515/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3/7/2000, 10/3/2001 και 12/12/2001 κύριες και τις από 23/4/2001 και 1/10/2001 παρεμπίπτουσες αγωγές που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2481/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/1/2007 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated515/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, κατά την παράγραφο 11 του άρθρου 25 της εν λόγω Υπουργικής απόφασης προβλέπεται ο αποκλεισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, εάν το όχημα μεταφέρει φορτίο ή επιβάτες πέραν του επιτρεπομένου, εκ της αδείας κυκλοφορίας ή των σχετικών αποφάσεων των αρμοδίων αρχών, ανωτάτου ορίου εφόσον η υπέρβαση συνετέλεσε στην επέλευση ή στην επαύξηση της ζημίας, κατά το μέρος της επαύξησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 515 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 515/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κατσαρό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ VICTORIA Α.Α.Ε. ΖΗΜΙΩΝ", μετονομασθείσα από 1-1-2000 σε "VICTORIA Α.Α.Ε. ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παγώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3/7/2000, 10/3/2001 και 12/12/2001 κύριες και τις από 23/4/2001 και 1/10/2001 παρεμπίπτουσες αγωγές που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2481/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/1/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 2/12/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 9-1-2007 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 2481/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Η διάταξη του άρθρου 25 της απόφασης του Υπουργού Εμπορίου Κ4/585/1978, η οποία προβλέπει τις περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, είναι μεν ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός στη νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ.5 Ν.489/1976, εάν, όμως, οι περιεχόμενες στην ως άνω διάταξη απαλλακτικές ρήτρες υπέρ του ασφαλιστή, συμπεριληφθούν, ως συμβατικοί όροι, στην ασφαλιστική σύμβαση, τότε ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως, δικαίωμα αναγωγής, κατά του ασφαλισμένου, για να ζητήσει ό,τι κατέβαλε, ως αποζημίωση, προς ικανοποίηση του τρίτου παθόντα, διότι, στην περίπτωση αυτή οι ως άνω απαλλακτικές ρήτρες αποκτούν συμβατική ισχύ (Α.Π. 432/2004).
Περαιτέρω, το περιεχόμενο των ως άνω απαλλακτικών όρων, των διαλαμβανομένων στην ως άνω υπουργική απόφαση είναι δεσμευτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη, εφόσον αυτοί τους αποδέχθηκαν, έστω και εάν το ασφαλιστήριο δεν υπογράφηκε από τον αντισυμβαλλόμενο-ασφαλισμένο, καθόσον η εκ μέρους του αποδοχή μπορεί να εκδηλώνεται και σιωπηρά, είτε με την καταβολή των ασφαλίστρων, είτε με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή με τη χρήση του ασφαλιστηρίου ή την τοποθέτηση στο παρ-μπίζ του αυτοκινήτου, του χορηγηθέντος σαυτόν σήματος ή της βεβαίωσης της ασφάλισης, ή με την υποβολή δήλωσης ατυχήματος προς τον ασφαλιστή ή όταν στηρίζει τις αξιώσεις του στο ασφαλιστήριο και επικαλείται και προσκομίζει αυτό στο δικαστήριο ή όταν υπέβαλε στον ασφαλιστή δήλωση του ατυχήματος.
Εφόσον, με την αποδοχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά τον ανωτέρω τρόπο, δημιουργείται δέσμευση του ασφαλισμένου, από τους συμπεριλαμβανόμενους σαυτό όρους απαλλαγής του ασφαλιστή και ειδικώτερα από τον συμπεριλαμβανόμενο όρο της περίπτωσης 11 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. (μεταφορά φορτίου μεγαλύτερου από το προβλεπόμενο ανώτατο όριο), δικαιούται ο ασφαλιστής να αξιώσει από τον ασφαλισμένο, να του καταβάλει κάθε ποσό, το οποίο ο τελευταίος θα καταβάλει ως αποζημίωση από το τροχαίο ατύχημα, στον ζημιωθέντα τρίτο (ΑΠ 1650/2001, ΑΠ 432/2004).
Εξ άλλου, κατά την παράγραφο 11 του άρθρου 25 της εν λόγω Υπουργικής απόφασης προβλέπεται ο αποκλεισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, εάν το όχημα μεταφέρει φορτίο ή επιβάτες πέραν του επιτρεπομένου, εκ της αδείας κυκλοφορίας ή των σχετικών αποφάσεων των αρμοδίων αρχών, ανωτάτου ορίου εφόσον η υπέρβαση συνετέλεσε στην επέλευση ή στην επαύξηση της ζημίας, κατά το μέρος της επαύξησης.
