Supreme Court dismisses appeal against divorce-related property restitution judgment for lack of legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's final judgment regarding property restitution and divorce damages. The appellant argued that the lower court erred in applying the law regarding the revocation of a gift and the concept of ingratitude, while the respondent contended the decision was legally sound. The court found no legal errors in the lower court's application of the Civil Code provisions and rejected the appeal for lack of valid grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 487, 505, 509 of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appeal against a final judgment is inadmissible if the lower court correctly applied the substantive law regarding the revocation of a gift due to ingratitude and provided sufficient reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 515 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 515/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Επαμεινώνδα Κλειτσίκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2546/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 387/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/10/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 387/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η από 13-9-2011 και με αριθμό κατάθεσης 954/2011 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμό 2546/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε εν μέρει την από 15-1-2009 και με αριθμό κατάθεσης 381/2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, να του καταβάλει, με βάση την αναγωγική ευθύνη της ως συνοφειλέτριας (άρθρο 487 ΑΚ), καθώς και την ευθύνη της προς απόδοση της παροχής, ένεκα ανάκλησης της δωρεάς κινητού πράγματος (άρθρα 505, 509 ΑΚ), το συνολικό ποσό των 30.338,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 19-12-2008 μέχρι την εξόφληση. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε κατά ένα μέρος ως βάσιμη και στην ουσία της και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 27.093,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 19-12-2008. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 350/2020, ΑΠ 862/2011, ΑΠ 1735/2008), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται, μέσου του λόγου του αριθ.1 του ίδιου άρθρου (Ολ. ΑΠ 2/2011, ΑΠ 623/2015, ΑΠ 673/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 442 ΑΚ, ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμα και κατά την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζομένη με τη διάταξη του άρθρου 527 αριθ.3 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι η ένσταση συμψηφισμού κατά της επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, ακόμα και στο Εφετείο. Η κατ' εξαίρεση προβολή της ένστασης αυτής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, όμως, γίνεται μόνο με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου έφεσης και όχι με τις έγγραφες προτάσεις του (ΑΠ 350/2020, ΑΠ 1481/2018, ΑΠ 636/2015, ΑΠ 1281/2014, ΑΠ 1765/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα διατείνεται, ότι ενώ με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου πρότεινε κατά του αντιδίκου της σε συμψηφισμό ανταπαίτησής της ύψους 4.371,295 ευρώ, που προερχόταν από κοινό στεγαστικό δάνειο, τις δόσεις του οποίου κατέβαλε η ίδια, πλην κατά το ως άνω ποσό βάρυναν αναλογικά τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο και το οποίο ποσό ήταν επαυξημένο σε σχέση με την ανταπαίτησή της, από την ίδια αιτία, που είχε προτείνει σε συμψηφισμό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το εφετείο, παρότι η ανταπαίτησή της αυτή αποδεικνυόταν αμέσως με έγγραφα, απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση συμψηφισμού, διότι προβλήθηκε με τις προτάσεις της εκκαλούσας, ενώ έπρεπε να προβληθεί με το δικόγραφο της έφεσης είτε των πρόσθετων λόγων.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, που παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτει ότι η ως άνω ένσταση συμψηφισμού της αναιρεσείουσας, απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι προβλήθηκε απαραδέκτως με τις προτάσεις και όχι, όπως έπρεπε, με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, αφού όπως προεκτέθηκε στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης, η ένσταση συμψηφισμού για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο αυτής μπορεί να προταθεί. Άρα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ.14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και ο λόγος αναίρεσης ως προς το σκέλος του αυτό είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, ως προς το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, με το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 442 ΑΚ, ο αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται και είναι απορριπτέος, διότι το Εφετείο κήρυξε δικονομικό και όχι ουσιαστικό απαράδεκτο.
ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.11 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Ο αναιρετικός λόγος στην πρώτη περίπτωση (11 παρ.α' ) ιδρύεται όταν το αποδεικτικό μέσο δεν περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ, ή περιλαμβάνεται, δεν επιτρέπεται όμως η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της φύσης της υπόθεσης (ΑΠ 639/2009), ή όταν επιτρέπεται απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1638/1986, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1509/2014).
Εξάλλου, ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339, 395, 398, 406-409 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία και έχουν δοθεί.
