514/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated514/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κ. Οι τελευταίες δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση των περιεχομένων στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 514 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 514/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στις …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Σιάρκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Κ. Τ. του Φ., κατοίκου ..., 2. Ν. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 3. Ε. Ν. συζ. Χ. θυγ. Γ. Σ.,κατοίκου ... και 4. Β. Κ. του Κ., κατοίκου .... Ο πρώτος και δεύτερος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαπατώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι τρίτη και τέταρτη δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-2-2009 και 20-2-2009 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1177/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-10-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 3-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ... και .../2-7-2013 εκθέσεις της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών …, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις εκ των αναιρεσιβλήτων Ε. Ν. και Β.
Κ. Οι τελευταίες δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση των περιεχομένων στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ.
ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών μπορεί να γίνει ευθέως ή εκ πλαγίου, οπότε δημιουργούνται, αντιστοίχως, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ευθεία παραβίαση υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ( Ολ.
Α.Π. 7/2006, Α.Π. 472/2009 ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Τα εκ των διαδίκων φυσικά πρόσωπα έχουν στην αποκλειστική κυριότητά τους τρία όμορα οικοπεδικά ακίνητα, κείμενα στην πόλη των Σερρών ... και, ειδικότερα, ο πρώτος εξ αυτών ένα οικόπεδο εμβαδού 140,980 Μ2, ο δεύτερος ένα οικόπεδο εμβαδού 136,865 Μ2 και η τρίτη και η τετάρτη εξ αυτών και κατά 1/3 και 2/3 εξ αδιαιρέτου εκάστη, αντιστοίχως, ένα οικόπεδο εμβαδού 136,865 Μ2.
Οι ανωτέρω, προτιθέμενοι να αξιοποιήσουν, μετά συνένωσή τους, τα οικόπεδα αυτά δια της ανεγέρσεως πολυωρόφου, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, οικοδομής, ήλθαν προς τούτο σε διαπραγματεύσεις με την διάδικο ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της κατασκευής ιδιωτικών οικοδομικών έργων, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση των οποίων συνετάγη μεταξύ των μερών το .../31-07-2006 εργολαβικό συμβόλαιο..., δυνάμει του οποίου οι μεν οικοπεδούχοι ανέλαβαν την υποχρέωση να συνενώσουν τα άνω οικόπεδά τους, ώστε να προκύψει ένα ενιαίο τοιούτο, επιφανείας 414,71 Μ2, όπως αυτό αποτυπώθηκε στο επισυναφθέν στην άνω συμβολαιογραφική πράξη τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού, Σ.
Γ., η δε εργολάβος εταιρεία την υποχρέωση ν' ανεγείρει επ' αυτού, με δικές της δαπάνες, πολυώροφη οικοδομή ... λαμβάνοντας ως εργολαβικό αντάλλαγμα ποσοστό 498/1000 εξ αδιαιρέτου του όλου ενιαίου οικοπέδου... Ακολούθως, η διάδικος εργολάβος εταιρεία, η οποία είχε αναλάβει την ευθύνη και τις δαπάνες εκδόσεως της οικείας οικοδομικής αδείας, υπέβαλε σχετικές αιτήσεις προς αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο Σερρών, συνοδευόμενες από πάντα τ' αναγκαία έγγραφα στοιχεία, κατ' ακολουθίαν των οποίων εκδόθηκε αφ' ενός η ...
άδεια κατεδαφίσεως της υφισταμένης στο υπό ανοικοδόμηση ακίνητο παλαιάς ισογείου κατοικίας και αφ' ετέρου η ... άδεια ανεγέρσεως ενδίκου πολυωρόφου της οικοδομής. Μεταξύ των λοιπών εγγράφων στοιχείων που κατατέθηκαν στο αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο προς έκδοση της κατά τα άνω οικοδομικής αδείας, ως αναγκαίο τοιούτο, και το από Απριλίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του ενιαίου ενδίκου οικοπέδου της αρχιτέκτονος μηχανικού, Σ.
Γ., η οποία είχε αναλάβει και την επίβλεψη του όλου έργου. Το εν λόγω διάγραμμα αποτύπωνε το υπό ανοικοδόμηση οικόπεδο με τη μoρφή που αυτό αποτυπώνετο στο αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Τ., στο οποίο στηρίχθηκε η περιλαμβανομένη στο ένδικο εργολαβικό συμβόλαιο περιγραφή των τριών οικοπέδων των οικοπεδούχων.
