Supreme Court rejects interpretation request for clear administrative compensation decision under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to interpret a previous decision regarding administrative compensation for contract termination. The lower court had clearly ruled that the plaintiffs could not claim additional compensation beyond statutory limits, leaving no room for ambiguity. Consequently, the court held that no legal interpretation was necessary and rejected the request as substantively unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 307, 560, 580 of the Code of Civil Procedure; A request for interpretation of a judicial decision is inadmissible when the decision is clear and unambiguous, as no legal uncertainty exists to warrant reinterpretation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 514 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 514/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., προκειμένου να αποφανθεί για την ερμηνεία της 1493/2018 απόφασης του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατόπιν της μετά την από 9-6-2020 αίτησης της αναιρεσείουσας, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... (....), που έχει την έδρα της στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 18ης Μαΐου 2021 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 14-5-2021.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Ν., και 2) Π. Κ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρίτσανο, ο οποίος ανακάλεσε την από 23-2-2024 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως, είχε δε κατέθεσε προτάσεις στις 18-5-2021 και προσθήκη στις 19-5-2021. Η από 9-6-2020 αίτηση ερμηνείας συζητήθηκε, μετά από αναβολή, κατά τη δικάσιμο της 18ης-5-2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 380/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α` και β ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια (...) της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ` άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί (...) συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 32/2023). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμό 380/23-11-2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου επαναλαμβάνεται νόμιμα η συζήτηση της από 9-6-2020 αίτησης ερμηνείας απόφασης, επειδή μετά τη συζήτησή της κατά τη δικάσιμο της 18-5-2021 δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου και ειδικότερα της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη.
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη. Η ερμηνεία όμως δεν μπορεί να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, η ερμηνεία γίνεται από το ίδιο δικαστήριο που έχει εκδώσει την αρχική απόφαση και με την ίδια διαδικασία, χωρίς χρονικό περιορισμό και μόνον ύστερα από αίτημα διαδίκου και όχι αυτεπάγγελτα. Η ερμηνεία αποβλέπει στην αποκατάσταση του αληθινού νοήματος της απόφασης, εφόσον αυτό δεν είναι κατανοητό από τους διαδίκους για το λόγο ότι η διατύπωση είναι ασαφής ή αμφίβολη και, έτσι, με την ερμηνεία αίρονται οι ασάφειες και οι αοριστίες της διατύπωσης των σχετικών σημείων της απόφασης με την επεξήγηση της αληθούς έννοιας και την αποκατάσταση του ακριβούς νοήματος αυτών.
Αμφίβολο, κατ` αρχήν, θεωρείται το νόημα της απόφασης, όταν η λεκτική διατύπωση, λόγω των όρων που χρησιμοποιήθηκαν, οδηγεί σε διάφορες ερμηνευτικές εκδοχές, ενώ η ασάφεια της απόφασης πρέπει να είναι τέτοια ώστε να δυσχεραίνεται ή να καθίσταται αδύνατη η κατανόηση αυτής ή η εκτέλεσή της και η οριοθέτηση του ουσιαστικού δεδικασμένου που απορρέει απ` αυτή.
Το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εισάγεται η αίτηση ερμηνείας δικαστικής απόφασης, θα εξετάσει, σε πρώτη φάση, αν πράγματι η απόφαση είναι ασαφής, αόριστη και με αμφίβολο νόημα. Μόνο τότε αν δηλαδή διαγνωστεί ότι η απόφαση δεν είναι "σαφής", αλλά έχει ανάγκη ερμηνείας, θα προχωρήσει στην ερμηνεία της απόφασης, αναζητώντας την αληθινή βούληση του δικαστή (και όχι το νόημα της απόφασης καθαυτό), λαμβάνοντας υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο, και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που ερμηνεύεται (αγωγή, προτάσεις και λοιπά δικόγραφα της δίκης εκείνης).
Δεν ερευνάται, δηλαδή, πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί το δικαστήριο κατά τη δίκη εκείνη, αλλά πώς πράγματι αποφάνθηκε. Νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της αποφάσεως δεν είναι δυνατό να καλυφθούν με τη μέθοδο της ερμηνείας. Για το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται κατά την ερμηνεία να επανεκτιμηθούν οι αποδείξεις που είχαν διεξαχθεί.