Ο αποκλεισμός της ευθύνης του ασφαλιστή λόγω υπέρβασης του επιτρεπομένου φορτίου ή αριθμού επιβατών ισχύει και όταν η υπέρβαση αυτή συνετέλεσε, κατά κύριο λόγο στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, έστω και εάν συνέτρεχαν και άλλοι λόγοι υπαιτιότητος του οδηγού (ΑΠ 1427/2001).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, εσφαλμένα εφήρμοσε και ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 περ.11 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης Υπουργού Εμπορίου, εκ του ότι α) παρότι δέχεται στο σκεπτικό της ότι η διάταξη αυτή είναι αντισυνταγματική, εν τούτοις την εφαρμόζει, ως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεχόμενη ότι είναι ισχυρή, δεσμευτική στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστού και ασφαλισμένου, διότι συμπεριελήφθη, ως όρος, στην ασφαλιστική σύμβαση και β) παρότι δέχεται ότι η πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και οι εξ αυτού επελθούσες ζημίες των τρίτων οφείλονται όχι μόνο στο υπέρβαρο του φορτίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αλλά και στη συνδρομή και άλλων λόγων υπαιτιότητας του οδηγού (υπέρβαση του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας και παράλειψη τεχνικού ελέγχου του οχήματος, πριν την πραγματοποίηση του δρομολογίου), εν τούτοις έκρινε ότι είναι εφαρμοστέα η ως άνω διάταξη και ότι συντρέχει λόγος αποκλεισμού της ευθύνης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.
Ενώ, με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παρεβίασε εκ πλαγίου την ίδια ως άνω διάταξη, διότι περιέχει ανεπαρκείς, ασαφείς, αντιφατικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της υπερφόρτωσης και της υπαιτιότητος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Το δικάσαν Εφετείο, ως προς τα ως άνω ζητήματα, δέχθηκε τα εξής: "Την 8-3-200 και περί ώρα 05.40 τα ξημερώματα ο Χ1 οδηγώντας το ... ΔΧΦ ρυμουλκό μετά ρυμουλκούμενου ιδιοκτησίας Χ2, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία "VICTORIA ΖΗΜΙΩΝ ΑΑΕΖ" εκινείτο στην 424 χ/θ της ε.ο. Αθηνών-Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, χωρίς να καταβάλει τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, όπως θα έκανε κάθε μετρίως συνετός οδηγός, υπό παρόμοιες συνθήκες και επί πλέον, έχοντας το προαναφερόμενο φορτηγό, υπερφορτωμένο με σογιάλευρο, βάρους 39.320 χιλιόγραμμων, αντί του ανωτάτου ωφέλιμου φορτίου των 20.568 χιλιόγραμμων, κινούνταν με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα 80 χιλιομέτρων την ώρα [η επιτρεπομένη ανώτατη ταχύτητα ήταν 70 χιλιόμετρα την ώρα] και τέλος, χωρίς να έχει προβεί, πριν την τέλεση του δρομολογίου, σε επαρκή τεχνικό έλεγχο στο φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε, με αποτέλεσμα, εξαιτίας των παραπάνω, να σπάσει ο πίσω άξονας βοηθητικός του ρυμουλκού και να αποκοπεί ο αριστερός τροχός αυτού, ο αποκαλούμενος "τεμπέλης", ο οποίος άρχισε να κυλά στο οδόστρωμα και προσέκρουσε στο με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΔΧΕ ΤΑΞΙ, που κινούνταν στην εθνική οδό Αθηνών - Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς τη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια ο προαναφερόμενος τροχός μετά την πρόσκρουση του στο ανωτέρω ΤΑΞΙ αύξησε την ταχύτητα του και συνέχισε να κινείται με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα προς τα εμπρός διαγώνια και αφού προηγουμένως υπερπήδησε το ύψος ενός [1] και πλέον μέτρου διαχωριστικό τσιμεντένιο στηθαίο, το οποίο χώριζε την εθνική οδό σε δύο κατευθύνσεις προς Αθήνα και Θεσσαλονίκη, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, ήτοι στο προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας και προσέκρουσε στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του, με αριθμό κυκλοφορίας ΡΝΝ...