Πλην όμως το τοπογραφικό αυτό δεν αποτύπωνε επακριβώς την υφισταμένη κατάσταση των ορίων του ενδίκου οικοπέδου σε σχέση, συγκεκριμένα, με αυτά της νοτίου πλευράς του, που συνορεύει με το υπ' αριθ. 1638 οικόπεδο ιδιοκτησίας Σ. Π. και Α. Μ. Πιο συγκεκριμένα τα όρια των δύο οικοπέδων φέρονται στο άνω τοπογραφικό να είναι ευθύγραμμα, εν τοις πράγμασι όμως περί το μέσον αυτών υφίσταται εσoχή (σπάσιμο) προς την πλευρά του ενδίκου οικοπέδου, οριοθετημένη μάλιστα με πλινθόκτιστα κτίσματα της προαναφερομένης ομόρου ιδιοκτησίας.
Μετά την έκδοση της οικοδομικής αδείας η διάδικος εργολάβος εταιρεία, αφού ανέλαβε από τους αντισυμβαλλομένους το ήδη συνενωμένο ένδικο ακίνητο, άρχισε τις προς ανοικοδόμησή του εργασίες, προχωρώντας, αρχικά, σε εκσκαφή του και μερική θεμελίωση της υπό ανέγερση οικοδομής, η οποία, κατά μία πλευρά της, θα εθεμελιώνετο επί του ορίου του ενδίκου οικοπέδου με την προαναφερθείσα όμορη ιδιοκτησία.
Κατά την εκτέλεση των εργασιών αυτών η εργολάβος εταιρεία προχώρησε σε απόλυτη εφαρμογή του προαναφερομένου τοπογραφικού διαγράμματος, ενώ ήταν εμφανές ότι αυτό, τουλάχιστον στο σημείο όπου εμφάνιζε ως ευθύγραμμα τα όρια του υπό ανοικοδόμηση οικοπέδου με το όμορο των με το προαναφερομένων ιδιοκτητών, δεν ανταποκρίνετο στην υφισταμένη ιδιοκτησιακή κατάσταση.
Παρά ταύτα, και προκειμένου να επιτύχει την ευθυγράμμιση της εκεί πλευράς της υπό ανέγερση οικοδομής, προχώρησε σε αυθαίρετη τακτοποίηση του εκεί ορίου της ενδίκου ιδιοκτησίας με την προαναφερθείσα όμορη τοιαύτη. Ειδικότερα, υφίστατο επί του ορίου των δύο ιδιοκτησιών εσοχή (σπάσιμο), προς την πλευρά του ενδίκου οικοπέδου και σε απόσταση ημίσεως μέτρου από της ευθείας, εσοχή την οποία η εργολάβος εταιρεία ευθυγράμμισε αυθαιρέτως, προχωρώντας σε ανταλλαγή εδαφικών τμημάτων και δη ενσωματώνοντας εδαφικό τμήμα της ομόρου ιδιοκτησίας στο ένδικο οικόπεδο και ελευθερώνοντας άλλο τμήμα αυτής προς την όμορη ιδιοκτησία, το εμβαδόν δε των τμημάτων αυτών ο άνω μηχανικός υπολόγισε σε 2,16 Μ2 και 1,68 Μ2, αντιστοίχως.
Οι ενέργειες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα και την ταυτόχρονη κατάπτωση πλευρών των επί του ορίου των ιδιοκτησιών ευρισκομένων παλαιών πλινθοκτίστων κτισμάτων της ομόρου ιδιοκτησίας, η όλη δε αυτή εξέλιξη προκάλεσε την αντίδραση των συνιδιοκτητών του γειτονικού οικοπέδου, οι οποίοι, και αφού η πρώτη, από Νοεμβρίου 2006 ομοία αίτησή τους απορρίφθηκε ως αόριστη με απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών, επανήλθαν με την ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου απευθυνθείσα από 12-6-2006 νέα αίτησή τους ασφαλιστικών μέτρων νομής, κατά της εργολάβου εταιρείας.
Το Ειρηνοδικείο, με την υπ' αριθμ. 67/2007 απόφασή του, και ενώ στη δίκη είχαν παρέμβει υπέρ της καθ' ης οι οικοπεδούχοι, έκανε δεκτή την αίτηση, αναγνώρισε προσωρινά τους αιτούντες, Σ. Π. και Α. Μ., συννομείς του αμφισβητουμένου οικοπεδικού τμήματος εμβαδού 6,00 Μ2 και διέταξε την εξ αυτού αποβολή της εργολάβου εταιρίας.
