514/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated514/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αναφορικά με την αντίθετη από 18-1-2017 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (2-10-2018), δεν προκύπτει ότι η συζήτηση αυτής έγινε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, ούτε προσκομίζονται από το αναιρεσίβλητο αποδεικτικά επίδοσης προς αυτούς της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 514 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 514/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Δημητρίου Καμάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων: 1) Ε. Α. του Γ., … (αναφέρονται ακομα 60 αναιρεσεβλήτων-αναιρεσείοντες) … και 61) Β. Β. του Α., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 22ος, 30η, 32η, 37η, 56η, 59ος και 60ος δεν παραστάθηκαν, οι δε λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-6-2010 (τρεις) και 29-11-2010 (μία) αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμούς 3656/22-6-2010, 3674/22-6-2010, 3678/22-6-2010 και 7385/1-12-2010, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν η 824/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης και αντέφεσης κατ' αυτής, η 141/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν το αναιρεσείον- εναγόμενο με την από 17-1-2017 και με αριθμό κατάθεσης 30/19-1-2017 αίτησή του και οι αναιρεσείοντες- ενάγοντες με την από 18-1-2017 και με αριθμό κατάθεσης 29/19-1-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αυτών, την απόρριψη της αίτησης του αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου και την καταδίκη του τελευταίου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Υπόκεινται προς κρίση η από 17-1-2017 και με αριθμό κατάθεσης 30/19-1-2017 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και η από 18-1-2017 και με αριθμό κατάθεσης 29/19-1-2017 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Ε. Α. και λοιπών (61 συνολικά), κατά της 141/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της έφεσης με τους πρόσθετους λόγους της και της αντέφεσης που άσκησαν το εναγόμενο και οι ενάγοντες, αντίστοιχα, κατά της 824/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί των με αριθμούς κατάθεσης 3656/22-6-2010, 3674/22-6-2010, 3678/22-6-2010 και 7385/1-12-2010 αγωγών. Οι ως άνω αντίθετες αιτήσεις, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
2.Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 του τελευταίου άρθρου προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση και αν τη συζήτηση επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Διαφορετικά, δηλαδή αν δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 99/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την …60Δ'/26-4-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Γ., ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 17-1-2017 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την 21-11-2017, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 6-3-2018 και κατ' αυτήν για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (2-10-2018), καθώς και κλήση του αναιρεσείοντος προς τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την παραστάσασα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Μαρίνα Γκάτα, ως αντίκλητο αυτών (ΚΠολΔ 143 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο παρ.2 του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).
Αναφορικά με την αντίθετη από 18-1-2017 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (2-10-2018), δεν προκύπτει ότι η συζήτηση αυτής έγινε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, ούτε προσκομίζονται από το αναιρεσίβλητο αποδεικτικά επίδοσης προς αυτούς της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση.
Κατά την εκφώνηση των υποθέσεων από τη σειρά του πινακίου της ανωτέρω δικασίμου (2-10-2018), οι εκ των αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων Γ. Γ. (22ος), Ε. Μ. (30η), Α. Ν. (32η), Βασιλική Κ. (37η), Μ. Κ. (56η), Γ. Σ. (59ος) και Σ. Χ. (60ος) δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή.
Επομένως, ενόψει του ότι αυτοί ως αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο και δεν απαιτείται νέα κλήση για την μετ' αναβολή δικάσιμο, η δε εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης για όλους τους διαδίκους (ΚΠολΔ 226 παρ.4 και 575 εδ. β'), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά τη δικονομική απουσία των ως άνω αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).
Ως αναιρεσείοντες, όμως, ενόψει του ότι δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης, πρέπει, δεδομένου ότι συντρέχει περίπτωση απλής ομοδικίας, να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς, ενώ ως προς τους λοιπούς που εκπροσωπούνται νόμιμα από τον ως άνω δικηγόρο Δημήτριο Βασιλείου, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
3.Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920 (όπως αυτό έχει ερμηνευθεί με το άρθρο 11 α.ν. 547/1937) συνάγεται ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται ιδίως στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Επακολούθησε, όμως, ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "1. Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. 2.
Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.
Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες". Στη συνέχεια, στις παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν την καταβολή αποδοχών στο προσωπικό που συμπλήρωσε την ως άνω διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα, που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων, διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του (ΟλΑΠ 20/2007).
4.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση "έργου", που υποκρύπτει την παροχή εξαρτημένης εργασίας), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ) κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου (ή "έργου").
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ή "έργου", που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία), οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό (η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής).
Προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του ως άνω άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι, που εμπίπτουν στην εξαίρεση, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου".
Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα πρόσφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017) και δικαιούνται να αναζητήσουν μόνο τα επιδόματα εορτών και άδειας, τα οποία οφείλονται ευθέως εκ του νόμου (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), αφού τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι απασχολούμενοι με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1805/2017).
