστες εργασίες και επίσης να διορθώσει τις ελλείψεις, που της επισημάνθηκαν.

Ότι, η ενάγουσα εκτέλεσε το σύνολο των ουσιωδών παρατηρήσεων, που περιέχονταν στην ανωτέρω ειδική πρόσκληση και ενημέρωσε προς τούτο το εναγόμενο. Ότι, την 1-10-2009,η ενάγουσα, επικαλούμενη αφενός την άρνηση του εναγομένου, να της παραδώσει τις κατάλληλες και πλήρως εφαρμόσιμες, στατικές μελέτες του έργου, και αφετέρου, την μη καταβολή από το εναγόμενο, ως εγοδότη, τιμήματος του εργολαβικού της ανταλλάγματος, με την από 1-0-2009 σχετική της πρόσκληση, υπαναχώρησε από την ένδικη σύμβαση έργου.

Ότι, παρά την εν λόγω προηγηθείσα έγκυρη υπαναχώρηση της ενάγουσας και παρά την εκτέλεση του συνόλου των ουσιωδών παρατηρήσεων της ειδικής πρόσκλησης, εντός της ταχθείσας προθεσμίας και την άπρακτη πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 5.6.4 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, κατά την οποία το εναγόμενο είχε τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά του να κηρύξει έκπτωτη την ενάγουσα-ανάδοχο στις 8-10-2009,κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα η από 7-10-2009 εξώδικη δήλωση του εναγομένου, με την οποία η ενάγουσα πληροφορήθηκε, το πρώτον, την κοινοποίηση της υπ'αριθμ.πρωτ.2000/10020/1-10-2009 απόφασης του εναγομένου, να κηρύξει έκπτωτη την ενάγουσα, ανάδοχο από την εκτέλεση του ένδικου έργου.

Ότι, η ενάγουσα, αν και αυτή είχε αποδεσμευτεί από την επίδικη σύμβαση έργου, δυνάμει της προηγηθείσας ως άνω δήλωσης υπαναχώρησής της, κατέθεσε την υπ'αριθ.1081/9-10-2009 ένστασή της, επί της οποίας, κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα, την 1-12-2009,η από 5-11-2009 σχετική απορριπτική απόφαση του ΔΣ του εναγομένου. Ότι, συνεπεία της προαναφερόμενης έκπτωσης της ενάγουσας και σύμφωνα με τα οριζόμενα στα συμβατικά τεύχη του επίδικου έργου, η ενάγουσα, ανάδοχος εταιρεία, όφειλε να υποβάλει την τελική επιμέτρηση εργασιών της στο έργο,την οποία, υποβληθείσα εμπρόθεσμα, η διευθύνουσα υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου επέστρεψε διορθωμένη.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε:1) Να αναγνωρισθεί ότι είναι μη νόμιμη η από 21.4.2011 απόφαση του Δ.Σ. του εναγόμενου, η οποία εκδόθηκε επί της από 25-2-2011 ενστάσεώς της κατά της απόφασεως διόρθωσης της διευθύνουσας υπηρεσίας, επί της τελικής επιμέτρησης, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, 2)Να αναγνωρισθεί ότι νομίμως, προσηκόντως και εμπροθέσμως υπέβαλλε την τελική επιμέτρηση μετά του συνόλου των αιτημάτων της και συνακόλουθα ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 8.217.078,746 ευρώ προ ΦΠΑ, νομιμοτόκως από την απόρριψη της ένστασής της, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Με την αγωγή αυτή, η οποία ασκήθηκε στις 19.5.2016,φέρεται προς εκδίκαση διαφορά από την εκτέλεση δημοσίου έργου, δυνάμει συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου, που καταρτίστηκε στις 26-6-2007 μεταξύ της αναιρεσείουσας εργολήπτριας εταιρείας και του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ, η οποία (διαφορά),σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Ειδικότερα, η νομοθετική ρύθμιση, με βάση την οποία καταργήθηκε με το άρθρο 26 Ν.4491/2017 το άρθρο 64 παρ.4 ΕισΝΚΠολΔ που προέβλεπε την εκδίκαση των διαφορών από την εκτέλεση δημοσίων έργων από τα πολιτικά Εφετεία υπό πενταμελή σύνθεση και με το άρθρο 28 Ν.4491/2017 ορίσθηκε ότι προσφυγές ή αγωγές που έχουν κατατεθεί μέχρι την 1-11-2017,δικάζονται από το Δικαστήριο, στο οποίο έχουν κατατεθεί, εξαιρετικά όμως, όσες από αυτές εκκρεμούν στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο, αλλά δεν είναι εγγεγραμμένες στο πινάκιο γιατί έχει ματαιωθεί η συζήτησή τους, όταν επαναφερθούν για συζήτηση, θα εισαχθούν στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο, εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση που έχει εισαχθεί ενώπιον του πολιτικού Εφετείου Αθηνών(υπό πενταμελή σύνθεση) με την από 14-5-2019 κλήση της αναιρεσείουσας, μετά την έκδοση της υπ'αριθμ.2117/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ως άνω Εφετείο.

Επομένως, η ένδικη αγωγή, μετά την κατάργηση του πολιτικού Εφετείου υπό πενταμελή σύνθεση, υπάγεται στην υλική αρμοδιότητα του Τριμελούς πολιτικού Εφετείου. Κατόπιν τούτων, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η ένδικη αγωγή υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 Ν.1406/1983,13 Ν.1418/1984,1 επ.Ν.3669/2008,175 Ν.4412/2016.Επομένως,ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή του λόγου τούτου,και παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αναίρεσης από τον αρ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, υπό τριμελή σύνθεση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (παρ.3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, ως ηττώμενο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της, (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, μη συντρεχούσης περίπτωσης μείωσης των δικαστικών εξόδων, μολονότι το αναιρεσείον απολαμβάνει των απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου, διότι η νομική του υπηρεσία δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε απ` αυτήν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ` αριθ. ... απόφαση του Εφετείου Αθηνών(υπό πενταμελή σύνθεση).

-

Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, υπό τριμελή σύνθεση, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

- Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε απ` αυτήν. Και -

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