Ακολούθως, οι προαναφερόμενοι άσκησαν κατά της εργολάβου εταιρείας και ενώπιον του ιδίου Ειρηνοδικείου την από 19- 9- 2007 τακτική αγωγή νομής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 508/2008 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκρινε μεν ότι η εργολάβος εταιρία κατέλαβε παρανόμως κατά την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών, τμήμα του ομόρου ακινήτου, το οποίο ωστόσο προσδιόρισε σε πολύ μικρότερη έκταση και δη σε επιφάνεια ημίσεως τετραγωνικού μέτρου, απέρριψε όμως την αγωγή, δεχόμενο ότι οι εκ της αποβολής από τη νομή αξιώσεις των τότε εναγόντων υπέπεσαν στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 992 του Α.Κ.
Μετά ταύτα και αφού εγένετο προσπάθεια συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς, η οποία όμως απέτυχε, λόγω υπερβολικών απαιτήσεων των συνιδιοκτητών του ομόρου οικοπέδου, η εργολάβος εταιρεία, χωρίς να είναι διατεθειμένη ν' αναλάβει την ευθύνη και δαπάνη αναθεωρήσεως των σχεδίων της ενδίκου οικοδομής, ώστε να προχωρήσουν οι εργασίες ανοικοδομήσεώς της, δήλωσε προς τους αντισυμβαλλομένους της - οικοπεδούχους ότι υπαναχωρεί από την εργολαβική σύμβαση, διατεινομένη ότι αυτοί φέρουν την ευθύνη για την τροπή που έλαβαν τα πράγματα και, ειδικότερα, γιατί περιήλθαν σε υπερημερία ως προς την αναληφθείσα με την εργολαβική σύμβαση υποχρέωσή τους να της παραδώσουν το υπό ανοικοδόμηση ακίνητο ελεύθερο διεκδικήσεων τρίτων και πάσης διενέξεως ή φιλονικίας.
Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία όμως κατέστη σαφές ότι το ένδικο οικόπεδο, που συναπαρτίσθηκε, κατά τ' ανωτέρω, από τη συνένωση των τριών ομόρων ιδιοκτησιών των διαδίκων οικοπεδούχων, είχε διακριτά και μη αμφισβητούμενα όρια, τόσο κατά τα λοιπά σημεία του όσο και κατά την προαναφερθείσα επίμαχη νοτία πλευρά ιδία μετά την, πολύ, σε προγενέστερο χρόνο και δη κατά το έτος 1962, οριστικοποίησή τους δυνάμει δικαστικής αποφάσεως.
Με βάση δε την ανωτέρω διαδρομή των γεγονότων η δικαστική διένεξη που ανέκυψε με τους συνιδιοκτήτες του ομόρου υπ' αριθμ. 1639 οικοπέδου, δεν οφείλετο σε προϋφισταμένη της ενδίκου εργολαβικής συμβάσεως αμφισβήτηση από μέρους τους των υφισταμένων ορίων της ιδιοκτησίας τους με την ένδικη τοιαύτη, αλλά προέκυψε αποκλειστικά και μόνο από τις, κατά τα άνω, ενέργειες της εργολάβου εταιρείας.
Πλέον ειδικότερα, όπως πρoαναφέρθηκε, η τελευταία είχε αναλάβει έναντι των αντισυμβαλλομένων της οικοπεδούχων την υποχρέωση εκδόσεως, με δαπάνες της, οικοδομικής αδείας ανεγέρσεως της ενδίκου οικοδομής και, συναφώς, ως αναγκαίο προς τούτο προαπαιτούμενο για την πληρότητα του σχετικού φακέλου που θα υποβάλετο στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο, τη σύνταξη τοπογραφικού ενδίκου ενιαίου οικοπέδου του διαγράμματος.
