515/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1013/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 822/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/5/2018 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated515/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 515 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 515/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Γ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Κυπριώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Φ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δάρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1013/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 822/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/5/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 12-5-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 822/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση και τον πρόσθετο λόγο του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1013/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 21-9-2007 αγωγή αυτού περί ανάκλησης της αναφερομένης δωρεάς ακινήτων εν ζωή λόγω αχαριστίας και υποχρέωσης για επαναμεταβίβαση των ακινήτων, απέρριψε τον πρόσθετο λόγο και έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης και, αφού δίκασε επί της πιο πάνω αγωγής, απέρριψε αυτήν και συμψήφισε όλα τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Προκειμένου για ακίνητο, άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει ως δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η παραχώρηση σε τρίτο με ή χωρίς αντάλλαγμα κλπ (ΑΠ 20/2019, ΑΠ 812/2018).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 57/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών, ο οποίος είναι πατέρας του εφεσίβλητου, με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβ/φου Αθηνών Αθανασίου Γ. Ανδρίτσου, είχε αποκτήσει κατά πλήρη κυριότητα ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, εμβαδού 240,80 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "....", μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως του Δήμου Αχαρνών Αττικής και στο υπ' αριθμ. ...., επί της οδού .... Στις 7-12-1981 ο εκκαλών, σε ηλικία τότε 52 ετών, και η σύζυγος του Α.
Π., έχοντας αποκτήσει δύο τέκνα από το γάμο τους, ήτοι τον εφεσίβλητο και την Ά. που είχαν γεννηθεί το έτος 1958 και 1957 αντίστοιχα, σε ένδειξη της προς αυτούς γονικής αγάπης τους, αλλά και λόγω του τελεσθέντος το 1980 γάμου της θυγατέρας τους με τον Π. Λ., διένειμαν στα δύο τέκνα τους, σημαντική ακίνητη περιουσία τους.
Συγκεκριμένα : α) με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Θεοδώρου Μ. Χαλαζωνίτη που μεταγράφηκε νομίμως στις 22-12-1981 στο Υποθηκοφυλακείο Αχαρνών (...) ο εκκαλών, προτιθέμενος να ανεγείρει επί του προπεριγραφέντος οικοπέδου του πολυώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ημιυπόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο, Α', Β' και Γ' υπέρ το ισόγειο ορόφους, συνέστησε επ' αυτού οριζόντια ιδιοκτησία, διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, ώστε καθένας από τους ανεγερθησόμενους ορόφους να αποτελεί ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία, μεταβίβασε δε λόγω προίκας στη θυγατέρα του Ά.
Λ. κατά την ψιλή κυριότητα ποσοστό 42/100 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που αντιστοιχούσαν ανά 21/100 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες (οροφοδιαμερίσματα) του ανεγερθησομένου ισογείου και του Γ' υπέρ το ισόγειο ορόφου, παρακρατώντας ο εκκαλών προικοδότης την επικαρπία εφ' όρου ζωής, β) με το υπ' αριθμ. ..., νομίμως μεταγεγραμμένο, συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, ο εκκαλών μεταβίβασε στον εφεσίβλητο (υιό του) κατά την ψιλή κυριότητα το υπόλοιπο ποσοστό των 58/100 εξ αδιαιρέτου του ίδιου ως άνω οικοπέδου, που αντιστοιχούσε στις ανεγερθησόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες του ημιυπόγειου ορόφου (με αναλογία 16/100 εξ αδιαιρέτου στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου), του Α' ορόφου (με αναλογία 21/100 στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου) και του Β' ορόφου (με αναλογία 21/100 στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου), παρακρατώντας ισοβίως ο ίδιος (εκκαλών) το δικαίωμα επικαρπίας επί των δωρηθεισών και μελλουσών να ανεγερθούν οριζοντίων ιδιοκτησιών και γ) με το υπ' αριθμ. ..., νομίμως μεταγεγραμμένο, συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου η σύζυγος του εκκαλούντος και μητέρα του εφεσίβλητου, Α.
συζ. Φ. Γ. μεταβίβασε λόγω προίκας στη θυγατέρα της Ά. συζ. Π. Λ. την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος, επιφανείας 96 τ.μ., του Δ' ορόφου πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ... στην ….., παρακρατώντας η ίδια εφ' όρου ζωής το δικαίωμα επικαρπίας επί του ως άνω μεταβιβασθέντος διαμερίσματος.
Ακολούθως, όμως, δυνάμει των υπ' αριθμ. ..., νομίμως μεταγεγραμμένων, συμβολαίων του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, ο εκκαλών παραιτήθηκε από το δικαίωμα επικαρπίας επί των ως άνω μεταβιβασθεισών στα δύο τέκνα του (εφεσίβλητο και Ά. Λ.) οριζοντίων ιδιοκτησιών της ήδη ανεγειρόμενης τότε οικοδομής στο οικόπεδο της οδού ....