Όταν, όμως, οι τελευταίες έχουν ληφθεί ακόμη και χωρίς κλήτευση, όχι στο πλαίσιο της δίκης που διεξάγεται, αλλά άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων διαδίκων, όπως λ.χ. σε δίκη κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ή διαζυγίου (ΑΠ 566/2001, ΑΠ 833/2007, ΑΠ 1342/2010, ΑΠ 913/2008), δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός εάν, κατά την κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, αυτές έχουν ληφθεί επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν και στη δίκη για την οποία κρίνεται η διαφορά (ΑΠ 1148/2002, ΑΠ 100/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ.α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, κατ' ορθήν εκτίμηση, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ειδικότερα, ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις με αριθμό 4863/8-5-2008, 4864/8-5-2008, 7775/22-5-2008, 7776/22-5-2008, 7777/22-5-2008 και 5089/31-3-2009 ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος στην κατ' έφεση δίκη, παρά το γεγονός ότι δεν προσκόμισε ούτε επικαλέστηκε με τις προτάσεις του τις εκθέσεις επιδόσεως, ώστε να αποδεικνύεται δια δημοσίου εγγράφου η νόμιμη κλήτευσή της.
Ότι την αντίθεσή της στη λήψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων προέβαλε στο εφετήριο, με το δικόγραφο της έφεσης και με τις έγγραφες προτάσεις της, η δε λήψη τους άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσο στήριξαν αποδεικτικά τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου ότι το ποσό των 21.245 ευρώ συνιστούσε δωρεά αυτού προς την αναιρεσείουσα, για την αγορά αυτοκινήτου.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει στην αρχή του ελάσσονος συλλογισμού της απόφασής του, έλαβε υπόψη και τα έγγραφα, που προσκομίζουν αμφότεροι οι διάδικοι προς άμεση απόδειξη ή για να χρησιμοποιηθούν ως δικαστικά τεκμήρια ...
συμπεριλαμβανομένων και των ενόρκων βεβαιώσεων, που επικαλούνται οι διάδικοι, που δόθηκαν για να χρησιμεύσουν σε άλλη δίκη και συγκεκριμένα ... τις με αριθμό 4863 και 4864/8-5-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Αντωνίου, καθώς και τις με αριθμούς 7775, 7776 και 7777/22-5-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ιωάννας Καζάνη, που δόθηκαν, άπασες, στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και τις με αριθμό 5089/31-3-2009 δύο ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθήνας Αικατερίνης Αντωνίου, που δόθηκαν στα πλαίσια της δίκης διαζυγίου των διαδίκων, μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγομένης (στην ένορκη βεβαίωση γίνεται μνεία της με αριθμό 9601/26-3-2009 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.
Φ.)... Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων (ασφαλιστικών μέτρων, διαζυγίου), έστω και εάν δεν είχε κλητευθεί η αναιρεσείουσα ή δεν προέκυπτε ότι αυτή είχε κλητευθεί με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης, αποτελούν, κατά τα προεκτιθέμενα, επιτρεπτό κατά νόμο αποδεικτικό μέσο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και ορθώς λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, εφόσον, κατά την κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του, αυτές δεν είχαν ληφθεί για να χρησιμοποιηθούν στη δίκη για την οποία κρίνεται η διαφορά.
IV. Κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στον δωρητή ή στον σύζυγο ή στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωση του να διατρέφει τον δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητα του και μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν.
Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος συνοδευόμενης από ασθένεια.
Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Το ζήτημα δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφοράς του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 39/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 726/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 654/2011, ΑΠ 1758/2011).
Εξάλλου, το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς τον δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο (ΑΠ 655/2014), πρέπει δε να αναφέρεται σε αυτή και ο λόγος της ανάκλησης της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, ενώ επιφέρει τα νόμιμα αποτελέσματα της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης της αλήθειας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανάκλησης (ΑΠ 39/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011, ΑΠ 648/2008).
Κατά το άρθρο 512 ΑΚ "Δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν". Δωρεές από ιδιαίτερο καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησής του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση.
Το ηθικό καθήκον πρέπει να είναι ιδιαίτερο. Δεν αρκεί, δηλαδή, το κοινό ηθικό καθήκον, το οποίο έχει κάθε άνθρωπος προς τους συνανθρώπους του, αλλά πρέπει να συνιστά επιπλέον ηθική επιταγή, θεμελιωμένη στην ιδιαίτερη σχέση του δωρητή προς τον δωρεοδόχο (ΑΠ 39/2021, ΑΠ 2054/2014, ΑΠ 1832/2011). Οι έννοιες του "ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος" και της "ευπρέπειας" είναι έννοιες νομικές και υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 968/2001, ΑΠ 1126/1992).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018).
