514/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated514/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, όλες οι κατά τα ανωτέρω υφιστάμενες καταθέσεις σε άτοκο λογαριασμό, μετατρέπονται αυτοδίκαια σε έντοκες με επιτόκιο καταθέσεων ταμιευτηρίου, με φροντίδα της οικείας Τράπεζας ή του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ή του Πιστωτικού Ιδρύματος και χωρίς καμία άλλη εντολή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 514 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 514/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" που εκπροσωπείται νόμιμα και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Μπανάκου πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "Μορφωτικό Ίδρυμα Ηθικής και Κοινωνικής Διαπαιδαγώγησης" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Λάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5107/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 2-6-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 18-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 8 παρ.1, 2 και 3 του ν. 2882/2001, το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατ' άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου, ορίζονται τα ακόλουθα: 1."Ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημίωσης, της κατά το άρθρο 18 παρ. 4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκαν δικαστικώς, καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.& Δ.) την αποζημίωση υπέρ δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου." -2. "Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποδίδει στο δικαιούχο το ποσό που κατατέθηκε αφού προσκομισθεί σε αυτό τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση "και στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο το ποσό της δικαστικής δαπάνης και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων ..." και 3. "Κάθε διαφορά σχετική με την απόδοση από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στο δικαιούχο του ποσού που κατατέθηκε, λύεται οριστικά από το αρμόδιο δικαστήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του παρόντος νόμου με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 και επόμενων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας".
Για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της σχετικής αγωγής, εφόσον ο νόμος, χωρίς σχετική επιφύλαξη, παραπέμπει στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αρκεί, κατά το άρθρο 690 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πιθανολόγηση των ισχυρισμών και, σύμφωνα με το άρθρο 347 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να εφαρμόσει τις διατάξεις που ισχύουν για την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμή τους, αλλά λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε μέσα κρίνει κατάλληλα για να σχηματισθεί πιθανότητα σχετικά με την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών.
Εάν κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκηθεί έφεση το Εφετείο ερευνώντας, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού, σύμφωνα με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της έφεσης, τους σχετικούς με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής λόγους αυτής, μπορεί επίσης ν' αρκεστεί σε πιθανολόγηση των ισχυρισμών. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 114, 1924, 1935, 1940 και 1941 ΑΚ, συνάγεται ότι, α) εάν καταλειφθεί με διαθήκη, περιουσία σε ίδρυμα που δεν έχει ακόμη συσταθεί, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό, αυτό θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως υφιστάμενο κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη και έχει την ιδιότητα του άμεσου κληρονόμου, με συνέπεια η επαγωγή να επέρχεται από το χρόνο του θανάτου του διαθέτη, (άρθρο114 ΑΚ), και όχι την ιδιότητα του καταπιστευματοδόχου, οπότε η επαγωγή θα επερχόταν από τη σύστασή του, β) εάν έχει ορισθεί στη διαθήκη του αφιερωτή - διαθέτη, όπως το κοινωφελές ίδρυμα συσταθεί και αποκτήσει μελλοντικά ως "καταπίστευμα" την κληρονομιαία περιουσία, μετά το θάνατο του αρχικού κληρονόμου, τότε αυτό λογίζεται, κατά πλάσμα δικαίου, ως συσταθέν και πριν από την δημοσίευση του εγκριτικού αυτού προεδρικού διατάγματος και έχει, κατά μεν το θάνατο του διαθέτη, την ιδιότητα του καταπιστευματοδόχου, δηλαδή του κληρονόμου υπό αναβλητική αίρεση, κατά δε το θάνατο του βεβαρημένου με το καταπίστευμα, την ιδιότητα του άμεσου κληρονόμου και καθολικού διάδοχου του διαθέτη, οπότε λαμβάνει χώρα και η επαγωγή της κληρονομίας προς αυτό.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 1941 ΑΚ από την ανωτέρω επαγωγή του καταπιστεύματος ο καταπιστευματοδόχος έχει δικαίωμα να του αποδοθεί η αφιερωθείσα περιουσία, εκτός από τους γεννηθέντες μέχρι τότε καρπούς, μεταξύ των οποίων και οι εντωμεταξύ παραχθέντες τόκοι, εάν πρόκειται για χρηματική απαίτηση. Περαιτέρω, με το άρθρο 136 παρ. 1 του α.ν. 2039/1939, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από 7-3-1996 με το άρθρο 1 παρ. 28 του ν. 2386/1996, ορίζεται ότι: "Όλες οι ενεργούμενες, με φροντίδα των κληρονόμων, εκτελεστών διαθήκης και άλλων διαχειριστών ή του Δημοσίου, σε Τράπεζες, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και σε Πιστωτικά Ιδρύματα γενικά, καταθέσεις κεφαλαίων ή εισοδημάτων από κληρονομίες, κληροδοσίες και δωρεές, προς εκπλήρωση κοινωφελών σκοπών, γίνονται από την κατάθεση τους αυτοδίκαια έντοκες.