Παράλληλα, με σύμβαση χρησιδανείου που καταρτίστηκε άτυπα μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε να παραχωρηθεί από τον εφεσίβλητο δωρεοδόχο, χωρίς αντάλλαγμα, η χρήση του υπό κατασκευή οροφοδιαμερίσματος του Β' ορόφου στον εκκαλούντα δωρητή, για να διαμένει σ' αυτό με τη σύζυγό του καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής τους.
Έκτοτε ο εφεσίβλητος απέκτησε την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή των υπό κατασκευή δωρηθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών του ημιυπόγειου, του Α' και Β' ορόφου αυτής και των αναλογούντων σ' αυτές ποσοστών συγκυριότητας στο οικόπεδο. Τούτο, άλλωστε, ιστορεί και ο ίδιος ο εκκαλών στην από 21-9-2007 αγωγή του (επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη), στη 2η σελίδα της οποίας αναγράφει "...
με συνέπεια να καταστεί ο αντίδικος αποκλειστικός κάτοχος, νομέας και κύριος των ανωτέρω ποσοστών και οριζοντίων ιδιοκτησιών που του δώρησα", ώστε δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ότι ο εκκαλών, μετά την παραίτησή του από το δικαίωμα επικαρπίας, παρέδωσε τη νομή των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών στον εφεσίβλητο.
Επίσης, το κατατεθέν από τον εξετασθέντα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρα του εφεσίβλητου (σύζυγο της θυγατέρας του) Π. Λ., ότι όταν παραιτήθηκε ο εκκαλών από την επικαρπία "...είπε ότι του έφυγε ένα βάρος από την ψυχή του..." και ότι ο λόγος της δωρεάς ήταν "...να φύγει από πάνω του και να είναι ικανοποιημένος στην υπόλοιπη ζωή του...", ενδεικνύει ότι η παραίτηση του εκκαλούντος από την επικαρπία δεν ήταν "τυπική", αλλά πράγματι αυτός παρέδωσε την νομή των δωρηθέντων ακινήτων στον εφεσίβλητο.
Τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον 1° λόγο της υπό κρίση εφέσεως περί τυπικής παραίτησης του εκκαλούντα από την επικαρπία (χωρίς να γίνεται επίκληση εικονικότητας της σχετικής σύμβασης) και ότι ποτέ αυτός δεν παρέδωσε τη νομή στον εφεσίβλητο, είναι παντελώς αβάσιμα. Πράγματι, έκτοτε ο εφεσίβλητος νέμεται όλα τα δωρηθέντα ακίνητα οριζόντιες ιδιοκτησίες, ανεπίληπτα, με διάνοια κυρίου, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμα νομής του επ' αυτών από οποιονδήποτε, ούτε από τον καλούντα δωρητή πατέρα του.
Και είναι μεν αληθές ότι κατά τον χρόνο παραίτησης του εκκαλούντα από την επικαρπία (5-3-1982) δεν είχε αποπερατωθεί η οικοδομή - για την οποία είχε ήδη εκδοθεί η υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Αγ. Παρασκευής, αναθεωρηθείσα τον Νοέμβριο του 1981 - είχαν, όμως, ήδη αρχίσει οι εργασίες ανέγερσής της και εντός του ιδίου έτους (1982) είχαν αποπερατωθεί ο φέρων οργανισμός της και η τοιχοποιία, όπως προκύπτει τόσο από το κατατεθέν από τον ίδιο ως άνω εξετασθέντα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρα του εκκαλούντος Π.