5.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
6.Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 141/2015 απόφασή του, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι- αναιρεσείοντες) προσλήφθηκαν από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ) ΑΕ" (αρχικά εναγομένη στις τρεις πρώτες αγωγές, ως προς την οποία απορρίφθηκαν αυτές και δεν μετέχει στην αναιρετική δίκη), η οποία ενεργώντας στο πλαίσιο του καταστατικού σκοπού της, ως παρένθετη, για την πρόσληψη προσωπικού στις υπηρεσίες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου) και συγκεκριμένα του Υπουργείου Εσωτερικών, προς ενίσχυση των υπηρεσιών αλλοδαπών των περιφερειών της χώρας για την υλοποίηση του προγράμματος "Πληροφοριακό Σύστημα Καταγραφής και Διαχείρισης Μεταναστών", κατήρτισε με τους ενάγοντες διαδοχικές ανανεούμενες έγγραφες συμβάσεις, που χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις έργου, για να προσφέρουν εργασία στο Δημόσιο, στις υπηρεσίες του οποίου και απασχολήθηκαν.
Ότι, ειδικότερα, προσλήφθηκαν (με την αρίθμηση που αναφέρονται στο εισαγωγικό της παρούσας) η Ε. Α. (1η) την 1-9-2004, ο Β. Γ. (2ος) την 4-5-2009, η Κ. Γ. (3η) την 1-9-2004, η Γ. Κ. (4η) την 1-4-2008, ο Ε. Κ. (5ος) την 15-5-2006, ο Σ. Κ. (6ος) την 27-1-2003, η Ε. Κ. (7η) την 13-9-2004, η Μ. Κ. (8η) την 1-9-2004, η Β. Κ. (9η) την 21-9-2004, η Β. Μ. (10η) την 5-7-2005, η Κ. Μ. (11η) την 3-3-2005, η Μ.
Μ. (12η) την 1-9-2004, η Α. Ν. (13η) την 6-3-2007, ο Γ. Π. (14ος) την 20-6-2003, η Α. Π. (15η) την 1-9-2004, η Δ. Π. (16η) την 30-9-2004, η Δ. Ρ. (17η) την 5-10-2004, ο Χ. Σ. (18ος) την 1-9-2004, ο Γ. Σ. (19ος) την 1-9-2004, η Ε. Τ. (20η) την 1-9-2004, η Δ. Γ. (21η) την 3-3-2009, ο Γ. Γ. (22ος) την 16-3-2009, ο Ι. Η. (23ος) την 17-3-2008, ο Ν. Θ. (24ος) την 6-4-2009, η Π. Κ. (25η) την 10-7-2003, η Β. Κ. (26η) την 3-3-2005, ο Γ. Κ. (27ος) την 29-9-2004, ο Χ.
Κ. (28ος) την 3-3-2005, η Ζ. Κ. (29η) την 1-9-2004, η Ε. Μ. (30η) την 1-9-2004, ο Κ. Μ. (31ος) την 1-6-2007, η Α. Ν. (32η) την 1-9-2004, η Ε. Π. (33η) την 1-6-2006, ο Ν. Π. (34ος) την 1-9-2004, η Α. Ρ. (35η) την 1-9-2004, η Α. Τ. (36η) την 15-9-2008, η Β. Κ. (37η) την 13-10-2004, η Π. Τ. (38η) την 20-9-2004, ο Ι. Τ. (39ος) την 16-8-2005, ο Δ. Φ. (40ος) την 20-9-2004, η Ε. Α. (41η) την 7-2-2006, η Ά.- Μ. Κ. (42η) την 13-2-2006, η Σ. Σ. (43η) την 20-4-2007, η Α.
Β. (44η) την 2-10-2006, η Μ. Κ. (45η) την 1-9-2004, η Α. Μ. (46η) την 4-4-2005, η Β.- Ξ. Μ. (47η) την 3-3-2005, η Α. Κ. (48η) την 6-3-2007, η Ε. Λ. (49η) την 6-4-2009, η Σ.- Χ. Π. (50η) την 1-9-2004, ο Γ. Χ. (51ος) την 1-9-2004, η Μ. Δ. (52η) την 3-3-2005, ο Α. Ε. (53ος) την 1-9-2004, η Μ. Ζ. (54η) την 1-9-2004, η Α. Ι. (55η) την 4-4-2005, η Μ. Κ. (56η) την 1-9-2004, η Α. Λ. (57η) την 5-7-2007, η Μ. Μ. (58η) την 1-9-2004, ο Γ. Σ. (59ος) την 1-9-2004, ο Σ.
