Legislator Case Law & Legislation
514/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and procedural grounds, ordering costs against appellant.

Case Number 514/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding the removal of license plates. The appellant argued that the lower court failed to properly assess economic loss and the utility of the door, claiming the removal caused undue hardship. The court rejected these claims as unsupported by evidence and ruled that the appellant's arguments did not constitute a valid ground for appeal under the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was rejected, the security bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 559(8)(b) of the Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if the grounds are merely arguments supporting the appellant's position rather than independent legal objections, or if they fail to demonstrate an exceptional circumstance warranting review of the lower court's factual assessment.

Keywords

AI generated
abuse of right admissibility of appeal civil procedure code factual assessment legal costs security bond undue hardship

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559(8)(b) of the Civil Procedure Code
Article 561(1) of the Civil Procedure Code
Article 495(3)(e) of the Civil Procedure Code
Article 1 of the Third Article of Law 4335/2015
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 189(1) of the Civil Procedure Code
Article 191(2) of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 514 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 514/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Γ. του Χ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κεφαλιακό.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης αεροπορικής εταιρείας με την επωνυμία "EGYPTAIR HOLDING COMPANY", που εδρεύει στο Κάϊρο Αιγύπτου, διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τρίπλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1501/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3531/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-09-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν` αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002). Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερθείσα έννοια (ΑΠ 1126/2013, ΑΠ 191/2013).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 2, 4 παρ. 1, 5 και 13 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 προκύπτει ότι με τον κανονισμό πολυορόφου οικοδομής εγκύρως τίθεται περιορισμός και απαγόρευση ως προς τη χρήση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων πραγμάτων της πολυκατοικίας και ότι, αν με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια οπό τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη η απαγόρευση αυτή ισχύει και αν ακόμη από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ούτε μειώνεται η ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι δεν είναι αναγκαίο η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικειμένη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη, όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε. Όμως η γι' αυτήν την άρση αξίωση απαγορεύεται ως καταχρηστική όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Είναι η υπέρβαση αυτή "προφανής" όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 158/2012).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 1318/2015).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/ 2013).

[Β] Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα:

«| Οι διάδικοι είναι κύριοι ανεξάρτητων οριζοντίων ιδιοκτησιών της, στην … και επί της Λεωφόρου ..., πολυώροφης οικοδομής, που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ με την υπ' αριθμ. .../1994 νομίμως μεταγεγραμμένη πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Λουκίας Σακελλαρίου. Ειδικότερα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../6-3-2008, νομίμως μεταγεγραμμένου, συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανθής Κρέτση ο ενάγων κατέστη κύριος της υπό στοιχ. Β-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του Β' ορόφου της ανωτέρω πολυκατοικίας, που αποτελείται από μια ενιαία αίθουσα γραφείων με δύο (2) WC, εμβαδού 179,52 τ.μ., καθώς και των Ρ-1, Ρ-2 και Ρ-3 θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων του υπογείου, εμβαδού 25 τ.μ. η καθεμία, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. 10435/13-5- 2008, νομίμως μεταγεγραμμένου, συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Διπλούδη απέκτησε την κυριότητα της υπό στοιχ. Δ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του Δ' ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας, που αποτελείται από μια ενιαία αίθουσα γραφείων με δύο (2) WC και ημιυπαίθριο χώρο, εμβαδού 155,22 τ.μ.

