Legislator Case Law & Legislation
515/2007 AI generated

515/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 515/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Μαρτίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 346/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Αυγούστου 2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

515/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως προς το ήδη επίδικο μέρος της αξιώσεως η παραγραφή συμπληρώθηκε στις 10-8-1997 δηλαδή, πολύ πριν από την άσκηση (3/4/2003) της ένδικης αγωγής (με την πάροδο διετίας από την ημέρα του ατυχήματος) και πριν από τη δημοσίευση (30/6/1998) της 224/1998 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού επί της (πρώτης) αγωγής, ώστε σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί να μην έχει επέλθει επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής από διετία σε εικοσαετία.

Keywords

AI generated
loss of earning capacity post-service health impairment pre-existing condition knee injury benefits unfit notwithstanding health condition chronic illness
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 515 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 515/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κασιούμη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Μαρτίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 346/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Αυγούστου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 241, 247, 251, 298, 914ΑΚ, 10 παρ. 2, 17 και 19 παρ. 1 β' και 2 ν. 489/1976 συνάγεται, ότι στις περιοριστικώς προβλεπόμενες από το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 489/1976 περιπτώσεις της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για την καταβολή αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα τρίτο από αυτοκινητικό ατύχημα, η σχετική αξίωση του τελευταίου υπόκειται σε διετή παραγραφή, η οποία για το σύνολο της ζημίας, θετικής ή αποθετικής, παρούσας ή μέλλουσας και εφόσον αυτή είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος.

Σε περίπτωση, όμως, που η ζημία είναι απρόβλεπτη, ισχύει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν κατά τους κοινούς κανόνες, η οποία (παραγραφή) αρχίζει από τότε, που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 261 εδ α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η αγωγή ασκηθεί για μέρος της αξιώσεως προς αποζημίωση, η επίδοσή της διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται και εκκρεμοδικία. Από δε τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ συνάγεται, ότι, αν με τελεσίδικη δικαστική απόφαση βεβαιωθεί η προς αποζημίωση αξίωση του τρίτου κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, η οποία υπόκειται, κατ' αρχήν, σε διετή παραγραφή, τότε από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος εκείνο της αξιώσεως που αφορά σε αποκατάσταση αποθετικής ζημίας για χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν, για τον οποίο επιδικάστηκε τελεσιδίκως η σχετική αξίωση.

Αναγκαία, όμως, προϋπόθεση για τη δέσμευση από το δεδικασμένο εκδοθείσης αποφάσεως είναι η ασκούμενη με τη μεταγενέστερη αγωγή αξίωση καταβολής αποζημιώσεως για βλάβη του σώματος ή της υγείας του παθόντος σε ατύχημα από αυτοκίνητο να μπορούσε απ' αρχής να προβλεφθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η ζημία είναι απρόβλεπτη, ισχύει γι' αυτή η ως άνω βραχυχρόνια, διετής, παραγραφή, η οποία αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειάς τος με το ατύχημα.

Αν, επομένως, με τελεσίδικη απόφαση ο παθών από αυτοκινητικό ατύχημα κρίθηκε ανίκανος προς εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και του επιδικάστηκε για το διάστημα αυτό αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και με νέα αγωγή του ζητεί πρόσθετη αποζημίωση για τις ίδιες αιτίες λόγω της επικαλούμενης εφόρου ζωής ολικής ή μερικής αναπηρίας του, της οποίας έλαβε γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, το δικαστήριο, που καλείται να δικάσει την υπόθεση, δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως, διότι καλείται να κρίνει αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος, που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην από 26-3-2003 (αριθμ. κατ. 350/2003) αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση εκτίθεται ότι από υπαιτιότητα της .... κατά την οδήγηση του .... Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου τραυματίστηκε την 10-8-1995 ο ήδη εφεσίβλητος - ενάγων ο οποίος υπέστη βαρύτατο κάταγμα αριστερής κνήμης του έγινε εσωτερική οστεοσύνθεση και τοποθετήθηκαν μοσχεύματα λόγω ολικής σύνθλιψης του οστού της κνήμης, υποβληθείς συνολικά σε 13 εγχειρήσεις.

