Legislator Case Law & Legislation
514/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding the evidentiary weight of a prior final judgment.

Case Number 514/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision to reject a debt collection enforcement request. The appellant argued that a prior final judgment establishing the debt's uncollectibility should have been treated as evidence of impossibility rather than a procedural document. The court ruled that the lower court correctly evaluated the prior judgment as a procedural instrument to determine res judicata, not as proof of factual impossibility, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 569, 577 of the Code of Civil Procedure; Judicial decisions establishing res judicata are procedural documents for determining legal effects, not evidence of factual impossibility for enforcement purposes.

Keywords

AI generated
res judicata enforcement proceedings inadmissibility evidentiary weight procedural document final judgment debt collection

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 12 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 16 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 153/2019
Supreme Court Case 328/2017
Supreme Court Case 364/2016
Supreme Court Case 358/2007
Supreme Court Case 1347/2011
Supreme Court Case 434/2014
Supreme Court Case 1494/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 514 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 514/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Μαρκάτου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Ιρλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παχή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/5/2021 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 202/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2628/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/6/2022 αίτησή της και τους από 5/1/2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών υπ' αρ. 2628/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα έφεση κατά της υπ' αρ. 202/2021 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της επισπευδόμενης σε βάρος της από την αναιρεσίβλητη αναγκαστικής εκτελέσεως δυνάμει της υπ' αρ. ...017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, όπως αυτή ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 281 του ιδίου Κώδικα, αντίγραφο δε του δικογράφου αυτού επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Η παράλειψη της καταθέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων και της επιδόσεως τούτου προ της ως άνω προθεσμίας ή, στην περίπτωση της εμπρόθεσμης καταθέσεως, η παράλειψη της επιδόσεως του δικογράφου προ της αυτής προθεσμίας, επάγεται το απαράδεκτο των πρόσθετων λόγων, ελλείψει προδικασίας και, εντεύθεν, την απόρριψή τους και αυτεπαγγέλτως, κατ` άρθρο 577 παρ.1 και 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η προθεσμία αυτή είναι ενεργείας για τον αναιρεσείοντα και προπαρασκευαστική για τον αναιρεσίβλητο, υπολογίζεται δε, σύμφωνα με το άρθρο 144 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. Δεν λαμβάνονται, δηλαδή, υπόψη οι ημέρες επιδόσεως ούτε και οι αμέσως προηγούμενες της αρχικής δικασίμου αργίες και εξαιρετέες ημέρες. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ.

α` του ν. 1157/12.5.1981,"η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7 μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας".

Από την αναμφίβολη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, έτσι ώστε, αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας.

Επομένως, στην περίπτωση των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, αν η τελευταία (30η) ημέρα πριν από τη δικάσιμο, με αφετηρία την επομένη της επιδόσεως του δικογράφου τούτου, συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν συντρέχει εμπρόθεσμη άσκηση των πρόσθετων λόγων, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι (Ολ.

Α.Π. 33/1996, ΑΠ 670/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 476/2019 και ΑΠ 163/2018) Στην προκειμένη περίπτωση, η Πρόεδρος του Α1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου όρισε δικάσιμο για τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως την 5η-2-2024 και ώρα 9.30. Στις 5-1-2024, η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 5-1-2024 δικόγραφο προσθέτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο επέδωσε στην αναιρεσίβλητη αυθημερόν, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την τελευταία υπ' αρ. ...2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς, Ν.

Κ.. Επομένως, η παραπάνω αναφερόμενη προθεσμία του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. άρχισε να τρέχει από την επομένη της επιδόσεως του δικογράφου του προσθέτου λόγου, ήτοι από τις 6-1-2024 και συμπληρώθηκε στις 4-2-2024, ημέρα Κυριακή, η οποία, όμως, ως εξαιρετέα ημέρα, δεν λαμβάνεται υπόψη, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα και συνεπώς, η τριακονθήμερη προθεσμία συμπληρώθηκε ώρα 19.00` της επόμενης εργάσιμης ημέρας (5-2-2024), ημέρα Δευτέρα, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία είχε ορισθεί για τις 9.30` της ημέρας αυτής, κατά τα προεκτεθέντα.

Συνεπώς ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως, που συνεκδικάζεται με την αίτηση λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρ. 246 ΚΠολΔ), είναι εκπρόθεσμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΟλΑΠ 19/2005). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ - AΠ 916/2021, ΑΠ 56/2019).

Κατά δε το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.

Κατά το άρθρο 324ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.

Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά στη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συµψηφισµού. Έννοµη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννoµες συνέπειες (ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 1229/2015, ΑΠ 1397/2012).

Το δεδικασμένο ισχύει ακόμη και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη με βάση την έννομη σχέση που πρόκειται να κριθεί και στη νέα δίκη, στην οποία ανακύπτει έτσι ως προδικαστικό ζήτημα.

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ, δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ` ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, για να επεκταθεί το δεδικασμένο στο ζήτημα που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη παρεμπιπτόντως, πρέπει το ζήτημα αυτό να αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κρισιολόγηση του κύριου ζητήματος της διαφοράς της πρώτης δίκης.