Η εναγομένη αεροπορική εταιρεία με το υπ' αριθμ. .../11-1-1997 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Παντάλου απέκτησε την κυριότητα του I-1 ισόγειου καταστήματος, που αποτελείται από μια ισόγεια αίθουσα, με τον επικοινωνούντα με εσωτερική κλίμακα, άνωθεν της ράμπας προς υπόγειο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου, κείμενο υπερυψωμένο ισόγειο χώρο, επί του οποίου υπάρχουν δύο (2) WC, εμβαδού 132,08 τ.μ., της υπό στοιχ. Ρ-4 θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου, καθώς και της υπό στοιχ. Α-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας, που αποτελείται από μια ενιαία αίθουσα γραφείων με δύο (2) WC, εμβαδού 186,66 τ.μ., στην ίδια πολυκατοικία. Επίσης με το υπ' αριθμ. .../28-9-1999, νομίμως μεταγεγραμμένο, συμβόλαιο αγοραπωλησίας της ίδιας ανωτέρω Συμβολαιογράφου η εναγομένη απέκτησε την κυριότητα της υπό στοιχεία αποθήκης 1 του υπογείου της πολυκατοικίας, εμβαδού 33,58 τ.μ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η εταιρεία με την επωνυμία "Επιχείρηση και Αυτοματισμός Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης", της οποίας διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο ενάγων, απέκτησε την κυριότητα της υπό στοιχ. Γ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του τρίτου ορόφου της ανωτέρω πολυκατοικίας, που αποτελείται από μία ενιαία αίθουσα γραφείων και δύο (2) WC, εμβαδού 181,83 τ.μ., και των Ρ-5 και Ρ-6 θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου, εμβαδού 25 τ.μ. η καθεμία, δυνάμει του .../15-10-1998, νομίμως μεταγεγραμμένου, συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Λουκίας Σακελλαρίου.

Τέλος, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Β&Α e-Travel Ανώνυμη Εταιρεία διανομής πληροφοριών", της οποίας Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ο ενάγων, απέκτησε την κυριότητα των υπό στοιχ. Ρ-7, Ρ-8 και Ρ-9 θέσεων στάθμευσης του υπογείου της πολυκατοικίας με το υπ' αριθμ. .../12-10-2007, νομίμως μεταγεγραμμένο, συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανθής Κρέτση.

Όπως προκύπτει από τα 8667/10.11.1998, 11292/20.12.2001, 12668/1.11.2007 και 8449/9.8.2012 ΦΕΚ, ΤΑΕ και ΕΠΕ, η εταιρία "Επιχείρηση και Αυτοματισμός Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης" μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Β και Α TECHNOLOGY ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ", η οποία ακολούθως συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την ανώνυμη εταιρεία "Β&Α e-Travel Ανώνυμη Εταιρεία διανομής πληροφοριών". Ο δε ενάγων ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος και των τριών αυτών εταιρειών, των οποίων η έδρα ήταν στην επίδικη πολυκατοικία και από τα εκεί γραφεία τους ο ανωτέρω νόμιμος εκπρόσωπός τους τις διοικούσε. Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνομολογούνται από τους διαδίκους.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3, 5 και 6 του κανονισμού της πολυκατοικίας:

«[…] 3) Ο κύριος εκάστης των οριζοντίων ιδιοκτησιών, έχει ως προς αυτή τα ανήκοντα πραγματικά, προσωπικά ή άλλης φύσης δικαιώματα, του αποκλειστικού κυρίου, νομέα ή κατόχου ακινήτου, εφόσον η άσκηση αυτών δεν αντίκειται στις κείμενες διατάξεις και την παρούσα πράξη, δεν παρακωλύει την άσκηση των ομοίων δικαιωμάτων των υπολοίπων ιδιοκτητών, δεν παρενοχλεί αυτούς, ούτε διαταράσσει την ησυχία των και δεν μειώνει την ασφάλεια και την καλαισθησία της όλης οικοδομής.

[...] 5) Ο κύριος οριζόντιας ιδιοκτησίας μπορεί να μεταρρυθμίσει εσωτερικά την ιδιοκτησία του κατά την απόλυτη αυτού κρίση ή να ενώσει δύο ή περισσότερες συνεχόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες του κείμενες στον αυτό ή διαφορετικούς ορόφους, αλλά με τον όρο ότι, επιφυλασσομένων και των λοιπών στην παρούσα πράξη όρων και περιορισμών, αφενός μεν ότι η εκτέλεση των σχετικών έργων θα γίνεται μόνο με βάση μελέτη αρχιτέκτονα ή άλλου διπλωματούχου μηχανικού, δικαιουμένου κατά νόμο στη μελέτη και επίβλεψη τέτοιων έργων και άδεια των αρμοδίων Δημοσίων Αρχών, αφετέρου δε ότι εκ των έργων αυτών:

α) δεν θίγονται οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι, ο από σιδηροπαγές σκυρόδεμα σκελετός της πολυκατοικίας και οι εξωτερικοί τοίχοι της οριζόντιας ιδιοκτησίας, β) δεν επηρεάζονται η στερεότητα, η αντοχή και η ασφάλεια της πολυκατοικίας ή άλλης οριζόντιας ιδιοκτησίας σ' αυτή και γ) (εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται στον κανονισμό το στοιχ.

δ αντί του ορθού στοιχ. γ) δεν επηρεάζεται η λειτουργία και η χρησιμοποίηση των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, εγκαταστάσεων και πραγμάτων της πολυκατοικίας, όπως το κεντρικό κλιμακοστάσιο μετά των πλατυσκάλων, φρέαρ ανελκυστήρα κλπ ή άλλης στην πολυκατοικία οριζόντιας ιδιοκτησίας. Σε περίπτωση κατά την οποία η από τον κύριο οριζόντιας ιδιοκτησίας άσκηση των δικαιωμάτων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, συνεπάγεται την προσαρμογή ή οποιαδήποτε μεταβολή των εγκαταστάσεων (αποχέτευσης, ύδρευσης, ηλεκτρικής κλπ) απαιτείται και προηγουμένη έγκριση της Συνέλευσης των συνιδιοκτητών.

Οι σχετικές εργασίες θα εκτελούνται μόνο κατά τον τρόπο και χρόνο που επιτρέπονται από τις κείμενες διατάξεις, οποιαδήποτε δε ζημιά ή φθορά, που προκαλείται στη συνιδιοκτησία ή κάποια των άλλων οριζοντίων ιδιοκτησιών ένεκα των ως άνω έργων, βαρύνει τον εκτελούντα αυτά ιδιοκτήτη, έστω και αν οι εργασίες έγιναν μετά από έγκριση της Συνέλευσης των συνιδιοκτητών ή μετά από μελέτη ή με την επίβλεψη μηχανικού.

6) Απαγορεύεται απόλυτα κάθε από οποιοδήποτε κύριο οριζόντιας ιδιοκτησίας μεταρρύθμιση, μεταβολή ή επισκευή των όψεων της πολυκατοικίας ή άλλων κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, εγκαταστάσεων και πραγμάτων. Ειδικά επιτρέπεται η μεταβολή ή επισκευή των εξωτερικών θυρών οριζοντίων ιδιοκτησιών, ή η τοποθέτηση θυρών ασφαλείας [...]».

Κατά δε το 12° άρθρο του Κανονισμού (φύλλο 24 αυτού) «[…] Για την κατάργηση, αντικατάσταση ή τροποποίηση κάποιας ουσιώδους διάταξης του παρόντος Κανονισμού, ρητώς διευκρινιζομένου ότι ουσιώδεις διατάξεις τυγχάνουν και οι του άρθρου 2 του παρόντος, απαιτείται παμψηφία όλων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας [...]».

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι κατά το έτος 1997 η εναγομένη τοποθέτησε στην κοινόχρηστη πρόσοψη της οικοδομής, εκτός στοάς και σε ύψος άνω των τεσσάρων (4,00) μέτρων από τη στάθμη του πεζοδρομίου δύο πινακίδες, διαστάσεων περίπου 4,00 μ χ 0,50 μ. η καθεμία, με την αναγραφή του λογότυπου EGYPTAIR στην ελληνική και αραβική γλώσσα, καθώς και μια στρογγυλή πινακίδα, με διάμετρο 0,80 μ. , μεταξύ των δύο ανωτέρω πινακίδων και στο ίδιο ύψος με αυτές, επί της οποίας αποτυπώνεται ο θυρεός της εναγομένης, χωρίς να έχει ληφθεί απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού. Η εναγομένη προέβη σε τακτοποίηση των ανωτέρω μεταλλικών επιγραφών επί της πρόσοψης του κτιρίου, σύμφωνα με το άρθρο 24 του Ν. 4014/2011 με την υπ' αριθμ. .../7-12-2012 δήλωσή της, χωρίς όμως εξ αυτού του λόγου να καθίσταται επιτρεπτή η σχετική μεταβολή της πρόσοψης του καταστήματος έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών.