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο, διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασης του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές "... Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο κατά το θρησκευτικό τύπο στην … την 10-7-1999, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα ..Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από το έτος 2005 επήλθε κλονισμός στην αρμονική συμβίωση των διαδίκων, λόγω της μετάβασης του ενάγοντος στο ..., προκειμένου να εργαστεί στο πρατήριο καυσίμων, που διατηρούσε εκεί ο αδελφός του.
Ειδικότερα, καθ' όλη τη διάρκεια του έτους αυτός διέμενε στο ... για τις ανάγκες της εργασίας του και μόνον τα Σαββατοκύριακα επέστρεφε στην … για να βρίσκεται με την οικογένεια του, ενώ περί τα τέλη του ιδίου έτους μίσθωσε και ξεκίνησε να λειτουργεί δικό του πρατήριο υγρών καυσίμων στα ..., με συνέπεια οι μεταβάσεις του στην … να αραιώσουν ακόμη περισσότερο.
Στις 25-4-2006 η εναγόμενη άσκησε σε βάρος του αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων και ζητούσε να της ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους, να της επιτραπεί η μετοίκηση από τη συζυγική οικία και να υποχρεωθεί ο ενάγων να της καταβάλει προσωρινή διατροφή για τα τέκνα τους, συνολικού ποσού 1500 ευρώ.
Ο ενάγων, που ήθελε να περισώσει τον γάμο του, κατέβαλε προς τούτο έντονες προσπάθειες και κατάφερε να μεταπείσει την εναγόμενη, με συνέπεια η συζήτηση της αίτησης κατά την ορισθείσα δικάσιμο στις 25-5-2006 τελικά να ματαιωθεί. Λίγο δε αργότερα αυτός ενδίδοντας στην πιεστικά προβαλλόμενη επιθυμία της συζύγου του δέχθηκε να της αγοράσει ένα πολυτελές αυτοκίνητο, αξίας 21.245 ευρώ, και συγκεκριμένα ένα τζιπ εργοστασίου κατασκευής "DAIHATSU", τύπου "TERIOS".
Καθόσον, όμως, ο ίδιος δεν είχε την οικονομική ευχέρεια να καταβάλει εξ ιδίων χρημάτων το τίμημα ζήτησε την συνδρομή του αδερφού του, εξετασθέντος πρωτοδίκως μάρτυρα, ο οποίος δέχθηκε να του δανείσει το απαιτούμενο ποσό. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων στις 27-6-2006 παρέδωσε στην εναγόμενη το ποσό των 4.000 ευρώ σε μετρητά στην οικία τους, παρουσία του αδελφού του, το οποίο αυτή αμέσως την επόμενη ημέρα 28-6-2006 κατέθεσε στον τηρούμενο στην τράπεζα ...
λογαριασμό της πωλήτριας εταιρίας με την επωνυμία "..." ως προκαταβολή για την αγορά του αυτοκινήτου, στις 17-7-2006 κατόπιν συνεννόησης με την εναγόμενη κατέθεσε στο τραπεζικό λογαριασμό του πατέρα της, Μ. Σ. στην τράπεζα με την επωνυμία "... BANK" το ποσό των 3.800 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 800 ευρώ προοριζόταν για την συμμετοχή του στις δαπάνες διατροφής των ανηλίκων τέκνων τους, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 3.000 ευρώ για καταβολή έναντι του τιμήματος του οχήματος, το οποίο η εναγόμενη στις 19-7-2006 κατέθεσε στο λογαριασμό της πωλήτριας εταιρίας στην ...
BANK, ενώ τέλος για την αποπληρωμή του τιμήματος πλέον εξόδων ο αδερφός του ενάγοντος εξέδωσε την με αριθμό ... επιταγή με ημερομηνία εκδόσεως 16-8-2006 επί της τράπεζας ... εις διαταγήν της πωλήτριας εταιρίας, ποσού 14.530 ευρώ, που παραδόθηκε στη τελευταία και πληρώθηκε κανονικά στις 16-8-2006 (βλ. σχετικά τα προσκομιζόμενα με επίκληση παραστατικά των τραπεζών και την από 2-4-2008 βεβαίωση της πωλήτριας εταιρίας για την εξόφληση του με αριθμό .../20-7-2006 τιμολογίου, αξίας 21.245 ευρώ, με τις προαναφερόμενες καταβολές).
