Legislator Case Law & Legislation
515/2019 AI generated

515/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 515/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

515/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Keywords

AI generated
unemployment benefits overpayment employment subject to social contributions successive fixed-term contracts piecework unpaid work multiple employment
AI generated
1387/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
314/2020
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
963/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
797/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1016/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19/5/2004 αίτησή του.
1272/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5020/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/8/2004 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 515 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 515/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Αθηναίων", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης Ευκλείδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις του Δήμου Αθηναίων ως αναιρεσείοντος, ενώ δεν κατέθεσε προτάσεις αυτού ως αναιρεσιβλήτου.

Των αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων: 1) Ο. Α. του Νι., 2) Ι. Α. του Π., 3) Ε. Α. του Ε., 4) Ε. Α. του Ν., 5) Α. Α. του Α., 6) Ξ. Γ. του Δ., 7) Α. Γ. του Β., 8) Α. Δ. του Ε., 9) Δ. Δ. του Σ., 10) Γ. Ζ. του Π., 11) Γ. Ζ. του Μ., 12) Α. Κ. του Δ., 13) Π. Κ. του Σ., 14) Ι. Κ. του Η., 15) Κ. Μ. του Π., 16) Κ. Μ. του Χ., 17) Π. Μ. του Σ., 18) Α. Μ. του Ε., 19) Ι. Ν. του Α., 20) Φ. Σ. του Σ., 21) Α. Σ. του Δ., 22) Ε. Τ. του Ν., 23) Μ. Φ. του Η., 24) Γ. Χ. του Γ. και 25) Θ. Χ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2 ΚΠολΔ) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Σωτηρακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμό 2898/16-12-2008. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών εξέδωσε την 1126/2010 απόφασή του, με την οποία κηρύχθηκε καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Στη συνέχεια, εκδόθηκαν η 2928/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 2363/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν ο αναιρεσείων- εναγόμενος με την από 30-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 772/2-11-2017 αίτησή του και οι αναιρεσείοντες- ενάγοντες με την από 31-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 774/3-11-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Υπόκεινται προς κρίση η από 30-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 772/2-11-2017 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Δήμου Αθηναίων και η από 31-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 774/3-11-2017 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Ο. Α. και λοιπών (25 συνολικά), κατά της 2363/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες έφεσης κατά της 2928/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10-9-2008 αγωγής των εναγόντων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο, με την 1126/2010 απόφασή του, την παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο. Οι ως άνω αντίθετες αιτήσεις, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. 2.

Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920 (όπως αυτό έχει ερμηνευθεί με το άρθρο 11 α.ν. 547/1937) συνάγεται ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται ιδίως στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Επακολούθησε, όμως, ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "1. Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων.

2. Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες". Στη συνέχεια, στις παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν την καταβολή των αποδοχών στο προσωπικό που συμπλήρωσε την ως άνω διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα, που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων, διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης α' και β' βαθμού (ΟλΑΠ 20/2007).

3.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση "έργου", που υποκρύπτει την παροχή εξαρτημένης εργασίας), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ) κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου (ή "έργου").

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ή "έργου", που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία), οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό (η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής).

Προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του ως άνω άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι, που εμπίπτουν στην εξαίρεση, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου".

Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα πρόσφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζόμενους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζόμενους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ΙΔΑΧ, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν με άκυρη σύμβαση εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε και με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης άλλου εργαζομένου στη θέση στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 1710/2018, ΑΠ 110/2017).

Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα άδειας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012).

4.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

5.Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 10-9-2008 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι απασχολήθηκαν δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και του εναγομένου Δήμου, στα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών του τελευταίου, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2003 έως την 24-9-2007, οπότε διορίσθηκαν ως τακτικοί υπάλληλοι, μετά από προκήρυξη διαγωνισμού μέσω ΑΣΕΠ.

Ότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε καθημερινή βάση (Δευτέρα έως και Σάββατο), επί εξάωρο ημερησίως, υποκείμενοι στις δεσμευτικές γι' αυτούς οδηγίες του εναγομένου, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο εργασίας τους, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες εξυπηρέτησης των πολιτών στα ΚΕΠ του εναγομένου Δήμου.

