Supreme Court allows appeal against bank contract claim, ruling abuse of right not proven due to lack of prior health disclosure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the plaintiffs' claim for breach of contract. The lower court had dismissed the claim based on the abuse of right doctrine, arguing the plaintiffs failed to disclose the defendant's health status before signing the agreement. The Supreme Court found this reasoning flawed because the plaintiffs did not inform the bank of the health condition prior to the transaction, thereby attributing fault to them rather than establishing an abuse of right. Consequently, the Court reversed the lower court's judgment and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Abuse of right doctrine requires proof of prior conduct or inaction by the claimant that makes the subsequent exercise of the right unacceptable under legal and ethical standards, which was not established here as the plaintiffs failed to disclose the incapacitated person's health status before the legal acts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 514 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 514/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Μπιτσαξή και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μπιτσαξή και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "…. A.E."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δόμνα Αρίδα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/3/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8731/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 621/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/4/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 621/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 24-01-2018 και με αριθμό κατάθεσης 8274/519/2018 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 8731/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 7-3-2014 και με αριθμό κατάθεσης 31601/4108/2014 αγωγή των αναιρεσειόντων, ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της και ως αόριστη ως προς την επικουρική της βάση, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, ευθυνόμενη κυρίως για υπαίτια αθέτηση υποχρέωσής της, που απορρέει από σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, άλλως ένεκα ακυρότητας της σύμβασης αυτής, να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσείοντα το ποσό των 95.860,01 ευρώ και στον δεύτερο αναιρεσείοντα, επίσης το ποσό των 95.860,01 ευρώ, όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την όχληση (5-11-2009), άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε την αγωγή, έκρινε αυτήν νόμιμη ως προς την κύρια βάση της και την απέρριψε στην ουσία της, κατά παραδοχή της προβληθείσας από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη ένστασης καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσειόντων (άρθρο 281 ΑΚ).
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ καιρό, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.
ΑΠ 17/1995, ΑΠ 480/2019, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 776/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της, τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: " Ο πατέρας των εκκαλούντων - εναγόντων Ε. Τ., που απεβίωσε το Δεκέμβριο του έτους 2003 σε ηλικία ογδόντα δύο ετών και του οποίου αυτοί είναι οι μοναδικοί κληρονόμοι, ήταν ένας δραστήριος πολιτικός μηχανικός - επιχειρηματίας στον τομέα των τεχνικών εταιριών που ασχολούνται με δημόσια έργα και είχε συχνές επαγγελματικές συναλλαγές με τις τράπεζες.
Αυτός, ήδη από το έτος 1996 έπασχε από νόσο αρτηριοσκληρωτικού τύπου ή τύπου παρκινσονισμού με άνοια και κατά το έτος 1998 εμφάνισε κατάθλιψη και άγχος. Οι πιο πάνω παθήσεις, μετά από μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου έδειξαν ότι οφείλονται σε μεγάλης έκτασης αλλοιώσεις μικροαγγειακής εγκεφαλοπάθειας. Δηλαδή αυτός, ήδη από το 1996 εμφάνιζε αστάθεια βάδισης λόγω του πάρκινσον, κατάθλιψη, σοβαρές διαταραχές μνήμης, προσανατολισμού σε χώρο, χρόνο και πρόσωπα και η συνοσυρότητα αυτή συγκροτούσε "ανοϊκό σύνδρομο", το οποίο επιδεινωνόταν σταθερά και από το Μάρτιο του 1998 του στερούσε κάθε ικανότητα για δικαιοπραξία.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο πατέρας των εναγόντων από το έτος της συνταξιοδότησής του, το 1985, ασχολούνταν με τη διαχείριση και επίβλεψη των επενδύσεων του σε αμοιβαία κεφάλαια και τραπεζικές καταθέσεις, με την εκμίσθωση ενός καταστήματος του στην ... και με την είσπραξη της σύνταξής του. Αυτός διατηρούσε τον με αριθμό ...
ατομικό καταθετικό λογαριασμό στο κατάστημα της εναγόμενης τράπεζας στην οδό ..., τον οποίο είχε ανοίξει κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Στις επισκέψεις του στο κατάστημα της εναγόμενης τράπεζας, λόγω της αστάθειας κατά τη βάδιση και του πάρκινσον, συνοδευόταν από τη νύφη του Σ.
Μ., η οποία είχε αναλάβει τη φροντίδα του από το έτος 1997, οπότε, μετά το διαζύγιο του με τη δεύτερη σύζυγο του, διέμενε μόνος. Η εξυπηρέτησή του στο πιο πάνω κατάστημα της εναγομένης γινόταν κυρίως από την προϊσταμένη του τμήματος καταθέσεων και η Σ. Μ. τον περίμενε εντός του καταστήματος, αλλά ποτέ δεν τον ακολουθούσε στις συνομιλίες του και τις επαφές του με την πιο πάνω ή και άλλους υπαλλήλους του καταστήματος.