Για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και δη τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες αγοράστηκε το εν λόγω όχημα κατέθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως ο αδερφός του ενάγοντος, ο οποίος του δάνεισε και το σχετικό χρηματικό ποσό (21.245 ευρώ), ενώ αυτά επιβεβαίωσαν και γνωστοί της οικογένειας των διαδίκων και συγκεκριμένα οι Α.
Λ. και Γ. Σ. στη με αριθμό 5089/31-3-2009 ένορκη βεβαίωση τους και ο Γ. Μ. στη με αριθμό 4864/21-5-2008 ένορκη βεβαίωση του, εκ των οποίων ο μεν Α. Λ. βεβαίωσε ότι ήταν παρών σε συζήτηση του ζεύγους, κατά την οποία η εναγόμενη παραπονούταν για την ζωή που της πρόσφερε ο ενάγων και έθετε ως όρο για να συνεχίσουν να είναι μαζί να της αγοράσει το πολυτελές αυτοκίνητο, ο δε Γ.
Μ., υπάλληλος στην εταιρία εμπορίας αυτοκινήτων, με την επωνυμία "...", βεβαίωσε ότι η ίδια η εναγόμενη ήρθε σε επαφή μαζί του ζητώντας πληροφορίες για το μοντέλο αυτοκινήτου "TERIOS" της εταιρίας "DAIHATSU", και τον πληροφόρησε ότι το τίμημα θα κατέβαλε ο σύζυγος της δανειζόμενος τα χρήματα από τον αδερφό του, τα οποία αυτή θα επέστρεφε με την πρώτη ευκαιρία, ενώ όταν ρώτησε κατ' ιδίαν τον ίδιο τον ενάγοντα, του οποίου τη κακή οικονομική κατάσταση γνώριζε, για ποιο λόγο προέβαινε σε τέτοια ενέργεια, αυτός του εκμυστηρεύτηκε ότι η εναγόμενη τον απειλούσε ότι θα τον χώριζε.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η καταβολή του χρηματικού ποσού των 21.245 ευρώ από τον ενάγοντα προς την εναγόμενη για την αγορά αυτοκινήτου συνιστά δωρεά, καθόσον έγινε από χαριστική αιτία προς εξομάλυνση των διαταραγμένων προσωπικών τους σχέσεων και σε μία προσπάθεια διασώσεως του γάμου τους, και όχι από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή για λόγους ευπρέπειας, ούτε ως συνεισφορά αυτού στις οικογενειακές ανάγκες για το χρονικό διάστημα από το έτος 2005, όπως διατείνεται η εναγόμενη, καθόσον, όπως έγινε δεκτό και με την ως άνω με αριθμό 98/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι διάδικοι μέχρι την οριστική διάσπαση της έγγαμης σχέσης τους τον Φεβρουάριο του έτους 2008 αντιμετώπιζαν και συνεισέφεραν από κοινού στις οικογενειακές ανάγκες.
Συνεπώς, οι σχετικοί έβδομος και ένατος λόγος της έφεσης, με τους οποίους η εναγόμενη υποστηρίζει τα αντίθετα, επαναφέροντας νομίμως αντίστοιχους πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμούς, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι παρά τις προσπάθειες του ενάγοντος το φθινόπωρο του ίδιου έτους η εναγόμενη ζήτησε τη συναινετική λύση του γάμου τους.
Στην πορεία, όμως, και ενώ οι διάδικοι είχαν καταρτίσει το από 20-11-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό επιμέλειας και διατροφής των ανηλίκων τέκνων τους, αυτή μετέβαλε εκ νέου γνώμη με αποτέλεσμα να παραμείνουν μαζί μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2008, οπότε η έγγαμη σχέση τους διακόπηκε οριστικά. Αιτία δε, για αυτό στάθηκε η ανάρμοστη συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία επεδίωκε να γνωρίσει άλλους άνδρες μέσω ιστοσελίδας γνωριμιών.