Επικαλούμενοι, περαιτέρω, ότι αυτοί καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους τελούσαν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτως του δοθέντος χαρακτηρισμού στις καταρτισθείσες συμβάσεις και ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν έλαβαν τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΕ της ΠΟΕ-ΟΤΑ αποδοχές, που δικαιούνταν, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για διαφορές αποδοχών του έτους 2004, για κατ' αποκοπή έξοδα κίνησης του έτους 2004 και για επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων- Πάσχα) και άδειας των ετών 2004 έως και 2007, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις, κυρίως με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, άλλως, επικουρικώς, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την 1126/2010 απόφασή του, παρέπεμψε την αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως καθ' ύλην αρμόδιο. Ακολούθως, εκδόθηκε η 2928/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 2363/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο που απέρριψε την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και, δικάζοντας εκ νέου την αγωγή κατά το μέρος αυτό, την έκρινε νόμιμη και τη δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη, επιδικάζοντας σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 2.338 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επίδοση της αγωγής, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων και επίδομα άδειας έτους 2006 και για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα άδειας έτους 2007, ενώ απορρίφθηκαν οι αξιώσεις των εναγόντων του προγενέστερου χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 έως και το μήνα Νοέμβριο 2006, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών και άδειας των ετών 2004, 2005 και του επιδόματος εορτών Πάσχα του έτους 2006, κατά μερική παραδοχή της σχετικής έντασης του εναγομένου περί διετούς παραγραφής, που προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με τις προτάσεις του στο εφετείο.

6.Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την ανωτέρω προσβαλλόμενη 2363/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι- αναιρεσείοντες) απασχολήθηκαν στο Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών του εναγομένου Δήμου Αθηναίων (ήδη αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου), δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων "μίσθωσης έργου", με ημερομηνίες έναρξης 1-10-2003 διάρκειας 18 μηνών, 1-4-2005 διάρκειας 6 μηνών, 1-10-2005 διάρκειας 15 μηνών, 13-9-2006 διάρκειας 12 μηνών και 13-9-2007 διάρκειας 6 μηνών.

Ότι οι ενάγοντες συμμετείχαν σε διαγωνισμό, που προκήρυξε το ΑΣΕΠ για τη στελέχωση των Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών και βάσει του πίνακα διοριστέων του ΑΣΕΠ, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Γ' 414/25-6-2007, προσλήφθηκαν από το εναγόμενο ως τακτικοί υπάλληλοι την 24-9-2007. Ότι στις ανωτέρω συμβάσεις "μίσθωσης έργου" αναγράφεται, μεταξύ άλλων, η διάρκειά τους, η συνολική αμοιβή του αναδόχου, η μη ύπαρξη υποχρέωσης του εναγομένου για ασφάλιση σε φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης και για καταβολή δώρων εορτών και επιδομάτων άδειας και ότι ο ανάδοχος υποχρεούται να συνεργάζεται και να ενημερώνει τον Δήμαρχο για την πορεία και την εκτέλεση του έργου, υποβάλλοντας προτάσεις, εισηγήσεις και συμπεράσματα, συμβάλλοντας αποτελεσματικά στην υλοποίηση λειτουργίας του ΚΕΠ, με τις ειδικές ικανότητες, γνώσεις και εμπειρία που διαθέτει, ο δε Δήμος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παράσχει κάθε χρήσιμο στοιχείο για την εκτέλεση του έργου.

Ότι, κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, οι ενάγοντες απασχολούνταν επί έξι (6) ημέρες την εβδομάδα, με πλήρης ωράριο σε πρωινή ή απογευματινή βάρδια, ακολουθώντας δεσμευτικά τις οδηγίες και εντολές των υπευθύνων του εναγομένου και του προϊσταμένου τους, που ανήκε στο μόνιμο προσωπικό αυτού, ως προς τον τρόπο, το χρόνο και την έκταση της παροχής της εργασίας τους, χωρίς να αποσκοπεί αυτή στην επίτευξη οποιουδήποτε έργου και προσφέροντας τις ίδιες υπηρεσίες με συναδέλφους τους, που ανήκαν στο τακτικό προσωπικό του Κέντρου Εξυπηρέτησης Πολιτών του εναγομένου.

