Legislator Case Law & Legislation
515/2017 AI generated

515/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 515/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

515/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 8/1/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 515 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 515/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Εταιρεία (Ν.Ε.)" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σταμούλη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/10/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5739/2012 και 2856/2013 διορθωτικής αυτής του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 23/6/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 8/1/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση και κατά τη διάταξη του άρθρου 104 εδ.

τελευταίο του ιδίου Κώδικα το δικαστήριο εξετάζει σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 665 παρ.2 εδάφιο τελευταίο του ΚΠολΔ, που είχε προστεθεί με το άρθρο 15 παρ.6 του Ν. 4055/2012 και όριζε ότι (επί εργατικών διαφορών) κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια, δημοτική αρχή καταργήθηκε σιωπηρά με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87), με το οποίο αντικαταστάθηκε το βιβλίο τέταρτο (άρθρα 591 - 681 Δ) του ΚΠολΔ και παρατέθηκαν ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591 έως 645, όπου δεν περιλαμβάνεται αντίστοιχη ρύθμιση.

Εξ άλλου το άρθρο ένατο του άρθρου 1 του πιο πάνω νόμου, με τον παράτιτλο "μεταβατικές διατάξεις" ορίζει στην μεν παράγραφο 2 ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές, στην δε παράγραφο 4 ότι κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2016.

Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 12 του ΕισΝΚΠολΔ ορίζεται ότι στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο. Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ σύμφωνα με τη περί τούτου διάταξη του εδαφίου β της παρ. 1 του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ, αποδίδει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία η εγκυρότητα διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας, κρίνεται με βάση το δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο διενέργειας αυτής (σχετ.

ΑΠ 811/1974). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγείται μετά την 1.1.2016 σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται πλέον μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι με ιδιωτικό έγγραφο που φέρει βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, όπως επιτρεπόταν ειδικά επί εργατικών διαφορών κατά την καταργηθείσα από 1.1.2016 διάταξη του άρθρου 665 παρ.2 εδ.

γ του ΚΠολΔ (ΑΠ 115/2017). Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008). Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στη προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της ένδικης από 23.6.2015 και με αριθμό κατάθεσης ...14.7.2015 αίτησης αναίρεσης από τη σειρά της στο πινάκιο ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο του Μαρία Σταμούλη, στην οποία με την από 12 Ιανουαρίου 2016 εξουσιοδότηση, που φέρει βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής αυτού από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, χορήγησε πληρεξουσιότητα όπως εμφανισθεί και τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου προς απόκρουση της ως άνω αίτησης αναίρεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19.1.2016 και σε κάθε μετ’ αναβολή δικάσιμο.

Η εν λόγω πληρεξουσιότητα, που χορηγήθηκε μετά την 1.1.2016 δεν είναι νόμιμη σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος να θεωρείται δικονομικά απών. Από δε την υπ’ αριθμό .../13 Οκτωβρίου 2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Μ., που επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα ναυτική εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω από 23.6.2015 και με αριθ.

κατάθ. ...14.7.2015 αίτησης αναίρεσης αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αρχικώς ορισθείσα στις 19.1.2016, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προσωπικά προς τον αναιρεσίβλητο (άρθ. 126 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε αντιμωλία των διαδίκων για τη δικάσιμο της 22.3.2016 και κατ’ αυτήν αναβλήθηκε εκ νέου αντιμωλία των διαδίκων για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, οπότε εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο. Εφόσον δε κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ, δ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.

β του ιδίου Κώδικα, δεν απαιτείται κλήση του διαδίκου για εμφάνιση του κατά την ορισθείσα μετ’ αναβολή δικάσιμο και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, ο αναιρεσίβλητος έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, για την ως άνω δικάσιμο οπότε εκδικάσθηκε η υπόθεση, και κατά συνέπεια η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης να χωρήσει κατά το άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ σαν να ήταν αυτός παρών.

Στην από 24.12.2010 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Μεσογειακών Πλοίων χωρητικότητας 501 - 3.000 κ.ο.χ. ή 801 - 4.500 TDW του έτους 2010, που καταρτίσθηκε στο πλαίσιο των άρθρων 1 παρ.1 και 5 του Α.Ν. 3276/1944 "Περί Συλλογικών Συμβάσεων εν τη ναυτική εργασία" (ΦΕΚ Α 24), η οποία κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3525.1.4/01/2011 απόφαση του Υπουργού Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας (ΦΕΚ Β 127/9.2.2011) και έχει κανονιστική ισχύ, δεν προβλέπεται στο άρθρο 5 αυτής υπό τον παράτιτλο "πρόσθετη εργασία και πρόσθετη αμοιβή (υπερωρίες)" ή σε άλλη διάταξη αυτής αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση του Α’ Μηχανικού, σε αντίθεση με το υπόλοιπο πλήρωμα.