Συγκεκριμένα, περί τα τέλη του έτους 2007 ο ενάγων έχοντας πληροφορηθεί τα ανωτέρω από τρίτα πρόσωπα εγγράφηκε με το ψευδώνυμο "..." στην ιστοσελίδα γνωριμιών, που επισκεπτόταν και η σύζυγος του, και κατάφερε να την προσεγγίσει ανταλλάσοντας ερωτικά μηνύματα, λίγο καιρό δε αργότερα, τον Φεβρουάριο του έτους 2008 αυτοί συμφώνησαν να συναντηθούν και από κοντά στο καφέ μπαρ με την επωνυμία "..." στη ....
Στις 16-2-2008 η εναγόμενη προσήλθε στο προκαθορισμένο ραντεβού και ανέμενε τον ενάγοντα στο εσωτερικό του καταστήματος στον ισόγειο χώρο. Όταν δε, τον αντίκρισε και αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί τράπηκε σε φυγή. Τα ανωτέρω προκύπτουν με σαφήνεια από τα όσα κατέθεσε ο μάρτυς του ενάγοντος, ο οποίος γνώριζε για το ραντεβού των διαδίκων και μετέβη προς τούτο στο κατάστημα - τόπο συνάντησης μαζί με τον Α.
Λ., και επιβεβαιώνει, όπως και ο τελευταίος στην ως άνω ένορκη βεβαίωση του, την επεισοδιακή συνάντηση των διαδίκων, ενώ περαιτέρω, αυτά έγιναν δεκτά και με τη με αριθμό 98/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που έκρινε τελεσίδικα επί της αγωγής, που άσκησε η εναγόμενη σε βάρος του ενάγοντα, σχετικά με την διατροφή των ανήλικων τέκνων τους (δίχως ωστόσο η κρίση αυτή να αποτελεί δεδικασμένο για την παρούσα υπόθεση, αλλά συνεκτιμάται με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία), ουδεμία δε ανάγκη παρίσταται για την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με τη διάταξη του χώρου στο ως άνω καφέ και την δυνατότητα οπτικής και ακουστικής επαφής μεταξύ του ανώγειου και ισόγειου χώρου, όπως αιτείται η εκκαλούσα-εναγομένη.
Η προεκτιθέμενη συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία αποτελεί και λόγο διαζυγίου και αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς τον ενάγοντα-δωρητή, καθόσον αντιβαίνει στις κρατούσες στη κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας, στοιχειοθετεί αντικειμενικά την κατά το άρθρο 505 ΑΚ αχαριστία, που δικαιολογεί την ανάκληση της γενόμενης προς αυτήν δωρεάς, απορριπτόμενου ως αβασίμου του τέταρτου λόγου της έφεσης.
Για το λόγο αυτό, ο ενάγων στις 8-12-2008, δηλαδή εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 510 εδ.α ΑΚ ενιαυσίας προθεσμίας, με εξώδικο που κοινοποίησε στην εναγομένη (βλ. την με αριθμό 10959β/8-12-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Δ.), ανακάλεσε νόμιμα την επίδικη δωρεά για λόγους αχαριστίας και ζήτησε από αυτήν να του αποδώσει το δωρηθέν χρηματικό ποσό έως 19-12-2008, όπως και το ποσό των 16.603,98 ευρώ.
που είχε καταβάλει πλέον της μερίδας που του αναλογούσε για την αποπληρωμή του τραπεζικού στεγαστικού δανείου, που είχαν λάβει, κατά τα προαναφερόμενα, από κοινού. Επιπλέον δε, άσκησε και αγωγή διαζυγίου σε βάρος της, η οποία συνεκδικάστηκε με την αντίθετη αγωγή της εναγομένης και επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 477/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που κήρυξε τη λύση του γάμου τους.
Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε η εναγόμενη ήδη στις 26-2-2008, δηλαδή πριν την ανάκληση της δωρεάς, πώλησε το τζιπ αυτοκίνητο της, αντί τιμήματος 18.000 ευρώ (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ' αριθμ.../26-2-2008 τιμολόγιο της ...), που πλέον αποτελεί τον πλουτισμό της (άρθρο 908 εδ.1 ΑΚ) και το οποίο οφείλει να αποδώσει στον ενάγοντα, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 509 ΑΚ), διότι μετά την ανάκληση της δωρεάς εξέλιπε η νόμιμη αιτία διατήρησης αυτού.