Την 1η Απριλίου του έτους 1999, όντας σε ηλικία εβδομήντα οκτώ ετών, από τον πιο πάνω ατομικό του λογαριασμό έκανε ανάληψη του συνολικού, κατά το χρόνο εκείνο, ποσού των 44.000.000 δραχμών (129.127 €) και άνοιξε το με αριθμό ... κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους τον ίδιο, τον υιό του πρώτου ενάγοντος Ο. Τ., το δεύτερο ενάγοντα και την πρώην σύζυγο του πρώτου ενάγοντος Σ.
Μ., με εντολή να τοποθετηθεί το προϊόν της κατάθεσης σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου με δικαίωμα επαναγοράς (ρέπος). Το άνοιγμα του πιο πάνω κοινού λογαριασμού από τον πατέρα των εναγόντων - καταθέτη με συνδικαιούχους τους πιο πάνω αναφερόμενους έγινε νόμιμα χωρίς τη γνώση των συνδικαιούχων, παρά τα όσα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, καθόσον, για την εγκυρότητα της κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων ενώπιον της τράπεζας...
Ο πατέρας των εναγόντων ανανέωσε την πιο πάνω κατάθεση δύο φορές (στις 20.4.1999 και στις 4.6.1999), ανανεώνοντας την τοποθέτηση του πιο πάνω ποσού με τις αποδόσεις του σε ρέπος και στη συνέχεια, στις 2.9.1999 έκανε ανάληψη από τον πιο πάνω κοινό λογαριασμό όλου του ποσού, όπως είχε διαμορφωθεί με τις αποδόσεις του σε 45.661.134 δραχμές (134.001€) και κατέθεσε αυτό στον με αριθμό ...
ατομικό λογαριασμό της νύφης του Σ. Μ., τον οποίο η τελευταία διατηρούσε στην εναγόμενη τράπεζα και η οποία (Μ.), κατά παραδοχή των εναγόντων, τελικά ιδιοποιήθηκε το πιο πάνω ποσό και το ανάλωσε σύμφωνα με τη βούληση της. Πρέπει να σημειωθεί ότι μόνη η Σ. Μ., ως συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού, μπορούσε να κάνει ανάληψη του συνολικού ποσού από αυτόν και δεν ήταν απαραίτητο να μεσολαβήσει η ανάληψη από τον πατέρα των εναγόντων και η κατάθεση στον ατομικό λογαριασμό της τελευταίας...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατόπιν αίτησης του πρώτου ενάγοντος, εκδόθηκε η με αριθμό 2712/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διόρισε αυτόν ως προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη του πατέρα του και διέταξε τη διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Ακολούθησε η έκδοση της με αριθμό 6077/2000 απόφασης του πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία έθεσε τον πατέρα των εναγόντων σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, λόγω έκπτωσης των νοητικών του λειτουργιών εξαιτίας πνευματικής νόσου που αποκλείει τη χρήση του λογικού και επίσης όρισε τον πρώτο ενάγοντα ως οριστικό δικαστικό συμπαραστάτη αυτού.
Η πιο πάνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη με τη με αριθμό 6275/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια ο πρώτος ενάγων, με την πιο πάνω αναφερόμενη ιδιότητά του, ζήτησε και πέτυχε, με την έκδοση προσωρινής διαταγής, τη δέσμευση του πιο πάνω λογαριασμού της Σ. Μ. και άσκησε αγωγή κατά της εναγόμενης τράπεζας και της Σ.
Μ. προκειμένου να αναγνωριστεί η ακυρότητα των συμβάσεων που ο Ε. Τ. συνήψε με την εναγόμενη τράπεζα από την 1η.4.1999 έως και τη 2η.9.1999. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 878/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε την ακυρότητα των πιο πάνω αναφερόμενων δικαιοπραξιών. Κατά της πιο πάνω απόφασης άσκησαν και οι δύο εναγόμενες εφέσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν με τη με αριθμό 3685/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι όταν ο Ε.
Τ. έδωσε τις αντίστοιχες εντολές για τις πιο πάνω τραπεζικές συμβάσεις στερούνταν κρίσης και ελεύθερης βούλησης λόγω πνευματικής νόσου, δηλαδή λόγω αρτηριοσκληρωτικής μαλάκυνσης του εγκεφάλου και εξωπυραμιδικής συνδρομής απότοκης γεροντικής άνοιας, εξαιτίας των οποίων δεν είχε επίγνωση του ακριβούς περιεχομένου της ουσίας και των συνεπειών των πράξεών του.