Μάλιστα στη διάταξη της παρ. 4 του ως άνω άρθρου 5 αυτής, που ρυθμίζει τον υπολογισμό του ωρομισθίου υπερωριακής απασχόλησης κατά τα Σάββατα και τις αργίες προσηυξημένου κατά 50% επί του 1/173 του βασικού μισθού και μάλιστα από της πρώτης ώρας απασχόλησης, ρητώς εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της ο Α’ Μηχανικός.

Για το λόγο αυτό άλλωστε στους διαλαμβανόμενους στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου πίνακες υπερωριακής αμοιβής ανά ειδικότητα των μελών του πληρώματος δεν περιλαμβάνεται ο Α’ Μηχανικός. Ως επί πλέον αμοιβή του Α’ Μηχανικού προβλέπεται στην παράγραφο 6 του ιδίου άρθρου α) πρόσθετη αμοιβή 4,33 ημερομισθίων τον μήνα για την πρόσθετη εργασία του κατά τα Σάββατα και β) αμοιβή για κάθε μήνα ίση με ένα ημερομίσθιο για τις αργίες τόσο κατά τη διάρκεια που το πλοίο ταξιδεύει, όσο και κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο λιμάνι, κάθε δε ημερομίσθιο σε αμφότερες τις περιπτώσεις υπολογίζεται στο 1/25 επί του βασικού μισθού της Σύμβασης αυτής.

Η μη πρόβλεψη ιδιαίτερης αμοιβής για την υπερωριακή απασχόληση του Α’ Μηχανικού στην ανωτέρω ΣΣΝΕ αντισταθμίζεται από τις κατά πολύ υπέρτερες τακτικές αποδοχές αυτού που προβλέπονται στην ανωτέρω ΣΣΝΕ σε σχέση με εκείνες που προβλέπονται για το υπόλοιπο πλήρωμα. Και αυτό συμβαίνει διότι ο Α’ Μηχανικός, ως προϊστάμενος του μηχανοστασίου του πλοίου, είναι υπεύθυνος για όλα τα ζητήματα που προκύπτουν από τη λειτουργία της μηχανής, θεωρείται ισόβαθμος του πλοιάρχου και οι καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές του δικαιολογούνται λόγω της θέσης αυξημένης ευθύνης που κατέχει και του εξ αυτής μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος ημερήσιας απασχόλησης.

Παρά το γεγονός όμως ότι δεν προβλέπεται στην ανωτέρω ΣΣΝΕ αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση του Α’ Μηχανικού, είναι δυνατή η σύναψη σχετικής συμφωνίας που να ρυθμίζει το θέμα αυτό, η οποία είναι νόμιμη κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, που καθιερώνει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων τόσο στο ενοχικό, όσο και στο εργατικό δίκαιο, δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν την ευχέρεια προς κατάρτιση οποιασδήποτε σύμβασης με οποιαδήποτε μορφή και περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Και τούτο διότι οι κανονιστικοί όροι της ανωτέρω ΣΣΝΕ που δεν προβλέπουν καταβολή ιδιαίτερης αμοιβής για την υπερωριακή απασχόληση του Α’ Μηχανικού, δεν αποκλείουν την κατάρτιση ατομικής σύμβασης ναυτικής εργασίας με ευνοϊκότερους όρους που προβλέπει την καταβολή τέτοιας αμοιβής, η οποία υπερισχύει των δυσμενέστερων ρυθμίσεων της ΣΣΝΕ ( σχετ.

ΑΠ 125/2016, ΑΠ 61/2007). Στην περίπτωση αυτή είναι ζήτημα συμφωνίας των μερών ή, σε περίπτωση αμφιβολίας (ασάφειας), ζήτημα ερμηνείας κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ του σχετικού όρου της ατομικής σύμβασης ναυτικής εργασίας, εάν ο υπολογισμός του ωρομισθίου για την υπερωριακή απασχόληση του Α’ Μηχανικού θα υπολογισθεί με βάση τον βασικό μισθό (μισθό ενεργείας) που προβλέπει η ΣΣΝΕ για τον Α’ Μηχανικό ή με βάση άλλο χρηματικό ποσό που προβλέπεται ή όχι στην ατομική σύμβαση ναυτικής εργασίας.

Εξ άλλου οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άνω άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία σχετικά με την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων βουλήσεως των μερών ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΟλΑΠ 26/2004).

Το δικαστήριο της ουσίας όμως, όταν ερμηνεύει τη δήλωση βουλήσεως κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στη κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Προκειμένου δε να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να λάβει υπόψη του και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 220/2016, ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 21/2011, ΑΠ 1214/2010, ΑΠ 1746/2009, ΑΠ 950/2008).