Οι τόκοι των καταθέσεων αυτών, προστίθενται με φροντίδα της Τράπεζας ή του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ή του Πιστωτικού Ιδρύματος που έχουν κατατεθεί, χωρίς καμία άλλη εντολή, στο κεφάλαιο, με το ίδιο επιτόκιο, εφόσον πρόκειται για καταθέσεις ταμιευτηρίου, ή μεταφέρονται σε ιδιαίτερο έντοκο λογαριασμό ταμιευτηρίου, εφόσον πρόκειται για καταθέσεις προθεσμίας, και ενημερώνεται προς τούτο ο ενεργήσας την κατάθεση και το Υπουργείο Οικονομικών (Διεύθυνση Εθνικών Κληροδοτημάτων).
Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, όλες οι κατά τα ανωτέρω υφιστάμενες καταθέσεις σε άτοκο λογαριασμό, μετατρέπονται αυτοδίκαια σε έντοκες με επιτόκιο καταθέσεων ταμιευτηρίου, με φροντίδα της οικείας Τράπεζας ή του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ή του Πιστωτικού Ιδρύματος και χωρίς καμία άλλη εντολή.
Οι κάθε φύσης καταθέσεις διαθετών σε Τράπεζες, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, και σε Πιστωτικά Ιδρύματα γενικά, που καταλείπονται με κληρονομιά ή κληροδοσία στο Κράτος ή υπέρ κοινωφελών σκοπών, είναι αυτοδίκαια έντοκες, ως καταθέσεις ταμιευτηρίου, με ανατοκισμό από τη χρονολογία θανάτου του διαθέτη ή από τη λήξη της προθεσμίας της προθεσμιακής κατάθεσης, εφόσον πρόκειται για προθεσμιακές καταθέσεις, ανεξάρτητα από το χρόνο νομιμοποίησης των δικαιούχων των καταθέσεων τούτων.
Ο τόκος των παραπάνω καταθέσεων υπολογίζεται, μετά τη νομιμοποίηση ή κατά την απόδοση αυτών στους δικαιούχους κληρονόμους, κληροδόχους, εκτελεστές διαθηκών ή άλλους νόμιμους διαχειριστές αυτών, με το επιτόκιο που ισχύει για καταθέσεις ταμιευτηρίου, κατά την περίοδο αυτή. Από δημοσίευση του παρόντος νόμου, όλες οι υφιστάμενες ως άτοκες καταθέσεις, μετατρέπονται αυτοδίκαια σε έντοκες, με επιτόκιο καταθέσεων ταμιευτηρίου, με φροντίδα της οικείας Τράπεζας ή του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ή του Πιστωτικού Ιδρύματος και χωρίς καμία άλλη εντολή".
Οι αμέσως ανωτέρω διατάξεις είναι μεταγενέστερες και ειδικότερες, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 3 του π.δ. της 30-12-1926/3-1-1927 "περί συστάσεως και αποδόσεως παρακαταθηκών", η οποία καθιερώνει το άτοκο των δικαστικών παρακαταθηκών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες που προέρχονται από αποζημίωση απαλλοτριούμενων ακινήτων για δημόσια ωφέλεια και, επομένως, κατισχύουν της εν λόγω παλαιότερης και γενικότερης διάταξης (ΑΠ 1007/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Τέτοιου είδους πλημμέλεια λαμβάνει χώρα και όταν το δικαστήριο της ουσίας επί διαφοράς, για την οποία απαιτείται κατά νόμο πλήρης απόδειξη, αποφαίνεται βάσει πιθανολόγησης των ισχυρισμών των διαδίκων, αφού και τότε δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αποβιώσας στην Αθήνα την 25-10-1969 Ε. Χ., δυνάμει δύο ιδιόγραφων διαθηκών του, υπό ημερομηνίες 31-7-1963 και 30-6-1965, αντίστοιχα, οι οποίες νόμιμα δημοσιεύθηκαν και κηρύχθηκαν κύριες, κατέλιπε το επίδικο ακίνητο, επί της οδού ...