Συνεχίζοντας, η πιο πάνω απόφαση αναφέρει ότι η προαναφερόμενη συνοσηρότητα παρκινσονισμού - άνοιας του στερούσε, κατά τους παραπάνω χρόνους τη χρήση του λογικού και τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του με λογικούς συνειρμούς.
Συνεπώς, αναγνωρίστηκε τελεσίδικα η ακυρότητα των οι πιο πάνω αναφερόμενων δικαιοπραξιών του Ε. Τ., με συνέπεια να λογίζονται ότι αυτές δεν έχουν γίνει, δηλαδή ότι δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Ωστόσο, κατά το διάστημα από 1.4.1999 έως και 2.9.1999, οπότε ο Ε. Τ. έδωσε εντολή στους υπαλλήλους της εναγόμενης τράπεζας να κάνουν την ανάληψη του συνολικού ποσού που βρισκόταν στον ατομικό του λογαριασμό και τη μεταφορά του ποσού αυτού στον κοινό λογαριασμό που αυτός άνοιξε με συνδικαιούχους τον ίδιο, τον υιό του πρώτου ενάγοντος Ο.
Τ., τον δεύτερο ενάγοντα και την πρώην σύζυγο του πρώτου ενάγοντος Σ. Μ., με εντολή να τοποθετηθεί το προϊόν της κατάθεσης σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου με δικαίωμα επαναγοράς (ρέπος) και τελικά να κάνουν την ανάληψη από τον πιο πάνω κοινό λογαριασμό του συνολικού ποσού με τις έως τότε αποδόσεις του και την κατάθεση αυτού στον ατομικό λογαριασμό της νύφης του Σ.
Μ., που αυτή διατηρούσε στην ίδια τράπεζα, ο Ε. Τ. δεν είχε τεθεί σε καθεστώς στερητικής δικαστικής συμπαράστασης. Ούτε αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ενημέρωσαν την εναγόμενη τράπεζα ότι ο πατέρας τους πάσχει από σοβαρή πνευματική νόσο. Μάλιστα, η αλληλουχία των πιο πάνω ενεργειών του Ε. Τ., ο οποίος ανέλαβε το προϊόν του ατομικού καταθετικού του λογαριασμού και κατέθεσε αυτό σε κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους τον εγγονό και την πρώην σύζυγο του ενός γιου του (πρώτου ενάγοντος) καθώς και τον άλλο γιο του (δεύτερο ενάγοντα), έδωσε εντολές να επενδυθεί η κατάθεση σε ρέπος, που τότε αποτελούσε ιδιαίτερα αποδοτική επένδυση, που απέφερε απόδοση 4.874 ευρώ σε πέντε μήνες, και τέλος η ανάληψη του ποσού αυτού με τις αποδόσεις του από τον κοινό λογαριασμό και η κατάθεση αυτού στον ατομικό λογαριασμό της νύφης του - μητέρας του εγγονού του, η οποία τον φρόντιζε, έδειχνε, σε όποιον δεν είχε αντιληφθεί τη νοητική κατάσταση αυτού, αλλά αντίθετα, γνώριζε αυτόν ως άνθρωπο ιδιαίτερα έμπειρο στις τραπεζικές συναλλαγές, ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο γνώστη των τραπεζικών προϊόντων, που δρα με μεθοδικότητα και ενάργεια.
Άλλωστε, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ακόμη και σε περιπτώσεις ασθενών που πάσχουν από άνοια, δεν αποκλείεται η ύπαρξη φωτεινών διαλειμμάτων, η οποία δημιουργεί την εντύπωση ενός νοήμονος ατόμου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι διέμεναν στην ίδια διώροφη κατοικία και από το έτος 1996 είχαν διαπιστώσει την έκπτωση των νοητικών λειτουργιών του πατέρα τους και το πάρκινσον από το οποίο έπασχε, στοιχεία, που από το έτος 1998 συγκροτούσαν πλέον ανοϊκό σύνδρομο και ενώ γνώριζαν ότι ο πατέρας τους ασχολείται ιδιαίτερα με τις επενδύσεις των καταθέσεων του και γενικά με τραπεζικά προϊόντα, δεν ενημέρωσαν τους υπαλλήλους της εναγόμενης τράπεζας, ούτε έσπευσαν να υποβάλλουν αμέσως αυτόν σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, προκειμένου να διαφυλάξουν τον ίδιο και την περιουσία του από τυχόν επιβαρυντικές ενέργειες, αλλά ο πρώτος από αυτούς, το έτος 2000, αφότου πληροφορήθηκε τις πιο πάνω ενέργειες του πατέρα του, κατά το διάστημα από 1.4.1999 έως και 2.9.1999, κίνησε τη διαδικασία να τεθεί αυτός σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση και να οριστεί ο ίδιος δικαστικός συμπαραστάτης του.
