515/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 515 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated515/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 515 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 515 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 515/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Βιομηχανία Γάλακτος και Αλεύρου Ανώνυμη Εταιρεία" και ήδη μετονομασθείσα σε "Ελληνική Βιομηχανία Γάλακτος και Αλεύρου Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρεκλό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2623/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4687/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 13-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 4687/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 4687/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 17.7.2012 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την με αριθμό 2623/24.5.2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που είχε δεχθεί την από 12.5.2010 αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 40.456,82 ευρώ ως οφειλόμενη σ’ αυτόν αποζημίωση πελατείας μετά τη λήξη της μεταξύ τους σύμβασης αποκλειστικής διανομής, απέρριψε ακολούθως ως αόριστη κατά την αξίωση αυτή την ένδικη αγωγή, η οποία είχε με την πρωτόδικη απόφαση απορριφθεί ως αόριστη και σε σχέση με τη χρηματική ικανοποίηση των 70.000 ευρώ, που ζήτησε ο αναιρεσείων να αναγνωριστεί ότι του οφείλει η αναιρεσίβλητη λόγω της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε με τις περιοριστικές του ελεύθερου ανταγωνισμού πρακτικές της κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), αφού η άσκηση από τον αναιρεσείοντα της από 5.11.2014 νέας αγωγής του για την αυτή επίδικη αξίωσή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό .../5.11.2014 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 6.11.2014, ακόμη και αν μπορούσε να θεωρηθεί αφ’ εαυτής, όπως η τελευταία ισχυρίζεται, που προσκομίζει και το επιδοθέν σ’ αυτή αντίγραφο της νέας αγωγής, ως έμμεση αποδοχή από τον αναιρεσείοντα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν κατέστησε απαράδεκτη έκτοτε την ασκηθείσα προηγουμένως, δηλαδή ήδη από τις 3.11.2014, υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με δεδομένο ότι ναι μεν η αποδοχή της απόφασης ισοδυναμεί γενικώς με παραίτηση από την άσκηση κατ’ αυτής ένδικων μέσων, οπότε αν αυτά ασκηθούν ακολούθως είναι απαράδεκτα (ΑΠ 211/1976 και 549/1983), όμως η παραίτηση από ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο, όπως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, μπορεί να γίνει μόνο με τον τύπο του άρθρ. 297 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρ. 299 του ίδιου Κώδικα (ΟλΑΠ 626/1980? 1738/2002).
Συνεπώς στην περίπτωση αυτή η άτυπη αποδοχή της απόφασης δεν ισχύει ως παραίτηση από τα ένδικα κατ’ αυτής μέσα (ΟλΑΠ 15/2008) και άρα και η άσκηση από τον αναιρεσείοντα της ως άνω δεύτερης αγωγής του δεν ισχύει ως παραίτησή του από την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ενώ και το έννομο συμφέρον του προς εκδίκαση της αίτησης αυτής δεν εξέλιπε από αυτόν και μόνον το λόγο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη με τις από 30.10.2015 προτάσεις της, που κατέθεσε εμπρόθεσμα (αυθημερόν) κατά το άρθρ. 570§1 ΚΠολΔ. 2. Σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο. Ωστόσο με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών. Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή. Με τα χαρακτηριστικά αυτά η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διαφοροποιείται από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού κατά το άρθρ. 1§2 του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" χαρακτηρίζεται ως εμπορικός αντιπρόσωπος ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, δηλαδή σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου. Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν ρυθμίζεται με ειδικές διατάξεις, έχει όμως τα στοιχεία εντολής, οπότε το υφιστάμενο ακούσιο (γνήσιο) κενό καλύπτεται με αναλογική κατ’ αρχήν εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729). Ήδη ορίστηκε με το άρθρ. 14§4 του ν. 3557/2007 ότι οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που κυρίως σημαίνει ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ’ αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιό του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του. Αποκλείεται έτσι και υπό την ισχύ του ν. 3577/2007 η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία ευθεία εφαρμογή αποκλειόταν βέβαια και προηγουμένως (ΟλΑΠ 15 και 16/2013? ΑΠ 979/2014). Στο πλαίσιο αυτό εφαρμόζονται αναλόγως στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 9 του π.δ/τος 219/1991, κατά τις οποίες ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο αντιπροσωπευόμενος διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) λύση της σύμβασης, β) εισφορά νέων πελατών ή σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, γ) διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και δ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ’ αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον αντιπροσωπευόμενο πελατολογίου του εμπορικού αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι’ αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του αντιπροσωπευομένου. Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας που πρέπει επομένως να εξειδικεύονται στο αγωγικό δικόγραφο από τον εμπορικό αντιπρόσωπο, ώστε να δικαιολογείται ο χαρακτήρας της ζητούμενης αποζημίωσης ως δίκαιης, είναι οι περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και κυρίως το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον αντιπροσωπευόμενο μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 15/2013 και 16/2013). Εξ άλλου η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998 και 16/2013). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981). Ειδικότερα λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή τους στοιχεία, που όμως δεν αποτέλεσαν περιεχόμενό τους, καθώς και αν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, παραβλέποντας αναγκαία για τη θεμελίωση τους στοιχεία, παρόλο που με επάρκεια αυτά εκτίθενται ως περιεχόμενό τους. Αντίθετα ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, θεωρώντας εσφαλμένα ότι εκτίθενται τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους στοιχεία, ενώ αυτά δεν εκτίθενται, καθώς και αν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, παρά την επαρκή έκθεση των αναγκαίων για τη θεμελίωσή τους στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση για να ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι μ’ αυτή, όπως παραδεκτά περιορίσθηκε, o αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι από το έτος 1993 με διαδοχικές συμβάσεις με την αναιρεσίβλητη, που δραστηριοποιείται στην παραγωγή παγωτών υπό το σήμα ΕΒΓΑ, ανέλαβε την αποκλειστική διανομή των παγωτών της σε διάφορες περιοχές του Νομού Αττικής και ότι η τελευταία των συμβάσεών του με διάρκεια από 1.1.2009 έως 31.12.2009 έληξε χωρίς έκτοτε να ανανεωθεί, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη του οφείλει ως αποζημίωση πελατείας το συνολικό ποσό των 42.164,62 ευρώ, που αντιστοιχεί στον ετήσιο μέσο όρο των συμφωνημένων προμηθειών του επί της αξίας των αγοραζόμενων από αυτόν προς περαιτέρω διάθεση παγωτών της αναιρεσίβλητης κατά την τελευταία πενταετία πριν από τη λήξη της συνεργασίας τους (ποσοστό προμήθειας 12% τα έτη 2005-2008 και 9% το έτος 2009 πλέον bonus). Σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή ο αναιρεσείων, που αποτελούσε τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της αναιρεσίβλητης, διέθεσε σε τρίτους (πελάτες) παγωτά παραγωγής της αναιρεσίβλητης α) το έτος 2005 συνολικής αξίας 340.514,74 ευρώ και έλαβε ως προμήθεια το ποσό των 40.861,77 ευρώ, β) το έτος 2006 συνολικής αξίας 354.943,55 ευρώ και έλαβε ως προμήθεια το ποσό των 42.593,22 ευρώ, γ) το έτος 2007 συνολικής αξίας 370.944,34 ευρώ και έλαβε ως προμήθεια το ποσό των 44.513,32 ευρώ, δ) το έτος 2008 συνολικής αξίας 393.642,78 ευρώ και έλαβε ως προμήθεια το ποσό των 47.237,13 ευρώ και ε) το έτος 2009 συνολικής αξίας 300.874,01 ευρώ και έλαβε ως προμήθεια και bonus το ποσό 35.617,66 ευρώ. Η διάθεση των παγωτών έγινε σε νέους πελάτες που προσήλκυσε ο αναιρεσείων ή και σε παλαιούς που αύξησαν με τις ενέργειές