Εδώ να σημειωθεί πως κατέστη απολύτως από τα προαναφερόμενα σαφές, αποδεικτικά στοιχεία, ότι το πολεοδομικό σχέδιο της πόλεως των Σερρών, όπου και το ένδικο ακίνητο, είναι εγκεκριμένο μόνο ως προς τις ρυμοτομικές και οικοδομικές γραμμές και όχι και ως προς τα όρια των ακινήτων, με συνέπεια γνώμονα για τη σύνταξη ενός ορθού τοπογραφικού αποτελεί αποκλειστικά η υφισταμένη κατάστασή τους, που απαιτεί επιτόπια μετάβαση και επιτόπια αποτύπωσή της, ιδία εν όψει του γεγονότος ότι και τυχόν υφιστάμενες αποτυπώσεις των οικοπέδων δεν είναι ακριβείς, με αποτέλεσμα ο τοπογράφος να μη μπορεί να στηριχθεί σ' αυτές.
Αν και τα γεγονότα αυτά είναι κοινώς γνωστά στους δραστηριοποιουμένους στην αποτύπωση και στην ανοικοδόμηση οικοπέδων στην πόλη των Σερρών μηχανικούς, τεχνικούς και κατασκευαστές, εν τούτοις εν προκειμένω η εργολάβος ε:rαιρεία στηρίχθηκε, προς έκδοση της ενδίκου οικοδομικής αδείας, σε τοπογραφικό διάγραμμα.
του ενδίκου οικοπέδου που αποτέλεσε μεταφορά προηγουμένων αποτυπώσεών του, χωρίς ποσώς να ελεγχθεί, με επιτόπια μετάβαση και έλεγχο των υφισταμένων ορίων του, αν ανταποκρίνεται στην υφισταμένη κατάστασή τους, στην οποία και , όπως προαναφέρθηκε, δεν ανταποκρίνετο, αφού εμφάνιζε το όριό του προς το όμορο υπ' αριθμ. 1639 οικόπεδο, συνιδιοκτησίας των προαναφερομένων, Σ.
Π. και Α. Μ., σε απόλυτη ευθεία, ενώ, όπως προαναφέρθηκε και ευθέως κατατέθηκε από τον προαναφερόμενο μάρτυρα, τοπογράφο μηχανικό, Π. Μ. αυτό εμφάνιζε εσοχή και τα εκατέρωθεν τμήματα ήταν τεθλασμένα. Η αποτύπωση δε της πραγματικής - υφισταμένης καταστάσεως στο επίμαχο τοπογραφικό ήταν απολύτως εφικτή και ευχερής, πράγμα που αποδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι ο προαναφερόμενος τοπογράφος μηχανικός, Π.
Μ., που, όπως προαναφέρθηκε, ορίσθηκε με κοινή απόφαση πάντων των εμπλακέντων για την διακρίβωση της διαφοράς τους, προήλθε σε σύνταξη ακριβούς τοπογραφικού του ενδίκου οικοπέδου, μολονότι ήδη είχε, μετά τις κατά τα άνω ενέργειες της εργολάβου εταιρείας, επέλθει αλλοίωση των ορίων του. Ακολούθως δε, κατά την εκτέλεση των εργασιών εκσκαφής και θεμελίων της υπό ανέγερση οικοδομής, η εργολάβος εταιρεία, ενώ ήταν εμφανές ότι στο σημείο της προαναφερθείσης εσοχής το τοπογραφικό διάγραμμα, βάσει της οποίας εκδόθηκε η ένδικη οικοδομική άδεια, δεν ανταποκρίνετο στην υφισταμένη κατάσταση των ομόρων ιδιοκτησιών, τα εκεί όρια των οποίων, ήταν ξεκαθαρισμένα, χωρισμένα με τοίχο δύο μέτρων από πλινθιά, εν τούτοις προχώρησε σε εφαρμογή του επί του εδάφους ευθυγραμμίζοντας αυθαιρέτως το όριο δύο ιδιοκτησιών και προσβάλλοντας, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, την όμορη ιδιοκτησία, γεγονός συνομολογηθέν και από τον νόμιμο εκπρόσωπό της...
Υπό πάντα τα δεδομένα αυτά οι διάδικοι οικοπεδούχοι, συνεπείς στην προαναφερθείσα, αναληφθείσα με το ένδικο εργολαβικό συμβόλαιο, συμβατική υποχρέωσή τους, υποσχέθηκαν και παρέδωσαν πράγματι προς ανοικοδόμηση στην εργολάβο εταιρεία το ακίνητό τους ελεύθερο και φιλονικίας διεκδικήσεων τρίτων, η δικαστική δε διένεξη που ανέκυψε με τους συνιδιοκτήτες του ομόρου οικοπέδου, δεν οφείλεται, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, σε προϋφισταμένη της καταρτίσεως της ενδίκου εργολαβικής συμβάσεως αμφισβήτηση από μέρους τους των υφισταμένων ορίων της ιδιοκτησίας τους με την ένδικη τοιαύτη, αλλά στις προμνησθείσες άστοχες, βεβιασμένες, μη σύννομες και αυθαίρετες ενέργειες της εργολάβου εταιρείας.