Από αυτά που αναφέρονται λοιπόν παραπάνω, αποδεικνύεται η ακυρότητα των δικαιοπραξιών στις οποίες προέβη ο Ε. Τ. από την 1η.400.1999 έως και τη 2η.9ου.1999 και ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι γνώριζαν τη νοσηρή νοητική κατάσταση του πατέρα τους από το έτος 1996, καθώς και τη συνεχή ενασχόληση αυτού με τραπεζικά προϊόντα από το έτος 1985, δεν προέβησαν σε καμιά ενέργεια προκειμένου να διαφυλάξουν αυτόν και την περιουσία του, παρά μόνον ενήργησαν μετά τη διενέργεια των πιο πάνω δικαιοπραξιών, με σκοπό την αναγνώριση της ακυρότητας τους.
Συνεπώς αυτοί, με την άσκηση της ένδικης αγωγής, ασκούν καταχρηστικά το δικαίωμα τους, σύμφωνα με τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού ληφθούν υπόψη η συμπεριφορά τους ως δικαιούχων, που προηγήθηκε και η πραγματική κατάσταση που στο μεταξύ είχε διαμορφωθεί, έχοντας καταλήξει το προϊόν του ατομικού καταθετικού λογαριασμού του πατέρα τους σε λογαριασμό της Σ.
Μ. στην εναγόμενη τράπεζα, τον οποίο μάλιστα δέσμευσε ο πρώτος ενάγων ως δικαστικός συμπαραστάτης του πατέρα τους, προκειμένου να διαφυλάξει την ικανοποίηση της απαίτησής τους. Ακολούθως, αφού γίνει κατ' ουσία δεκτή η ένσταση της εναγομένης, που παραδεκτά προτάθηκε, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η ένδικη αγωγή, κατά την αγωγική της βάση που κρίθηκε νόμιμη...".
Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνιστάμενη στην παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, δια της εσφαλμένης εφαρμογής της. Τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσειόντων, με τις ειδικότερες παραδοχές που διέλαβε, ότι ο δικαιοπάροχος και πατέρας αυτών είχε καταστεί ανίκανος προς δικαιοπραξία από τον Μάρτιο του έτους 1998, ότι οι επίδικες δικαιοπραξίες που είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη τράπεζα κατά τη διάρκεια του έτους 1999 αναγνωρίστηκαν ως άκυρες με την αριθ. 3685/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αφού στο μεταξύ, το έτος 2000, ο δικαιοπάροχός τους, είχε τεθεί σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, στο οποίο δεν τελούσε όταν ενήργησε τις επίδικες δικαιοπραξίες και ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν τον υπέβαλαν στο καθεστώς αυτό σε προγενέστερο χρόνο, ούτε ενημέρωσαν τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης τράπεζας για την κατάσταση της υγείας του, πριν από την διενέργεια των επιδίκων δικαιοπραξιών, δεν πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αυτές εκτίθενται στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης.
Ειδικότερα, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο αποδίδουν πταίσμα στους αναιρεσείοντες, περί τη διαφύλαξη του προσώπου και της περιουσίας του, ανίκανου προς δικαιοπραξία, δικαιοπαρόχου τους και δεν ανάγονται σε προηγηθείσα συμπεριφορά των δικαιούχων αναιρεσειόντων, έναντι της υπόχρεης αναιρεσίβλητης, ούτε σε δημιουργηθείσα κατάσταση από τη συμπεριφορά αμφοτέρων των διαδίκων μερών, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δεδομένου και του ότι η απόφαση του Εφετείου ουδεμία παραδοχή διαλαμβάνει περί αδράνειας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων να ασκήσουν το επίδικο δικαίωμά τους επί μακρό χρονικό διάστημα, καθώς και περί επέλευσης δυσμενών επιπτώσεων για τα συμφέροντα της εναγομένης - αναιρεσίβλητης.
Επομένως, το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε εσφαλμένα, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή της και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Επειδή η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καταλαμβάνει ολόκληρη την απόφαση, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης, δηλαδή δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου, από τους αριθ. 19, 1, 8 και 10, 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, αντίστοιχα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από διαφορετικό δικαστή, από αυτόν που την εξέδωσε.
Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 621/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον, από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που κατατέθηκε από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