Εντούτοις, η αξίωση του ενάγοντος για αφαίρεση των πινακίδων από την πρόσοψη της πολυκατοικίας τυγχάνει καταχρηστική, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά τη βάσιμη και κατ' ουσίαν σχετική ένσταση, την οποία η εναγομένη προέβαλε παραδεκτώς πρωτοδίκως και επανέφερε με τις προτάσεις της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου.

Τούτο δε διότι ο ενάγων, ως νόμιμος εκπρόσωπος των προαναφερομένων συνιδιοκτητριών εταιρειών, βρισκόταν καθημερινά στο κτίριο από το έτος 1998 και επί δώδεκα (12) έτη και δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε ζήτησε την απομάκρυνσή τους μέχρι την άσκηση της από 11-10-2010 ατομικής αγωγής του, η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, με την υπ' αριθμ. 456/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - Ειδική Διαδικασία Μισθωτικών Διαφορών - και ακολούθως άσκησε την υπό κρίση αγωγή.

Επίσης, οι ανωτέρω πινακίδες αποτυπώνουν την απεικόνιση του υπ' αριθμ. 883060 διεθνούς εμπορικού σήματος της εναγομένης, είναι καλαίσθητες και δεν είναι φωτισμένες. Επισημαίνεται δε, ότι τα επίδικα γραφεία της εναγομένης αποτελούν το μοναδικό στην Ελλάδα σημείο πώλησης αεροπορικών εισιτηρίων της εταιρείας της, όπου προσέρχονται καθημερινά πολλοί πελάτες της για ποικίλες συναλλαγές.

Άλλωστε, από την έλλειψη οποιασδήποτε διαμαρτυρίας του ενάγοντος, ως νομίμου εκπροσώπου όλων των προαναφερομένων συνιδιοκτητριών εταιρειών, τελική διάδοχος των οποίων είναι η τρίτη εξ αυτών ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Β&Α e- Travel Ανώνυμη Εταιρεία διανομής πληροφοριών", ευχερώς συνάγεται, ότι ουδεμία ζημία υπέστησαν, ούτε μπορούσαν να υποστούν οι εταιρείες του ενάγοντος, εξαιτίας των πινακίδων.

Ως εκ τούτου, ευλόγως δημιουργήθηκε στην εναγομένη η πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι ο ίδιος προσωπικά κατέστη κύριος οριζοντίων ιδιοκτησιών μόλις το έτος 2008 και ζήτησε την απομάκρυνση των πινακίδων μόλις δύο έτη αργότερα με την άσκηση της από 11-10-2010 αγωγής του, δεν ασκεί έννομη επιρροή, εφόσον, είτε ως νόμιμος εκπρόσωπος συνιδιοκτήτριας εταιρείας (από το 1998), επιδιώκοντας αυτονοήτως, ως εκ της θέσης του, την προστασία όλων των δικαιωμάτων αυτής, είτε ως φυσικό πρόσωπο και συνιδιοκτήτης ο ίδιος οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας (από το 2008), πρόκειται για το ίδιο φυσικό πρόσωπο, που διαβιοί την επίδικη πολυκατοικία επί πολλά έτη.

Τέλος, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων δεν προσδοκά εύλογο όφελος από την αφαίρεση των μεταλλικών επιγραφών, σε αντίθεση με την εναγομένη, η οποία θα υποστεί σημαντική οικονομική ζημία, αν υποχρεωθεί να τις αφαιρέσει, διότι είναι απαραίτητες για την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητάς της.

Ενόψει τούτων, η άσκηση της σχετικής αξίωσης του ενάγοντος υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, καθώς και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματός του. Η εκκαλουμένη, με την οποία ομοίως κρίθηκε καταχρηστική η σχετική αξίωση του ενάγοντος και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθούν ο πρώτος λόγος και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του ως αβάσιμα.

Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αμέσως μετά το έτος 1997 προέβη σε κατασκευή θύρας εισόδου, διαστάσεων περίπου 2,00 μ. χ 1,00 μ., η οποία συνδέει τον υπερυψωμένο ισόγειο χώρο του καταστήματος αυτής με το κεντρικό κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας, χωρίς να έχει ληφθεί απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού.

Η εναγομένη προέβη σε τακτοποίηση της διάνοιξης της συγκεκριμένης θύρας εισόδου με την υπ' αριθμ. .../1-6-2012 δήλωση ένταξης στο Ν 4014/2011, πλην όμως δεν είναι επιτρεπτή η σχετική μεταβολή του κοινού πράγματος έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών, διότι έγινε χωρίς απόφαση της γενικής συνέλευσης της πολυκατοικίας, κατ' άρθρο 12 του κανονισμού.

Η κατασκευή της θύρας αυτής αποτελεί έξοδο ασφαλείας σε περίπτωση κινδύνου (πυρκαγιάς ή σεισμού) προς το κεντρικό κλιμακοστάσιο και συνιστά μεταβολή του κοινόχρηστου τοίχου του κλιμακοστασίου, που αποβλέπει στην αποδοτικότερη χρήση του κοινού για την εναγομένη, χωρίς όμως να καθιστά χειρότερη τη θέση των λοιπών συνιδιοκτητών.

Επιπρόσθετα, ο ενάγων βρισκόταν καθημερινά στο κτίριο από το έτος 1998, ως νόμιμος εκπρόσωπος των προαναφερομένων συνιδιοκτητριών εταιρειών, από δε το έτος 2008 και ως συνιδιοκτήτης ο ίδιος, και επί δώδεκα (12) έτη δεν διαμαρτυρήθηκε για την ύπαρξη της ανωτέρω θύρας εισόδου, δημιουργώντας με τη συμπεριφορά του αυτή ευλόγως την πεποίθηση στην εναγομένη, ότι δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του.

Ενόψει τούτων, η αξίωση του ενάγοντος να αφαιρεθεί η εν λόγω θύρα είναι καταχρηστική, κατά τη βάσιμη κατ' ουσίαν ένσταση της εναγομένης, διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 του ΑΚ, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο ενάγων δεν προσδοκά εύλογο όφελος από την αφαίρεση της θύρας εισόδου, σε αντίθεση με την εναγομένη, η οποία θα υποστεί σημαντική ζημία, διότι θα απολέσει την έξοδο κινδύνου προς το κλιμακοστάσιο και από εκεί σε ασφαλή χώρο, πέραν των δαπανών, στις οποίες θα υποβληθεί για την αποκατάσταση του κοινόχρηστου τοίχου του κλιμακοστασίου.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), και απέρριψε κατ' ουσίαν την αξίωση του ενάγοντος για την αφαίρεση της θύρας εισόδου ως καταχρηστική, δεν έσφαλε ως προς την κρίση του αυτή και ο δεύτερος λόγος, καθώς και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τέταρτο λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Τέλος, το έτος 2008 η εναγομένη, χωρίς απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών της επίδικης οικοδομής, τοποθέτησε ρολά ασφαλείας στην πρόσοψη του I-1 ισογείου καταστήματός της, διαστάσεων 4,00 μ. επί 15,00 μ. περίπου, κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 3741/1929 και του κανονισμού της πολυκατοικίας. Πέραν των ανωτέρω παραβάσεων, η τοποθέτηση των ρολών ασφαλείας συνιστά και πολεοδομική αυθαιρεσία, προς τούτο δε η εναγομένη προέβη σε τακτοποίησή της, σύμφωνα με το άρθρο 24 του Ν. 4014/2011, με την υπ' αριθμ. .../7-12-2012 δήλωσή της, χωρίς, όμως, εξ αυτού του λόγου να καθίσταται επιτρεπτή η σχετική μεταβολή της πρόσοψης του καταστήματος έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών.