αριθ. 212 στην Αθήνα, στη γενική κληρονόμο του Φ. Χ. το γένος Κ. Π., σύζυγο του εν ζωή, ενώ συγχρόνως προέβλεψε ότι, μετά το θάνατο αυτής, η περιουσία του θα περιέλθει ως καθολικό καταπίστευμα στο συσταθησόμενο κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία "Μορφωτικόν Ίδρυμα Ηθικής και Κοινωνικής Διαπαιδαγώγησης", δηλαδή στο ήδη ενάγον (αναιρεσίβλητο), το οποίο ορίσθηκε ως καταπιστευματοδόχος.
Στις 5-4-1994 το επίδικο ακίνητο κηρύχθηκε υπό απαλλοτρίωση υπέρ του ΟΣΚ για την ανέγερση δημόσιων διδακτηρίων, με τον τρόπο που εκτίθεται ανωτέρω στην αγωγή. Για την απαλλοτρίωση αυτή ορίσθηκε αρμοδίως με δικαστικές αποφάσεις προσωρινή και οριστική τιμή μονάδας .... και το σύνολο της οφειλομένης αποζημιώσεως ανήλθε, τελικά, με την τελευταία απόφαση, στο ποσό των 228.428.500 δραχμών.
Στις δίκες ορισμού της αποζημιώσεως αυτής διάδικος ήταν η ανωτέρω αρχική κληρονόμος. Η απαλλοτρίωση συντελέστηκε, όταν το ποσό της αποζημιώσεως, που προέκυπτε από την απόφαση της προσωρινής τιμής, ήτοι 176.668.500 δρχ., παρακατατέθηκε, στις 2-8-1996, στο ήδη εναγόμενο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και ακολούθησε νομότυπα δημοσίευση στο ΦΕΚ ειδοποιήσεως για την παρακατάθεση αυτή στις 17-9-1996. .Περαιτέρω, με βάση την απόφαση της οριστικής τιμής, ακολούθησε συμπληρωματική παρακατάθεση ποσού 51.760.000 δρχ., στις 14-3-1997, ειδοποίηση περί της οποίας επίσης δημοσιεύθηκε νομότυπα στο ΦΕΚ, στις 12-5-1997.
Εν τω μεταξύ απεβίωσε στις 17-1-1997 η αρχική κληρονόμος και η αφιερωθείσα περιουσία, μαζί με την απαίτηση για λήψη της αποζημιώσεως λόγω της απαλλοτριώσεως του επίδικου ακινήτου, περιήλθαν, από το χρόνο του θανάτου της τελευταίας, στο ήδη ενάγον υπό σύσταση τότε κοινωφελές ίδρυμα, λόγω του ορισμού του ως καταπιστευματοδόχου κατά τα προαναφερθέντα.
Το ενάγον συστάθηκε τελικά με το εγκριτικό π.δ. της 12-5-1998, όταν το διάταγμα αυτό δημοσιεύθηκε νομότυπα στο ΦΕΚ στις 29-5-1998. Το τελευταίο αναγνωρίσθηκε ως δικαιούχο της ανωτέρω αποζημίωσης με την απόφαση υπ' αριθ. 593/1998 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το εναγόμενο κατέβαλε τελικά, ως κεφάλαιο της ανωτέρω παρακαταθήκης, προς το ενάγον, το ποσό των 223.848.518 δρχ., (μετά από αφαίρεση των νόμιμων εξόδων), στις 20-7-1998.