Περαιτέρω με το άρθρο 95 του κυρωθέντος με το άρθρο μόνο του Ν.Δ/τος 187/1973 "Περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου" (εφεξής ΚΔΝΔ) ορίζεται ότι ως χρόνος εργασίας νοείται το διάστημα κατά το οποίο τα μέλη του πληρώματος είναι υποχρεωμένα να ασχοληθούν στο πλοίο ή για το πλοίο, σύμφωνα με τον Κανονισμό Εργασίας επί των εμπορικών πλοίων, τις Συλλογικές Συμβάσεις ή κατόπιν διαταγής ανωτέρου, με το άρθρο 96 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια κανονικού χρόνου εργασίας του πληρώματος εν πλω, κατά τις ημέρες κατάπλου και απόπλου, ως και παραμονής στον λιμένα ή σε όρμο, μπορεί να ορίζονται με Π.Δ/μα, εάν δεν προβλέπουν περί αυτών ο Κανονισμός Εργασίας και οι Συλλογικές Συμβάσεις, με το άρθρο 97 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πέραν του κανονικού όρια προσθέτου χρόνου εργασίας, η οποία συνήθως διατάσσεται από τον πλοίαρχο, μπορεί να ορίζονται με Π.Δ/μα, εάν δεν προβλέπουν περί αυτών ο Κανονισμός Εργασίας και οι Συλλογικές Συμβάσεις και με το άρθρο 98 του ιδίου Κώδικα ορίζεται στην παρ.1 ότι επιτρέπεται εκτάκτως η υπέρβαση των ανωτέρω ορίων προσθέτου χρόνου εργασίας α) σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης που αφορά την ασφάλεια του πλοίου, των επιβαινόντων και του φορτίου ή την παροχή βοήθειας σε άλλα πλοία ή πρόσωπα, που βρίσκονται σε κίνδυνο, β) σε περιπτώσεις γυμνασίων λέμβων, πυρκαϊάς ή εγκατάλειψης πλοίου και γενικότερα γυμνασίων που καθορίζονται από την ισχύουσα κάθε φορά Διεθνή Σύμβαση "περί ασφαλείας της ανθρωπίνης ζωής εν θαλάσσει" και γ) σε άλλες τυχόν εξαιρετικές περιπτώσεις που ορίζονται με Π.Δ/μα και στην παρ.2 ότι η συνδρομή των όρων εφαρμογής της προηγουμένης παραγράφου εκτιμάται ελευθέρως από τον πλοίαρχο και αναγράφεται στο ημερολόγιο του πλοίου.

Και ναι μεν δεν εκδόθηκαν τα προβλεπόμενα από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 96 έως 98 παρ.1 περ.γ του ΚΔΝΔ Προεδρικά διατάγματα, πλην όμως το ωράριο εργασίας των μελών του πληρώματος εμπορικών πλοίων ρυθμίζεται με πάγιους κανονιστικούς όρους Συλλογικών Συμβάσεων Ναυτικής Εργασίας, όπως η ανωτέρω από 24.12.2010 ΣΣΝΕ Μεσογειακών Φορτηγών πλοίων χωρητικότητας μέχρι 3.000 κ.ο.χ.

ή μέχρι 4.500 TDW (ομοίως και η ΣΣΝΕ ποντοπόρων φορτηγών πλοίων άνω των 4.500 TDW), δυνάμει των οποίων αφενός μεν οι ώρες εργασίας των μελών του πληρώματος, περιλαμβανομένου του προσωπικού του μηχανοστασίου και λεβητοστασίου, καθορίζονται σε οκτώ (8) ώρες ημερησίως και σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως από Δευτέρα έως Παρασκευή, ενώ τα Σάββατα και οι Κυριακές (για τις οποίες προβλέπεται ιδιαίτερη αμοιβή) θεωρούνται αργίες, αφετέρου δε η παροχή πρόσθετης εργασίας, πέραν από τις κανονισμένες ώρες, που είναι υποχρεωτική για το ναυτικό, δεν μπορεί να υπερβεί τις τέσσερις (4) ώρες ημερησίως, εκτός έκτακτης ανάγκης που αφορά την ασφάλεια του πλοίου, του φορτίου και των επιβαινόντων (άρθ. 4 και 5 παρ.1, 2 και 3 της ως άνω από 24.12.2010 ΣΣΝΕ).

Εντωμεταξύ σε συμμόρφωση προς τις Οδηγίες 1999/63/ΕΚ και 1999/95/ΕΚ για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των ναυτικών και για την επιβολή των διατάξεων περί των ωρών εργασίας των ναυτικών επί των πλοίων που καταπλέουν σε κοινοτικούς λιμένες, εκδόθηκε το υπ’ αριθ. 152/2003 Π.Δ/μα (ΦΕΚ Α 124) που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (πριν την αντικατάσταση μέρους των διατάξεων αυτού με το υπ’ αριθ. 171/2014 Π.Δ/μα).

Με το άρθρο 5 του εν λόγω Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 6, το σύνηθες πρότυπο ωράριο εργασίας ναυτικού βασίζεται κατά κανόνα σε εργάσιμη ημέρα οκτώ ωρών με μία ημέρα ανάπαυσης την εβδομάδα και ότι με συλλογικές συμβάσεις εργασίας μπορεί να καθορίζονται τα ανώτατα όρια του κανονικού χρόνου εργασίας στη βάση του ανωτέρω προτύπου, ενώ με το άρθρο 6 παρ.1, 2 και 5 αυτού ορίσθηκε επίσης ότι το μέγιστο ωράριο εργασίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 14 ώρες μέσα σε περίοδο 24 ωρών και τις 72 ώρες μέσα σε περίοδο επτά ημερών, ότι το ελάχιστο ωράριο ανάπαυσης δεν πρέπει να είναι μικρότερο των δέκα ωρών μέσα σε περίοδο 24 ωρών και τις 77 ώρες μέσα σε περίοδο επτά ημερών, επί πλέον δε προβλέφθηκε η δυνατότητα εξαίρεσης από τα άνω όρια με ρυθμίσεις συλλογικών συμβάσεων, υπό τις αναγραφόμενες στην παρ.6 όρους και προϋποθέσεις.