του την κατανάλωση παγωτών της αναιρεσίβλητης, όπως οι πελάτες αυτοί και η αξία των παραγγελιών τους αναφέρονται στην ένδικη αγωγή, στην οποία αναφέρεται επίσης ότι τα οφέλη από την εκμετάλλευση της σχετικής πελατείας διατήρησε η αναιρεσίβλητη και μετά τη λήξη της σύμβασής της με τον αναιρεσείοντα, αφού είχε πλήρη γνώση του πελατολογίου του και επομένως τη δυνατότητα να διαθέτει στους ίδιους πελάτες τα παγωτά της μέσω των νέων διανομέων με τους οποίους συνεργάζεται. Μάλιστα σε αντιστοιχία με τις προμήθειες που απώλεσε ή θα απολέσει ο αναιρεσείων κατά την πενταετία μετά τη λήξη της συνεργασίας του με την αναιρεσίβλητη, τις οποίες υπολογίζει στη βάση των παραγγελιών του κατά το τελευταίο έτος της συνεργασίας του με την αντίδικό του, προσδιορίζει ακολούθως στην αγωγή του και τα οφέλη της τελευταίας, τα οποία αποτιμά έτσι στο συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει κατά τρόπο ορισμένο όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί να αναγνωρισθεί υπέρ του αναιρεσείοντος αξίωση αποζημίωσής του κατά το άρθρ. 9§1 του π.δ/τος 219/1991. Ωστόσο το Εφετείο έκρινε ως αόριστη και απορριπτέα τη σχετική αξίωση του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε κατά το σχετικό κεφάλαιό της την πρωτόδικη απόφαση, αφού προς το σκοπό αυτό διέλαβε ως αιτιολογία στην προσβαλλόμενη ήδη απόφασή του ότι η αξίωση αποζημίωσης πελατείας είναι αόριστη, διότι στην αγωγή α) δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια οι νέοι πελάτες που έφερε για τα παγωτά της αναιρεσίβλητης ο αναιρεσείων από την έναρξη της συνεργασίας του μ’ αυτή και όχι μόνον κατά την τελευταία πενταετία, αιτίαση όμως που βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού ο αναιρεσείων συναρτά μόνο με τους πελάτες αυτούς τα οφέλη που συνέχισε να αποκομίζει η αναιρεσίβλητη και μετά τη λήξη της συνεργασίας τους, δηλαδή δεν συνδέει με πελάτες που παλαιότερα εισέφερε τη διατήρηση γι’ αυτή ωφελειών, θεωρώντας προφανώς αυτές ανύπαρκτες, β) δεν μνημονεύεται αν ο αναιρεσείων συνέβαλε και με ποιους τρόπους στη σημαντική προαγωγή των υποθέσεων της αναιρεσίβλητης με υπάρχοντες πελάτες, αιτίαση όμως που βασίζεται σε εσφαλμένη επίσης προϋπόθεση, αφού σαφώς στην αγωγή αναφέρεται ότι ανέπτυξε σημαντικά τις παραγγελίες παγωτών της αναιρεσίβλητης από μέρους παλαιών πελατών της κατά την τελευταία πενταετία, οι οποίοι κατονομάζονται από κοινού με τους νέους πελάτες που εισέφερε κατά το διάστημα αυτό, χωρίς κατά τα λοιπά να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην αγωγή ο τρόπος συμβολής του στην αύξηση των παραγγελιών τους και γ) δεν προσδιορίζονται κατά το είδος και κατά το ποσό τα ουσιαστικά οφέλη που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη από τις υποθέσεις με τους πελάτες, που παρέμειναν στο πελατολόγιό της και μετά τη λήξη της συνεργασίας της με τον αναιρεσείοντα, ούτε το ύψος των προμηθειών που αυτός έκτοτε απώλεσε, αιτιάσεις όμως που είναι αστήρικτες, αφού τόσο τα οφέλη της αναιρεσίβλητης όσο και οι προμήθειες του αναιρεσείοντος υπολογίζονται με την αγωγή στη βάση των παραγγελιών του κατά το τελευταίο έτος της συνεργασίας του με την αντίδικό του. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας διαφορετικά με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, αφού μάλιστα παρέλειψε να λάβει υπόψη όλους τους κρίσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς, όπως βάσιμα υποστηρίζεται και με τους δυο λόγους της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς αντίστοιχα 8(β) και 14(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει κατά παραδοχή των λόγων αυτών να γίνει δεκτή στο σύνολό της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το σχετικό κεφάλαιό της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτόν με τα υπ’ αριθ. 1382204, 1382205 και 1382206/2014, 67392, 67393 και 67394/2014 παραστατικά είσπραξης, σειράς Α’ , του Δημοσίου και του ΤΑΧΔΙΚ αντίστοιχα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 4687/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το σχετικό κεφάλαιό της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτόν με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό παραστατικά. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