Εντούτοις, η τοποθέτηση των ρολών ασφαλείας έλαβε χώρα κατόπιν της υπ' αριθμ. πρωτ. 684/7-3-2007 έγγραφης εντολής του Προέδρου του Τμήματος Εμπορικών Υποθέσεων της Αιγυπτιακής Αεροπορίας, στο πλαίσιο της αναθεώρησης των διαδικασιών ασφαλείας σχετικά με την ασφάλιση όλων των γραφείων και σταθμών της Αιγυπτιακής Αεροπορίας στο εξωτερικό, δεδομένου ότι οι αεροπορικές εταιρείες των αραβικών χωρών αποτελούν συχνά στόχο τρομοκρατικών ενεργειών.

Τα τοποθετηθέντα ρολά είναι καλαίσθητα, πλήρως συμβατά και σε αρμονία με την υπόλοιπη οικοδομή, καθόσον είναι του ίδιου χρώματος, κατασκευής και εμφάνισης με αυτά του κοινόχρηστου γκαράζ του κτιρίου. Άλλωστε, καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας είναι ανεβασμένα και δεν φαίνονται, δεν ενοχλούν και είναι προς το συμφέρον των λοιπών συνιδιοκτητών, διότι προστατεύουν το κτίριο και αποτρέπουν την είσοδο σ' αυτό εγκληματιών, μέσω της θραύσης των υαλοπινάκων του καταστήματος.

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται, ότι στις 06-06-2015 έγινε παραβίαση της κεντρικής εισόδου του κτιρίου και κτύπησε ο συναγερμός, γεγονός που οδήγησε την από 18-06-2015 έκτακτη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας να αποφασίσει την αντικατάσταση της εισόδου με νέα θύρα. Είναι δε προφανές, ότι τα ρολά του καταστήματος της εναγομένης δημιουργούν συνθήκες ασφάλειας και στις λοιπές ιδιοκτησίες του κτιρίου.

Η τοποθέτηση θύρας ασφαλείας στο κατάστημα, η οποία επιτρέπεται σύμφωνα με τον κανονισμό της πολυκατοικίας, αντί των ρολών ασφαλείας, δεν θα έλυνε το πρόβλημα, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο ενάγων, εφόσον θα άφηνε εκτεθειμένες τις τζαμαρίες του καταστήματος στους ανωτέρω πιθανούς κινδύνους. Ομοίως ανεπαρκής και αναποτελεσματική θα απέβαινε η τοποθέτηση των ρολών μέσα από τη τζαμαρία του καταστήματος, διότι θα ήταν δυνατή η θραύση των τζαμιών, με συνέπεια την πρόκληση σημαντικής οικονομικής ζημίας στην εναγομένη.

Με βάση τα προεκτεθέντα, η αξίωση του ενάγοντος για αφαίρεση των ρολών ασφαλείας καθίσταται καταχρηστική, διότι συντρέχει το στοιχείο της υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος που απορρέει από την οριζόντια ιδιοκτησία και τον κανονισμό της πολυκατοικίας και μάλιστα κατά τρόπο προφανή, δηλαδή με τρόπο που προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος από την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, εφόσον αυτός δεν έχει εύλογο όφελος από την αφαίρεσή τους, σε αντίθεση με την εναγομένη, η οποία θα διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει εύκολος στόχος τρομοκρατικών ή άλλων επιθέσεων και να υποστεί σημαντική ζημία στην περιουσία της, σύμφωνα με τη βάσιμη ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, που προτείνει η εναγομένη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ της εναγομένης και απέρριψε τη σχετική αξίωση του ενάγοντος ως καταχρηστική, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι ο τρίτος λόγος και, κατά τα λοιπά, ο τέταρτος λόγος της έφεσης |».