Ότι ο χρονικός περιορισμός της διάρκειας εκάστης των διαδοχικών σχέσεων εργασίας, δεν δικαιολογείται από λόγους αντικειμενικούς και συγκεκριμένα από την εποχικότητα του έργου του εναγομένου, ούτε από τη φύση των υπηρεσιών, που παρείχαν οι ενάγοντες, ούτε από τη φύση, το είδος των καλυπτόμενων από την εργασία τους αναγκών του εναγομένου ή από κάποιο άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις συνθήκες των υπηρεσιών αυτού.

Ότι, συνακόλουθα, οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου στον τομέα που απασχολούνταν, γεγονός που αποδεικνύεται από την επανειλημμένη και χωρίς κενά χρονικά διαστήματα παροχή των υπηρεσιών τους με ανανεούμενες συνεχώς κατά τη λήξη τους συμβάσεις και από την πρόσληψή τους στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, κατόπιν διαγωνισμού που διενεργήθηκε μέσω του ΑΣΕΠ.

Ότι, με βάση τα παραπάνω, οι ανωτέρω επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις, αν και χαρακτηρίσθηκαν από τα διάδικα μέρη ως "συμβάσεις έργου", υπέκρυπταν στην πραγματικότητα άκυρες συμβάσεις (σχέσεις) εξαρτημένης εργασίας και κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις έργου, αφού με αυτές οι διάδικοι απέβλεπαν στην εργασία των εναγόντων, που κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο δε νομικός χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων έργου δεν δεσμεύει το δικαστήριο.

Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι μέρος των αξιώσεων των εναγόντων έχουν παραγραφεί, δέχθηκε ότι, για τις ένδικες αξιώσεις, που δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, οι ενάγοντες, λόγω της ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας τους, δικαιούνται, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, τα ποσά που θα κατέβαλε ο εναγόμενος Δήμος σε νεοδιοριζόμενο άγαμο υπάλληλο, που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλο στα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών, καθότι δεν προβλέπεται για την ως άνω απασχόληση η υποχρεωτική κατοχή πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Στη συνέχεια, επιδικάσθηκε, σύμφωνα με τις ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 2.338 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής, για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και άδειας έτους 2006 και για επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων, Πάσχα) και άδειας έτους 2007, τα οποία υπολογίσθηκαν με βάση τις διατάξεις που ρυθμίζουν τις νόμιμες αποδοχές των εργαζομένων στους ΟΤΑ (άρθρα 3, 7, 9 ν. 3205/2003, 11 ν. 3453/2006, 1 ν. 3554/2007).

7.Με την κρίση αυτή, ήτοι ότι η επικουρική βάση της αγωγής βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, και την επιδίκαση στους ενάγοντες επιδομάτων εορτών και άδειας με βάση τις αποδοχές των μονίμων υπαλλήλων των ΟΤΑ και όχι των συμφωνηθέντων μεταξύ των μερών αποδοχών, το Εφετείο παραβίασε αφενός τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και αφετέρου τις διατάξεις που αναφέρονται ανωτέρω και ήταν εφαρμοστέες, τις οποίες δεν εφάρμοσε ως προς τις αποδοχές με βάση τις οποίες έπρεπε να κάνει το σχετικό υπολογισμό.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης του αναιρεσείοντος Δήμου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Όσον αφορά το δεύτερο λόγο της αίτησης από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, 103 παρ.2, 7 και 8 του Συντάγματος, της ρήτρας 5 της οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του π.δ. 164/2004, είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχεται παραδοχή περί ύπαρξης έγκυρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αόριστης διάρκειας.