Το Δικαστήριο μάλιστα δεν έχει εξουσία με ερμηνεία ή προσθήκη νέας διάταξης να αλλοιώσει την ουσία της αποφάσεως και την έννοιά της, όπως και να συμπληρώσει παραλείψεις σε αιτήματα που είχαν υποβάλει οι διάδικοι, επειδή αυτό θα ανέτρεπε το δεδικασμένο. Το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της απόφασής του περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθινής έννοιάς της, δηλαδή στον καθορισμό των αόριστων και στην αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού της ή και των αιτιολογιών της, όταν αυτές επέχουν θέση διατακτικού, χωρίς όμως να αλλάξει το διατακτικό της απόφασής του.
Σημειώνεται ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 315 και 316 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όπου χωρεί διόρθωση δικαστικής απόφασης, δεν χωρεί ερμηνεία της και αντίστροφα. Κατά την ερμηνεία συνεπώς αναζητείται η βούληση των δικαστών που εξέδωσαν την απόφαση που ερμηνεύεται με βάση τα στοιχεία γενικά της δίκης (ΟλΑΠ 12/2009, ΑΠ 480/2022, ΑΠ 1479/2019).
Στην υπό κρίση από 9-602020 αίτηση οι αιτούντες εκθέτουν ότι η υπ' αριθμό ... απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου είναι ασαφής και παράλληλα διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ως προς τις παραδοχές και το διατακτικό της, όπως ειδικότερα αναφέρουν σε αυτή. Με το ιστορικό αυτό αιτούνται να ερμηνευθεί η απόφαση για να αποκατασταθεί το αληθινό της νόημα.
Η αίτηση αρμοδίως εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 573 παρ. 1 και 316 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, επειδή στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ. Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία αποδεικνύονται τα εξής :
Οι καθών η αίτηση στην από 25-11-2014 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 429/28-11-2014 αγωγή τους - την οποία είχαν απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...ς και είχαν στρέψει κατά της αιτούσας- εξέθεταν τα εξής : Ότι είχαν καταρτίσει με την αιτούσα-εναγομένη συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η πρώτη στις 3-8-1993, ενώ ο δεύτερος στις 21-8-1982.
Ότι έκτοτε προσέφεραν σε αυτή προσηκόντως την εργασία τους έως και την 12-2-2014, όταν αποχώρησαν λόγω συνταξιοδότησης με τα κίνητρα της εθελούσιας εξόδου, όπως προβλεπόταν από τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 1 και 2 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εργοδότριάς τους και ότι η εναγομένη, μολονότι οχλήθηκε, δεν κατέβαλε σε αυτούς α) την εφάπαξ νόμιμη αποζημίωση τακτικού προσωπικού ποσού 14.675 Ευρώ για τον καθένα τους και β) την πρόσθετη αποζημίωση ως κίνητρο εθελούσιας εξόδου ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας τους σε αυτή η οποία ανερχόταν για την πρώτη από αυτούς σε ποσόν 3.074,75 Ευρώ, ενώ για το δεύτερο σε ποσόν 4.618,25 Ευρώ.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτούς τα ποσά που προαναφέρθηκαν νομιμότοκα από που η κάθε απαίτηση είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και επικουρικά από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Το Ειρηνοδικείο ...ς δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 663 έως 666 ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 124/29-5-2015 οριστική απόφαση με την οποία έκρινε την αγωγή παραδεκτή, νομικά και ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν στην πρώτη ενάγουσα συνολικό ποσόν 17.615 Ευρώ, ενώ στο δεύτερο από αυτούς συνολικό ποσόν 19.239,25 Ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Η εναγομένη άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 16-6-2015 και με αύξοντα αριθμό 470/17-6-2015 έφεση - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς - για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή εναντίον της.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εξέδωσε την υπ' αριθμό 272/9-5-2017 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε στην ουσία την έφεση. Η εφεσίβλητη-εναγομένη άσκησε κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου την από 21-6-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 141/22-6-2017 αίτηση αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ και 3 παρ. 1 α.ν. 173/1967).
Το παρόν Δικαστήριο με την υπ' αριθμό 1493/18.9.2018 απόφασή του ανήρεσε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς που είχε προσβληθεί, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την έφεση (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ) και τη δέχθηκε ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη. Μετά από αυτό εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με την εξής αιτιολογία : "Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λπ." (ΦΕΚ Α' 189), "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντας εθίμου".
Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε, διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α' 111) προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: 1. "Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρείας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις (...) προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του ν. 2112 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "Περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 (...) επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." (ΦΕΚ Α' 171), "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεόμενων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (...).
Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (...).
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων ..." (ΦΕΚ Α' 191) ορίζεται ότι: "Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ... οικιστικών κέντρων της χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται., εις έκαστον Δήμον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις ....
Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα υπό των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του νόμου. Αι επιχειρήσεις ... λειτουργούν υπό μορφήν Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκησιν, οργάνωσιν, εκτέλεσιν, λειτουργίαν, συντήρησιν των έργων της αρμοδιότητας των καθώς και τας πηγάς της Αλ χρηματοδοτήσεώς των υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος" και στο άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου ότι " Δι' Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων προσωπικού καθ' ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον".
Εξάλλου, ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης ... (...), όπως αυτός τροποποιήθηκε με την 184/2009 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, η οποία εγκρίθηκε με την 856/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ... και με την 17943/2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας ... (ΦΕΚ Β' 190), ο οποίος (Οργανισμός) εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 1069/1980, στο άρθρο 48 αυτού ορίζει τα ακόλουθα: "1.
Στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης που αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης ή θανάτου, είτε απομακρύνεται από την εργασία του για λόγους υγείας, εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το νόμο, καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, που ισχύει κάθε φορά για τους επικουρικά ασφαλισμένους, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10%, με τις ακόλουθες διαβαθμίσεις:
α)..., β)..., γ) Ποσό ίσο με τις συνολικές αποδοχές έξι μηνών προσαυξημένες με την αναλογία των δώρων και επιδόματος αδείας για υπηρεσία στη ... από 3 μέχρι 5 χρόνια. Για υπηρεσία στη ... μεγαλύτερη των 5 χρόνων καταβάλλεται αποζημίωση που προσαυξάνεται με τις αποδοχές τριών μηνών για κάθε πενταετία ή ανάλογο κλάσμα της. 2.
Η εφάπαξ αποζημίωση καταβάλλεται και σε όσους αποχωρούν οικειοθελώς από την υπηρεσία, αφού συμπλήρωσαν το 58ο έτος της ηλικίας τους ή αφού διάνυσαν στη ... χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών. 3 Για την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης απαιτείται η συμπλήρωση όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το νόμο για τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος".
Στο άρθρο 49 του ίδιου Οργανισμού ορίζεται ότι: "1.Το προσωπικό της ..., με σκοπό τη διευκόλυνση της επιχείρησης για την αποχώρηση του προσωπικού της, εφόσον έχει διανύσει στη ... πραγματική υπηρεσία 20 ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο υπάγεται, έχει τη δυνατότητα να αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. 2.
Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται ως κίνητρο πρόσθετη αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση του διοικητικού Συμβουλίου της .... Σαν βάση για τον καθορισμό της πρόσθετης αποζημίωσης λαμβάνονται τα 5 έως 1 χρόνια, που υπολείπονται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας. Το ανώτατο ποσό καταβάλλεται σε όσους υπολείπονται τουλάχιστον 5 χρόνια υπηρεσίας και για κάθε έτος που προστίθεται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους, το ποσό της πρόσθετης αποζημίωσης μειώνεται κατά ποσό ή ποσοστό που ορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο της ..., έτσι ώστε να μηδενίζεται και να μην καταβάλλεται σε όσους αποχωρούν με τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής. 3.
Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να είναι γενική και να προβλέπει την καταβολή της ανωτέρω αποζημίωσης ομοιόμορφα και σε όλο το προσωπικό, που πληροί τις προϋποθέσεις πρόωρης αποχώρησης. 4. Για την αποχώρηση και την καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης απαιτείται υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο, που εγκρίνεται κάθε φορά από το Διοικητικό Συμβούλιο της ....
Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση αν το επιβάλλουν οι ανάγκες της υττηρεσίας ή δεν το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί, υπάλληλοι ή εργάτες, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920 (δηλαδή όταν η σύμβαση εργασίας λύεται με καταγγελία του εργοδότη ή του εργαζόμενου) υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιοσδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα.
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια αποτελεί και αυτή του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός στο ύψος των πρόσθετων, σε σχέση με αυτές που χορηγούνται βάσει του ν. 2112/1920, αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους εργαζόμενους κατά το χρόνο της απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό των 2.250 (15.000 X 15%) ευρώ.