Λ. "Το 1982 ήταν μπετά και τοίχοι", όσο και από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ίδιο τον εκκαλούντα από 5-11-1981 απόδειξη παραλαβής και δήλωσης εξόφλησης για εργασίες μπετόν του Σ. Ξ., αποπερατώθηκε, δε, σταδιακά μέχρι το έτος 1988. Ο εκκαλών ισχυρίζεται αβάσιμα ότι οι δωρηθείσες στον εφεσίβλητο οριζόντιες ιδιοκτησίες κατέστησαν δεκτικές νομής και χρησικτησίας από τις 30-12-1988, οπότε αποπερατώθηκε η οικοδομή, ενώ προηγουμένως δεν υπήρχε δυνατότητα ασκήσεως εμφανών πράξεων νομής επ' αυτών από οποιονδήποτε, ώστε μέχρι τον χρόνο επιδόσεως στον εφεσίβλητο της παρακάτω αναφερόμενης δήλωσης αυτού περί ανακλήσεως της δωρεάς, στις 4-9-2007, δεν είχε παρέλθει εκ μέρους αυτού εικοσαετής άσκηση νομής επ' αυτών και επιπλέον επί του οροφοδιαμερίσματος του Β' ορόφου, στο οποίο κατοικεί ο ίδιος (εκκαλών) με τη σύζυγο του από τον χρόνο αποπερατώσεώς της μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ο εφεσίβλητος ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο εκκαλών στον 1ο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς του (σελ. 7) όλως αντιφατικά, ανατρέποντας τους ισχυρισμούς του περί αποπερατώσεως της οικοδομής το έτος 1988, ισχυρίζεται ότι στο οροφοδιαμέρισμα του Β' ορόφου διαμένει και χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία του "...συνεχώς από τη σύναψη της συμβάσεως δωρεάς μέχρι και σήμερα και κατά συνέπεια είχα και έχω την νομή αυτού, την οποία δεν παρέδωσα ποτέ στον εναγόμενο...".
Ανεξαρτήτως, όμως, του χρόνου αποπερατώσεως των δωρηθεισών στον εφεσίβλητο οριζοντίων ιδιοκτησιών, καθώς και του χρόνου που κατέστησαν κατοικήσιμες, στις 5-3-1982 που παραδόθηκε η νομή αυτών από τον εκκαλούντα στον εφεσίβλητο, όπως έχει προεκτεθεί, είχε ήδη κατασκευαστεί ο φέρων οργανισμός της οικοδομής και η τοιχοποιία και συνεπώς ήταν δυνατή η άσκηση πράξεων χωριστής νομής σε καθεμία από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες (δηλαδή στους ορόφους, καθένας από τους οποίους περιελάμβανε ένα αυτοτελές και ανεξάρτητο διαμέρισμα), που προσιδίαζαν προς τη φύση και τον προορισμό τους κατ' εκείνο το χρόνο (όπως επίσκεψη και επίβλεψη αυτών, καθώς και των εκτελουμένων τότε εργασιών ανοικοδόμησης, ανάθεση εργασιών αποπεράτωσης σε τρίτους κλπ) και συνεπώς ήταν δυνατή η κτήση επ' αυτών χωριστής κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.
Περαιτέρω, αληθές είναι ότι οι δωρηθείσες στον εφεσίβλητο οριζόντιες ιδιοκτησίες (καθώς και όλη η οικοδομή) ανεγέρθηκαν κυρίως με επίβλεψη και δαπάνη του εκκαλούντος, ο οποίος όμως δεν ενεργούσε με διάνοια κυρίου, αλλά κατ' εντολήν και για λογαριασμό του εφεσίβλητου νομέως υιού του (και της έτερης δωρεοδόχου θυγατέρας του), ο οποίος το έτος 1982 διήγε το 24° έτος της ηλικίας του, είχε δε αρχίσει τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα το έτος 1977, εργαζόμενος, ως αργυροχρυσοχόος, με τη συμβολή και καθοδήγηση του εκκαλούντα πατέρα του και λόγω του νεαρού της ηλικίας του δεν διέθετε ούτε τα οικονομικά μέσα ούτε την αναγκαία πείρα στις συναλλαγές για την ανέγερση της ως άνω πολυώροφης οικοδομής.
Πράγματι οι ενέργειες του εκκαλούντος προς αποπεράτωση της οικοδομής (για τις οποίες προσκομίζει ιδιωτικά συμφωνητικά για ανάθεση από τον ίδιο διαφόρων εργασιών σε τρίτους, προσφορές τιμών από τρίτους προς αυτόν, αποδείξεις εισπράξεως, καταστάσεις μισθοδοσίας προς το ΙΚΑ κλπ, οι οποίες χρονολογούνται από τις 5-11-1981 έως τις 17-5-1988) όσες απ' αυτές αναφέρονται σε χρόνο μετά την παραίτησή του από την επικαρπία (5-3-1982), αναμφισβήτητα δεν έγιναν με διάνοια κυρίου, αλλά για λογαριασμό και προς εξυπηρέτηση του εφεσίβλητου νομέως υιού του (και της έτερης δωρεοδόχου θυγατέρας του).
Μετά την αποπεράτωση της οικοδομής της οδού ..., το έτος 1988 οι διάδικοι μετεγκαταστάθηκαν οικογενειακώς από το διαμέρισμα της οδού ... (το οποίο είχε ήδη δωρήσει, κατά τα προαναφερόμενα, η σύζυγος του εκκαλούντος στη θυγατέρα τους), όπου κατοικούσαν μέχρι τότε, στο δωρηθέν στον εφεσίβλητο οροφοδιαμέρισμα του Β' ορόφου, ο δε εφεσίβλητος περί τις αρχές του 1989 μετεγκατέστησε το εργαστήριο αργυροχρυσοχοϊας, που διατηρούσε μέχρι τότε σε μισθωμένο χώρο της επί της οδού ...