Δηλαδή, απαιτείται το μεν παρεμπίπτον ζήτημα να αποτελεί στοιχείο - όρο του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, στον οποίο θεμελιώνεται το κύριο, ουσιαστικό ή δικονομικό, ζήτημα, το δε κύριο ζήτημα (να αποτελεί) την έννομη συνέπεια του κανόνα αυτού, την οποία δέχθηκε ή απέρριψε το δικαστήριο. "Προδικαστικό ζήτημα" είναι η έννομη σχέση, η ύπαρξη της οποίας, σύμφωνα με το πραγματικό του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, είναι νομικά κρίσιμη για τη γένεση της έννομης σχέσεως ή του δικαιώματος, που κατάγεται σε δίκη ως κύριο ζήτημα (ΑΠ 266/2022).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαιτήσεως του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ` ετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων (ΑΠ 448/2006, ΑΠ 665/2006).

Κύριο αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (632ΚΠολΔ) είναι το κύρος της διαταγής πληρωμής, ενώ κύριο αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής του άρθρου 933ΚΠολΔ είναι η ακύρωση της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως. Η ισχύς και το μέγεθος της απαιτήσεως, της οποίας έχει διαταχθεί η πληρωμή, όταν αμφισβητείται με τις άνω ανακοπές, είναι προδικαστικό ζήτημα του κυρίου ζητήματος αυτών.

Περί του παρεμπίπτοντος δε αυτού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δημιουργείται δεδικασμένο, αν το δικαστήριο ήταν καθ` ύλην αρμόδιο να αποφασίσει γι` αυτό (ΑΠ 266/2022, ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1831/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την υπ' αρ. 1276/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ακυρώθηκε η επισπευδόμενη σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει της υπ' αρ. ...017 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Aπό την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος τα ακόλουθα: "....Η ανακόπτουσα, με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπή, ισχυρίζεται ότι η καθ' ης, για την ένδικη απαίτηση, είχε εγγράψει παλαιότερα κατάσχεση δυνάμει της από 9.11.2017 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου της ένδικης διαταγής πληρωμής και της ...2018 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Α.

Κ., οι οποίες έχουν τελεσίδικα ακυρωθεί με την 1276/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Αθηνών η οποία έκανε δεκτή την από 18.7.2018 ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΙΤολΔ που άσκησε η ίδια και η εγγυήτρια της ένδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου Ότι η καθ' ης, χωρίς να ασκήσει έφεση κατά της πιο πάνω απόφασης και προκειμένου, δολίως, να προβεί σε εκ νέου κατάσχεση της κατοικίας της, αν και η παραπάνω διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης είχε τελεσιδίκως ακυρωθεί, παραιτήθηκε, στις 27.10.2020, από την παραπάνω ...

κατασχετήρια έκθεση ακινήτου με την ...2018 άρση αναγκαστικής κατάσχεσης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Σ. και στη συνέχεια ενέγραψε την ένδικη ...2020 κατασχετήρια έκθεση ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Γ. Μ.. Ότι, συνεπεία των παραπάνω πραγματικών γεγονότων πρέπει να ακυρωθεί η επισπευδόμενη σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση.

Επίσης, με την ένδικη έφεση, επικαλείται την ύπαρξη δεδικασμένου που δεσμεύει την καθ' ης και το οποίο έχει γεννηθεί, κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας, από την πιο πάνω 1276/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο προαναφερόμενος λόγος, κατά το μέρος αυτού που βάλλει κατά της παραίτησης της καθ' ης από την ...

κατασχετήρια έκθεση ακινήτου, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεδομένου ότι αποτελεί νόμιμο δικαίωμα του επισπεύδοντος της εκτέλεση, σύμφωνα με τη θεμελιώδη δικονομική αρχή της διάθεσης, ως συνέπεια του απαλλοτριωτού των ιδιωτικών δικαιωμάτων, η οποία καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ και ισχύει και στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί δεσμεύσεως από το δεδικασμένο που απορρέει από την 1276/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον δεν υφίστανται οι αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας, προϋποθέσεις και. ειδικότερα ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας. Ειδικότερα, η παραπάνω παραίτηση της καθ' ης από την ...2018 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, την κατάργηση της εκτελεστικής διαδικασίας που στηρίχθηκε στη κατάσχεση αυτή και επομένως η 1276/2018 τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί ανακοπής κατά εκτελεστικής διαδικασίας που έχει καταργηθεί δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη.

Ειδικότερα, αντικείμενο της ένδικης ανακοπής αποτελούν οι πράξεις της διαδικασίας εκτέλεσης που επισπεύδεται δυνάμει της μεταγενέστερης από 5.10.2020 επιταγής προς πληρωμή και της ...2020 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ.