ΔΧΦ ρυμουλκό μετά ρυμουλκούμενου, αυτοκινήτου φορτωμένου με δύο μεταλλικά άδεια εμποροκιβώτια [κοντέινερ], το οποίο οδηγούσε ο ...., ιδιοκτησίας της εδρεύουσας στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ηλιάδης Μεταφορές ΑΕ", που ήταν ασφαλισμένο στην εδρεύουσα στην Αθήνα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ατλαντική Ενωση ΑΕ", το οποίο κινούνταν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της εθνικής οδού με κατεύθυνση προς την Αθήνα.
Συνέπεια της σφοδρής πρόσκρουσης του παραπάνω τροχού στο με αριθμό ... ΔΧΦ ρυμουλκό μετά ρυμουλκούμενου αυτοκίνητο ήταν ο οδηγός του να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου και το μεν ρυμουλκό φορτηγό να εκτραπεί αριστερά ως προς την πορεία του και αφού διέγραψε μια πορεία 62,90 μέτρων να επιπέσεί στα τσιμεντένια διαχωριστικά στηθαία της εθνικής οδού και να ακινητοποιηθεί ανατρεπόμενο στο διάμεσο αυτών, το δε ρυμουλκούμενο όχημα αποχωρίσθηκε από το ρυμουλκό φορτηγό και αφού προηγουμένως αποσυνδέθηκε το ένα από τα δύο άδεια μεταλλικά εμποροκιβώτια και επέπεσε στο προς Θεσσαλονίκη ρεύμα κυκλοφορίας, συνέχισε αυτό ακυβέρνητο την πορεία του επί του οδοστρώματος της εθνικής οδού με κατεύθυνση προς Αθήνα και ακινητοποιήθηκε περίπου πενήντα με εξήντα μέτρα, κάθετα προς το οδόστρωμα, καταλαμβάνοντας την δεύτερη και τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας.
Την ίδια ώρα ο ..., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της .... κινούνταν στην παραπάνω εθνική οδό με κατεύθυνση προς την Αθήνα, δεν μπόρεσε να αποφύγει την πρόσκρουση του αυτοκινήτου του, πάνω στο ρυμουλκούμενο όχημα αφενός μεν γιατί αυτό εντελώς ξαφνικά απέκοψε την ευθύγραμμη κίνηση του και αφετέρου, λόγω του σκότους που επικρατούσε στην εθνική οδό [δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός] δεν ήταν ορατό από ικανή απόσταση.
Έτσι, παρά τον ακαριαίο αποφευκτίκό ελιγμό, που πραγματοποίησε, μόλις αντιλήφθηκε το ρυμουλκούμενο να καταλαμβάνει θέση κάθετη στην εθνική οδό, προσέκρουσε σ' αυτό και τραυματίσθηκε θανάσιμα. Επίσης, στο ρυμουλκούμενο προσέκρουσε το, με αριθμό .... ΔΧΦ ρυμουλκό επικαθήμενο, που οδηγούσε με κατεύθυνση προς Αθήνα ο ..., το οποίο υπέστη υλικές ζημίες, καθώς και το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ..., υποσμηναγός και κατευθύνονταν προς Αθήνα, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα και ο εν λόγω οδηγός. Περαιτέρω, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι στο προς Θεσσαλονίκη ρεύμα, το με αριθμό ....ΔΧΦ ρυμουλκό μετά ρυμουλκούμενου, που οδηγούσε ο ..., προκειμένου να αποφύγει το κοντέινερ, που ήταν πεσμένο στο προς Θεσσαλονίκη ρεύμα κυκλοφορίας, συγκρούσθηκε πλευρικά με αγνώστου αριθμού ΔΧΦ μάρκας DAP, που οδηγούσε αγνώστων στοιχείων οδηγός, που είχε την ίδια κατεύθυνση και υπέστη υλικές ζημίες και τέλος, στο κοντέινερ επέπεσε το με αριθμό ...
ΔΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ... και κινούνταν προς Θεσσαλονίκη με συνέπεια να υποστεί υλικές ζημίες. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, ως προς την κρίση του δε αυτή [σημειωτέον] δεν διατυπώνεται παράπονο κατά της εκκαλουμένης, ότι υπαίτιος του παραπάνω πολύπλοκου αυτοκινητικού ατυχήματος είναι ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΔΧΦ ρυμουλκού μετά ρυμουλκούμενου αυτοκινήτου Χ1, ο οποίος, μολονότι είναι επαγγελματίας οδηγός, δεν προέβη σε επαρκή τεχνικό έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε πριν την πραγματοποίηση κάθε δρομολογίου, με συνέπεια να μην αντιληφθεί ότι ο συγκεκριμένος άξονας, ο οποίος έσπασε, είχε πολύ πριν από το ατύχημα εμφανή σημάδια οξείδωσης, καθόσον ήταν ραγισμένος, με αποτέλεσμα να είναι μειωμένη η αντοχή του φορτηγού σε φόρτωση και πολύ περισσότερο σε υπερφόρτωση και να επέλθει η θραύση του άξονα του φορτηγού και η οριστική θραύση του άξονα του.
Επίσης, είχε υπερφορτωμένο το φορτηγό με σογιάλευρο, ήτοι μετέφερε 39.320 κιλά αντί του ανωτάτου επιτρεπομένου 20.568 κιλά και τέλος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, κινούνταν με ταχύτητα 80 χ/ω, ήτοι με ταχύτητα υπερβολική για τις περιστάσεις [νύχτα, μη επαρκής φωτισμός του οδοστρώματος, υπερφορτωμένο αυτοκίνητο].
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ως άνω παρεμπιπτόντως ενάγουσα με την επωνυμία "Victoria ΖΗΜΙΩΝ ΑΑΕΖ", δυνάμει του με αριθμό ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου της, ασφάλισε την αστική ευθύνη εκ της κυκλοφορίας του, με αριθμό .... ΦΔΧ, ρυμουλκού αυτοκινήτου μετά ρυμουλκούμενου, τύπου SCANIA, μικτού βάρους του συρμού 38.000 κιλών, ιδιοκτησίας του Χ2, κατοίκου ..., για τις προκαλούμενες σε βάρος τρίτων υλικές ζημίες, μέχρι του ποσού των 33.000.000 δραχμών και για τις σωματικές βλάβες μέχρι του ποσού των 165.000.000 δραχμών, για το χρονικό διάστημα από 24.2.2000 εως 24.8.2000, σύμφωνα με τους γενικούς και ειδικούς όρους, που συμφωνήθηκαν και συμπεριλήφθηκαν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο παραδόθηκε στον Χ2.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.2 των ειδικών όρων αστικής ευθύνης της ασφαλιστικής συμβάσεως, η σύμβαση αυτή διέπεται από τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και ειδικότερα από τις διατάξεις του ΝΔ 400/1970, του Ν. 489/1976, όπως ισχύει, της με αριθμό Κ4/585/5.4.1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου και του Ν. 2446/1997, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 10 των γενικών όρων της συμβάσεως δεν καλύπτονται και αποκλείονται από την ασφάλιση οι ζημίες που προξενήθηκαν άμεσα ή έμμεσα όταν το όχημα μεταφέρει φορτίο ή επιβάτες πέρα από το επιτρεπόμενο όριο που αναγράφεται στην άδεια κυκλοφορίας του [βλ.
και αρθρ. 1 παρ.3 των ειδικών όρων της συμβάσεως]. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ.11 της με αριθμό Κ4/585/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, που έχει δημοσιευθεί στο με αριθμό 795 ΦΕΚ, αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες κατά το χρόνο κατά τον οποίο το όχημα, μεταφέρει φορτίο ή επιβάτες πέραν του επιτρεπομένου ανωτάτου ορίου, εκ της αδείας κυκλοφορίας του, ή των σχετικών αποφάσεων των αρμοδίων αρχών, εφόσον η υπέρβαση συνετέλεσε εις την επέλευση ή την επαύξηση της ζημίας κατά το μέτρο της επαυξήσεως.
OΙ παραπάνω γενικοί και ειδικοί όροι της ασφάλισης οι οποίοι περιέχουν τις περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, αποτελούν πρόταση της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρίας για τροποποίηση της ασφαλιστικής σύμβασης. Ο Χ2 αντισυμβαλλόμενος - ασφαλισμένος, έλαβε γνώση των παραπάνω γενικών και ειδικών όρων και τους αποδέχθηκε σιωπηρά, αφού κατέβαλε το ασφάλιστρο, παρέλαβε το ασφαλιστήριο και δεν εναντιώθηκε σ' αυτούς, όπως είχε δικαίωμα να πράξει και παρέλαβε το ειδικό σήμα ασφάλισης και τέλος, προέβη σε δήλωση ατυχήματος στην ασφαλιστική εταιρία.
Όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ των όρων εξαίρεσης από την ασφάλιση είναι και η περίπτωση κατά την οποία το όχημα είχε φορτίο μεγαλύτερο από το αναγραφόμενο στην άδεια του, εφόσον η υπέρβαση συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος. Η αληθής έννοια του παραπάνω λόγου εξαίρεσης, ερμηνευομενου σύμφωνα και με τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, είναι ότι αποκλείεται η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας, ακόμη και αν η ζημία που προκλήθηκε στον τρίτο, δεν οφείλεται αποκλειστικά στο υπέρβαρο φορτίο, αλλά συντέλεσε σ' αυτήν και το συντρέχον πταίσμα του οδηγού.
Εν προκειμένω, όπως προεκτέθηκε, στην επέλευση του ατυχήματος συντέλεσε και αμέλεια του οδηγού του με αρ. ... ΔΧΦ αυτοκινήτου ρυμουλκού - ρυμουλκούμενου, καθόσον αυτός δεν φρόντισε να προβεί σε επαρκή τεχνικό έλεγχο του οχήματος πριν την πραγματοποίηση του δρομολογίου, υποχρέωση που επιβαλλόταν από τα άρθρα 53-86 του ΚΟΚ, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί αν και μπορούσε ακόμη και μακροσκοπικά, ότι ο οπίσθιος βοηθητικός άξονας του ρυμουλκού, ήταν, πολύ πριν από το ατύχημα, οξειδωμένος και ευάλωτος σε οποιαδήποτε φόρτωση ή υπερφόρτωση και επί πλέον οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα που υπερέβαινε κατά 10 χιλ.
την επιτρεπόμενη στο σημείο εκείνο. Όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πρωτεύοντα ρόλο στην πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και των εντεύθεν επιζήμιων συνεπειών του, έπαιξε το υπέρβαρο φορτίο του αυτοκινήτου των εναγομένων [σχεδόν διπλάσιο του επιτρεπομένου] και το γεγονός αυτό συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό, στο ατύχημα, σε συνδυασμό βέβαια, και με την ως άνω συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού Χ1.
Ειδικότερα, λόγω της υπερβολικής φόρτωσης [39.320 κιλά αντί 20.568] διεράγει το ελαστικό του πίσω αριστερού τροχού και το πολύ βαρύ φορτίο, μετατοπίσθηκε, πιέζοντας υπερβολικά τον άξονα, ο οποίος, όντας οξειδωμένος και μάλίσμα ραγισμένος, έσπασε, με τα γνωστά επακόλουθα [αποκόλληση του τροχού, πολλαπλή- διαδοχική σύγκρουση].
Η κατά τα ανωτέρω αυξημένη ταχύτητα του φορτηγού [10 χ/ω επιπλέον] αποκλείει λογικά το ενδεχόμενο κύριας αιτίας πρόκλησης του ατυχήματος, αφού αυτή, απλά και μόνον συντέλεσε σε μικρό ποσοστό στο ατύχημα, το οποίο οφείλεται κυρίως στο υπερβολικό φόρτωμα του ζημιογόνου αυτοκινήτου". Υπό τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι ο όρος περί αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή είναι ισχυρός και δεσμευτικός στις σχέσεις, μεταξύ ασφαλιστού και ασφαλισμένου, διότι συμπεριελήφθη ως όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, την οποία ο ασφαλισμένος-αναιρεσείων αποδέχθηκε σιωπηρά, αφού παρέλαβε το ασφαλιστήριο και το ειδικό σήμα ασφάλισης, κατέβαλε τα ασφάλιστρα και προέβη σε δήλωση ατυχήματος, στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, καθώς και ότι ο όρος αυτός έχει εφαρμογή, διότι "πρωτεύοντα ρόλο στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και των εντεύθεν επιζήμιων συνεπειών του, έπαιξε το υπέρβαρο φορτίο του αυτοκινήτου των εναγομένων" και δέχθηκε ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή και την παρεμπίπτουσα αγωγή-αναγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας-νυν αναιρεσίβλητης.