πολυώροφης οικοδομής, στο δωρηθέν σ' αυτόν ημιυπόγειο όροφο και η θυγατέρα του εκκαλούντος με την οικογένεια της εγκαταστάθηκαν στο περιελθόν σ' αυτήν με τη δωρεά οροφοδιαμέρισμα του Γ' ορόφου, ενώ αυτή εκμίσθωσε σε τρίτους το επίσης δωρηθέν σ' αυτήν υπερυψωμένο ισόγειο. Μέχρι το έτος 1990, οπότε ο εφεσίβλητος νυμφεύθηκε την Ε.
Θ., διέμενε με την πατρική του οικογένεια στο διαμέρισμα του Β' ορόφου, ενώ έκτοτε εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του στο διαμέρισμα του Α' ορόφου, οι δε γονείς του συνέχισαν και συνεχίζουν να διαμένουν μέχρι και σήμερα, χωρίς αντάλλαγμα, στο δωρηθέν προς αυτόν διαμέρισμα του Β' ορόφου, εις εκτέλεση της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως χρησιδανείου, δυνάμει της οποίας ο εκκαλών κατέχει αυτό με διάνοια δικαιούχου και όχι με διάνοια κυρίου, την οποία (διάνοια κυρίου) από τις 5-3-1982 (χρόνο παραιτήσεώς του από την επικαρπία) την ασκούσε ο εφεσίβλητος, νεμόμενος αυτό δια του κατόχου χρησαμένου εκκαλούντος πατέρα του, ενώ αντίθετη συμπεριφορά του εκκαλούντος, ενέχουσα αμφισβήτηση του δικαιώματος νομής του εφεσίβλητου υιού του, μέχρι τον χρόνο ανάκλησης της δωρεάς (4-9-2007) δεν αποδείχθηκε.
Άλλωστε, για το διαμέρισμα αυτό, ο εφεσίβλητος, εν γνώσει του εκκαλούντος πατέρα του, δήλωνε και δηλώνει κατ' έτος (εκτός του εντύπου Ε9) στο έντυπο Ε2 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματός του, ότι έχει παραχωρήσει χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση του στον εκκαλούντα, φορολογούμενος για το σχετικό τεκμαρτό εισόδημα.
Περαιτέρω, όμως, από το έτος 2004 οι σχέσεις του εφεσίβλητου και της αδελφής του Ά. Λ., η οποία μέχρι τότε εργαζόταν, ως υπεύθυνη πωλήσεων στο αργυροχρυσοχοείο του πρώτου, διερράγησαν και έκτοτε επισυνέβησαν διάφορα οικογενειακά επεισόδια, με διάφορες αφορμές, χωρίς, όμως, ποτέ να αμφισβητηθεί από τον εκκαλούντα το δικαίωμα νομής του εφεσίβλητου στις δωρηθείσες προς αυτόν οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Μάλιστα, μετά από οικογενειακό επεισόδιο που επισυνέβη στις 3-1-2006 (στο οποίο ενεπλάκησαν η θυγατέρα του εκκαλούντος και ο σύζυγός της Π. Λ.) με αφορμή το οποίο υπεβλήθησαν εκατέρωθεν μηνύσεις, ο εκκαλών, αφού αναγκάστηκε να μετοικήσει το τέλος Ιανουαρίου 2006 με την οικογένεια του σε μισθωμένη οικία στο ..., όπου και συνεχίζει να διαμένει μέχρι και σήμερα, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το διαμέρισμα του Α' ορόφου, στο οποίο μέχρι τότε διέμενε με την οικογένειά του, σε τρίτους, δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, υπ' αριθμ. ...
αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Π. Μποζίκα. Ακολούθως, ο εκκαλών με την από 30-8-2007 εξώδικη δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε στον εφεσίβλητο δωρεοδόχο στις 4-9-2007 (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Γ. Χ.) ανακάλεσε την προς αυτόν δωρεά των 58/100 εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου και των ως άνω αναλογουσών σ' αυτά τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών (ημιυπόγειου, Α' και Β' ορόφου), για το λόγο ότι φάνηκε αχάριστος με βαρέα παραπτώματα του απέναντι στον ίδιο, ως δωρητή, και σε στενά συγγενικά του πρόσωπα (τη σύζυγό του, τη θυγατέρα του και το γαμβρό του), στα οποία υπέπεσε από το 2002 και εντεύθεν, ζήτησε, δε να του αποδώσει τα δωρηθέντα ακίνητα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι και στη δήλωση αυτή του εκκαλούντος αναγράφεται ότι ο εφεσίβλητος έχει καταστεί (αποκλειστικός κύριος και) νομέας των δωρηθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών, μετά την παραίτηση του ιδίου (εκκαλούντος) από το δικαίωμα επικαρπίας. Μετά ταύτα ο εκκαλών άσκησε την υπό κρίση αγωγή του, ισχυριζόμενος ότι η ένδικη δωρεά των παραπάνω τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών (ημιυπόγειου, Α' και Β' ορόφου) που αντιστοιχούν σε ποσοστό 58/100 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου έχει ανακληθεί με την ως άνω από 30-8-2007 εξώδικη δήλωση του και ότι ως εκ τούτου ο εφεσίβλητος δωρεοδόχος υποχρεούται να προβεί στην κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ δήλωση για αναμεταβίβαση ποσοστού 37/100 εξ αδιαιρέτου του συνόλου του οικοπέδου, στο οποίο αντιστοιχεί η οριζόντια ιδιοκτησία του ημιυπόγειου ορόφου (16/100) και το διαμέρισμα του Β' υπέρ το ισόγειο ορόφου (21/100), ενώ όσον αφορά τον Α' όροφο (τον οποίο ήδη έχει μεταβιβάσει, λόγω πωλήσεως, προς τρίτους ο εφεσίβλητος) ο εκκαλών, μετά τον κατά τα ανωτέρω παραδεκτό περιορισμό της αγωγής του, ζητεί μόνο να ανακληθεί η γενόμενη δωρεά, χωρίς αντίστοιχο αίτημα περί της καταδίκης του εφεσίβλητου στην κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ δήλωση αναμεταβίβασης.
Όπως όμως αποδείχθηκε, ο εφεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα και των τριών δωρηθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νεμόταν αυτές με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ήτοι από τις 5-3-1982, μετά την παραίτηση του εκκαλούντος δωρητή από το δικαίωμα επικαρπίας επ' αυτών, μέχρι τις 4-9-2007, οπότε επιδόθηκε προς τον εφεσίβλητο η από 30-8-2007 δήλωση του εκκαλούντος περί ανάκλησης της δωρεάς.
Επομένως, εφόσον κατά τον χρόνο ανακλήσεως της ένδικης δωρεάς ο εφεσίβλητος είχε καταστεί κύριος των επιδίκων δωρηθέντων ακινήτων (πέραν του παραγώγου τρόπου κτήσεως αυτών με το δωρητήριο συμβόλαιο) και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, υφίστατο νόμιμη αιτία κτήσεως της κυριότητας αυτών (έκτακτη χρησικτησία) από τον εφεσίβλητο, η οποία παρέχει σ' αυτόν, ως χρησιδεσπόζοντα, νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού, ώστε, μετά την ανάκληση της ένδικης δωρεάς και ανεξαρτήτως της βασιμότητας των λόγων αυτής, δεν μπορούν να αναζητηθούν τα δωρηθέντα ακίνητα από τον εφεσίβλητο δωρεοδόχο, ούτε αυτός υποχρεούται να τα αποδώσει, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με τις ίδιες σκέψεις δέχθηκε, ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, την προταθείσα από τον εφεσίβλητο ένσταση ιδίας κυριότητας επί των δωρηθέντων ακινήτων και μετά ταύτα απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αν και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), ορθώς ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε 1ος και 2ος λόγοι της υπό κρίση εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι".
Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 947 και 974 ΑΚ, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Ειδικότερα, με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία ο αναιρεσίβλητος από το έτος 1982 συνεχώς και μέχρι το έτος 2007 είχε στη νομή του τα επίδικα ακίνητα (οριζόντες ιδιοκτησίες), διενεργώντας όλες τις αναφερόμενες και προσιδιάζουσες στη φύση τους διακατοχικές πράξεις, δηλαδή εμφανείς υλικές πράξεις με τις οποίες εκδηλωνόταν η βούλησή του να εξουσιάζει φυσικά τα πράγματα σαν δικά του, συνέτρεχαν όλες οι από το νόμο προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητας επ' αυτών με έκτακτη χρησικτησία.
