Legislator Case Law & Legislation
515/2006 AI generated

515/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 515/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

515/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2003 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-2-2004 αίτησή της.

Keywords

AI generated
agricultural use legacy of property of another renunciation of inheritance rights of heirs agricultural succession law legal capacity
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 515 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 515/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. συζύγου Ε. Μ., το γένος Η. Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Παυλόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Η., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμπογιά.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, o δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, η υπόθεση είναι του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης δεν έχει ενημερωθεί ακόμα από τον συνάδελφο του, ούτε του έχει ακόμα στείλει όλα τα σχετικά έγγραφα, επίσης θέλει να καταθέσει και προσθέτους λόγους. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος του αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2003 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-2-2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμηση, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η μητέρα των διαδίκων Π. συζ. Η. Μ. είχε αποκτήσει από το έτος 1952 την κυριότητα και νομή του επίδικου αγρού, έκτασης 4,5 στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "Κ." της αγροτικής περιφέρειας Ερεσού Λέσβου και έχει τα αναφερόμενα σε εκείνη όρια.

Το έτος 1973, η ίδια, δώρησε άτυπα τον επίδικο αγρό στον εναγόμενο - αναιρεσίβλητοι και του παρέδωσε τη νομή του. έκτοτε ο αναιρεσίβλητος νεμόταν με διάνοια κυρίου τον αγρό συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής (1999) και τον καλλιεργούσε με τριφύλλι. Το έτος 1977 ξερίζωσε τις γηραιές συκιές που υπήρχαν σ' αυτόν και φύτεψε περιμετρικά νέες, εξασφάλισε δε την άρδευση του αγρού με την αγορά άλλου γειτονικού ακινήτου που διέθετε νερό.

Η σποραδική απασχόληση του αναιρεσίβλητου ως ναυτικού κατά τη δεκαετία του 1970 και η βραχεία παραμονή του στην Αθήνα για αναζήτηση εργασίας δεν εμπόδιζαν την καλλιέργεια του επιδίκου, αφού τα χρονικά διαστήματα της απουσίας του δεν ήσαν συνεχή αλλά τέτοια με διακοπές, ενώ μετά το γάμο του, κατά την απουσία του, εκτελούσε τις αγροτικές εργασίες η σύζυγός του Ε., μόνιμες κάτοικος Ερεσού.

Εξάλλου, η καλλιέργεια του τριφυλλιού, που γινόταν κυρίως στο επίδικο, δεν απαιτούσε πολλή φροντίδα και τη διαρκή παρουσία του καλλιεργητή. Στις 27-7-1994 η μητέρα των διαδίκων, μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του επιδίκου με συμβόλαιο γονικής παροχής στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα και στις 8-2-1995, κατά τη διάρκεια της σύντομης φιλοξενίας της στην κατοικία της τελευταίας στο ..., απέστειλε εξώδικο προς τον αναιρεσίβλητο στο οποίο ανέφερε ότι του είχε χρησιδανείσει τον επίδικο αγρό και ζητούσε την απόδοσή του στην ίδια.

Στο εξώδικο αυτό απάντησε με την από 7-4-1995, δήλωσή του ο αναιρεσίβλητος, όπου ανέφερε ότι είχε λάβει τον αγρό με την άτυπη δωρεά του έτους 1973 και είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία . ο ανιαρεσίβλητος και μετά την ανταλλαγή των εξώδικων δηλώσεων συνέχιζε να καλλιεργεί τον αγρό, ενώ η μητέρα του μέχρι το θάνατό της (1999), παρότι εξακολουθούσε να κατοικεί στην Ερεσό και γνώριζε το γεγονός της καλλιέργειας, όχι μόνο δεν έκαμε καμιά ενέργεια αλλ' είχε καλές σχέσεις μαζί του .Αφού λοιπόν (καταλήγει το Εφετείο) αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος νεμόταν τον επίδικο αγρό με διάνοια κυρίου, καλλιεργώντας αυτόν κυρίως με τριφύλλι από το 1973 και μετά συνεχώς για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα 20 έτη, έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία ήδη από το 1993, είχε δε έκτοτε δε είχε καταλυθεί το προϋπάρχον επ' αυτού δικαίωμα κυριότητας της δικαιοπαρόχου μητέρας της ενάγουσας, ώστε η τελευταία δεν ήταν κυρία του αγρού κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου γονικής παροχής, με το οποίο η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι απέκτησε την κυριότητα αυτού.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκαμε δεκτή κατ' ουσίαν τη έφεση του αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη τη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας, απέρριψε την αγωγή αυτή κατά παραδοχή της ένστασης του αναιρεσίβλητου για δική του κυριότητα στο επίδικο.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ περί έκτακτης χρησικτησίας και δεν παραβίασε αυτήν ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, αλλ' αντίθετα εφαρμόζοντας την από το άρθρο 93 παρ. 1 του Συντάγματος επιταγή, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της κτήσης της κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο από τον αναιρεσίβλητο επί του επιδίκου και απώλειας της προϋπάρχουσας κυριότητας επ' αυτού της δικαιοπαρόχου μητέρας της αναιρεσείουσας.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης που προβάλλει αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αριθ. 1 και 19 αρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατά το μέρος που προβάλλει αιτίαση για παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας διότι αυτό που αναφέρει με τη μορφή ερωτήματος "εφόσον προικίζω την κόρη μου γιατί να μην κάνω και γραπτό συμβόλαιο δωρεάς προς το γιο μου;" δεν αποτελεί τέτοιο δίδαγμα.

ΙΙ. Κατά την έννοια του αριθ. 8 περ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων δημιουργεί λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997). Αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή τα πραγματικά επιχειρήματα δηλαδή οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 8 περ. β' άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι ο αναιρεσίβλητος από το έτος 1973 μέχρι το 1979 ήταν ναυτικός σε ποντοπόρα πλοία και ταξίδευε συνεχώς ώστε δεν κατοικούσε στην Ερεσό Λέσβου και από το 1979 εργαζόταν ως οικοδόμος στο ... και κατά συνέπεια, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεν ήταν δυνατόν να νέμεται και να κατέχει ένα ακίνητο τη δεκαετία αυτή. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι δεν αφορά πράγματα κατά την έννοια του νόμου, αλλ' αρνητικά επιχειρήματα κατά της ένστασης, του αναιρεσίβλητου περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε. Στη συνέχεια, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 20 αρθρ. 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο, στα παραπάνω έγγραφα "που δεν τα έλαβε υπόψη του, παραμόρφωσε και το περιεχόμενό τους, καθότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών (αναιρεσίβλητος) ήταν ναυτικός (1973 -1983) και όχι αγρότης για να μπορεί να ασκεί νομή επί του αγρού, καίτοι απουσιάζων". Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω της αντιφατικότητάς τους, αφού δεν είναι νοητή η παραμόρφωση του περιεχομένου των συγκεκριμένων εγγράφων χωρίς αυτά να έχουν ληφθεί υπόψη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Φεβρουαρίου 2004 αίτηση της Χ. συζ. Ε. Μ. για αναίρεση της 318/2003 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου και ορίζει αυτά σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