Σκοπός των ανωτέρω ρυθμίσεων είναι η αποφυγή της υπερβολικής καταπόνησης των μελών του πληρώματος που επάγεται κινδύνους για την ασφάλεια του πλοίου, του φορτίου και των επιβαινόντων σε αυτό. Για το λόγο αυτό και με σκοπό τη θέσπιση μηχανισμού ελέγχου της τήρησης των διατάξεων του Π.Δ/τος 152/2003 που ρυθμίζουν το χρόνο εργασίας των ναυτικών, περιλαμβανομένων και των ανωτέρω διατάξεων, προβλέφθηκε αρμοδιότητα της λιμενικής αρχής στο λιμένα αρμοδιότητας της οποίας καταπλέει το πλοίο να αξιολογεί κάθε σχετική πληροφορία ή έκθεση από μέλος του πληρώματος, συνδικαλιστική οργάνωση ή οποιοδήποτε πρόσωπο έχει συμφέρον στην ασφάλεια του πλοίου, να διεξάγει επιθεωρήσεις, περιλαμβανομένου και του ελέγχου εάν τα μέλη του πληρώματος είναι υπερβολικά καταπονημένα, να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, περιλαμβανομένης και της απαγόρευσης απόπλου μέχρις ότου αναπαυθεί επαρκώς το πλήρωμα και να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις προστίμου κατά το άρθρο 45 παρ. 1 του ΚΔΝΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 23 του Ν. 3409/2005 (ΦΕΚ Α 273) και στη συνέχεια με το άρθρο 27 παρ.1 του Ν. 4033/2011 (ΦΕΚ Α 264), ύψους 300 έως 500.000 ευρώ σε βάρος του πλοιοκτήτη, διαχειριστή, εφοπλιστή και πλοιάρχου του πλοίου, ευθυνομένων αλληλεγγύως και εις ολόκληρο (άρθ.18, 19, 20, 21, 28 Π.Δ/μος 152/2003 και 45 ΚΔΝΔ).

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η παροχή πρόσθετης εργασίας από το ναυτικό, πέραν των ανωτάτων ορίων πρόσθετης εργασίας που καθορίζουν οι συλλογικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας, ήτοι πέραν των δώδεκα (12) ωρών ημερησίως (8 ώρες κανονικής εργασίας και 4 ώρες πρόσθετης εργασίας) είναι μεν απαγορευμένη, εφόσον δεν συντρέχουν οι έκτακτες περιστάσεις και δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που προβλέπει το άρθρο 98 του ΚΔΝΔ ή οι κανονιστικοί όροι της οικείας ΣΣΝΕ που επιτρέπουν αυτή, πλην όμως η τυχόν εν τοις πράγμασι παροχή τοιαύτης παράνομης (κατ’ εξαίρεση) υπερωριακής εργασίας δεν αποστερεί τον ναυτικό από τις αξιώσεις του καταβολής αμοιβής για την απασχόλησή του αυτή με τις τυχόν προβλεπόμενες προσαυξήσεις (διπλή υπερωρία) [πρβλ.

αντίστοιχη ρύθμιση επί χερσαίας εργασίας στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.5 του Ν. 2874/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.3385/2005 και στη συνέχεια με το άρθρο 74 παρ.10 του Ν. 3863/2010, στο δε προγενέστερο αυτής δίκαιο σχετική ρύθμιση στη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του Ν.435/1976 με εφαρμογή όμως και των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό].

Επομένως η παραδοχή σε απόφαση δικαστηρίου της ουσίας ότι ο ναυτικός απασχολήθηκε στο πλοίο όπου ήταν ναυτολογημένος πέραν των δώδεκα ωρών ημερησίως χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, ενέχει εκ του πράγματος τη διαπίστωση του παρανόμου χαρακτήρα της τοιαύτης πρόσθετης εργασίας, χωρίς να είναι απαραίτητη για τη πληρότητα της αιτιολογίας αυτής η αναφορά στο ότι συνέτρεχαν ή δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την παροχή της εν λόγω εργασίας ή τηρήθηκε ή όχι η διατύπωση της αναγραφής αυτής στο ημερολόγιο του πλοίου (σχετ.