Ενόψει των ανωτέρω οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, από το άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ και δεύτερος, από το αρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στο δικάσαν Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης, ευθέως και εκ πλαγίου., της διάταξης του αρθρ. 25 περ. 11 της Κ4/585/1978 Υπουργικής απόφασης, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το δικάσαν Εφετείο δεν εφήρμοσε τη διάταξη αυτή, αλλά έκρινε ότι η ρήτρα περί αποκλεισμού της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας περιελήφθη, ως όρος της ασφαλιστικής σύμβασης, στο τμήμα των γενικών και ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, των οποίων έλαβε γνώση ο ασφαλισμένος και του αποδέχθηκε σιωπηρά, με την καταβολή των ασφαλίστρων, με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και του ειδικού σήματος ασφάλισης και με τη δήλωση του ατυχήματος στον ασφαλιστή, δεσμευόμενος έτσι, από τους όρους αυτούς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη, τον ανωτέρω δε συμβατικό όρο εφάρμοσε προκειμένου να κάνει δεκτές τις αγωγές από αναγωγή της αναιρεσίβλητης της ασφαλιστικής εταιρείας.
Ενώ, εξάλλου, επαρκείς σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες διέλαβε στην απόφασή του και δεν εστέρησε αυτήν νόμιμης βάσης, ως προς το ίδιο ως άνω ζήτημα. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο πρώτος και κατά το άλλο μέρος αυτού, (επίσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1) λόγος αναίρεσης, διότι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η κατά τα ως άνω δέσμευση του ασφαλισμένου, από τον περιληφθέντα στο ασφαλιστήριο, όρο, περί αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, εξαιτίας υπέρβασης του επιτρεπόμενου φορτίου ή αριθμού επιβατών, ισχύει και όταν η υπέρβαση αυτή συνετέλεσε, κατά κύριο λόγο, όπως στην προκειμένη περίπτωση ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο, στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, έστω και εάν συνέτρεχαν και άλλοι λόγοι υπαιτιότητας του οδηγού.
ΙΙ. Ο έλεγχος της επάρκειας ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, της ένστασης κλπ γίνεται, όταν μεν πρόκειται για νομική αοριστία αυτής, με τον, από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης, ενώ, όταν πρόκειται για ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, με τον αριθμό 8 ή 14 του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 388/1998).
Ειδικώτερα, εάν το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή ή στην ένσταση ή εάν δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι αυτά διαλαμβάνονται, ιδρύεται ο από το αρθρ. 559 αριθ. 8 Κ.πολ.Δ λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.πολ.Δ, λόγος αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη προταθέντων ισχυρισμών, θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ2/1989, ΑΠ 967/1997).
Εξάλλου, η παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν υποτεθούν αληθινά, θεμελιώνουν την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, του άρθρου 281 ΑΚ, συνιστά μη λήψη υπόψη πραγματικών περιστατικών που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και καθιστά αναιρετέα την απόφαση του, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ υπό την προαναφερθείσα προϋπόθεση ότι τα περιστατικά αυτά θεμελιώνουν την εν λόγω ένσταση.
Τέλος ως "αίτηση", που αφέθηκε αδίστακτη κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.πολ.Δ που προβλέπει τον οικείο αναιρετικό λόγο είναι εκείνη που αποτελεί κεφάλαιο δίκης (ΑΠ 579/1993), δηλαδή το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής, ή τριατανακοπής, ενώ αντίθετα δεν αποτελούν "αίτηση" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, οι ενστάσεις ή αντενστάσεις, ή άλλοι ισχυρισμοί των διαδίκων, των οποίων η μη λήψη υπόψη εμπίπτει στην πλημμέλεια του, από τον αριθ. 8 του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 956/1996, ΑΠ 1486/1997).
Με τον τρίτο, κατά το ένα σκέλος αυτού, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικώτερα έλαβε υπόψη, ως προταθέντα ισχυρισμό της ενάγουσας - νυν αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που συγκροτούν την ιστορική βάση των αγωγών αυτής ότι το ατύχημα οφείλεται κατά κύριο λόγο στο υπερβολικό φορτίο του αυτοκινήτου των αναιρεσειόντων εξ' αιτίας του οποίου διεράγει το ελαστικό του πίσω αριστερού τροχού και κατέσπασε ο άξονας, ενώ ο ισχυρισμός αυτός δεν περιλαμβανόταν στις αγωγές αυτές.
Από το περιεχόμενο των δικογράφου των υπ' αριθ. κατάθεσης 990 και 991/2001 αγωγών (από αναβολή) της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, τα οποία, παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, ως διαδικαστικά έγγραφα, επισκοπούνται, προκύπτει ότι, ο ανωτέρω ο ισχυρισμός εμπεριέχεται στις αγωγές, τα περαιτέρω δε γενόμενα δεκτά περιστατικά, που συμπληρώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό παραδεκτώς άντλησε από τις αποδείξεις.
Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο τρίτο λόγο, κατά το άλλο μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, παρότι με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, ως βάσιμη κατ'ουσία, την ασκηθείσα έφεση της νυν αναιρεσίβλητης, ασφαλιστικής εταιρείας και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ερεύνησε και πάλι κατ'ουσία τις ένδικες αγωγές της ενάγουσας-αναιρεσιβλήτου, εν τούτοις, δεν έλαβε υπόψη την παραδεκτώς προβληθείσα υπό των εναγομένων-νυν αναιρεσειόντων, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθείσα, δια των προτάσεών τους, ενώπιον του Εφετείου, ένσταση, περί καταχρηστικής, εκ μέρους της ενάγουσας, άσκησης του αγωγικού της δικαιώματος, ενώ με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο άφησε αίτημα αδίκαστο και ειδικώτερα την ως άνω ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας.
Από την επισκόπηση των δικογράφων των προτάσεων των εναγομένων-νυν αναιρεσειόντων, των κατατεθεισών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ενώπιον του Εφετείου και των πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία, ως διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ελέγχονται από το Ακυρωτικό Δικαστήριο, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους, τις κατατεθείσες ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με προφορική ανάπτυξη, ενώπιον αυτού, καταχωρηθείσα στα πρακτικά, προέβαλαν την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος της ενάγουσας-νυν αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, την οποία (ένστασή τους) επανέφεραν και με τις ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις τους.
Όμως, τα προβαλλόμενα υπό των εναγομένων νυν αναιρεσειόντων πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή η ενάγουσα νυν αναιρεσίβλητος ασφαλιστική εταιρεία αιφνιδιαστικά τέσσερις μήνες μετά το ατύχημα, με εξώδικη δήλωση που τους επέδωσε, ισχυρίστηκε ότι το ατύχημα προκλήθηκε εξ αιτίας του υπέρβαρου φορτίου του αυτοκινήτου τους και επομένως απαλλάσσεται από την ασφαλιστική ευθύνη έναντι εκείνων και ότι ακολούθως προέβη σε καταβολή, ορισμένων από τα αιτούμενα με τις ένδικες αγωγές της ποσών, προς ορισμένους από τους ζημιωθέντες τρίτους, μετά από εξώδικο συμβιβασμό με αυτούς και χωρίς να αναμένει την έκδοση απόφασης, επί των (κυρίων) αγωγών, τις οποίες αυτοί είχαν ασκήσει και κάλεσε τους αναιρεσείοντες να της αποδώσουν τα χρηματικά αυτά ποσά, παραβαίνοντας έτσι την πίστη και την εμπιστοσύνη, που πρέπει να διέπουν τις σχέσεις μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου και εάν ακόμη υποτεθούν αληθινά, δεν θεμελιώνουν την από το αρθρ. 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, η ένσταση αυτή ήταν μη νόμιμη, και το Εφετείο που δεν την έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στη αποδιδόμενη πλημμέλεια.
Συνεπώς, ο αντίθετος, τρίτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Ομοίως, απορριπτέος, ως απαράδεκτος είναι και ο αναφερόμενος στο ίδιο ως άνω ζήτημα (στην ένσταση κατάχρησης δικαιώματος) από το αρθρ. 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ πέμπτος λόγος αναίρεσης, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι ενστάσεις δεν συνιστούν "αίτηση", υπό την έννοια της διάταξης αυτής και η εκδίκαση τους δεν δημιουργεί τον προκείμενο λόγο αναίρεσης.
ΙΙΙ. Ο θεσπιζόμενος από το αρθρ. 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο, σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.πολ.Δ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσέιων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο.
Πρέπει δεν την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το φερόμενο ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας αυτού.
Με τον τέταρτο, από το άρθρ. 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παραμόρφωσε τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα (την από 8-3-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου μηχανικού ... που συντάχθηκε με παραγγελία του Τμήματος Τροχαίας ...
και την υπ' αριθ. ... έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται σε σφάλμα του δικάσαντος δικαστηρίου, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα, ενώ, εξάλλου, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν εμόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, αλλά ότι συνεκτίμησε αυτά, μαζί με τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσειόντων, για την επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, που απήλλασσε την αναιρεσίβλητη από την ευθύνη των αναιρεσειόντων.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, η οποία κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-1-2007 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 2481/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