Η εναγόμενη με ισχυρισμό της που προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει νόμιμα με τον έκτο λόγο της έφεσης, κατά το σχετικό σκέλος του, ισχυρίζεται ότι έχει επέλθει απόσβεση της υποχρέωσης της για απόδοση του πλουτισμού, διότι αυτός δεν σωζόταν κατά τον χρόνο επίδοσης σε αυτήν της αγωγής στις 23-1-2009, καθόσον είχε δαπανηθεί για τις ανάγκες του κοινού οικογενειακού οίκου των διαδίκων και των δύο ανήλικων τέκνων τους για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2005 έως 16-2-2008, ενώ προσκομίζει προς απόδειξη του ισχυρισμού της έγγραφες αποδείξεις του εν λόγω χρονικού διαστήματος.
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός αλυσιτελώς εν προκειμένω προβάλλεται, καθόσον αφορά σε δαπάνες, που είχαν ήδη γίνει πριν την πώληση του αυτοκινήτου, ενώ η εναγόμενη δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει κατά συγκεκριμένο τρόπο ανάλωση του εισπραχθέντος τιμήματος, μέχρι την επίδοση της αγωγής, ώστε να έχει επέλθει απόσβεση της υποχρέωσης της για απόδοση του επίδικου πλουτισμού της.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, έστω και με διάφορη αιτιολογία που αντικαθίσταται με τη παρούσα, και ο ως άνω λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επιπλέον, αυτή με τους δεύτερο και πέμπτο λόγο της έφεσης της νόμιμα επαναφέρει τους πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμούς της, σύμφωνα με τους οποίους, αφενός ο πλουτισμός της δεν προήλθε άμεσα από την περιουσία του ενάγοντος, ώστε να νομιμοποιείται αυτός ενεργητικά να ζητά την απόδοση του, αλλά από την περιουσία του αδερφού του, Κ.
Π., που του δάνεισε το αναγκαίο χρηματικό ποσό για την αγορά του αυτοκινήτου της, και αφετέρου αυτός (πλουτισμός) να αναζητηθεί μόνον μέσω της αγωγής για συμμετοχή στα αποκτήματα (άρθρο 1400 ΑΚ). Αμφότεροι, όμως, οι ανωτέρω λόγοι τυγχάνουν αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο ενάγων δανειζόμενος ατύπως από τον αδερφό του το χρηματικό ποσό (σχέση κάλυψης), που ακολούθως καταβλήθηκε για την αγορά εκ μέρους της εναγομένης του οχήματος, σε εκπλήρωση της μεταξύ τους σύμβασης δωρεάς (σχέση αξίας), κατέστη, μετά την ανατροπή της τελευταίας (σύμβασης δωρεάς), ο ίδιος δικαιούχος του αδικαιολόγητου πλουτισμού της εναγομένης, λήπτριας αυτού, και όχι ο αδερφός του, όπως αβάσιμα διατείνεται η τελευταία.., έναντι του οποίου ο ενάγων ενέχεται για την απόδοση του (δανείου).
Περαιτέρω, όπως γίνεται νομολογιακά δεκτό, από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ συνάγεται ότι δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου ό,τι αυτός απέκτησε από δωρεά του άλλου και δεν αποδίδεται η αύξηση αυτή, ως αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα. Κατά συνέπεια, ο ενάγων δύναται να αξιώσει με την αγωγή του την απόδοση σε αυτόν του αδικαιολογήτου σε βάρος της περιουσίας του πλουτισμού της εναγομένης.
Τέλος, η εναγόμενη με τον δέκατο και τελευταίο λόγο της έφεσης της επαναφέρει νομίμως την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση της περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος, διατεινόμενη ότι αυτός επέδειξε αδιαφορία για την ίδια και τα τέκνα τους και δεν συνέδραμε ουσιαστικά στις ανάγκες τους για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η ένσταση αυτή τυγχάνει μη νόμιμη και απορριπτέα, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν στοιχειοθετούν εν προκειμένω την έννοια της καταχρηστικότητας. Κατά συνέπεια και ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, μετά την ανάκληση της επίδικης δωρεάς, η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 18.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία του πλουτισμού που σωζόταν κατά τον χρόνο επίδοσης σε αυτήν της αγωγής στις 23-1-2009.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα για την εν λόγω αιτία το ποσό των 21.245 ευρώ, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένου δεκτού του έκτου λόγου της εφέσεως κατά το σχετικό σκέλος του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο της, για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου ...., αφού δε κρατηθεί η υπόθεση και αναδικαστεί η αγωγή να γίνει αυτή δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 27.093,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 19-12-2008, οπότε οχλήθηκε για την καταβολή του...".