Επιπλέον, σύμφωνα με τα παραπάνω, τα επίδικα ακίνητα πράγματα (οριζόντιες ιδιοκτησίες) από το έτος αυτό (1982) είχαν υλική υπόσταση, ενόψει του ότι είχαν κατασκευαστεί ο φέρων οργανισμός και η τοιχοποιϊα και ως εκ τούτου κατά την αντίληψη των συναλλαγών ως ενσώματα αντικείμενα που είχαν υλική υπόσταση, υπόκειντο σε εξουσίαση.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι περιέλαβε στις παραδοχές της το ότι αυτός (αναιρεσείων) επέβλεπε και χρηματοδοτούσε το έργο της ανοικοδόμησης των δωρηθέντων ακινήτων κατ' εντολή και για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου δωρεοδόχου χωρίς να προβληθεί εκ μέρους του τελευταίου τέτοιος ισχυρισμός, εκτός του ότι αυτός δεν συμμετείχε σε καμία σε καμμία από τις σχετικές ενέργειες.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση, και όχι από τον αριθ. 11, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων παραδεκτά και νόμιμα με τις προτάσεις του είχε προτείνει τα ως άνω περιστατικά προς θεμελίωση της ως άνω ένστασής του περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων συνεπεία έκτακτης χρησικτησίας.
Κατά τα λοιπά ο πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η επικαλούμενη παραβίαση αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 505 AK, ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, εάν ο δωρεοδόχος με βαρύ παράπτωμα φάνηκε αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγό του ή σε στενό συγγενή του, ιδίως αν αθέτησε υποχρέωσή του προς διατροφή του δωρητή. Από την πιο πάνω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι για την ανάκληση της δωρεάς απαιτείται παράπτωμα του δωρεοδόχου, το οποίο να είναι βαρύ και να συνιστά αχαριστία αυτού, ήτοι αντικοινωνική του συμπεριφορά, ενέχουσα παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των περί ηθικής ή ευπρεπείας κρατουσών στην κοινωνία αντιλήψεων, η οποία πρέπει να οφείλεται σε υπαιτιότητά του και να είναι δυνατόν να του καταλογιστεί.
Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη η στενότητα του δεσμού, ο οποίος συνδέει το δωρητή με το δωρεοδόχο, τα ελατήρια της δωρεάς, η αξία του αντικειμένου αυτής, η συμπεριφορά του δωρεοδόχου, η υπαιτιότητα και ο βαθμός υπαιτιότητας αυτού, καθώς και το συντρέχον πταίσμα του δωρητή, του συζύγου ή του στενού συγγενούς αυτού (ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 1714/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 509 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Κώδικα, η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με άτυπη (ακόμη και όταν το αντικείμενο της δωρεάς είναι ακίνητο) σχετική δήλωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, κατά συνέπεια και με αγωγή. Η δήλωση αυτή, που συνιστά άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του δωρητή, επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της από την περιέλευσή της στο δωρεοδόχο και εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και μπορεί να δικαιολογήσει την ανάκληση (ΑΠ 1025/1998).
Με την αγωγή αναγνώρισης της ανάκλησης μπορεί να σωρευθεί και αίτημα για αναζήτηση του δωρηθέντος. Η αγωγή αυτή είναι ενοχική και όχι εμπράγματη. Ο δωρητής δικαιούται ενοχικά σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος. Ο τρόπος της αυτούσιας απόδοσης εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε σ' αυτό ο λήπτης.
Έτσι, αν το δωρηθέν είναι ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η επαναμεταβίβαση της κυριότητας, μετά την ανάκληση της δωρεάς, γίνεται με καταδίκη του δωρεοδόχου σε δήλωση βούλησης και μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου για αποδοχή της απόφασης αυτής.
Η απόδοση, όμως, της νομής και κατοχής του πράγματος, δεν προϋποθέτει καταδίκη σε δήλωση βούλησης και μπορεί να γίνει με αγωγή απόδοσης του πράγματος που κατέχεται χωρίς αιτία μετά την ανάκληση, αφού και η κυριότητα είναι αποδοτέα, μετά την εν λόγω ανάκληση, διότι στερείται πλέον νόμιμης αιτίας, έτσι ώστε να μη δικαιολογεί τη διατήρηση των ωφελημάτων απ' αυτή.
Επομένως, είναι δυνατή η άσκηση εκ μέρους του δωρητή κατά του δωρεοδόχου και καταψηφιστικής αγωγής με νομική βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 επ., 509 ΑΚ) και αίτημα την καταδίκη του σε επιστροφή του αντικειμένου της δωρεάς, λόγω ανάκλησης της τελευταίας (αποτέλεσμα της οποίας είναι η αυτοδίκαιη ανατροπή της ενοχικής σύμβασης της δωρεάς για το μέλλον - ex nunc - και ως εκ τούτου η γένεση της αξίωσης του δωρητή προς επιστροφή του αντικειμένου της δωρεάς κατ' άρθρ. 904 επ.
ΑΚ), οπότε το ζήτημα της συνδρομής ή μη του ανακλητικού λόγου θα αποτελέσει προδικαστικό ζήτημα στη σχετική δίκη. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 ΑΚ, η ανάκληση της δωρεάς αποκλείεται αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης.
Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, η τιθέμενη με αυτήν ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αρχίζει, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανάκλησης της δωρεάς, η οποία μπορεί να γίνει και με την άσκηση της αγωγής ανάκλησης, διότι στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 655/2014, ΑΠ 1043/2000).
Εξάλλου, η δια χρησικτησίας κτήση πράγματος επέρχεται εκ του νόμου με τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων (ΑΚ 1041-1045), οι οποίες αποτελούν τη νόμιμη αιτία της άνω κτήσης. Επομένως, κατά του αποκτήσαντος την κυριότητα πράγματος με χρησικτησία δεν χωρεί αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού ελλείπει ως προς αυτόν η προϋπόθεση της χωρίς νόμιμη αιτία κτήσης του πλουτισμού.
Κατά συνέπεια τούτων, αν ανακληθεί δωρεά ακινήτου και ο δωρεοδόχος (ή ο από αυτόν αποκτήσας πριν από την ανάκληση για νόμιμη αιτία και με νόμιμο τρόπο το δωρηθέν ακίνητο τρίτος) κατά το χρόνο της ανάκλησης είχε ήδη καταστεί κύριος του δωρηθέντος ακινήτου με χρησικτησία, ήτοι από νόμιμη αιτία, δεν μπορεί να αναζητηθεί το δωρηθέν ακίνητο από τον δωρεοδόχο ή τον ως άνω τρίτο, ούτε αυτοί υποχρεούνται να το αποδώσουν, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αφού οι περί χρησικτησίας διατάξεις δεν προβλέπουν μόνο τυπικά τη μετάθεση της κυριότητας στον χρησιδεσπόζοντα, αλλά και την δικαιολογούν ουσιαστικά (κατά την οικονομική αξία του πράγματος), παρέχοντας στον χρησιδεσπόζοντα αιτία διατήρησης του πλουτισμού (ΑΠ 1361/2007).
Ειδικότερα, σε περίπτωση δωρεάς ακινήτου κατά τις ως άνω διατάξεις ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας κατ' άρθρ. 1045 ΑΚ αρχίζει να τρέχει σε βάρος του δωρητή άμεσα από την εκτέλεση της δωρεάς και όχι μόνο αφ' ότου αυτός ασκήσει το διαπλαστικό δικαίωμα της ανάκλησης. Τούτο συνάγεται από το σύνολο των διατάξεων του δέκατου τρίτου κεφαλαίου του ΑΚ περί δωρεάς (άρθρ. 496-512), στις οποίες ο νομοθέτης, εκτός από την πιο πάνω καθιέρωση της ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας για την ανάκληση της δωρεάς (ΑΚ 510 παρ.1), ουδεμία ρύθμιση περιέλαβε με την οποία να διαφοροποιείται σε περίπτωση ανάκλησης της δωρεάς ο χρόνος έναρξης της έκτακτης χρησικτησίας.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι σχετικές διατάξεις του ΑΚ περί χρησικτησίας έχουν ως σκοπό, εκτός των άλλων, για την προαγωγή της ασφάλειας δικαίου, την εκκαθάριση των σχέσεων του προσώπου με το πράγμα και την άρση της αβεβαιότητας για την τύχη των πραγμάτων και ως εκ τούτου αποβλέπουν στην ικανοποίηση του γενικού (δημοσίου) συμφέροντος (ΑΠ 812/2018, ΑΠ 91/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τα όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο περί έναρξης του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας στα επίδικα ακίνητα εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου από την εκτέλεση της δωρεάς (1982) και ως εκ τούτου συμπλήρωσης του απαιτούμενου χρόνου για την απόκτηση κυριότητας κατά την έγερση της ένδικης αγωγής (2007), δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 505 επ.
και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε, ενώ οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα, με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περιστατικά, ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας κατ' άρθρ. 1045 ΑΚ που επικαλείται ο αναιρεσίβλητος για τη θεμελίωση νόμιμης αιτίας κτήσης της κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων εκ μέρους του και ως εκ τούτου ύπαρξης στο πρόσωπό του νόμιμης αιτίας διατήρησης του πλουτισμού, ορθά υπολογίστηκε άμεσα από την εκτέλεση της δωρεάς (1982) και ως εκ τούτου είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2007).