Συνέπεια αυτών είναι η αγωγή με την οποία ζητείται αποζημίωση μεγαλύτερη από τα ως άνω όρια των 15.000 και 2.250 ευρώ να είναι κατά το υπερβάλλον μη νόμιμη (...). Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε τα ακόλουθα : "Η εναγομένη δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης ...ς (...) είναι επιχείρηση Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) ειδικού σκοπού και αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, που έχει συσταθεί με το Π.Δ. 161/1974, αρχικά, ως Δ.Ε.Υ.Λ.
και στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του νόμου 1069/1980 "Περί κινήτρων διά την ίδρυσιν Επιχειρήσεων ...", (Φ.Ε.Κ. Α/191/1980) μετατράπηκε με το Π.Δ. 374/1981 σε .... με τη μορφή του Ν.Π.Ι.Δ. κοινωφελούς χαρακτήρα και υπήχθη στις διατάξεις του νόμου αυτού (Ν. 1069/1980). Μετά τη συνένωση των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) που έλαβε χώρα με το Ν. 2539/1997, έγινε νέα συστατική πράξη της εναγόμενης επιχείρησης, η οποία εγκρίθηκε με την με αριθμό 19582/2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας ... (Φ.Ε.Κ.
Β744/19-1-2005) και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με την με αριθμό 1263/2005 απόφαση του (Φ.Ε.Κ. Β 712336/1-9-2005). Ακολούθως, δυνάμει της με αριθμό 56/5/24- 1-2011 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου ...ς, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 837, τεύχος Β' της 12-5-2011, αποφασίσθηκε η συγχώνευση των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης του ..., δηλαδή της ... ..., της ...
Γ.- Φ. και της ... Κοιλάδας σε μια επιχείρηση με την επωνυμία "..." και συντετμημένα "....". Η εκκαλούσα-εναγομένη προσέλαβε την πρώτη ενάγουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στην ... στις 03.08.1993, ως τακτικό προσωπικό αυτής τεχνολόγος πολιτικός μηχανικός. Η τελευταία απασχολήθηκε στην θέση αυτή μέχρι τις 14.07.1994, [ενν. 14.07.2014] οπότε και απεχώρησε λόγω συνταξιοδότησης με τα κίνητρα της εθελούσιας εξόδου, σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγομένης ..., κατόπιν της υπ' αριθ.
πρωτ. 3076/05.06.2014 αίτησής της και μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 134/13.06.2014 απόφασης του Δ.Σ. της εναγομένης, που ενέκρινε την αποχώρηση αυτής λόγω συνταξιοδότησης από τις 14.07.2014 και αποφάσισε την καταβολή σε αυτήν των νόμιμων αποζημιώσεων, αναθέτοντας στον Γενικό Διευθυντή αυτής την εκτέλεση της απόφασης. Παράλληλα, με την υπ' αριθ 3681/23.10.2014 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ/Υποκατάστημα ..., απονεμήθηκε σε αυτήν πλήρης σύνταξη γήρατος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27§1 περ. 35' του ν. 1092/1990 και 10§ 17 περ.
β' του ν. 3863/2010, καθώς είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα στις 18.03.2014, είχε συμπληρώσει το 55° έτος της ηλικίας, ως γεννηθείσα στις 05.09.1958, είχε ανήλικο τέκνο και 5.500/ημέρες εργασίας. Και ναι μεν σύνταξή της αποφασίστηκε να καταβάλλεται μειωμένη κατά 70%, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν 3 863/2010, επειδή αυτή συνέχιζε να εργάζεται στον Δημόσιο/Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί το καθεστώς πλήρους σύνταξης που της απονεμήθηκε εξ αρχής, αλλά απλά μειώνει το ποσό της πλήρους συντάξεως που θα τής καταβαλλόταν διαφορετικά.
Ο δεύτερος ενάγων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στην ... στις 21.08.1982, προσελήφθη από την εναγομένη ως τακτικό προσωπικό αυτής-εργοδηγός μηχανολόγος σχολής - και απασχολήθηκε στην θέση αυτή μέχρι τις 12.02.2014, οπότε και απεχώρησε λόγω συνταξιοδότησης με τα κίνητρα της εθελούσιας εξόδου, σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγόμενης και μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 10/21.01.2014 απόφασης του Δ.Σ.