Εξ άλλου, το γεγονός ότι οι διάδικοι οικοπεδούχοι συνυπέγραψαν, κατά την κατάρτιση του ενδίκου εργολαβικού συμβολαίου, το ανωτέρω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού, Σ. Γ., το οποίο και επισυνάφθηκε στο συμβόλαιο αυτό και εμφανίζει ευθυγραμμισμένο το επίμαχο όριο, δεν μεταβάλλει τα πράγματα, όπως η διάδικος εργολάβος εταιρεία υπολαμβάνει, δεν μεταβάλλει, δηλονότι, το και κρίσιμο εν προκειμένω γεγονός ότι δεν υφίσταντο αληθώς έριδες αμφισβητήσεις μεταξύ και των διαδίκων οικοπεδούχων και των ιδιοκτητών των ομόρων ιδιοκτησιών περί τα όρια των κτημάτων τους.
Άλλωστε, η προαναφερομένη μικρή παραδρομή στο άνω τοπογραφικό, αλλά και σε αυτό του μηχανικού, Ι. Τ., στο οποίο επίσης γίνεται αναφορά στο ίδιο συμβόλαιο, τα οποία αμφότερα συντάχθηκαν με πρωτοβουλία, ευθύνη και δαπάνες της εργολάβου εταιρείας, είναι πρόδηλο για το Δικαστήριο ότι δεν παρατηρήθηκε από τους μη έχοντες, άλλωστε, ειδικές περί τούτου γνώσεις οικοπεδούχους κατά τη διαδικασία καταρτίσεως του ενδίκου συμβολαίου, οπότε κρίσιμο γι' αυτούς ήταν η ακριβής αποτύπωση των συμφωνιών τους με την εργολάβο εταιρεία και, σε κάθε περίπτωση και δεδομένου ότι σε αμφότερα τα προαναφερόμενα τοπογραφικά το ενιαίο οικόπεδο εφέρετο να έχει επιφάνεια 414,71 Μ2, δηλονότι όση και το άθροισμα των τριών υπό συνένωση ιδιοκτησιών τους, δεν ήταν προδήλως σε θέση ν' αντιληφθούν ότι με τον τρόπο αυτό προκαλείται παραβίαση του ομόρου ακινήτου, την οποία, άλλωστε, είχαν κάθε συμφέρον ν' αποφύγουν.
Τελικά, και σε κάθε περίπτωση η εργολάβος εταιρεία δεν μπορεί να επικαλείται το προαναφερόμενο γεγονός, προκειμένου να δικαιολογήσει τις, προαναφερόμενες, βαρύνουσες αποκλειστικά την ιδία, ενέργειές της, αφού, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αυτή είχε την ευθύνη και υποχρέωση εκδόσεως της οικοδομικής αδείας βάσει ορθού τοπογραφικού και οικοδομήσεως της ενδίκου οικοδομής με σεβασμό των οριοθετημένων και μη αμφισβητουμένων συνόρων του ενδίκου οικοπέδου.
Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται η επικαλουμένη από την ενάγουσα εργολάβο εταιρεία υπερημερία των αντιδίκων της οικοπεδούχων, στη συνδρομή της οποίας αυτή στηρίζει τις προς αποζημίωση αξιώσεις της, δεν αποδεικνύεται δηλονότι η ιστορική βάση της αγωγής της, αυτή παρίσταται ουσιαστικά αβάσιμη.... Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι με την ένδικη εργολαβική σύμβαση συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι σε περίπτωση υπαιτίου υπαναχωρήσεως από ταύτης ενός των συμβαλλομένων μερών, θα κατέπιπτε σε βάρος του και υπέρ του άλλου μέρους ποινική ρήτρα ύψους 50.000 ευρώ.
Ειδικότερα, ο σχετικός όρος του εργολαβικού συμφώνου, έχων ως ακολούθως, " συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων σαν ποινική ρήτρα για την περίπτωση της υπαιτίου υπαναχώρησης ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη υπέρ του αναιτίου συμβαλλόμενου μέρους, στο ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ", αναφέρεται, ως εκ της γενικότητος της διατυπώσεώς του, σε κάθε περίπτωση που ένα των συμβληθέντων μερών ήθελε αποστεί υπαιτίως των εκ της ενδίκου συμβάσεως υποχρεώσεών του".