ΑΠ 526/2013 επί χερσαίας εργασίας). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Στον αυτό αναιρετικό λόγο υπάγεται κατά το ως άνω εδάφιο β αυτού και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των υποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 426/2014, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων [και ήδη αναιρεσίβλητος], έλληνας απογεγραμμένος ναυτικός, έχοντας την ειδικότητα του Α’ Μηχανικού, κατήρτισε στον Πειραιά στις 9.10.2009 έγγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας με την εναγομένη ναυτική εταιρεία [ήδη αναιρεσείουσα], πλοιοκτήτρια του Δ/Ξ - Π/Φ με το όνομα "...", νηολογίου Πειραιώς με αριθμό ..., ολικής χωρητικότητας 1.505 κ.ο.χ.

και 3.200 TDW, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του στο ανωτέρω πλοίο με την πιο πάνω ειδικότητα για αόριστο χρονικό διάστημα, αντί "κλειστού" μηνιαίου μικτού μισθού, συνολικού ύψους 5.397,72 ευρώ. Ότι αυτός ναυτολογήθηκε αυθημερόν στο εν λόγω πλοίο, όπου υπηρέτησε έως και τις 28.7.2010, οπότε απολύθηκε "αμοιβαία συναινέσει" και επαναυτολογήθηκε αυθημερόν.

Ότι στις 17.8.2010 καταρτίσθηκε μεταξύ των μερών νέα έγγραφη σύμβαση εργασίας με τους ίδιους κατά τα λοιπά όρους, αλλά με διαφοροποιημένο μηνιαίο μισθό ύψους 5.581,57 ευρώ με συνέπεια την εκ νέου ναυτολόγησή του. Ότι αυτός υπηρέτησε στο ανωτέρω πλοίο μέχρι τις 15.7.2011, οπότε απολύθηκε "αμοιβαία συναινέσει", λόγω διακοπής των πλόων του πλοίου, λαμβάνοντας την υπόσχεση ναυτολόγησής του σε άλλο πλοίο της εναγομένης ναυτικής εταιρείας εντός 30 ημερών από την απόλυση, πλην όμως όταν του προτάθηκε να ναυτολογηθεί στο πλοίο με το όνομα "...." με τους ίδιους, όπως και προηγουμένως, όρους, αυτός αρνήθηκε τη σχετική πρόταση.

Ότι στις ως άνω ατομικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας είχε περιληφθεί με αριθμό 9 ο ακόλουθος όρος: "Ο ναυτικός υποχρεούται να εκτελεί τις εργασίες που αναφέρονται στη σ.σ.ν.ε. με τις αμοιβές που ορίζονται σε αυτή (υπερωρία ή έκτακτη αμοιβή). Σε κάθε εργασία αμειβόμενη με ιδιαίτερη αμοιβή ο ναυτικός υποχρεούται να εργασθεί επί 12ωρο χωρίς άλλη αμοιβή.

Πέραν όμως του 12ώρου ο ναυτικός λαμβάνει διπλή υπερωρία. Για κάθε διαφορά των συμβαλλομένων συμφωνείται να απευθύνεται ο πλοίαρχος στο Υ.Ε.Ν. προς διευθέτησή της". Ότι στην ένδικη περίπτωση υφίσταται ασάφεια σχετική με τον τρόπο αμοιβής του ενάγοντος κατά τη παροχή υπερωριακής εργασίας, η οποία πρέπει να αρθεί, ενόψει του σχετικού αιτήματος της αγωγής.

Λαμβάνοντας δε υπόψη τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, τις οποίες ρητώς επικαλέσθηκε στο σκεπτικό του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε, ενόψει του γεγονότος ότι ο Α’ Μηχανικός δεν δικαιούται στην απόληψη υπερωριακής αμοιβής κατά τα ανωτέρω (δηλ. κατά τις διατάξεις της ως άνω ΣΣΝΕ, τις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στη μείζονα σκέψη του), του γεγονότος ότι στις επιμέρους έγγραφες συμβάσεις ναυτικής εργασίας του ενάγοντος περιέχεται ο προαναφερθείς με αριθμό 9 όρος και της ιδιαιτερότητας του πλοίου ως εφοδιαστικού, ότι η αληθής βούληση των συμβληθέντων διαδίκων ήταν να μην δικαιούται ο ενάγων περαιτέρω αμοιβής, πέραν της συμφωνηθείσας, για την παροχή εργασίας έως 12 ώρες ημερησίως την ημέρα καθ’ όλη την εβδομάδα, πλην όμως σε περίπτωση υπέρβασης του χρονικού αυτού ορίου να δικαιούται ειδικής αμοιβής και συγκεκριμένα διπλής υπερωρίας (έννοιας γνωστής στην ανωτέρω ΣΣΝΕ και γενικότερα στις συλλογικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας), ανερχομένης στη συγκεκριμένη περίπτωση σε 25,50 ευρώ ανά ώρα, με βάση τον βασικό μισθό του Α’ Μηχανικού σε πλοία από 2.501 - 4.500 TDW από 2.206,27 ευρώ που προβλέπει η ως άνω ΣΣΝΕ.