της εναγόμενης, που ενέκρινε την αποχώρηση αυτού λόγω συνταξιοδότησης από τις 12.02.2014 και αποφάσισε την καταβολή σε αυτόν των νόμιμων αποζημιώσεων, αναθέτοντας στον Γενικό Διευθυντή αυτής την εκτέλεση της απόφασης. Παράλληλα, με την υπ' αριθ. 2876/26.08.2014 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/Υποκατάστημα ..., απονεμήθηκε σε αυτόν πλήρης σύνταξη γήρατος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3863/2010, καθώς είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα στις 31.12.2011, είχε συμπληρώσει το 58° έτος της ηλικίας, ως γεννηθείς-στις 12.02.1956 και είχε συμπληρώσει τουλάχιστον 10.800 ημέρες εργασίας:
Αμφότεροι οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι με τις ανωτέρω αιτήσεις τους ζητούσαν να τους καταβληθούν οι προβλεπόμενες αποζημιώσεις, οι οποίες καταβάλλονται στο προσωπικό της εκκαλούσας λόγω εθελούσιας εξόδου, βάσει των άρθρων 48§§ 1 και 2 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (ΦΕΚ τεύχ. Β', αριθ. φύλ. 190/25.02.2010).
Το Δ.Σ. της εκκαλούσας με τις ανωτέρω αποφάσεις του, ενέκρινε την καταβολή σε αυτούς των νομίμων αποζημιώσεων και συνεπώς, πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 49§4 Ο.Ε.Υ. περί υποβολής προηγούμενης αίτησης και έγκρισης αυτής από το Δ.Σ. της εναγόμενης. Περαιτέρω, αμφότεροι οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες είχαν συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία 20 ετών στην εναγόμενη και στο πρόσωπό τους συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο υπάγονταν και συνεπώς δικαιούνταν αμφότεροι να λάβουν τόσο την εφάπαξ αποζημίωση του άρθρου 48 §§ 1-2 όσο και την πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 49 του Ο.Ε.Υ.
Εξάλλου, με την υπ' αριθ. 217/29.09.2000 απόφαση του ΔΣ της ... αποφασίστηκε ότι "στα πλαίσια του άρθρου 46 του ΟΕΥ της ... και των με αριθμό 141/10/11-7-1997 και 49/4/3-3-2000 αποφάσεων του Διοικητικού της Συμβουλίου, που με εξουσιοδότηση του ΟΕΥ καθόρισαν κλιμακωτά το ύψος της πρόσθετης αποζημίωσης που καταβάλλεται για την πρόωρη αποχώρηση των εργαζομένων της ..., ανάλογα με τα υπολειπόμενα χρόνια για την πλήρη συνταξιοδότηση τους ο εργαζόμενος που συμπλήρωσε 20 χρόνια πραγματικής υπηρεσίας στην ...
και αποχωρεί νωρίτερα κατά: - 5 χρόνια λαμβάνει πρόσθετη αποζημίωση 5.000.000 δρχ., -4 χρόνια λαμβάνει πρόσθετη αποζημίωση 4.000.000 δρχ.,-3 χρόνια λαμβάνει πρόσθετη αποζημίωση 3.000.000 δρχ., -2 χρόνια λαμβάνει πρόσθετη αποζημίωση 2.000.000 δρχ.,-1 χρόνο λαμβάνει πρόσθετη αποζημίωση 1.000.000 δρχ....". Κατά την αποχώρησή τους από την εναγόμενη, στους ενάγοντες καταβλήθηκε η εκ του άρθρου 2 § 2 του Α.Ν. 173/1967 αποζημίωση, όμως δεν καταβλήθηκε σε αυτούς η προβλεπόμενη από τις παρ. 1-2 του άρθρου 48 του ΟΕΥ της εναγόμενης εφάπαξ αποζημίωση, ούτε και η ως κίνητρο καταβαλλόμενη πρόσθετη αποζημίωση της παρ. 1 του άρθρου 49 του ΟΕΥ αυτής.