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης, από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της, ως προς την αόριστη νομική έννοια του βαρέως παραπτώματος της αχαριστίας, για την ανάκληση της δωρεάς, καθώς και δια της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, που να δικαιολογούν την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου αναιρετικό σφάλμα από τον αριθ.19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενη ότι η επίδικη δωρεά έγινε από λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και από λόγους ευπρέπειας και δεν υπόκειτο σε ανάκληση σύμφωνα με το άρθρο 512 ΑΚ, διάταξη που με ανεπαρκή αιτιολογία δεν εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επίσης με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου, ισχυριζόμενη ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε ισχυρισμό της που ασκεί ουσιώδη στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό της που πρότεινε με λόγο έφεσης, ότι το επίδικο ποσό των 21.245 ευρώ δεν αποτελούσε δωρεά του αναιρεσίβλητου προς αυτήν, αλλά συνιστούσε εκπλήρωση της υποχρέωσης συμβολής του στις οικογενειακές ανάγκες, απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής τους, κατ' ορθήν εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης.
Με τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και με τις ειδικότερες παραδοχές του ότι: α) Από το έτος 2005 επήλθε κλονισμός στην αρμονική συμβίωση των διαδίκων, λόγω μετάβασης του αναιρεσίβλητου στο ..., προς εργασία.
β) Μετά την από 25-4-2006 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε η αναιρεσείουσα, με την οποία ζητούσε να της ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους και να της επιτραπεί η μετοίκηση από τη συζυγική εστία, ο αναιρεσίβλητος, ενδίδοντας στην πιεστικά προβαλλομένη επιθυμία της αναιρεσείουσας συζύγου του, δέχθηκε να της αγοράσει ένα πολυτελές αυτοκίνητο αξίας 21.245 ευρώ, χρήματα που δανείστηκε από τον αδελφό του, καθόσον η σύζυγός του παραπονιόταν για τη ζωή που της προσέφερε και έθετε ως όρο, για να συνεχίσουν να είναι μαζί, να της αγοράσει το πολυτελές αυτοκίνητο, διαφορετικά τον απειλούσε με χωρισμό.
γ) Η καταβολή του ως άνω ποσού των 21.245 ευρώ από τον αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα, για την αγορά του αυτοκινήτου, συνιστά δωρεά, που έγινε προς εξομάλυνση των διαταραγμένων προσωπικών τους σχέσεων και σε μία προσπάθεια διάσωσης του γάμου τους και όχι από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή για λόγους ευπρέπειας, ούτε αποτελούσε συνεισφορά του αναιρεσίβλητου στις οικογενειακές ανάγκες από το έτος 2005, διότι μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2008, οπότε διακόπηκε οριστικά η έγγαμη σχέση τους, οι σύζυγοι αντιμετώπιζαν και συνεισέφεραν από κοινού στις οικογενειακές ανάγκες και δ) Η ανάκληση της ως άνω δωρεάς, την 8-12-2008, είχε ως αιτία την ανάρμοστη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία επεδίωκε να γνωρίσει άλλους άνδρες μέσω ιστοσελίδας γνωριμιών και ότι η συμπεριφορά της αυτή, η οποία αποτελεί και λόγο διαζυγίου και άσκησε σχετική αγωγή ο αναιρεσίβλητος, αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς τον ενάγοντα - δωρητή, καθόσον αντιβαίνει στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας και στοιχειοθετεί αντικειμενικά την κατά το άρθρο 505 ΑΚ αχαριστία, που δικαιολογεί την ανάκληση της γενομένης προς αυτήν δωρεάς.
Με τις πραγματικές ως άνω παραδοχές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ως προς την αόριστη νομική έννοια της "αχαριστίας", ως βαρέως παραπτώματος του δωρεοδόχου, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 512 ΑΚ, η οποία, με βάση τις παραδοχές του, ως προς τις αόριστες νομικές έννοιες του "ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος" και της "ευπρέπειας", δεν ήταν εφαρμοστέα.
Επίσης ορθά δεν εφάρμοσε και τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, διότι δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής τους.
Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Η αναιρεσείουσα, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-10-2019 αίτηση της Φ. Σ., για αναίρεση της με αριθμό 387/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