Ότι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το συγκεκριμένο πλοίο, που ελλιμενιζόταν στη θαλάσσια περιοχή του Περάματος του Νομού Αττικής και συγκεκριμένα στον προβλήτα της ..., εφοδίαζε με καύσιμα, τα οποία φόρτωνε στις εγκαταστάσεις των ΕΛ.ΠΕ στον ..., άλλα πλοία που είτε ήταν ελλιμενισμένα στο λιμένα του Πειραιώς, είτε παρέμεναν στο αγκυροβόλιο (ράδα) του αυτού λιμένα.

Ότι, έτσι, ένα τυπικό ταξίδι του συγκεκριμένου πλοίου περιελάμβανε τον απόπλου του από το σημείο ελλιμενισμού, τη μετάβαση στο χώρο φόρτωσης των καυσίμων, τη φόρτωση αυτών, αμέσως ή μετά ολιγόωρη ή και πολύωρη αναμονή, μετά τη τακτοποίηση των τελωνειακών διατυπώσεων, τη μετάβαση στο σημείο ελλιμενισμού ή αγκυροβολίας του προς εφοδιασμό πλοίου, την εκφόρτωση των καυσίμων και την επιστροφή στο σημείο ελλιμενισμού του.

Ότι, όπως είναι ευκόλως αντιληπτό, ο "κύκλος" αυτός δεν ήταν δυνατό να είναι χρονικά καθορισμένος, λαμβανομένου υπόψη και του αστάθμητου παράγοντα των καιρικών συνθηκών, αλλά κατά τη κρίση του δικαστηρίου δεν υπερέβαινε, κατά μέσο όρο τις 15 ώρες ημερησίως, όταν το πλοίο είχε εντολή εφοδιασμού και τις 12 ώρες ημερησίως, όταν το πλοίο παρέμενε στο σημείο ελλιμενισμού του.

Ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι και κατά τις ημέρες κατά τις οποίες το πλοίο παρέμενε ελλιμενισμένο, η απασχόλησή του υπερέβαινε τις 12 ώρες (...) δεν κρίνεται ουσιαστικά βάσιμος. Ότι επομένως, κατά το έτος 2010, οπότε κατά τις εγγραφές του ημερολογίου του πλοίου αυτό παρέμεινε αγκυροβολημένο επί 99 από τις 346 ημέρες συνολικής απασχόλησης του ενάγοντος και κατά το έτος 2011, οπότε κατά τις εγγραφές του ημερολογίου του πλοίου αυτό παρέμεινε αγκυροβολημένο επί 49 από τις 196 ημέρες συνολικής απασχόλησης του ενάγοντος, ο τελευταίος παρείχε υπερωριακή εργασία τριών (3) ωρών ημερησίως για 394 συνολικά ημέρες (346 - 99 + 196 - 49 = 394) και συνολικά 1.182 ωρών (3 ώρες Χ 394 ημέρες) και δικαιούται συνολικής αμοιβής για την αιτία αυτή ύψους 30.141 [1.182 ώρες Χ 25,50 ωρομίσθιο (διπλής) υπερωρίας] ευρώ.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αντίθετες εφέσεις των διαδίκων με αριθμό 5739/3012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως αυτή είχε διορθωθεί, λόγω πληθώρας λογιστικών σφαλμάτων, με την με αριθμό 2856/2013 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 3.846,53 ευρώ (3.014,10 ευρώ για μέρος της αξίωσης του ενάγοντος από την πιο πάνω υπερωριακή του απασχόληση, πλέον του ποσού των 832,25 ευρώ για διαφορές από άλλες αξιώσεις του ενάγοντος που είχαν πρωτοδίκως επιδικασθεί, χωρίς να υποβληθεί σχετικό παράπονο στις εφέσεις των διαδίκων γι’ αυτές) και αναγνώρισε επί πλέον ότι αυτή οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 27.126,90 ευρώ για το υπόλοιπο της αξίωσης του ενάγοντος από την πιο πάνω παροχή υπερωριακής απασχόλησης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λύσης της σύμβασης ναυτολόγησης.

Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τη χρονική διάρκεια της απασχόλησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ανερχόμενης κατά τη μη ελεγχομένη αναιρετικά κρίση του σε δέκα πέντε (15) ώρες ημερησίως κατά τις ημέρες που το πλοίο, στο οποίο αυτός ήταν ναυτολογημένος, είχε εντολή εφοδιασμού και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 98 του ΚΔΝΔ, 5 και 6 του Π.Δ/τος 152/2003 και 5 παρ.1 και 3 της από 24.12.2010 ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Μεσογειακών Φορτηγών Πλοίων χωρητικότητας 501 - 3.000 κ.ο.χ ή 801 - 4.500 TDW που ρυθμίζουν τα ανώτατα όρια πρόσθετης εργασίας που επιτρέπεται να παρέχει ο ναυτικός, αφού αυτές δεν αποκλείουν την κατά παράβαση αυτών και ανεξαρτήτως των προβλεπομένων από αυτές διοικητικών κυρώσεων εν τοις πράγμασι απασχόληση του ναυτικού και πέραν του ανωτάτου ορίου πρόσθετης εργασίας, παρά την έλλειψη των κατά νόμο απαιτουμένων εκτάκτων συνθηκών για την υπέρβασή τους και των σχετικών διατυπώσεων, ούτε επίσης παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Δεν ήταν δε, ενόψει των προεκτεθέντων, αναγκαία για τη πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης η αναφορά της συνδρομής των εξαιρετικών περιστάσεων υπό τις οποίες επιτράπηκε κατά νόμο η υπέρβαση του ανώτατου ορίου της πρόσθετης εργασίας (12ωρο) ή η μνεία της σχετικής αναφοράς αυτής στο ημερολόγιο του πλοίου από τον πλοίαρχο.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 και εν μέρει και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά ένα μέρος ως απαράδεκτος είναι και ο τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια της ανεπάρκειας στην αιτιολογία της, αφού δεν διαλαμβάνει στο σκεπτικό της με βάση ποία συγκεκριμένα στοιχεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένας "κύκλος" ταξιδίου του δεξαμενοπλοίου ..., όταν αυτό είχε εντολή εφοδιασμού, διαρκούσε 15 ώρες και όταν αυτό παρέμενε ελλιμενισμένο διαρκούσε 12 ώρες και με βάση ποία συγκεκριμένα στοιχεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απασχόληση του ενάγοντος διαρκούσε όσο και η διάρκεια του "κύκλου" ταξιδίου, παρόλο που, όπως προέκυπτε από το ημερολόγιο μηχανής, η φυλακή (βάρδια) του αναιρεσίβλητου εναλλάσσετο με εκείνες δύο ακόμη προσώπων μηχανής, εφόσον υπήρχε πλήρης σύνθεση προσωπικού μηχανής στο συγκεκριμένο πλοίο, με συνέπεια να μην καθίσταται αναγκαία η παροχή υπερωριακής απασχόλησης.

Και τούτο διότι για τη πληρότητα της αιτιολογίας αρκούσε μόνο η αναφορά του τι αποδείχθηκε, την οποία διαλαμβάνει η προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται σε αυτήν το γιατί αποδείχθηκε. Κατά το μέρος δε που οι εν λόγω αιτιάσεις αναφέρονται στην έλλειψη ανάγκης για παροχή υπερωριακής εργασίας, λόγω της εναλλαγής φυλακών μεταξύ του αναιρεσίβλητου και άλλων μελών του πληρώματος μηχανής, σύμφωνα με τις εγγραφές στο ημερολόγιο μηχανής, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των προβλεπομένων λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης.

Επομένως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν αυτός ερευνάται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, καθώς και ο τρόπος πρότασης ή επαναφοράς αυτού, προκειμένου να κριθεί με βάση το αναιρετήριο η παραδεκτή προβολή και η νομιμότητα αυτού (ΑΠ 183/2014, ΑΠ 114/2009, ΑΠ 111/2009, ΑΠ 428/2008, ΑΠ 760/2004).

Η ανωτέρω διάταξη αφορά "ισχυρισμούς" και όχι νομικούς κανόνες, με την επιφύλαξη ότι και στη περίπτωση αυτή ο διάδικος πρέπει να εκθέτει τα αναγκαία στοιχεία για την υπαγωγή των επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς (ΑΠ 2212/2013, ΑΠ 435/1994). Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το πρώτο αυτού σκέλος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ναυτική εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι με το να λάβει ως βάση υπολογισμού του ωρομισθίου διπλής υπερωρίας τον προβλεπόμενο από την άνω από 24.12.2010 ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Μεσογειακών Φορτηγών Πλοίων ολικής χωρητικότητας 501 - 3.000 κ.ο.χ.

ή 801 - 4.500 TDW βασικό μισθό του Α’ Μηχανικού από 2.206,27 ευρώ μηνιαίως, αντί να λάβει ως βάση υπολογισμού του εν λόγω ωρομισθίου το ποσό των 901 ευρώ και 932,54 ευρώ που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ως μηνιαία ιδιαίτερη αμοιβή υπερωριών στον "κλειστό" μηνιαίο μισθό του αναιρεσίβλητου με τις από 15.9.2009 και 17.8.2010 ατομικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας αντίστοιχα, εσφαλμένως εφάρμοσε κατά την ερμηνεία των συμβάσεων αυτών τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ σε συνδυασμό προς τις ρυθμίσεις της ανωτέρω ΣΣΝΕ, που δεν προβλέπουν ιδιαίτερη αμοιβή για τυχόν υπερωριακή απασχόληση του Α’ Μηχανικού.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και επομένως ως απαράδεκτος, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν διαλαμβάνει στο αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό αυτό σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού του ωρομισθίου υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου είχε παραδεκτώς προτείνει ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ως και τον τρόπο προβολής ή επαναφοράς του, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι με το ωρομίσθιο αυτό της με βάση το βασικό μισθό της άνω ΣΣΝΕ ο ενάγων είχε υπολογίσει στην αγωγή του τις αξιώσεις του προς καταβολή αμοιβής από διπλή υπερωρία για την πέραν των δώδεκα ωρών απασχόληση αυτού και με βάση το ωρομίσθιο αυτό η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπολόγισε την αμοιβή του ενάγοντος για τις διπλές αυτές υπερωρίες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, (στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 2178/2009).