Με βάση τα παραπάνω η πρώτη ενάγουσα-εφεσίβλητη, η οποία συμπλήρωσε 20χρόνια και 11 μήνες πραγματικής υπηρεσίας στην εναγομένη, δικαιούται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 48 και παρ. 1 του άρθρου 49 του ΟΕΥ σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΔΣ της εναγόμενης, το ποσό των 14.675 ευρώ ως εφάπαξ αποζημίωση τακτικού προσωπικού λόγω συνταξιοδότησης, δηλαδή 2935 ευρώ (ή 1.000.000 δραχμές) X 5 χρόνια = 14.675 ευρώ (που υπολογίζεται σε 244,58 ευρώ το μήνα X 60 μήνες) και το ποσό των 3.074,75 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση λόγω της εθελούσιας εξόδου, που υπολογίζεται σε 147 ευρώ (για όλους τους εργαζόμενους) X 20 χρόνια (τα χρόνια υπηρεσίας της ενάγουσας) = 2.940 + 134,75 ευρώ (147/12 =12,25 XII μήνες = 134,75) και συνολικά δικαιούται 17.749 ευρώ.
Ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος συμπλήρωσε 31 χρόνια και 5 μήνες πραγματικής υπηρεσίας στην εναγόμενη, δικαιούται σύμφωνα με τα προαναφερόμενα άρθρα του ΟΕΥ και τις αποφάσεις του ΔΣ της εναγόμενης, το ποσό των 14.675 ευρώ ως εφάπαξ αποζημίωση τακτικού προσωπικού λόγω συνταξιοδότησης , δηλαδή 2.935 ευρώ (ή 1.000.000 δρχ) X 5 χρόνια (που υπολογίζεται σε 244,58 ευρώ το μήνα X 60 μήνες) και το ποσό των 4.618,25 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση λόγω της εθελούσιας εξόδου, που υπολογίζεται με 147 ευρώ (για όλους τους εργαζόμενους) X 31 χρόνια (τα χρόνια υπηρεσίας του) = 4.557 ευρώ + 61,25 ευρώ (147/12 =12,25 χ 5 μήνες= 61,25) συνολικά δικαιούται 19.293,25 ευρώ (...).
Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ενόψει της φύσης της αναιρεσείουσας, ως κοινωφελούς, η αποζημίωση κατ' άρθρο 48 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και η αποζημίωση με αφορμή την εθελούσια έξοδο κατ' άρθρο 49 του Κανονισμού δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια των άρθρων 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 618/1970, δηλαδή η αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 15.000,00 ευρώ και η άλλη "πρόσθετη αποζημίωση" το ποσό των 2.250,00 ευρώ.
Οι προβλέψεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας δεν υπερισχύουν των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων, με τις οποίες θεσπίσθηκε το ανωτέρω όριο, οι οποίες καταλαμβάνουν τις ένδικες παροχές στους εργαζομένους της .... Άλλωστε, και στις εν λόγω διατάξεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας περιλαμβάνεται η επιφύλαξη "εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το Νόμο" (βλ άρθρο 48 παρ. 1 του Κανονισμού).
Κατ' ακολουθία αυτών, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ενόψει του ότι α) η Δ.Ε.Υ.Α. ...ς αποτελεί δημοτική επιχείρηση κοινωφελούς χαρακτήρα, η οποία, ανεξαρτήτως του νομικού ενδύματος ως Ν.Π.Ι.Δ. και του χαρακτηρισμού της ως επιχείρησης ειδικού σκοπού (άρθρο 252 παρ. 4 του ν.3463/2006), παρέχει αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο και ελέγχεται από το Δήμο Λαρισαίων και β) οι επίμαχες οικονομικές παροχές, που επιγράφονται η μεν μία στο μεν άρθρο 48 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της ...
ως "Εφάπαξ Αποζημίωση Τακτικού Προσωπικού", η δε άλλη στο άρθρο 49 παρ. 1 του Οργανισμού ως "Κίνητρο Εθελούσιας Εξόδου", καταβαλλόμενη "ως πρόσθετη αποζημίωση" κατά την αποχώρηση των εργαζομένων από την επιχείρηση εξαιτίας αυτής, εμπίπτουν στην έννοια της πρόσθετης αυτοτελούς αποζημίωσης του άρθρου 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 και επομένως υπόκεινται στον επιβαλλόμενο με τη αυτή περιορισμό ως προς το ύψος τους.
Και τούτο διότι, οι εν λόγω παροχές, ενόψει του ότι χορηγούνται σε όλους τους απολυόμενους, παραιτούμενους και με οποιονδήποτε τρόπο αποχωρούντες υπαλλήλους, εφόσον βέβαια έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 20ετή παραμονή στην επιχείρηση, κατά τις αναφερόμενες στις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Ο.Ε.Υ Δ.Ε.Υ.Α ...ς έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα καθόσον αποσκοπούν στην αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται ο μισθωτός λόγω της απώλειας της θέσης εργασίας του.