Το εναγόμενο οφείλει επί του αποδοθέντος ποσού της αποζημίωσης συμβατικούς τόκους ως εξής: α) επί του μερικότερου ποσού της πρώτης παρακαταθήκης των 176.668.500 δρχ., από την επαγωγή του καταπιστεύματος στις 17-1-1997, (θάνατος της αρχικής κληρονόμου), αφού η παρακαταθήκη αυτή είχε συσταθεί πριν από τον χρόνο της επαγωγής, μέχρι την απόδοση στο δικαιούχο αυτού ίδρυμα στις 20-7-1998 και β) επί του μερικότερου ποσού της δεύτερης παρακαταθήκης εκ δρχ. 51.760.000, από το χρόνο σύστασης της παρακαταθήκης αυτής στις 14-3-1997, ο οποίος έπεται της επαγωγής του καταπιστεύματος, μέχρι, ομοίως, την απόδοση αυτού στο δικαιούχο στις 20-7-1998...
Το επιτόκιο των οφειλόμενων συμβατικών τόκων, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, είναι το μέσο τραπεζικό επιτόκιο για καταθέσεις ταμιευτηρίου, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, προκύπτει, δε, με βάση το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο οικονομικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος από Δεκεμβρίου 1998, ότι ανέρχεται σε 9.14%.
Με βάση το εν λόγω επιτόκιο, τα επίδικα κονδύλια απέφεραν, κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, το μεν κονδύλιο α', ποσό τόκων 24.355.813,50 δρχ., το δε κονδύλιο β', ποσό τόκων 6.386.665 δρχ. Επομένως, η συνολική επίδικη απαίτηση του ενάγοντος για συμβατικούς τόκους, ανέρχεται σε 30.742.478,50 δραχμές, (ήτοι 24.355.813,50 + 6.386.665 δραχμές), ή 90.220,03 ευρώ.
Επί του τελευταίου ποσού οφείλονται και νόμιμοι τόκοι επιδικίας. Το επιτόκιο, όμως, το τόκων αυτών, λόγω της ιδιότητας του εναγομένου ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, θα υπολογισθεί προς 6%, σύμφωνα με το σχετικό περί τούτου αίτημα του εναγομένου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατ' αποδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της ερήμην του εκδοθείσης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο-αναιρεσείον να καταβάλει στο ενάγον- αναιρεσίβλητο το ως άνω ποσό των 90.220,03 ευρώ με το νόμιμο τόκο προς 6ο/ο από την επίδοσή της. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ..4 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί στην έννοια των διαφορών της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 8 του ν.2882/2001, οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία και δικάζουν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εμπίπτουν και οι αξιώσεις για οφειλόμενους τόκους επί του ποσού της κατατεθείσης στο αναιρεσείον αποζημίωσης από απαλλοτρίωση ακινήτου.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι, ο πρώτος λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, με το να αποφανθεί, βάσει πιθανολόγησης, επί των ισχυρισμών των διαδίκων, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών, και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο (το αναιρεσείον) ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο, με το να δικάσει την προκειμένη διαφορά, υπερέβη τη δικαιοδοσία του, αφού αυτή (διαφορά) υπαγόταν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων οφείλει στο αναιρεσίβλητο Κοινωφελές Ίδρυμα τόκους, για τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσά, που κατατέθηκαν σ' αυτό και αποτελούσαν την καθορισθείσα δικαστικώς αποζημίωση, για την απαλλοτρίωση υπέρ του Οργανισμού Σχολικών Κτηρίων του αναφερόμενου ακινήτου, ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου, στο οποίο είχε περιέλθει από κληρονομία του Ε.
Χ. προς εκπλήρωση των σκοπών του και μάλιστα από το θάνατο της γενικής κληρονόμου του (17-1-1997) οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, το αναιρεσίβλητο θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως συσταθέν, δεν παραβίασε, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν στις ανωτέρω σχετικές νομικές σκέψεις, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 136 παρ.1 του α.ν. 2039/1939, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 28 του ν. 2386/1996, που εφάρμοσε, ούτε του άρθρου 3 του πιο πάνω π.δ.
της 30-12-1926/3-1-1927 που δεν εφάρμοσε, ενώ ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 114, 1924,1925, 1935, 1940 και 1941 ΑΚ, καθώς και εκείνες του άρθρου 26 παρ.1 και 7 του ν.2882/2001.
Συνεπώς, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, μειωμένη σύμφωνα με τα άρθρα 22 παρ. 1 και του ν. 3693/1957, 9 του ν. 1468/1984, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με άρθρο 63 ν. 2214/1994 του ν. 2526/1997 (ΑΠ 820/2008).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2 Ιουνίου 2014 αίτηση του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για αναίρεση της 130/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