Από το σύνολο των ως άνω παραδοχών του προκύπτει ότι το Εφετείο, ερμηνεύοντας τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δέχθηκε ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων ήταν να εγγυηθούν οι οικοπεδούχοι την υφισταμένη κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και ευχερώς διαπιστώσιμη πραγματική κατάσταση των οικοπέδων τους ως προς τα όριά τους, και όχι να εγγυηθούν και ότι το ενιαίο οικόπεδο είναι ευθύγραμμο κατά τη νότια πλευρά του, όπως από προφανή παραδρομή αποτυπώθηκε στο επισυναφθέν στη σύμβαση τοπογραφικό διάγραμμα που συντάχθηκε μάλιστα με δαπάνες και επιμέλεια της μηχανικού της εργολήπτριας εταιρίας και επιβλέπουσας το έργο Σ.
Γ. και δεν έγινε αντιληπτό από τους στερούμενους τεχνικών γνώσεων οικοπεδούχους, το πόρισμα δε τούτο δεν αντίκειται στην καλή πίστη και τα διέποντα τις σχέσεις οικοπεδούχων και εργολάβων συναλλακτικά ήθη όπως αυτά περιγράφονται από το ουσιαστικό δικαστήριο με βάση τις αποδείξεις και τα δεδομένα της κοινής πείρας .
Επομένως, ο πρώτος κατά τα υπό στοιχ. Α και Β σκέλη του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την ως άνω ερμηνεία του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το υπό στοιχ. Γ σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, ερμηνεύοντας τον όρο της σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο " συμφωνείται σαν ποινική ρήτρα για την περίπτωση της υπαιτίου υπαναχωρήσεως ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη υπέρ του αναιτίου συμβαλλομένου μέρους, στο ποσό των 50.000 δρχ." και δεχόμενο ότι " ο όρος αυτός ως εκ της γενικότητας της διατύπωσής του αναφέρεται σε κάθε περίπτωση που ένα των συμβαλλομένων μερών ήθελε αποστεί υπαιτίως των εκ της ενδίκου συμβάσεως υποχρεώσεών του", και με βάση την ερμηνεία αυτή υποχρέωσε την εργολάβο στην καταβολή της ποινικής ρήτρας που συμφωνήθηκε, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., δεδομένου ότι η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε μόνο σε περίπτωση υπαναχώρησης και όχι οιασδήποτε υπαιτιότητας, είναι πρωτίστως αλυσιτελής, αφού στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο επιδίκασε ποινική ρήτρα ανεξάρτητα από υπαναχώρηση, ενώ, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εργολάβος με την ως άνω συμπεριφορά της υπαναχώρησε από τη σύμβαση.
Περαιτέρω, δεχόμενο το Εφετείο, ότι η εργολάβος εταιρία, η οποία με ευθύνη της ανέλαβε και αποτύπωσε τα οικόπεδα σε τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο και υπέβαλε στην πολεοδομία για την έκδοση οικοδομικής άδειας, χωρίς η υπεύθυνη συντάκτρια μηχανικός της να αποτυπώσει κατόπιν αυτοψίας την υφισταμένη κατάσταση ως προς τη νότια πλευρά του ενιαίου οικοπέδου, όπου το όριο δεν ήταν σε ευθεία γραμμή, όπως το αποτύπωσε η μηχανικός και από παραδρομή υπέγραψαν οι οικοπεδούχοι, αλλά έκανε μικρή εσοχή στο μέσον της νότιας πλευράς, η οποία ήταν εμφανής και οροθετείτο από υφιστάμενο παλαιό κτίσμα, το οποίο η ίδια εργολάβος κατεδάφισε, όφειλε ( η εργολάβος ) κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να προβεί αντί ελαχίστων δαπανών σε διόρθωση του τοπογραφικού διαγράμματος και ακριβή αποτύπωση του ορίου του οικοπέδου στη νότια πλευρά του, σε αναθεώρηση κατά τούτο της άδειας και ανέγερση της οικοδομής, εκπληρώνοντας έτσι καλόπιστα και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη την παροχή της, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ.
και ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2012 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στις …, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1177/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