Όμως δεν απαιτείται η ειδική αναφορά σε ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη, διότι αυτές θεωρούνται "έγγραφα" για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθ. 339 του ΚΠολΔ) και συνεπώς αρκεί η βεβαίωση στη προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα (ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 254/2013, ΑΠ 1633/2009, ΑΠ 227/2008).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι δεν προκύπτει αδιαστίκτως ότι έλαβε υπόψη της τα έγγραφα που αυτή προσκόμισε ανταποδεικτικά και επικαλέσθηκε τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις της, όσο και με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και συγκεκριμένα:

α) το ημερολόγιο γεφύρας του πλοίου, από το οποίο προέκυπταν οι πλεύσιμες ημέρες και οι ημέρες που το πλοίο παρέμεινε αγκυροβολημένο ή βρισκόταν σε ναυπηγείο προς επισκευή, ως και τυχόν εγγραφές έκτακτων συνθηκών που δικαιολογούσαν την παροχή πρόσθετης υπερωριακής εργασίας πέραν του 12ώρου απασχόλησης του αναιρεσίβλητου, β) συγκεντρωτική κατάσταση με βάση τις αντίστοιχες εγγραφές του ημερολογίου γεφύρας του πλοίου, εμφαίνουσες τις ημέρες και ώρες που το πλοίο παρέμεινε αγκυροβολημένο στην προβλήτα της ...

ή στο αγκυροβόλιο ..., λόγω έλλειψης παραγγελιών εφοδιασμού ή βρισκόταν σε ναυπηγείο προς επισκευή - συντήρηση, γ) συγκεντρωτική κατάσταση με βάση τις αντίστοιχες εγγραφές του ημερολογίου γεφύρας του πλοίου, εμφαίνουσες τις ημέρες και ώρες που το πλοίο βρισκόταν σε λειτουργία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και δ) την υπ’ αριθμό ...30.3.2012 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων της Χ.

Ρ. και Λ. Σ., Αρχιπλοιάρχων. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στη προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 6ο αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, τα οποία προσκομίζονται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω υπό στοιχεία (α) έως και (δ) έγγραφα, περιλαμβανομένης και της ως άνω με αριθ. ...2012 ένορκη βεβαίωσης, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Ειδική μνεία της ως άνω ένορκης βεβαίωσης δεν απαιτείτο, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της σε συνδυασμό με την κλήτευση για τη λήψη αυτής, η εν λόγω ένορκη βεβαίωση είχε δοθεί με αφορμή άλλη δίκη επί διαφοράς μεταξύ της αναιρεσείουσας ναυτικής εταιρείας και τρίτου (Λ. Α.), μέλους πληρώματος άλλου πλοίου αυτής.

Επί πλέον στη προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία της λήψης από αυτήν υπόψη των εγγραφών του ημερολογίου του πλοίου (ημερολόγιο γεφύρας), ενώ σε κάθε περίπτωση οι υπό στοιχείο (β) και (γ) συγκεντρωτικές καταστάσεις για τις ημέρες και ώρες λειτουργίας του πλοίου ή παραμονής αυτού αγκυροβολημένου στην προβλήτα ...

ή στο αγκυροβόλιο ... ή παραμονής του στο ναυπηγείο προς επισκευή, οι οποίες καταρτίσθηκαν με βάση τις εγγραφές από το ημερολόγιο του πλοίου (ημερολόγιο γέφυρας), δεν συνιστούν κατά κυριολεξία αποδεικτικά έγγραφα, η παράλειψη λήψης των οποίων ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, εφόσον αυτές συντάχθηκαν με σκοπό τη διευκόλυνση του υπολογισμού του συνολικού αριθμού των ανωτέρω ωρών, όπως αυτές προέκυπταν από το ημερολόγιο του πλοίου.

Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αναφέρεται στις συγκεκριμένες ημέρες και ώρες που το πλοίο ήταν ακινητοποιημένο στον προβλήτα της ... και στις συγκεκριμένες ημέρες και ώρες λειτουργίας του, όπως αυτές προκύπτουν από τις εγγραφές του ημερολογίου γεφύρας, από τις οποίες προκύπτει κατά την αναιρεσείουσα ότι η μέση ημερήσια διάρκεια λειτουργίας του πλοίου τις ημέρες που αυτό διενήργησε τους σχετικούς πλόες ήταν πολύ μικρότερη του μέσου όρου των 15 ωρών που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, διότι υπό την επίφαση του αναιρετικού λόγου της μη λήψης υπόψη των πιο πάνω εγγράφων πλήττεται η επί της ουσίας της διαφοράς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τον αριθμό των ημερών και ωρών εργασίας του αναιρεσίβλητου τις ημέρες που αυτό είχε εντολή εφοδιασμού.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος της αναιρεσείουσας ναυτικής εταιρείας, λόγω της ήττας αυτής, δεν γεννάται, λόγω της κατά τα αναφερόμενα στην αρχική σκέψη της παρούσας πλασματικής ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-6-2015 και με αριθ. κατάθ. ...14.7.2015 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 150/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