Χ. (60ος) την 18-7-2008 και η Β. Β. (61η) την 23-4-2004. Ότι απασχολήθηκαν οι είκοσι (20) πρώτοι εξ αυτών στη Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης … της Περιφέρειας …, οι επόμενοι δέκα έξι (16) και η 61η (Β. Β.) στη Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Δυτικής Αττικής και ….. της Περιφέρειας … και οι υπόλοιποι στη Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης, Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Περιφερειών …. (οι 37η, 38η, 39ος, 40ος), … (οι 41η, 42η, 43η), …. (οι 44η, 45η, 46η, 47η), …. (οι 48η, 49η, 50η, 51ος) και …. (οι 52η έως και 60ος).
Ότι όλοι οι ως άνω ενάγοντες, οι οποίοι απασχολήθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μέχρι την 30-4-2010, εκτός από την τελευταία (Β. Β.), η οποία απασχολήθηκε μέχρι την 17-9-2010, παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε πενθήμερη βάση εβδομαδιαίως, στο ωράριο εργασίας των μονίμων υπαλλήλων και υπό την εποπτεία των προϊσταμένων των Υπηρεσιών- Περιφερειών του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, όπου ο καθένας παρείχε τις υπηρεσίες του και, συνεπώς, κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν οι συμβάσεις τους ως συμβάσεις "έργου", εφόσον σκοπός της απασχόλησής τους ήταν η παροχή εργασίας με την εκτέλεση παραγωγικού έργου και τη λήψη αποδοχών γι' αυτό.
Ότι ειδικότερα, το αντικείμενο της εργασίας τους συνίστατο στον προέλεγχο των εισερχομένων αιτημάτων των αλλοδαπών για χορήγηση ή ανανέωση αδειών διαμονής, εξέταση ανάκλησης αδειών, προέλεγχο ενστάσεων επί των αποφάσεων ανάκλησης, καταχώρηση στοιχείων των αλλοδαπών, χορήγηση εισόδου για την οικογενειακή συνένωση αλλοδαπών, εξέταση αιτημάτων πολιτογράφησης, επιμέλεια εσωτερικής αλληλογραφίας με την Ελληνική Αστυνομία και τη διεύθυνση μηχανογράφησης του Υπουργείου Εσωτερικών αναφορικά με το ποινικό μητρώο ή τις εκκρεμείς ποινικές διώξεις των αλλοδαπών, αποστολή εγγράφων στις αρμόδιες υπηρεσίες, ενημέρωση κεντρικής ηλεκτρονικής βάσης της Περιφέρειας για την πορεία της αίτησης και την κατάσταση διαμονής αλλοδαπών και εν γένει ανάπτυξη ηλεκτρονικών προγραμμάτων για την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας.
Ότι όλες οι ως άνω συμβάσεις ήσαν εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καθόσον οι ενάγοντες παρείχαν την εργασία τους υπό συνθήκες εξάρτησης και υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου (Δημοσίου), ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της παροχής της εργασίας και δεν έφεραν οι ίδιοι τον κίνδυνο παροχής της εργασίας τους, μέχρι τους συμφωνηθέντες χρόνους, οπότε και έληξαν, αντιστοίχως, για καθένα των εναγόντων, διότι προσκρούει στο νόμο η αναγνώριση ότι στην πραγματικότητα συνδέονται με το εναγόμενο με ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπό την ειδικότητα που προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν.
Ότι αναφορικά με τη διενέργεια προσλήψεων από το εναγόμενο, ισχύει ο ν. 2190/1994, του οποίου οι διατάξεις καθιερώνουν ευχέρεια των δημοσίων υπηρεσιών να προσλαμβάνουν και να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και ότι δεν είναι δυνατή η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου με όλους τους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ώστε, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, δεν μπορούν στην προκειμένη περίπτωση να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του ν. 2112/1920 μέχρι ή και μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004, διότι η μετατροπή των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου θα προσέκρουε στις διατάξεις του ν. 2190/1994 και, κυρίως, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, με την τελευταία των οποίων απαγορεύθηκε ρητά η μετατροπή τέτοιων συμβάσεων σε αορίστου χρόνου.