Μ.. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά απέρριψε ως μη νόμιμο τον λόγο ανακοπής που αναφέρεται στο δικαίωμα παραίτησης της καθ' ης από την πιο πάνω προγενέστερη κατασχετήρια έκθεση και σιωπηρά τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου και πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος". Από την επισκόπηση των παραδοχών της υπ' αρ. 1276/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 18-7-2018 ανακοπής της αναιρεσείουσας και της Ε.

Γ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), με την οποία ζητούσαν να ακυρωθούν για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους οι από 9-11-2017 επιταγές προς εκτέλεση κάτωθι πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αρ. ...2017 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της υπ' αρ. ... εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως ακίνητης περιουσίας, δυνάμει των οποίων η "...

ΑΕ" (δικαιοπάροχος της "...", από την οποία η αναιρεσίβλητη απέκτησε τη διαχείριση της επίδικης απαιτήσεως) επέσπευδε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους προς ικανοποίηση απαιτήσεώς της ποσού 541.519,02 ελβετικών φράγκων, προκύπτει ότι κρίθηκε άκυρος ο υπ' αρ. ... της επίδικης συμβάσεως λόγω παραβάσεως της αρχής της διαφάνειας και ανεκκαθάριστο το σύνολο της οφειλής που επιδικάστηκε με την διαταγή πληρωμής και ακυρώθηκαν οι ανωτέρω επιταγές προς εκτέλεση και η ως άνω ...

έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως. Όμως από την απόφαση αυτή δεν απορρέει δεδικασμένο, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της ένδικης ανακοπής, με την οποία ζητείται να ακυρωθεί η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδει η καθ' ης και ήδη αναιρεσίβλητη δυνάμει της μεταγενέστερης από 5-10-2020 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ...017 διαταγής πληρωμής και της υπ' αρ. 1984/29-10-2020 κατασχετήριας εκθέσεως ακινήτου.

Επίσης από την ίδια ως άνω απόφαση δεν απορρέει δεδικασμένο ούτε και ως προς το κριθέν με αυτή προδικαστικό ζήτημα του ουσιαστικού ελαττώματος του εκτελεστού τίτλου (ανεκκαθάριστο του συνόλου της απαιτήσεως για την οποία εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής), αφού το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, διότι η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η άνω διαταγή πληρωμής (το ισάξιο σε ευρώ ποσό των 541.519,02 ελβετικών φράγκων) υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου (άρθρα 14 παρ. 2, 18, 632 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την ως άνω απόφαση, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023). Οι περί δεδικασμένου, όμως, διατάξεις είναι δικονομικού δικαίου και συνεπώς, η παραβίασή τους δεν ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά ο λόγος υπάγεται στον αριθμό 16 του άρθρου αυτού, με βάση τον οποίο ο Άρειος Πάγος ερευνά την επάρκεια της αιτιολογίας της αποφάσεως που δέχεται την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου (ΑΠ 685/2019).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο που να το δεσμεύει από την υπ' αρ. 1276/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο λόγος αυτός, είναι σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, απαράδεκτος, καθόσον η παραβίαση των περί δεδικασμένου διατάξεων δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 155/2021). Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020).

Σύμφωνα δε, με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 445/2019).

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής οι δικαστικές αποφάσεις αποτελούν μεν δημόσια έγγραφα γενικώς, ως προς τις αιτιολογίες τους, όμως, δεν συνιστούν πλήρη απόδειξη έναντι όλων, διότι, μεταξύ άλλων, τα βεβαιούμενα με τις αποφάσεις αυτές περιστατικά δεν συνέβησαν κατά τη σύνταξή τους από τους δικαστικούς λειτουργούς ως δημοσίων εγγράφων (ΑΠ 153/2019, ΑΠ 328/2017, ΑΠ 364/2016, ΑΠ 358/2007), λαμβάνονται δε υπόψη σε άλλη δίκη ως δικαστικά τεκμήρια.

Περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι των κατ' άρθρων 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, που στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου στο πλαίσιο της πλημμέλειας από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος όταν το δικαστήριο εκτιμά το περιεχόμενο τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως για να διαπιστώσει την έκταση του παραγόμενου από αυτή δεδικασμένου (ΑΠ 1347/2011).

Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε την αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου, ήτοι της υπ` αριθ. 1276/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι είναι ανεκκαθάριστη η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η υπ' αρ. ...017 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δεν μπορεί βάσει αυτής να επιχειρηθεί σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, προεχόντως απαράδεκτος, διότι η ως άνω απόφαση δεν λήφθηκε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, αλλά ως διαδικαστικό έγγραφο άλλης δίκης, το περιεχόμενο της οποίας εκτιμήθηκε από το Εφετείο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή μη δεδικασμένου.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Συνακόλουθα, απορριπτέο είναι και το, κατ' άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, αίτημα της αναιρεσείουσας, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, που υποβλήθηκε με την αναίρεση, αφού προϋποθέτει την ευδοκίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 434/2014 και ΑΠ 1494/2018). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 1-6-2022 αίτηση αναιρέσεως και τον από 5-1-2024 πρόσθετο λόγο αυτής.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-6-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2628/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τον από 5-1-2024 πρόσθετο λόγο αυτής.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