Συνακόλουθα, οι παροχές αυτές, ενόψει και του τρόπου και του χρόνου καταβολής αυτών δεν έχουν μισθολογικό χαρακτήρα συνδεόμενο με την παροχή της εργασίας (...). Επομένως αφού οι παροχές αυτές συνιστούν πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση πέραν εκείνης του ν. 2120/1920 και υπόκεινται στο τιθέμενο με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 περιορισμό, τα αιτούμενα ποσά της αγωγής, κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο πρόσθετης αποζημίωσης των 15.000 ευρώ και των 2.250 ευρώ, που θέτει η ως άνω διάταξη (15.000 ευρώ X 15%=2.250 ευρώ) για τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, και τα οποία αυτοί έχει ήδη λάβει από την αναιρεσείουσα, δεν είναι νόμιμα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης για παραβίαση ουσιαστικού νόμου και δη του άρθρου 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 είναι βάσιμος. Επομένως, κατά παραδοχή του ως άνω αναιρετικού λόγου από το άρθρο 560 αρ 1 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση (...) Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.
α του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε να γίνει δεκτή η ασκηθείσα από 16 Ιουνίου 2015 και με αριθ. καταθ. 470/2015 έφεση της εναγόμενης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθμό 124/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...ς που είχε δεχθεί στο σύνολό της ως βάσιμη κατ' ουσία την από 25 Νοεμβρίου 2014 και με αριθ.
καταθ. 429/2014 αγωγή των εναγόντων - εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσιβλήτων, να ερευνηθεί η αγωγή και απορριφθεί αυτή ως νομικά αβάσιμη (...).".
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η υπό ερμηνεία απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου έκρινε με σαφήνεια ότι α) οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες είχαν αιτηθεί με την αγωγή τους κατά της εκκαλούσας- εναγομένης την καταβολή προσθέτων αυτοτελών αποζημιώσεων κατά τις διατάξεις των άρθρων 48 παράγραφοι 1 και 2 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της λόγω λύσης των εργασιακών τους συμβάσεων - πέραν των αποζημιώσεων που είχαν ήδη λάβει σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/1920 οι οποίες όμως δεν αποτελούσαν αντικείμενο της δίκης - και, συγκεκριμένα, ποσόν 14.675 Ευρώ ο καθένας τους ως εφάπαξ νόμιμη αποζημίωση τακτικού προσωπικού και πρόσθετη αποζημίωση ποσού 3.074,75 Ευρώ ο πρώτος, ενώ ποσού 4.618,25 Ευρώ η δεύτερη από αυτούς ως κίνητρο εθελούσιας εξόδου από την επιχείρηση της εναγομένης, β) ότι οι αποζημιώσεις αυτές υπερέβαιναν τα ποσά των 15.000 Ευρώ και 2.250 Ευρώ, αντίστοιχα, τα οποία θα μπορούσαν να αξιώσουν από τη εργοδότριά τους σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 3 παρ. 1 α.ν. 173/1967, 1 παρ. 1 ν.δ. 618/1970 και 21 παρ. 13 ν. 3144/2003 λόγω της λύσης των συμβάσεων εργασίας τους ποσά που είχαν ήδη καταβληθεί σε αυτούς και γ) ότι συνεπώς οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες δεν μπορούν να αξιώσουν από την εκκαλούσα-εναγομένη κανένα επί πλέον ποσό με βάση τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 1 και 2 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της, όπως είχαν αιτηθεί με την αγωγή τους, η οποία επομένως ήταν στο σύνολό της μη νόμιμη.
Η απόφαση επομένως που προαναφέρθηκε δεν γεννά αμφιβολίες και είναι σαφής τόσο ως προς τις προκείμενες, όσο και ως προς το συμπέρασμα του δικανικού της συλλογισμού. Με το δεδομένο αυτό δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να ερμηνευθεί. 3. Η υπό κρίση συνεπώς αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και τα δικαστικά έξοδα των καθών η αίτηση - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους -πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αιτούσας η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παρ. 1, 106 και 176 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-6-2020 αίτηση ερμηνείας της υπ' αριθμό ... απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου
Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα των καθών η αίτηση το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