Αντίθετα κρίθηκε ότι οι συμβάσεις των εναγόντων, ως συναφθείσες κατά παράβαση της προαναφερθείσας απαγορευτικής νομοθεσίας (ΑΚ 174), ήταν εξ αρχής άκυρες, αλλά κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό συνιστούσαν σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι παραβιάσθηκαν οι σχετικές με τη χορήγηση επιδομάτων εορτών και άδειας διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, καθόσον η επιδίκαση αυτών προϋποθέτει σχέση εξαρτημένης εργασίας, είναι αβάσιμος, διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί που απασχολούνται με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας, όπως, σύμφωνα με τις παραδοχές, συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

Με τις λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα για την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την εργασιακή σχέση στην οποία τελούσαν οι ενάγοντες και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες.

8.Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ.1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 και ισχύσαντος μέχρι την 31-12-2006 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κλπ, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.

α' ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ' άρθρο 250 αρ.6 και 17 ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 23/2004) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι [πολίτες ή] δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ των ΟΤΑ επιβαρύνσεων (πρβλ.

ΟλΑΠ 38/2005). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 93 περ. α' και β' του ίδιου νόμου, η παραγραφή διακόπτεται "α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών" και "β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση [...] της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.

Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. [...]" (ΑΠ 879/2017, ΑΠ 332/2015).

9.Στην προκείμενη περίπτωση και πέραν των όσων ήδη αναφέρθηκαν (παραπάνω, αρ.6), το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά επί του ζητήματος της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων: Ότι οι αξιώσεις των εναγόντων (τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων) ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2007.

Ότι η ένδικη από 10-9-2008 αγωγή τους επιδόθηκε στον εναγόμενο την 30-12-2008, όπως προκύπτει από την …5Β'/30-12-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Γ.. Ότι, συνακόλουθα, οι αξιώσεις των εναγόντων κατά του εναγομένου που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-2004 (από προφανή παραδρομή αναφέρεται 1-1-2005) έως και το μήνα Νοέμβριο του έτους 2006, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών και άδειας των ετών 2004, 2005 και του επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2006, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, γενομένης δεκτής εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμης της ένστασης του εναγομένου, που προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρεται με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ενώ οι ένδικες αξιώσεις για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2006 και για το επίδομα άδειας του ίδιου έτους, για τα οποία τάσσεται από το νόμο καθορισμένη ημερομηνία καταβολής η 31η Δεκεμβρίου του οικείου έτους, βάσει των διατάξεων των άρθρων 10 της ΥΑ 19040/1981 και 1 παρ.3 του ν.δ. 4547/1966, καθώς και για τα επιδόματα εορτών και το επίδομα άδειας έτους 2007, δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, αφού αυτή διακόπηκε την 30-12-2008, με την επίδοση της ένδικης αγωγής.

Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε προσηκόντως τις περί παραγραφής διατάξεις που αναφέρθηκαν, καθώς και τις διατάξεις του νόμου με τις οποίες τάσσεται καθορισμένη ημερομηνία καταβολής του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και του επιδόματος άδειας. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης του αναιρεσείοντος Δήμου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν απέρριψε, λόγω παραγραφής, τα κονδύλια της αγωγής που αφορούν το επίδομα εορτών Χριστουγέννων και το επίδομα άδειας του έτους 2006, είναι αβάσιμος.

10.Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως, όπως και όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, διότι ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1137/2017, ΑΠ 699/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες της από 31-10-2017 αίτησης, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό πρωτ. 215834/28-12-2007 αίτησης, που υπεβλήθη στον εναγόμενο για τη διακοπή της παραγραφής των αξιώσεών τους, που αφορούν τα επιδόματα εορτών και άδειας των ετών 2005 έως και 2007, δεχόμενη ότι η αίτηση αυτή δεν έχει εισαχθεί στο αρμόδιο γραφείο του Δήμου και δεν έχει πρωτοκολληθεί, ενώ το αληθές νόημα αυτής είναι ότι έφερε τον ως άνω αριθμό πρωτοκόλλου.

Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, επαναφέροντας παραδεκτά την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι οι αξιώσεις τους για το χρονικό διάστημα τουλάχιστον από 28-12-2005 και εντεύθεν, δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, διότι αυτή διεκόπη με την υποβολή προς τον εναγόμενο Δήμο της 215834/28-12-2007 αίτησης, με την οποία ζήτησαν, μεταξύ άλλων, την καταβολή των επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και άδειας των ετών 2005, 2006 και 2007.