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αφορά τη σκέψη της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ή ισχυρισμός ως μη νόμιμος, αόριστος, απαράδεκτος ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ ΑΠ 3/1997, Ολ ΑΠ 44/1990, ΑΠ 114/2018, ΑΠ 295/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ως προς το ζήτημα του πρώτου πρόσθετου λόγου της έφεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον από 18-10-2016 πρόσθετο λόγο ο εκκαλών παραπονείται ότι η εκκαλουμένη άφησε αδίκαστο το αγωγικό αίτημα αναγνώρισης της συνδρομής νομίμων λόγων που δικαιολογούν την ανάκληση της ένδικης δωρεάς και ότι αυτή έχει νομίμως και βασίμως ανακληθεί με την από 30-8-2007 συναφή δήλωση του ιδίου (εκκαλούντος) που επιδόθηκε στον εφεσίβλητο στις 4-9-2007.Το ως άνω αίτημα αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο της ένδικης αγωγής, αναγκαίως συνεχόμενο, όμως, με τους εξετασθέντες 1° και 2° λόγους της υπό κρίση εφέσεως (οι οποίοι απερρίφθησαν ως αβάσιμοι), καθόσον η επικαλούμενη με τον πρόσθετο λόγο εφέσεως συνδρομή νομίμου λόγου που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για τα αγωγικά αιτήματα της απόδοσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού και της καταδίκης σε δήλωση βούλησης ...για την απόρριψη των οποίων παραπονείτο ο εκκαλών κατά της εκκαλουμένης με τους 1ο και 2° λόγους της υπό κρίση εφέσεως.
Πλην όμως, αφού ήδη απερρίφθησαν οι 1ος και 2ος λόγοι της υπό κρίση εφέσεως, με τους οποίους παραπονείτο ο εκκαλών-ενάγων για την παραδοχή της προβληθείσας από τον εναγόμενο ενστάσεως ιδίας κυριότητας, ως νόμιμης και ουσιαστικά βάσιμης, καθώς και για την μετά ταύτα απόρριψη του αγωγικού αιτήματος για την απόδοση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και την καταδίκη του εναγομένου σε δήλωση βουλήσεως, αλυσιτελώς προτείνονται τα διαλαμβανόμενα στον πρόσθετο λόγο της εφέσεως, καθόσον η ανάκληση της δωρεάς που έγινε στις 4-9-2007 δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή, αφού μετά την ανάκληση ο εκκαλών δεν δικαιούται να ζητήσει τα επίδικα δωρηθέντα ακίνητα κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω λήξεως της αιτίας (δωρεάς), για την οποία δόθηκαν, δεδομένου ότι ο εφεσίβλητος είχε ήδη, κατά το χρόνο της ανακλήσεως, καταστεί κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συνιστά πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας και αυθύπαρκτη αιτία διατήρησης του πλουτισμού και όχι "αιτία" δωρεάς, η οποία συνιστά παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας και, ως αιτία, εξέλιπε συνεπεία της ανακλήσεως.
Ο υπό κρίση πρόσθετος λόγος θα ερευνάτο μόνον στην περίπτωση απορρίψεως της ενστάσεως ιδίας κυριότητας, κατά παραδοχή των 1ου και 2ου λόγων της εφέσεως. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος". Με τα δεδομένα αυτά είναι απαράδεκτος ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε τον πρόσθετο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονέθηκε για το ότι η πρωτόδικη απόφαση άφησε αδίκαστο το πρώτο αίτημα της ένδικης αγωγής του περί αναγνώρισης ως νόμιμου και βάσιμου του λόγου ανάκλησης της δωρεάς εν ζωής.
Τούτο δε διότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό του ως άνω πρόσθετου λόγου έφεσης δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, αλλά απέρριψε αυτόν ως μη νόμιμο, δεχόμενο ότι αλυσιτελώς προτείνονται τα διαλαμβανόμενα στον πρόσθετο λόγο έφεσης, καθόσον η ένδικη ανάκληση της δωρεάς δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή.
Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι στην προκειμένη περίπτωση το πρώτο ως άνω αίτημα της ένδικης αγωγής περί αναγνώρισης ως νόμιμου και βάσιμου του λόγου ανάκλησης της δωρεάς εν ζωής δεν αποτελεί σωρευόμενο αυτοτελές κύριο διαγνωστικό αίτημα, αλλά απλό προδικαστικό ζήτημα του δεύτερου αιτήματος περί υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου να αναμεταβιβάσει σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) την πλήρη κυριότητα των αναφερομένων οριζόντιων ιδιοκτησιών της ανεγερθείσας οικοδομής και σε περίπτωση άρνησής του να καταδικαστεί σε δήλωση βούλησης κατ' άρθρ. 949 ΚΠολΔ, ενόψει και της μη επίκλησης από τον τελευταίο ειδικού εννόμου συμφέροντός του κατ' άρθρ. 70 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αβεβαιότητα από την αμφισβήτηση της επίδικης έννομης σχέσης και απειλή βλάβης, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση να αποτελεί πρόσφορο μέσο.
Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-5-2018 αίτηση του Φ. Γ. του Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 822/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