Ότι ούτε η οδηγία 1999/70/ΕΚ (όπως ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004, εκ των οποίων το δεύτερο αφορά τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα) επιβάλλει υποχρεωτικά το χαρακτηρισμό ως αορίστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου του προσωπικού ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
Ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων, καταρτισθείσες όλες μετά την 17-4-2001, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αορίστου χρόνου, είτε κατά μετατροπή είτε με τον εξ υπαρχής χαρακτηρισμό τους ως αορίστου χρόνου και τούτο διότι το εναγόμενο, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του ν. 2190/1994, δεν είχε τη νομική δυνατότητα να συνάψει συμβάσεις αορίστου χρόνου, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Ότι οποιαδήποτε προσπάθεια μονιμοποίησης των εναγόντων, ακόμη και αν η εργασία τους κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, προσκρούει στη ρητή απαγόρευση του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 2190/1994 και του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, ούτε μπορούν να τύχουν εφαρμογής η γενική διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ και αυτή του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, ούτε, τέλος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου, καθόσον κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004) δεν πληρούσαν τις οριζόμενες προϋποθέσεις της συνολικής χρονικής διάρκειας των διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων, ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών εντός συνολικού χρονικού διαστήματος 24 μηνών από την αρχική σύμβαση.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και απέρριψε την αντέφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη 824/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το εν λόγω εναγόμενο, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι αγωγές ως προς αυτό (είχε αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από την αρχική τους πρόσληψη με ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και η ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους) και δικάζοντας εκ νέου τις αγωγές κατά το μέρος αυτό, τις απέρριψε ως ουσία αβάσιμες.
7.Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας την αγωγή, ουδόλως παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 8 του ν. 2112/1920, 21 του ν. 2190/1920, 11 του π.δ. 164/2004 και των ρητρών 5 και 8 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της ΕΕ της 28 Ιουνίου 1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις των εναγόντων είχαν συναφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και του π.δ. 164/2004 και δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, διότι τούτο απαγορεύεται από το άρθρο 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του καθενός οι από το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 τασσόμενες προϋποθέσεις για την υπαγωγή αυτών στις ρυθμίσεις του εν λόγω διατάγματος, αφού των περισσοτέρων εναγόντων οι συμβάσεις καταρτίσθηκαν μετά από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος (19-7-2004) και τεσσάρων εξ αυτών, ήτοι 6ου, 14ου, 25ης και 61ης, η αρχική σύμβαση καταρτίσθηκε, αντίστοιχα, την 27-1-2003, 20-6-2003, 10-7-2003 και 23-4-2004, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος (19-7-2004), πλην όμως κανείς δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις αυτού.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης των παρισταμένων αναιρεσειόντων (εναγόντων), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος.
8.Κατά τα άρθρα 556 παρ.2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον είναι δυνατόν να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου σε αυτή προσόντα διατακτικού, οπότε δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής της απόφασης κατά την εσφαλμένη μόνο αιτιολογία της (ΑΠ 1130/2015, ΑΠ 653/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με το μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησής του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 648, 681 ΑΚ, 6 παρ.1 του ν. 2527/1997 και 103 του Συντάγματος, διότι εσφαλμένα έκρινε ότι οι επίδικες συμβάσεις των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων αποτελούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι συμβάσεις έργου και ότι βλάπτεται από την αιτιολογία αυτή, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι έχουν ασκήσει σε βάρος του την από 10-7-2011 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ζητώντας, με βάση τις επίδικες συμβάσεις, οι οποίες χαρακτηρίσθηκαν ως εξαρτημένης εργασίας, να τους καταβάλει διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904), καθώς και επιδόματα εορτών και επιδόματα άδειας για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα.
Με βάση τις παραδοχές που παρατίθενται ανωτέρω (με αριθμό 6), το Εφετείο έκρινε ότι οι διαδοχικές συμβάσεις "έργου" των εναγόντων κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν ως τέτοιες, διότι παρείχαν την εργασία τους υπό συνθήκες εξάρτησης και υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, οι δε συμβάσεις αυτές, ως συναφθείσες κατά παράβαση της προαναφερθείσας απαγορευτικής νομοθεσίας, δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, έστω και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών του εναγομένου, ούτε συνέτρεχαν στο πρόσωπο του καθενός οι από το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 τασσόμενες προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του εν λόγω διατάγματος.
Με την κρίση αυτή, ήτοι ότι οι ως άνω συμβάσεις συνιστούσαν σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος.
9.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης (εκτός των αναιρεσειόντων ως προς τους οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησής τους) και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας, σύμφωνα το άρθρο 22 παρ.2 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 17-1-2017 και με αριθμό κατάθεσης 30/19-1-2017 και από 18-1-2017 και με αριθμό κατάθεσης 29/19-1-2017 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης.
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 22ο, 30η, 32η, 37η, 56η, 59ος και 60ο των αναιρεσειόντων Γ. Γ. του Α., Ε. Μ. του Π., Α. Ν. του Κ., Β. Κ. του Π., Μ. Κ. του Δ., Γ. Σ. του Ν. και Σ. Χ. του Χ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18-1-2017 και με αριθμό κατάθεσης 29/19-1-2017 αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.
Απορρίπτει την από 18-1-2017 και με αριθμό κατάθεσης 29/19-1-2017 αίτηση των λοιπών αναιρεσειόντων για αναίρεση της 141/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 17-1-2017 και με αριθμό κατάθεσης 30/19-1-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 141/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19η Φεβρουαρίου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8η Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