Επί της από 12-11-1996 αγωγής του παθόντος που στρεφόταν και κατά του ήδη εκκαλούντος Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο υπεισήλθε στη θέση της ασφαλιστικής εταιρίας "ΘΕΜΙΣ ΑΕΓΑ", που είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο όχημα και της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, εκδόθηκε (στις 30-6-1998) η υπ' αριθμ. 224/1998 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα ότι αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος ήταν η ανωτέρω οδηγός και ότι συνεπεία του τραυματισμού του ο ίδιος κατέστη ανίκανος για την εργασία του ναυτικού και συγκεκριμένα του υποπλοιάρχου, την οποία ασκούσε μέχρι το ατύχημα και του επιδίκασε για διαφυγόντα κέρδη από την ημερομηνία του ατυχήματος μέχρι στις 12-11-1996 το συνολικό ποσό των 7.200.000 δραχμών.

Ότι ακολούθως με την 183/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της από 12-7-1998 (αρ. κατ. 1124/1998) αγωγής του, επιδικάστηκε στον παθόντα το ποσό των 9.380.000 δραχμών για διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 13-11-1996 έως 29-5-1998. Με την κρινόμενη αγωγή του ο εφεσίβλητος ζητούσε το αναφερόμενο σ' αυτή συνολικό ποσό ως περαιτέρω αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από 1-8-1998 έως 31-3-2013, ισχυριζόμενος ότι εξακολουθεί να υφίσταται και θα υφίσταται και στο μέλλον τις δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος.

Η αξίωση όμως που ασκήθηκε με τη συμπληρωματική ένδικη αγωγή έχει παραγραφεί κατ' άρθρ. 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 λόγω παρόδου διετίας από του χρόνου του ατυχήματος, αφού ο χρόνος της παραγραφής για το σύνολο της ζημίας άρχισε από το χρόνο που συνέβη το ατύχημα (10/8/1995). Πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχική αγωγή που ασκήθηκε για μέρος μόνο της αξιώσεως αποζημίωσης δεν επέφερε διακοπή της παραγραφής και ως προς το (μη επίδικο τότε) μέρος της αξιώσεως για τις ήδη επίδικες περαιτέρω αξιώσεις, που ήταν προβλεπτές, αφού η προαναφερόμενη εξακολούθηση των δυσμενών συνεπειών του ατυχήματος στην υγεία του παθόντος και η επικαλούμενη ολική ανικανότητά του για εργασία ήταν προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Ως προς το ήδη επίδικο μέρος της αξιώσεως η παραγραφή συμπληρώθηκε στις 10-8-1997 δηλαδή, πολύ πριν από την άσκηση (3/4/2003) της ένδικης αγωγής (με την πάροδο διετίας από την ημέρα του ατυχήματος) και πριν από τη δημοσίευση (30/6/1998) της 224/1998 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού επί της (πρώτης) αγωγής, ώστε σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί να μην έχει επέλθει επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής από διετία σε εικοσαετία.

Η τελευταία αυτή απόφαση δεν μπορούσε να επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το ήδη επίδικο μέρος που δεν είχε αρχικά ασκηθεί αγωγή και είχε υποκύψει πριν από την τελεσιδικία στη διετή παραγραφή. Αλλά και με την εκδοχή του ενάγοντος ότι η ολική ανικανότητά του για εργασία ήταν απρόβλεπτη εξαρχής την οποία επικουρικά με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης προβάλλει, ο ίδιος ιστορεί στην αγωγή, ότι έλαβε γνώση του απρόβλεπτου γεγονότος, δηλαδή ότι κατέστη ολικά ανίκανος για την εργασία του ναυτικού, στις 15-10-1998, επικαλούμενος την 21/1998 απόφαση της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας στο ΥΕΑΝΕΘ Ηγουμενίτσης.

Από του χρόνου δε αυτού άρχισε η νέα παραγραφή όλων των μελλοντικών αξιώσεών του και συνεπώς και των διαφυγόντων κερδών του επιδίκου χρονικού διαστήματος. Επομένως, εφόσον η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 3/4/2003, δηλαδή μετά την παρέλευση διετίας, υπέκυψαν και πάλι οι επίδικες αξιώσεις σε παραγραφή". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένσταση του εκκαλούντος περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, ως υποκειμένων σε εικοσαετή, μη συμπληρωθείσα, παραγραφή και, δικάζοντας ακολούθως την αγωγή, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή της ενστάσεως παραγραφής.