Tο Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε ευθέως την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Κατ' ακολουθίαν, οι, ενιαίως ερευνώμενοι, πρώτος και ενδέκατος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξ άλλου, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω εφαρμοσθείσας διατάξεως, εκθέτοντας στην ελάσσονα πρότασή του τα πραγματικά περιστατικά που καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού της διατάξεως αυτής, για την επέλευση της έννομης συνέπειας την οποία απήγγειλε, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Κατ' ακολουθίαν, οι, ενιαίως ερευνώμενοι, πέμπτος, όγδοος και ενδέκατος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

Οι λοιπές αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τους ίδιους λόγους είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττουν την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση συγχωρείται για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή διατάξεως νόμου που περιέχει αφηρημένο κανόνα δικαίου, από τον οποίο επέρχονται έννομες συνέπειες, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις. Κανόνα με την πιο πάνω έννοια δεν αποτελεί ο κανονισμός της πολυκατοικίας, ο οποίος, παρά τη δεσμευτικότητα έναντι των συνιδιοκτητών, δεν αποβάλλει τον κατά τα άρθρα 4,13 και 14 του ν. 3741/1929 δικαιοπρακτικό του χαρακτήρα, ούτε μετατρέπεται σε κανόνα δικαίου (ΑΠ 1145/2013, ΑΠ 35/1997). Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μη εφαρμόζοντας τις διατάξεις του κανονισμού της προαναφερόμενης πολυκατοικίας και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. .../1994 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σακελλαρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στην γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013).

Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους τρίτο, τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, έκτο, έβδομο, κατά το πρώτο μέρος του, ένατο, κατά το πρώτο μέρος του και δέκατο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την προβληθείσα από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής του, χωρίς να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς, που είχε προβάλει με τις πρωτόδικες και κατ' έφεση προτάσεις του, προς υποστήριξη των λόγων της εφέσεώς του και δη ότι:

1) η εναγομένη, παρά τη γνώση της υφιστάμενης εκ μέρους της παρανομίας, προκειμένου να εξυπηρετήσει ευχερέστερα τα επιχειρησιακά της συμφέροντα σε βάρος των λοιπών συνιδιοκτητών, αδιαφορεί προκλητικά έναντι των αρμοδίων αρχών και μέχρι και την άσκηση της εφέσεως δεν συμμορφώθηκε στα κοινοποιηθέντα σ' αυτήν δημόσια έγγραφα, ήτοι:

α) την υπ' αριθμ. .../14.1.2004 απόφαση του Υπ. ΠΕΧΩΔΕ, με την οποία διατάσσετο να απομακρύνει τις πινακίδες και τον θυρεό εντός 15 ημερών από την επίδοση και

β) το με αριθμό πρωτ. .../28.2.2011 έγγραφο του Δήμου Αθηναίων περί απομακρύνσεως των πινακίδων εντός 20 ημερών από την παραλαβή του (εγγράφου),

2) α) ότι υφίσταται όφελος τόσο για τον ίδιο, όσο και για τη συνιδιοκτήτρια εταιρία "B & A e travel Ανώνυμη Εταιρεία Διανομής Πληροφοριών" μόνο εάν αφαιρεθούν οι πινακίδες, καθώς η παράνομη τοποθέτησή τους στην κοινόχρηστη πρόσοψη της οικοδομής και η διατήρησή τους στο σημείο αυτό προκαλεί σύγχυση και δημιουργεί την πεποίθηση στο κοινό ότι ολόκληρη η οικοδομή ανήκει στην αναιρεσίβλητη, με αποτέλεσμα την απαξίωση των λοιπών οριζοντίων ιδιοκτησιών,

β) ότι η αναιρεσίβλητη, με την αφαίρεση των τοποθετημένων πινακίδων στην κοινόχρηστη πρόσοψη του κτιρίου, δεν θα απολέσει το δικαίωμα εξυπηρετήσεως των αναγκών της εμπορικής της δραστηριότητας και τούτο διότι:

β1) αυτή δύναται να τοποθετήσει διακριτικά σημεία της επωνυμίας της στην προμετωπίδα της οικοδομής,