Ότι η παραμόρφωση έγκειται στο ότι, την 28-12-2007, υπέβαλαν στην υπηρεσία πρωτοκόλλου του Δήμου τρεις αιτήσεις συνολικά με διαφορετικά αιτήματα, οι οποίες κατατέθηκαν την ίδια ημέρα και για λόγους διευκόλυνσης χορηγήθηκε ένας αριθμός και για τις τρεις αιτήσεις, που αποτυπώθηκε στην πρώτη εξ αυτών, πλην όμως αφορούσε και τις άλλες και, συνεπώς, το αληθές περιεχόμενο της αίτησής τους περί διακοπής της παραγραφής ήταν ότι έφερε και αυτή τον ίδιο ως άνω αριθμό, γεγονός που δεν δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, με τον τρόπο δε αυτό παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω (με αριθμό 9), δέχθηκε τα εξής: Ότι οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες), οι οποίοι παραδεκτά προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, την οποία επαναφέρουν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, ισχυρίσθηκαν ότι, με αίτησή τους προς το εναγόμενο, η οποία εγχειρίστηκε στο αρμόδιο γραφείο του εναγομένου και η οποία έλαβε αριθμό πρωτ. 215834/28-12-2007, διέκοψαν την παραγραφή ως προς τα αιτούμενα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματα άδειας των ετών 2005, 2006 και 2007.

Ότι ο ισχυρισμός αυτός περί διακοπής της παραγραφής είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος και τούτο διότι, από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τους (εκεί) εκκαλούντες έγγραφο- αίτηση, στο οποίο υπάρχει η σφραγίδα του εναγομένου με τον αριθμό πρωτοκόλλου και την ημερομηνία εισαγωγής του στο πρωτόκολλο του εναγομένου, προκύπτει ότι αυτοί με την εν λόγω αίτηση είχαν ζητήσει να τους χορηγηθεί η "ειδική παροχή" που δικαιούνταν από την 1-1-2004 και εντεύθεν και χορηγείτο και στους υπαλλήλους των ΟΤΑ, ενώ η προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες από 28-12-2007 αίτηση για χορήγηση σε αυτούς των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδομάτων άδειας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 και εντεύθεν, δεν φέρεται να έχει εισαχθεί στο αρμόδιο γραφείο πρωτοκόλλου του εναγομένου, αφού στην αίτηση αυτή δεν υπάρχει η σφραγίδα του αρμοδίου γραφείου πρωτοκόλλου με τον αριθμό και την ημερομηνία εισαγωγής.

Τα ανωτέρω επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες δεν αναφέρονται σε λάθος ανάγνωση του εγγράφου, αλλά το δικαστήριο της ουσίας, αξιολογώντας αυτό παράλληλα με τις λοιπές αποδείξεις, δεν υιοθέτησε τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και συνεπώς δεν θεμελιώνουν τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο, ο οποίος ελέγχεται αβάσιμος.

11.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η από 31-10-2017 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων Ο. Α. και λοιπών (συνολικά 25) και, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της από 30-10-2017 αίτησης αναίρεσης του Δήμου Αθηναίων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και άδειας έτους 2006 και επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και άδειας έτους 2007 και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3), προκειμένου να εκκαθαρισθούν οι αξιώσεις κάθε ενάγοντος για καταβολή των πιο πάνω επιδομάτων, σύμφωνα με τις καταβαλλόμενες ή συμφωνημένες αποδοχές. Τέλος, πρέπει οι αναιρεσίβλητοι στην από 30-10-2017 αίτηση να καταδικασθούν, λόγω της ήττας τους, στα μειωμένα, κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), ενώ δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου στην από 31-10-2017 αίτηση, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση και δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν επιδικάζονται, ελλείψει σχετικού αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 30-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 772/2-11-2017 και από 31-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 774/3-11-2017 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης.

Απορρίπτει την από 31-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 774/3-11-2017 αίτηση των αναιρεσειόντων Ο. Α. και λοιπών για αναίρεση της 2363/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την 2363/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Μαρτίου 2019. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8η Μαΐου 2019

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