Ετσι, που έκρινε το Εφετείο με την ως άνω επικουρική αιτιολογία, δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης ουσιαστικές διατάξεις. Διότι η επιμήκυνση της βραχυχρόνιας διετούς παραγραφής σε εικοσαετή, που έλαβε χώρα με την τελεσιδικία της δικαστικής αναγνωρίσεως της προς αποζημίωση υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου, δεν καταλαμβάνει και την επίδικη αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη, που, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου, έγινε προβλεπτή μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής και μετά τη δημοσίευση, στις 30.6.1998, της τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου, ήτοι στις 15.10.1998, αλλά η αξίωση αυτή υπόκειται στη νέα βραχυχρόνια διετή, παραγραφή, η οποία άρχισε την τελευταία αυτή ημερομηνία και είχε συμπληρωθεί μέχρι της ασκήσεως της αγωγής στις 3.4.2003.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' και γ' ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 352 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η δικαστική ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου, που ομολογεί.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 ΚΠολΔ, κατά την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 681 Α' του Κώδικα αυτού, δικάζονται και οι διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητο, καθόσον η από το άρθρο 671 προβλεπόμενη κατά τη διαδικασία αυτή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων δεν περιλαμβάνει το αποδεικτικό μέσο της δικαστικής ομολογίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο της αναιρέσεως ψέγεται το Εφετείο, διότι, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του αναφορικώς με το χρόνο, που, κατά την επικουρική αιτιολογία του, ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της αποθετικής ζημίας του, στη οποία αφορά η αγωγική απαίτηση, έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 21/1998 απόφαση της Υγειονομικής Επιτροπής του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας στο ΥΕΑΝΕΘ Ηγουμενίτσας, την οποία όμως δεν είχε προσκομίσει κανένας διάδικος.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση και εκτιθέμενη πιο πάνω παραδοχή του δικαστηρίου, ότι " ...ο ίδιος (ενάγων) ιστορεί στην αγωγή, ότι έλαβε γνώση του απρόβλεπτου γεγονότος, δηλαδή ότι κατέστη ολικά ανίκανος για την εργασία του ναυτικού στις 15.10.1998, επικαλούμενος την 21/1998 απόφαση... ", δεν προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την επίμαχη απόφαση, αλλά ότι αυτό δέχεται πως την απόφαση αυτή επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του.

Περαιτέρω, με τον ίδιο άνω λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 1/6.2.2003 απόφαση της Υγειονομικής Επιτροπής Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας (ΥΕΑΝΕΘ Ηγουμενίτσης), που ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει, από την οποία προκύπτει, ότι κρίθηκε ανίκανος για την εργασία του ναυτικού εφόρου ζωής από 6.2.2003 κι επομένως από την ημερομηνία αυτή έλαβε γνώση της ολικής αυτής ανικανότητάς του προς εργασία και από το χρόνο αυτόν άρχισε η παραγραφή της αγωγικής αξιώσεως.

Ο λόγος αυτός, πρωτίστως είναι αλυσιτελής, αφού, σύμφωνα με την παραπάνω παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικώς με το χρόνο, κατά τον οποίο ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ζημίας του, στην οποία αφορά η αγωγική απαίτηση, αποκλειστικώς στην περιεχόμενη στην αγωγή δικαστική ομολογία του, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον του και δεν μπορεί να αναιρεθεί από το παρατιθέμενο περιεχόμενο του φερομένου ως αγνοηθέντος εγγράφου, που εκτιμάται ελευθέρως.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β και γ' ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Επειδή αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις επάλληλες αυτές αιτιολογίες, οι λόγοι αναιρέσεως, που αφορούν άλλη αιτιολογία απορρίπτονται ως αλυσιτελείς. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλήσσεται η προεκτεθείσα κύρια αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ζημία για διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 1.8.1998 έως 31.3.2013, στην οποία αφορά η επίδικη αξίωση, ήταν για τον αναιρεσείοντα προβλεπτή από του χρόνου του ατυχήματος, (10.8.1995) κι' επομένως η αξίωση αυτή έχει υποκύψει στη διετή παραγραφή, που είχε συμπληρωθεί πριν από την άσκηση της αγωγής (3.4.2003) και την τελεσιδικία της δικαστικής αναγνωρίσεως της προς αποζημίωση υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου (30.6.1998). Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η επικουρική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, όσον αφορά το ζήτημα της παραγραφής της επίδικης αξιώσεως, δεν πλήσσεται αποτελεσματικώς με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 11-8-2005 αίτηση του .... για αναίρεση της 52/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