β2) πρόκειται για αιγυπτιακή κρατική εταιρία που προσελκύει το καταναλωτικό της κοινό και την πελατεία της κυρίως μέσω του διαδικτύου, ως εταιρία αιγυπτιακών αερογραμμών και

β3) αντίστοιχες εταιρίες υφίστανται χωρίς καν να στεγάζονται σε κτίριο με διαφημιστικές πινακίδες και το γεγονός αυτό ουδόλως μειώνει την επιτυχημένη εμπορική τους δραστηριότητα,

3) ότι η τοποθέτηση των πινακίδων και του θυρεού, η κατασκευή της θύρας εισόδου, που συνδέει τον υπερυψωμένο ισόγειο χώρο του καταστήματος της εναγομένης με το κεντρικό κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας και η τοποθέτηση των ρολών ασφαλείας στην πρόσοψη του ισογείου καταστήματός της αποτελούν ενέργειες αντικείμενες στις κείμενες διατάξεις και στην υπ' αριθμ. .../1994 πράξη συστάσεως οροφοκτησίας, θίγουσες κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της οικοδομής,

4) ότι η αξίωσή του για το κλείσιμο της θύρας (εισόδου, η οποία συνδέει τον υπερυψωμένο ισόγειο χώρο του καταστήματος της αναιρεσίβλητης με το κεντρικό κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας) δεν είναι καταχρηστική, διότι υπερτερεί η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης τήρηση των διατάξεων του κανονισμού και ο σεβασμός αυτού εκ μέρους όλων των συνιδιοκτητών, με σκοπό την κοινωνική τάξη, ενώ η διάνοιξη της θύρας αυτής δεν είναι επιτρεπτή ως αντίθετη στις διατάξεις του κανονισμού της οικοδομής,

5) ότι η αξίωσή του για αφαίρεση των ρολών ασφαλείας δεν ξεπερνά τα όρια, τα οποία θέτει η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και

6) ότι η αναιρεσίβλητη ώφειλε να τηρήσει τον κανονισμό και να τοποθετήσει θύρα ασφαλείας, με την οποία θα επετυγχάνετο ταυτόχρονα η ασφάλεια της ιδίας, αλλά και των συνιδιοκτητών και δεν θα ετίθετο θέμα παραβιάσεως του κανονισμού.

Όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως οι υπ' αριθμ. 2, 3, 4 και 6 ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, αντιμετωπίστηκαν ευθέως και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν και, επομένως, οι λόγοι αυτοί, κατά τις ως άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στις λοιπές, υπ' αριθμ. 1 και 5, αιτιάσεις, πρέπει να αναφερθεί ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι αυτοτελείς και, συνεπώς, δεν αποτελούν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ, αλλά αντίθετα η μεν υπ' αριθμ. 1 αιτίαση συνιστά επιχείρημα του αναιρεσείοντος (που, κατ' αυτόν, συνάγεται από την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού), για την υποστήριξη των απόψεών του, η δε υπ' αριθμ. 5 (αιτίαση) αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής και, συνακολούθως, οι ανωτέρω λόγοι, είναι απορριπτέοι, κατά τις εν λόγω αιτιάσεις, προεχόντως, ως απαράδεκτοι.

Με τους τέταρτο και έβδομο, κατά το νοηματικά δεύτερο μέρος τους, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη με την αφαίρεση των μεταλλικών πινακίδων θα υποστεί οικονομική ζημία και χωρίς αιτιολογία ότι αυτός δεν προσδοκά εύλογο όφελος από την αφαίρεση των μεταλλικών πινακίδων και το κλείσιμο της θύρας του ημιορόφου, καθώς και ότι η χρήση της θύρας του ημιορόφου δεν καθιστά χειρότερη τη θέση των λοιπών συνιδιοκτητών. Με τους λόγους αυτούς, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν προκύπτει ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, υπό την κατ' επίφαση επίκληση της εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλειας, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα και, συνεπώς, οι λόγοι αυτοί, κατά τα οικεία μέρη τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 01-01-2016). Τέλος, ο αναιρεσείων, που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-09-2019 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 798/2019 αίτηση για αναίρεση της 3531/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