Legislator Case Law & Legislation
514/2010 AI generated

514/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 514/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2789/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1674/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/6/2008 αίτησή της και τους από 24/2/2008 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

514/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1870 ιδρύθηκε σωματείο, με την επωνυμία ?Εταιρεία της επί σκοπώ βολής?, το οποίο διαδέχθηκε, το 1899, το ενάγον σωματείο, με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρεία'' (ΠΣΕ), το οποίο είχε ιδιόκτητη έκταση για εξάσκηση των μελών του.

Keywords

AI generated
school fee contribution benefit for course attendance child-raising credit own resources of the Communities property ownership previous legal status
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 514 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 514/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του προυφισταμένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βικτωρία Δούκα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε μετά του νομίμου εκπροσώπου της Παρασκευά Ρούσσου ο οποίος διόρισε πληρεξούσιους δικηγόρους τον Γρηγόριο Παπαδογιάννη και την Χαρίκλεια Απαλαγάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2789/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1674/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/6/2008 αίτησή της και τους από 24/2/2008 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 10/11/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου, τρίτου, έκτου και εβδόμου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών του κυρίου δικογράφου, καθώς και του πρόσθετου λόγου αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η από 17-6-2008 αίτηση του Οργανισμού Σχολικών Κτηρίων ΑΕ και οι από 24-2-2008 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι, για αναίρεση της 1674/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 573 και 246 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 335 ΑΚ, αν κατά την εκπλήρωσή της η παροχή είναι ολικά ή μερικά αδύνατη, για λόγους που είτε είναι γενικοί, είτε αφορούν τον οφειλέτη, αυτός έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία του δανειστή, που επέρχεται από την αδυναμία, ενώ, κατά το επόμενο άρθρο 336 εδ α' ΑΚ, ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει, ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, αδυναμία παροχής υπάρχει, όταν ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώσει την παροχή του κατά τρόπο οριστικό. Εξάλλου, αδυναμία ενοχής νοείται μόνο σε ενοχές είδους και μπορεί να εμφανιστεί με τη μορφή της φυσικής, νομικής, οικονομικής, ηθικής και αντικειμενικής ή υποκειμενικής αδυναμίας, όταν δε η αδυναμία αυτή δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του οφειλέτη, αυτός απαλλάσσεται τόσο από την αρχική υποχρέωση όσο και από την υποχρέωση προς αποζημίωση (ΑΠ 1812/1990).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1870 ιδρύθηκε σωματείο, με την επωνυμία ?Εταιρεία της επί σκοπώ βολής?, το οποίο διαδέχθηκε, το 1899, το ενάγον σωματείο, με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρεία'' (ΠΣΕ), το οποίο είχε ιδιόκτητη έκταση για εξάσκηση των μελών του.

Με το άρθρο 1 του Ν 4778/1930 "περί παραχωρήσεως γηπέδου εις την Πανελλήνιον Σκοπευτικήν Εταιρίαν'', (εφεξής ΠΣΕ) ορίστηκε ότι "επιτρέπεται στον Υπουργό των Στρατιωτικών, ως αντιπρόσωπο του Δημοσίου, να μεταβιβάσει στην ΠΣΕ την κυριότητα γηπέδου του Δημοσίου, κειμένου στο συνοικισμό ..., εκτάσεως 710 στρεμμ. περίπου, (του οποίου η χρήσις έχει παραχωρηθεί δυνάμει συμβάσεως μετά του Δημοσίου), προς εγκατάστασιν σκοπευτηρίου και χρησιμοποίησιν τούτου προς μόνον τον σκοπόν τούτον'' και υπό τους όρους των άρθρων 3 και 4 του ιδίου νόμου, ήτοι (άρθρο 3) ότι "το ανωτέρω γήπεδον, θεωρούμενον εκτός συναλλαγής, δεν δύναται να εκποιηθεί υπό της ΠΣΕ ή να κατασχεθεί υπό τρίτου.

Επιτρέπεται όμως η εκμετάλλευση τούτου με οποιονδήποτε τρόπον, συντείνοντα προς το σκοπό για τον οποίο παραχωρείται στην εταιρία. Η ιδιότητα του γηπέδου τούτου ως εκτός συναλλαγής παύει σε περίπτωση κατά την οποία η κυριότητα τούτου περιέλθει στο Δημόσιο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο, καθώς και στην περίπτωση μεταβιβάσεώς του στο Δημόσιο από την ΠΣΕ.

Η μεταβίβαση αυτή επιτρέπεται να γίνει με αντάλλαγμα ή και χωρίς αντάλλαγμα'' (άρθρο 4), ''σε περίπτωση διαλύσεως της ΠΣΕ το ανωτέρω γήπεδο με όλες τις εγκαταστάσεις της εταιρίας σ' αυτό περιέρχεται στο Δημόσιο''. Σε εκτέλεση του ως άνω νόμου καταρτίστηκε το με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων.

Βασιλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο μεταβιβάστηκε από το Δημόσιο στην ΠΣΕ η κυριότητα, νομή και κατοχή του γηπέδου του σκοπευτηρίου Καισαριανής, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του άνω Ν. 4778/1930, χαρακτηριζομένου του παραχωρούμενου ακινήτου ως εκτός συναλλαγής. Από τη διατύπωση, όμως, του τελευταίου νόμου προκύπτει, ότι η παραπάνω έκταση δεν προορίστηκε ως πράγμα εκτός συναλλαγής, κατά την έννοια του άρθρου 966 ΑΚ, αλλά ο όρος ''εκτός συναλλαγή'' τέθηκε με την περιορισμένη έννοια της απαγόρευσης διάθεσης του γηπέδου από την ΠΣΕ.

Ακολούθως, με τους Ν. 2764/1954 και 252/1976, άρθηκαν οι περιορισμοί μεταβίβασης της ως άνω έκτασης των 710 στρεμμάτων και με τον πρώτο από αυτούς επιτράπηκε η μεταβίβαση τμήματος της εν λόγω έκτασης, εμβαδού 43 στρεμμάτων, για την αποκατάσταση αστών προσφύγων, ενώ με τον δεύτερο επιτράπηκε η μεταβίβαση 109 στρεμμάτων περίπου, για την εκπλήρωση των σκοπών του ΟΣΚ, συνιστάμενων στην ανέγερση διδακτηρίων.

Η μεταβίβαση των τμημάτων αυτών θα γινόταν είτε με αναγκαστική απαλλοτρίωση, είτε με εκούσια εκποίηση από την ΠΣΕ. Με τον ίδιο Ν. 252/1976, (άρθρο 1 παρ. 7), ορίστηκε ότι ''προς αντιμετώπισιν επειγουσών αναγκών, επιτρέπεται εις τον Οργανισμόν Σχολικών Κτιρίων, όπως άνευ διαγωνισμού προβή εις την παρά της Πανελληνίου Σκοπευτικής Εταιρείας, μίσθωσιν ετέρου τμήματος του ιδίου γηπέδου, επί σκοπώ ανεγέρσεως, δαπάναις του, προσωρινών κτισμάτων προς χρήσιν διδακτηρίων, του αναγκαιούντος χώρου, του ύψους του μισθώματος, της διαρκείας της μισθώσεως και πάσης σχετικής λεπτομέρειας καθορισθησομένων ελευθέρως, κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των συμβληθησομένων μερών''.

Έτσι, το ενάγον σωματείο, με το από 27-2-1976 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, εκμίσθωσε στο εναγόμενο, ΝΠΔΔ τότε, τμήμα του άνω γηπέδου, εμβαδού 8 στρεμμάτων, ως έγγιστα, κατά το μισθωτήριο, ενώ στην πραγματικότητα, όπως αποδείχθηκε, ήταν 16.467 τ.μ., όπως έγινε δεκτό και με την 3539/1995 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τριγωνικής μορφής, κείμενο στον συνοικισμό Καισαριανής και προς την δυτικομεσημβρινή γωνία του όλου κτήματος, εκτός του μεσημβρινού μανδροτοίχου του πεδίου βολής των 300 μ.

και μεταξύ αυτού και της οδού Μετρών και ήδη Ηρώς Κωνσταντοπούλου. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε οκταετής, με έναρξη στις 22-7-1976 και λήξη στις 22-7-1984, ενώ συμφωνήθηκε ότι θα μπορούσε να παραταθεί μετά από πρόταση του μισθωτή για δύο ακόμη οκταετίες. Το μίσθωμα ορίστηκε σε 480.000 δρχ. ετησίως, προκαταβαλλόμενο ανά εξάμηνο και εντός του πρώτου μηνός κάθε εξαμήνου και αναπροσαρμοζόμενο ανά τριετία.

Το μίσθιο γήπεδο συμφωνήθηκε ότι θα χρησιμοποιείτο από τον ΟΣΚ για εγκαταστάσεις του και ότι οι αναγκαίες δαπάνες για τη διαμόρφωση του μισθίου θα βάρυναν το μισθωτή, ενώ μετά τη λήξη της μίσθωσης τα επ' αυτού ανεγερθέντα κτίσματα θα παρέμεναν προς όφελος της εκμισθώτριας ΠΣΕ. Συγκεκριμένα, το μίσθιο θα χρησιμοποιείτο από τον ΟΣΚ, σύμφωνα με το Ν. 252/1976, για την ανέγερση σ' αυτό, με δικές του δαπάνες, προσωρινών κτισμάτων, με σκοπό τη στέγαση διδακτηρίων, προς αντιμετώπιση επειγουσών αναγκών εξασφάλισης στέγης, για τη λειτουργία σχολείων.

Και τούτο, διότι, ο εναγόμενος επρόκειτο να ανεγείρει μόνιμα κτιριακά σχολικά συγκροτήματα σε παρακείμενη έκταση, που, με βάση τον ίδιο νόμο, θα μεταβιβάζονταν σ' αυτόν από την ΠΣΕ, για την εκπλήρωση των σκοπών του, που ήταν η ανέγερση εκπαιδευτηρίων, των οποίων όμως η ανέγερση προβλεπόταν ότι θα ήταν χρονοβόρα.

Η μίσθωση παρατάθηκε με αίτημα του εναγομένου για μία ακόμη οκταετία, δηλαδή μέχρι 27-2-1992 και το μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε δικαστικά στο ποσό των 500.000 δρχ. το εξάμηνο. Ακολούθως, με το άρθρο 50 του Ν. 1731/9-9-1987 ορίστηκε ότι ''αίρεται η αφιέρωση στην Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία γηπέδου στην ... και ο χαρακτηρισμός του ως εκτός συναλλαγής, που έγινε με το υπ' αριθ. ...

συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κων/νου Βασιλακάκη, η δε κυριότητά του επανέρχεται στο Δημόσιο''. Κατά τη σαφή έννοια του Ν. 4778/1930, με την κατάρτιση και μεταγραφή του πιο πάνω συμβολαίου η ΠΣΕ έγινε οριστική και όχι προσωρινή ή μετακλητή κυρία του γηπέδου των 710 στρεμμάτων, με μόνους τους περιορισμούς του νόμου που καταχωρήθηκαν στο συμβόλαιο και αφορούσαν στην εκμετάλλευση και χρήση αποκλειστικώς για εγκατάσταση σκοπευτηρίου και στην απαγόρευση διαθέσεώς του.

Περαιτέρω, με το άρθρο 32, (ορθό 3), Ν. 4778/1930, είχε επιτραπεί στο ενάγον η εκμετάλλευση του παραχωρηθέντος σ' αυτό ακινήτου και συνεπώς και του μισθίου, το οποίο αποτελεί τμήμα του, με οποιονδήποτε τρόπο, που θα συνέτεινε στην επίτευξη του σκοπού, για τον οποίο είχε παραχωρηθεί σ' αυτό και επομένως και η εκμίσθωσή του.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το ενάγον δεν είχε το δικαίωμα εκμετάλλευσης του μισθίου δεν είναι βάσιμος, δεδομένου ότι ο χαρακτηρισμός του επιδίκου ακινήτου ως εκτός συναλλαγής, όπως ειπώθηκε, είχε την έννοια της απαγόρευσης της διαθέσεώς του και όχι της εκμίσθωσής του, αφού μάλιστα με το Ν. 4778/1930 είχε επιτραπεί η εκμετάλλευσή του.

Το γεγονός ότι, προκειμένου να συναφθεί η ένδικη μίσθωση, αυτό επετράπη με το Ν. 252/1976, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, δεδομένου ότι η παραχώρηση στον εναγόμενο του μισθίου ακινήτου δεν γινόταν προς επίτευξη του σκοπού για τον οποίο είχε παραχωρηθεί όλη η μεγαλύτερη έκταση στο ενάγον και ήταν η χρησιμοποίησή του ως σκοπευτηρίου, αλλά για την ανέγερση προσωρινών κτισμάτων, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως διδακτήρια.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε προηγούμενη δίκη, που ανοίχθηκε με την από 25-2-1993 αγωγή του ήδη ενάγοντος σωματείου (ΠΣΕ), με την οποία αυτό, επικαλούμενο λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης και παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον εναγόμενο, ζήτησε την απόδοση της χρήσης του μισθίου, λόγω λήξης της μίσθωσης, και την επιδίκαση οφειλόμενων μισθωμάτων, και αποζημίωσης χρήσης για το χρονικό διάστημα από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993, κατέστη αντικείμενο διαφορετικών απόψεων το θέμα εφαρμογής ή μη του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987.

Υποστηρίχθηκε από τον εναγόμενο ΟΣΚ, ότι με βάση τη διάταξη αυτή αφαιρέθηκε από την ενάγουσα ΠΣΕ η κυριότητα της έκτασης που της είχε παραχωρηθεί με βάση το Ν. 4778/1930 και το ...συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κων/νου Βασιλάκη, και ότι η άνω μίσθωση, στην οποία η ενάγουσα στήριζε τα δικαιώματά της, από τα οποία απέρρεαν οι ασκηθείσες με την αγωγή εκείνη αξιώσεις της, είχε λήξει, με ειδική διάταξη νόμου.

Τούτο είχε ως συνέπεια, ότι το εναγόμενο δεν είχε υποχρέωση να αποδώσει τη χρήση του μισθίου γηπέδου στην ενάγουσα εκμισθώτρια, η οποία είχε πλέον απολέσει την ιδιότητα της εκμισθώτριας και κατ' επέκταση αυτή δεν είχε αξίωση για αποζημίωση χρήσης, μη νομιμοποιούμενη στην άσκηση της αγωγής, ενώ η κυριότητα του επίδικου μισθίου περιήλθε, ως μετακλητή, από το έτος 1987, στο Ελληνικό Δημόσιο.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου έγινε δεκτός από το Δικαστήριο τούτο, κατά την εκδίκαση της έφεσης του τελευταίου κατά της 3539/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την 3818/1996 απόφασή του, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί η εν λόγω απόφαση και να απορριφθεί η από 25-2-1993 αγωγή της ΠΣΕ ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση, έγινε δεκτό ότι η ως άνω μίσθωση έληξε με ειδική διάταξη νόμου και ότι ο ΟΣΚ όφειλε να αποδώσει το μίσθιο στο Ελληνικό Δημόσιο, στην κυριότητα του οποίου πλέον, με βάση το Ν. 1731/1987, ανήκε. Μετά την άσκηση εκ μέρους της ενάγουσας ΠΣΕ αναίρεσης κατά της τελευταίας απόφασης, εκδόθηκε η, με αριθμό 1599/1997, απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε, ότι η, ως άνω, διάταξη του άρθρου 50 του Ν 1731/1987 είναι αντισυνταγματική και ως εκ τούτου μη εφαρμοστέα, ακολούθως δε, λόγω αρνήσεως εφαρμογής νόμου ως αντισυνταγματικού, παρέπεμψε τους σχετικούς λόγους αναίρεσης στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Στη συνέχεια, με την 11/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου σε Τακτική Ολομέλεια, λόγω του ερμηνευτικού προβλήματος που είχε ανακύψει από το άρθρο 50 του Ν. 1731/1987, σε σχέση με τη φύση της παραχώρησης που είχε γίνει με το Ν. 4778/1930 και του είδους και της αξίας της έκτασης του μισθίου, κρίθηκε ότι είχε ανακύψει ζήτημα εξαιρετικής σημασίας και γι' αυτό οι παραπεμφθέντες από το τμήμα λόγοι παραπέμφθηκαν στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Με την, με αριθμό 20/2001, απόφαση του Αρείου Πάγου σε πλήρη Oλομέλεια, η, ως άνω, διάταξη κρίθηκε αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, με συνέπεια την υποχρέωση των Δικαστηρίων να μη την εφαρμόσουν και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο Δ' Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης.

Τελικά, με την, με αριθμό 1093/2004, απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η με αριθμό 3818/1996, απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και παραπέμφθηκε στο ίδιο Δικαστήριο, για περαιτέρω εκδίκασή της.

Εκδόθηκε δε ακολούθως η, με αριθμό 6655/2005, απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατέστη τελεσίδικη η 3539/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατά της πρώτης απόφασης αναίρεση του ΟΣΚ, με την 1822/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, στις 27-2-1992, το εναγόμενο δεν απέδωσε τη χρήση του μισθίου χώρου στην εκμισθώτρια-ενάγουσα. Και τούτο, διότι δικαιολογημένα πίστευε με τα αρμόδια όργανά του ότι η κυριότητα του μισθίου ακινήτου είχε περιέλθει αναδρομικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο και όφειλε να αποδώσει το μίσθιο.

Η θέση αυτή του εναγομένου έγινε δεκτή και με την 3818/1996 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτό, ότι το μίσθιο, με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 50 του Ν 1731/1987, είχε επανέλθει αναδρομικά στο Ελληνικό Δημόσιο, η μίσθωση μεταξύ των διαδίκων είχε λήξει με ειδική διάταξη νόμου και ότι ο εναγόμενος είχε παύσει να είναι μισθωτής και όφειλε να αποδώσει το μίσθιο στο Ελληνικό Δημόσιο, στην κυριότητα του οποίου πλέον ανήκε.

Η παράλειψη αυτή του εναγομένου για παράδοση της χρήσης του μισθίου στην εκμισθώτρια ΠΣΕ, ενόψει της, ως άνω, διάταξης νόμου, που ίσχυε από το έτος 1987 και για την εφαρμογή της οποίας υπήρξε αμφισβήτηση, η οποία επιλύθηκε από τον Άρειο Πάγο σε πλήρη Oλομέλεια, ήταν εύλογη και δικαιολογημένη τουλάχιστον από 1-1-1995 και μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του 2001, οπότε έλαβε γνώση της, με αριθμό 20/2001, απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία δημοσιεύτηκε στις 6-12-2001 και με την οποία κρίθηκε αμετάκλητα ότι η, ως άνω, διάταξη δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω ως αντισυνταγματική και, επομένως, η ενάγουσα εξακολουθούσε να είναι κυρία του μισθίου ακινήτου και να έχει την ιδιότητα της εκμισθώτριας, αυτός δε μετά τη λήξη της μίσθωσης είχε υποχρέωση να της αποδώσει τη χρήση του μισθίου.

Επομένως, η ένδικη αγωγή αποζημίωσης για την περαιτέρω ζημία, που το ενάγον σωματείο επικαλείται, ότι υπέστη από την παράνομη παρακράτηση του μισθίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 28-2-1999, με την έννοια του πέραν του συμβατικού μισθώματος ποσού (διαφορά), που θα μπορούσε αυτό να επιτύχει σε ελεύθερη μίσθωση, αν είχε παραδοθεί σ' αυτό η χρήση του μισθίου κατά τη λήξη της μίσθωσης, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, μετά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της καταλυτικής ένστασης του εναγομένου ότι η καθυστέρηση απόδοσης του μισθίου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (άρθρο 342 ΑΚ), που προτάθηκε παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρεται νομίμως από τον εναγόμενο, και συγκεκριμένα σε δικαιολογημένη πλάνη των οργάνων του όσον αφορά τις συνέπειες εφαρμογής της, ως άνω, διάταξης του άρθρου 50 του Ν1731/1987 στην επίμαχη σύμβαση μισθώσεως, με συνέπεια να του έχει δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι η κυριότητα του μισθίου είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο και ότι η ΠΣΕ δεν είχε την ιδιότητα του κυρίου-εκμισθωτή, μη έχοντας το δικαίωμα για εκμίσθωση του μισθίου σε τρίτους και να ελλείπει συνεπώς το πταίσμα του εναγομένου, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την υποχρέωσή του για αποκατάσταση κάθε άλλης επελθούσας στο ενάγον περαιτέρω ζημίας από τη μη απόδοση της χρήσης του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης, ενόψει του ότι σε περίπτωση μεταβίβασης, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, της κυριότητας του μισθίου προς τρίτο επέρχεται από το νόμο μεταβίβαση της σχέσης της μίσθωσης στο νέο κτήτορα, ο οποίος και αποκτά τα από τη μισθωτική σχέση δικαιώματα του εκμισθωτή και διακόπτεται ο ενοχικός δεσμός μεταξύ των αρχικώς συμβληθέντων και ο αρχικός εκμισθωτής, που ήταν κύριος του μισθίου, μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας τούτου δεν νομιμοποιείται να αξιώσει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 599 και 601 ΑΚ, αποζημίωση χρήσης, για χρόνο μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας του μισθίου ή την απόδοση τούτου...

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος ΟΣΚ, κατασκεύασε στο μίσθιο γήπεδο έξι κτιριακά σχολικά συγκροτήματα, με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα και μόνιμη τοιχοποιΐα, στα οποία εγκαταστάθηκαν σταδιακά, στις δεκαετίες 1970-1980, δημόσια σχολεία του Δήμου Καισαριανής. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν είχε την κατοχή και χρήση του μισθίου, δεδομένου ότι τα ως άνω σχολικά συγκροτήματα τα έχει παραχωρήσει κατά κατοχή και χρήση σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία είναι αρμόδια για τη λειτουργία των δημόσιων σχολείων και συγκεκριμένα στο Δήμο Καισαριανής και το Δημόσιο, τα οποία και παρακρατούν το μίσθιο με συνέπεια να μη νομιμοποιείται παθητικά.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου δεν είναι νόμιμος και συνεπώς απορριπτέος, δεδομένου ότι η εκ του άρθρου 601 ΑΚ αξίωση είναι μετενέργεια της μισθωτικής σύμβασης και προϋποθέτει νόμιμα υφιστάμενο συμβατικό δεσμό που έληξε, ενώ ο προς ον η παραχώρηση του μισθίου δεν συνδέεται ενοχικά με τον εκμισθωτή και συνεπώς υπόχρεος σε καταβολή αποζημίωσης χρήσης είναι ο μισθωτής και όχι ο προς ον η παραχώρηση της κατοχής και χρήσης του μισθίου τρίτος...

Είναι γεγονός, ότι κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του νόμου 1894/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του νόμου 2009/1992, η κινητή και ακίνητη περιουσία των εφορειών όλων των δημόσιων σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, (άρθρο 40 του Ν 1566/1985), καθώς και τα σχολικά κτίρια, για τα οποία έχουν συνταχθεί πρωτόκολλα οριστικής παραλαβής, με τα οικόπεδά τους, μεταβιβάζονται κατά κυριότητα στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, στην περιφέρεια στην οποία ευρίσκονται τα αντίστοιχα ακίνητα και ότι για τη συντέλεση της μεταβίβασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας καθενός σχολείου με το οικόπεδό του εκδίδεται απόφαση του αντίστοιχου Nομάρχη.

Όμως, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι τα, ως άνω, σχολικά συγκροτήματα έχουν ανεγερθεί σε ακίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας ΠΣΕ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι το εναγόμενο μετά τη λήξη της μίσθωσης δεν απέδωσε το μίσθιο γήπεδο στην εκμισθώτρια ΠΣΕ και το παρακράτησε παράνομα καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 28-2-1999.

Η επικαλούμενη από το εναγόμενο αδυναμία για απόδοση του μισθίου στην ενάγουσα, μετά από όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, δεν αποδείχθηκε". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου σωματείου και την αγωγή ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη, επιδικάζοντας αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 28-2-1999, απορρίπτοντας τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος οργανισμού για αδυναμία απόδοσης του μισθίου και έλλειψη υπαιτιότητας αυτού για την αδυναμία αυτή, εξαιτίας της κατάληψης της επίδικης έκτασης με βάση διατάξεις νόμων, που διέπουν τις εγκαταστάσεις σχολικών κτιρίων από το Ελληνικό Δημόσιο και το Δήμο ..., όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατά την απόρριψη των ανωτέρω ισχυρισμών, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Και τούτο, διότι, δεν διευκρινίζεται πως ο αναιρεσείων οργανισμός παρέμεινε στην κατοχή και χρήση του επίδικου μισθίου, που υπήρξε στο παρελθόν αντικείμενο της σύμβασης μίσθωσης, που είχε συναφθεί μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου σωματείου, παρά την ισχύ της σχετικής για τις σχολικές εγκαταστάσεις νομοθεσίας, ενόψει και του γεγονότος ότι το αναιρεσίβλητο έχει επιτύχει τελεσίδικη δικαστική απόφαση (ΜΠΑ 3539/1995), που διατάσσει την απόδοση του "μισθίου" από τον αναιρεσείοντα, η οποία δεν έχει εκτελεστεί για λόγους που δεν εξηγούνται.

Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του και έβδομος λόγοι αναιρέσεως εκ των κυρίων, καθώς και ο πρόσθετος με τους οποίους αληθώς αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Όμως, δεν έσφαλε στην ερμηνεία των άρθρων 1 και 3 του Ν. 4778/1930 και 601 ΑΚ και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, δηλαδή ο πρώτος του κυρίου δικογράφου, κατά το πρώτο σκέλος του, και ο πρόσθετος, που υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Τέλος, με τον τρίτο λόγο ο αναιρεσείων αιτιάται, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι η πληττόμενη απόφαση δεν αναφέρει ποιος διάδικος έφερε το βάρος απόδειξης της αδυναμίας αποδόσεως του μισθίου και αποδίδει πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠΟλΔ. Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται κατ' αποφάσεων των μισθωτικών διαφορών (ΑΠ 277/1996, 162/1994).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να περιέχει? α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με το ορισμένο της αγωγής: "Εν προκειμένω, με την ένδικη αγωγή, όπως αυτή παραδεκτά, με τις προτάσεις, που κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διευκρινίστηκε και περιορίστηκε κατά το αίτημά της, το ενάγον σωματείο ισχυρίζεται, ότι, με το από 27-2-1976 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωσε στο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ''Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων'', (εφεξής ΟΣΚ), για το χρονικό διάστημα οκτώ ετών, δηλαδή από 27-2-1976 μέχρι 27-2-1984, το περιγραφόμενο σ' αυτή ακίνητο, ήτοι ένα γήπεδο, εμβαδού, κατά το συμφωνητικό, οκτώ στρεμμάτων ως έγγιστα και στην πραγματικότητα 16.467 τ.μ., τριγωνικής μορφής, κείμενο προς τη δυτικομεσημβρινή γωνία του όλου κτήματος, εκτάσεως 710 περίπου στρεμμάτων, εκτός του μεσημβρινού μανδρότοιχου του πεδίου βολής των 300 μέτρων και μεταξύ αυτού και της οδού ....

Ότι η διάρκεια της μίσθωσης ήταν δυνατόν να παραταθεί μετά από πρόταση του μισθωτή ΟΣΚ, για δύο ακόμη οκταετίες, ενώ το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 480.000 δρχ. το έτος, αναπροσαρμοζόμενο ανά τριετία με δικαστική απόφαση και καταβαλλόμενο ανά εξάμηνο και εντός του πρώτου μηνός κάθε εξαμήνου. Ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιείτο για την ανέγερση κτισμάτων που θα εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του μισθωτή και μετά τη λήξη της μίσθωσης τα κτίσματα αυτά θα παρέμεναν προς όφελος του εκμισθωτή.

Ότι ο μισθωτής, με την από 19-1-1984 εξώδικη δήλωσή του, ζήτησε την παράταση της μίσθωσης για μία ακόμη οκταετία και έτσι η διάρκεια της μίσθωσης παρατάθηκε μέχρι 27-2-1992, ενώ το ετήσιο μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε, με δικαστική απόφαση, στο ποσό του 1.000.000 δρχ. Ότι το εναγόμενο δεν ζήτησε την εκ νέου παράταση της μίσθωσης και έτσι αυτή έληξε στις 27-2-1992.

Ότι το εναγόμενο παρακράτησε παράνομα και υπαίτια το μίσθιο για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 28-2-1999 και ότι, εξαιτίας της μη απόδοσής του σ' αυτό, κατά τη λήξη της μίσθωσης, στις 27-2-1992, απώλεσε κατά το άνω χρονικό διάστημα? α) από 1-1-1995 μέχρι 31-12-1995 το ποσό των 1.663.500 δρχ. μηνιαίως, β) από 1-1-1996 μέχρι 31-12-1996 το ποσό των 1.820.000 δρχ.

μηνιαίως, γ) από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1997 το ποσό των 1.975.000δρχ. μηνιαίως και δ) από 1-1-1998 μέχρι 28-2-1999 το ποσό των 2.080.000 δρχ. μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 94.622.000 δρχ. ([12 μήνες χ 1.663.500 δρχ.=] 19.962.000 + [12 μήνες χ 1.820.000 δρχ. =] 21.840.000 + [12 μήνες χ 1.975.000 δρχ. +] 23.700.000 + [14 μήνες χ 2.080.000 δρχ. =] 29.120.000 ), το οποίο μπορούσε μετά πιθανότητας, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιτύχει, σε ελεύθερη εκμίσθωση, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αν του είχε παραδοθεί εγκαίρως η χρήση του.

Με βάση αυτά, ζήτησε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τού καταβάλει, ως αποζημίωση, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το συνολικό ποσό των 94.622.000 δρχ., (ήτοι 277.687,45 ευρώ), το οποίο με πιθανότητα θα είχε αποκομίσει από την εκμίσθωση του μισθίου γηπέδου, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αν του είχε παραδοθεί η χρήση του.

Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή, στην οποία προσδιορίζεται το μίσθιο, ώστε να μη δημιουργείται ουδεμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, είναι πλήρως ορισμένη, περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία για τη θεμελίωση της από το άρθρο 601 ΑΚ αποζημίωσης, την οποία το ενάγον ζητεί με την ένδικη αγωγή, με βάση το σύνολο των εκτιθεμένων σε αυτή πραγματικών περιστατικών ως παραγωγικών του επιδίκου δικαιώματος".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά εκτίμησε το δικόγραφο της αγωγής ως ορισμένο και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει ποια θα ήταν η πιθανή νόμιμη χρήση του επίδικου ακινήτου, ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός της αποζημίωσης, ενόψει του ειδικού νομικού καθεστώτος και της περιορισμένης χρήσης, στην οποία δικαιούται το ενάγον, τα οποία αποτελούν περιεχόμενο αιτιολογημένης άρνησης της δημιουργίας ζημίας ή όχι του εναγομένου οργανισμού από τη μη απόδοση του ακινήτου.

Έτσι, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και σε αυτήν του αριθ. 8 του ίδιου άρθρου. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Απορριπτέος, επίσης, είναι και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αληθώς αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η ίδια πλημμέλεια.

ΙV. Το άρθρο πρώτο του ΠΔ 414/1998 ορίζει ότι "το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία ''Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων'', που ιδρύθηκε με το ΝΔ 4247/1962, (ΦΕΚ Α' 155), ''Περί ιδρύσεως Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων (ΟΣΚ)'', το οποίο αντικαταστάθηκε από τον ΑΝ 627/1968, (ΦΕΚ Α' 266), ''Περί Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων και συστάσεως παρά τω Υπουργείω Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Διευθύνσεως Προγραμματισμού και Ερευνών'', όπως ο νόμος αυτός μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, μετατρέπεται σε ανώνυμη Εταιρεία, η οποία λειτουργεί σύμφωνα με το καταστατικό της, τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 ''Περί Ανωνύμων Εταιρειών'', όπως ισχύει, και με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας".

Περαιτέρω, στις παραγράφους 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 34 του ανωτέρω ΠΔ 414/1998 ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Η ιδρυόμενη με το παρόν Ανώνυμη Εταιρεία, κατά μετατροπή του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, υπεισέρχεται, ως οιονεί καθολικός διάδοχος, στη θέση μέχρι του σήμερα υφιστάμενου Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων. 2. Όλα τα, κάθε είδους, φύσης και μορφής, μέχρι σήμερα υπέρ του Οργανισμού Σχολικού Κτιρίων ισχύοντα προνόμια, απαλλαγές και ατέλειες του α.ν. 627/1968, όπως ισχύει, αναγνωρίζονται και ισχύουν υπέρ της ιδρυόμενης με το παρόν εταιρίας. 3.

Από τη δημοσίευση του παρόντος, η ιδρυόμενη με αυτό εταιρεία υπεισέρχεται αυτοδικαίως στο σύνολο των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και λοιπών εννόμων σχέσεων του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων. 4. Από τη δημοσίευση του παρόντος οι εκκρεμείς δίκες του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων συνεχίζονται στο όνομα του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας ''Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων ΑΕ'', χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ειδικότερη δικαστική ή εξώδικος ενέργεια για τη συνέχισή τους".

Το άρθρο 14 του Ν. 627/1968, στο οποίο παραπέμπει το ανωτέρω αναφερόμενο άρθρο 34 του ΠΔ 414/1998, στις παραγράφους 2 και 3 αυτού ορίζει "2. Ο Οργανισμός απολαύει όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών και δικονομικών προνομίων, ως εάν είναι αυτό το δημόσιον. 3. Εις απάσας τας δίκας του οργανισμού ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου ή οιασδήποτε δικαστικής ή εισαγγελικής αρχής έχουν εφαρμογήν άπασαι αι δια το δημόσιον εκάστοτε ισχύουσαι δικονομικαί διατάξεις του Κώδικος περί δικών του Δημοσίου, της Πολιτικής και Ποινικής δικονομίας, αι δικονομικαί διατάξεις του ΑΝ 1539/1938 "περί δικών των Δημοσίων Κτημάτων", ως και η διάταξις του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο ΟΣΚ απολαμβάνει των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών (δικονομικών) προνομίων (ατελειών), που έχουν χορηγηθεί στο Δημόσιο και όχι και των ουσιαστικών προνομίων, όπως είναι και αυτό περί καταβολής μειωμένου τόκου υπερημερίας, που ισχύει για το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κ.

δ/τος της 26/10-7-1944, "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" (ΑΠ 231/2005, 115/2004). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-εναγομένου, ότι οφείλει μειωμένο επιτόκιο υπερημερίας ως αβάσιμο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, εφόσον δεν χορηγούνται στον ΟΣΚ και τα προνόμια ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

V. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι ο εναγόμενος οργανισμός, προς απόκρουση της αξίωσης του ενάγοντος για επιδίκαση αποζημίωσης χρήσης, λόγω μη απόδοσης του επίδικου μισθίου, εκτός από άλλα, πρότεινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, την οποία επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, που επιλήφθηκε μετά από έφεση του αναιρεσιβλήτου σωματείου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκε: α) ότι στο μίσθιο γήπεδο κατά τις δεκαετίες 1970 και 1980 κατασκευάστηκαν κτιριακές εγκαταστάσεις για μόνιμη χρήση σχολικής στέγης, (κτίρια σχολικών συγκροτημάτων), και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα εγκαταστάθηκαν και λειτουργούν συνεχώς έξι δημόσια σχολεία με περισσότερους από 1.500 μαθητές.

Ότι η κατασκευή αυτή των μόνιμων σχολικών εγκαταστάσεων έγινε εξαρχής εν γνώσει και με αποδοχή του ενάγοντος σωματείου πως αυτός ήταν ο προορισμός του ένδικου γηπέδου από τη δεκαετία 1970, ότι ο ΟΣΚ είχε την κατοχή αυτού μόνο για όσο χρόνο ήταν αναγκαίος να κατασκευάζει κάθε διδακτήριο, ότι το μίσθιο κατέχουν με βάση διατάξεις νόμου το Ελληνικό Δημόσιο και ο Δήμος ..., β) ότι ο ΟΣΚ δεν έχει υπαιτιότητα για τη μη απόδοση του μισθίου, αφού το επίδικο βρίσκεται στην κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου ..., με βάση διατάξεις της ισχύουσας για τις εγκαταστάσεις σχολικών κτιρίων νομοθεσίας, και έτσι αυτός δεν έχει δυνατότητα απόδοσης και γι' αυτό το ενάγον σωματείο δεν προβαίνει σε εκτέλεση της 3539/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έχει διαταχθεί τελεσιδίκως η απόδοση του μισθίου, γ) ότι το ενάγον σωματείο δεν δικαιούται να εκμεταλλεύεται ελεύθερα το μίσθιο, ενόψει του ότι με το νόμο, που παραχωρήθηκε σ' αυτό το όλο ακίνητο (Ν. 4778/1930, άρθρο 1, εδ.

γ, ε και ζ), και το μεταβιβαστικό της κυριότητας συμβόλαιο ..., έχουν τεθεί περιορισμοί στη χρήση του, και γι' αυτό η εκμίσθωση του επιδίκου, (τμήματος του όλου ακινήτου), προς τον ΟΣΚ επιτράπηκε με διάταξη νόμου, (άρθρο 1 παρ, 7 του Ν. 252/1976), και επιπλέον ενόψει του γεγονότος ότι οι εγκαταστάσεις του έχουν μεταφερθεί σε άλλη περιοχή και απαγορεύεται η άσκηση σκοποβολής στην περιοχή του μισθίου.

Ανακεφαλαιώνοντας τα ανωτέρω, συνοπτικώς αναπτυσσόμενα, ο εναγόμενος-εφεσίβλητος-αναιρεσείων οργανισμός ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή ως καταχρηστική, επειδή το ενάγον σωματείο "άσκησε την επίδικη αγωγή του και ξέχασε να αναφέρει ότι στο μίσθιο υπάρχουν ήδη από δεκαετιών διδακτήρια, στα οποία έχουν εγκατασταθεί δημόσια σχολεία.

Την άσκησε, επίσης, παρά το ότι γνωρίζει ότι η μη απόδοση του μισθίου δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε υπαιτιότητα του ΟΣΚ, αλλά οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι το μίσθιο κατέχεται και χρησιμοποιείται από σχολεία και ο ΟΣΚ δεν έχει καμία νομική δυνατότητα να τα ''εκδιώξει''. Παρά το ότι γνωρίζει, επίσης, ότι σύμφωνα με το Ν. 4778/1930 και τους όρους του συμβολαίου αριθμ. 1615/1930, όπως διαγνώστηκε και από την 20/2001 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δεν έχει κανένα δικαίωμα εκμίσθωσης του μισθίου, αλλά και του μείζονος έκτασης γηπέδου του.

Παρά το ότι γνωρίζει, επίσης, ότι από δεκαετιών εκκρεμεί μεταφορά των εγκαταστάσεών του. Τέλος, παρά το ότι γνωρίζει, ότι ήδη από τη δεκαετία του '80 στο μίσθιο και τα επ' αυτού κτίσματα είναι εγκατεστημένα και λειτουργούν δημόσια σχολεία και ο ΟΣΚ αδυνατεί να τα εξώσει, επομένως, δεν έχει προβεί σε καμία παρακράτηση του μισθίου ή σε υπαίτια μη απόδοσή του.

Με δεδομένα όλα αυτά, η άσκηση της επίδικης αγωγής συνιστά καταφανή καταχρηστική άσκηση δικαιώματος του αντιδίκου, επειδή ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος που ασκεί, (εάν θεωρηθεί ότι έχει τέτοιο δικαίωμα), και θέτει σε κίνδυνο τα οικονομικά του ΟΣΚ, ο οποίος παρότι έχει πλέον νομική μορφή ΑΕ, εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο το δημόσιο συμφέρον, για διασφάλιση ασφαλών και λειτουργικών διδακτηρίων για τα δημόσια σχολεία".

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ανωτέρω ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από την αναιρεσίβλητη-εκκαλούσα-ενάγουσα ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι "τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά τα οποία το εναγόμενο επικαλείται για τη θεμελίωση της ένστασης του 281 ΑΚ, είτε το καθένα χωριστά, είτε στο σύνολό τους και αληθινά υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος για αποζημίωση χρήσης, όπως αυτή παραπάνω προσδιορίστηκε, αφού δεν υπερβαίνει και μάλιστα κατά τρόπο προφανή τα όρια τα οποία επιβάλλονται από τη καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος".

Το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε τα προτεινόμενα για τη θεμελίωση της ένστασης περιστατικά και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, διότι, ενόψει όλων των συνθηκών υπό τις οποίες παραχωρήθηκε στο ενάγον η έκταση αποκλειστικά για την προώθηση των σκοπών της και όχι για την καθ' οιονδήποτε τρόπο οικονομική εκμετάλλευσή του, του γεγονότος ότι η μοναδική περίπτωση εκμετάλλευσης είναι η ένδικη, που επιτράπηκε με νόμο, εξαιτίας της απαγόρευσης, του γεγονότος ότι η κατασκευή των σχολικών κτιρίων έγινε από τη δεκαετία του 1970, κατά την οποία οι εμπλεκόμενες δημόσιες υπηρεσίες είχαν ήδη εκδηλώσει την πρόθεση για περιέλευση της ένδικης έκταση στο δημόσιο, το οποίο είχε παραχωρήσει αυτήν, χωρίς αντάλλαγμα στο ενάγον σωματείο για την εγκατάσταση σκοπευτηρίου και χρησιμοποίηση μόνο για το σκοπό αυτό, και ότι αυτό (ενάγον) μεταφέρει τις εγκαταστάσεις του σε άλλη έκταση, του γεγονότος ότι η κατασκευή άρχισε κατά τη δεκαετία του 1970 και σταδιακά ολοκληρώθηκε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η αξίωση του ενάγοντος για επιδίκαση της ένδικης αποζημίωσης χρήσεως, υπερβαίνει κατά τρόπο προφανή τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, (κυρίως όπως ο σκοπός του δικαιώματος προσδιορίζεται στο νόμο για την παραχώρηση της έκτασης), λαμβανομένων υπόψη και των δυσμενών επιπτώσεων στα συμφέροντα του εναγομένου οργανισμού, ο οποίος λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος.

Επομένως, ο έκτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, συνακόλουθα δε και η αναίρεση (πρέπει να γίνει δεκτή) κατά το μέρος, που αναφέρεται (παραδοχή της αγωγής και επιδίκαση αποζημίωσης χρήσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 και μέχρι 28-2-1999, μετά την απόρριψη των ισχυρισμών για ανυπαίτια αδυναμία απόδοσης του μισθίου και για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος), να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, το αναιρεσίβλητο σωματείο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος οργανισμού, που ορίζεται στο διατακτικό, μειωμένη (άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, σε συνδυασμό προς το άρθρο 2 της 1344//23/1992 κοινής απόφασης Υπ. Οικ. και Δ/νης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, άρθρο 14 παρ. 3 του α.ν. 627/1968, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν. 513/76, σε συνδυασμό προς άρθρο 34 παρ. 2 ΠΔ 414/1998).

VI. Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση της απόφασης αυτής, εκούσια ή αναγκαστικά, διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν κατατεθεί ως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Το αίτημα, επομένως, του αναιρεσείοντος οργανισμού να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο σωματείο να της αποδώσει το ποσό των 24.681,64 ευρώ, που έχει καταβάλει σ' αυτό στις 23-10-2008, μετά την κοινοποίηση στις 17-9-2008 πρώτου απογράφου εκτελεστού της αναιρεθείσας απόφασης 1674/2008 του Εφετείου Αθηνών, ώστε να γίνει επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, με το νόμιμο τόκο, παραδεκτά υποβάλλεται με τις προτάσεις, οι οποίες έχουν κατατεθεί στις 19-11-2009, (βλ επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα), και είναι νόμιμο, για την επιδίκαση τόκων επί του καταβληθέντος ποσού, όμως από την επίδοση της παρούσας απόφασης, που το αναιρεσίβλητο θα καταστεί υπερήμερο (ΑΠ 1095/2009, ΑΠ 143/2008).

Ο αναιρεσείων οργανισμός για την απόδειξη της συμμόρφωσης προς την αναιρεθείσα απόφαση και την καταβολή του προαναφερόμενου ποσού προσκομίζει και επικαλείται την από 23-10-2009 απόδειξη είσπραξης ποσού 24.681,64 ευρώ, η οποία υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, που είχε εκπροσωπήσει το αναιρεσίβλητο σωματείο ενώπιον του εφετείου, για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου, Η εκτέλεση, επομένως, της αναιρεθείσας απόφασης για το ανωτέρω ποσό προαποδεικνύεται και γι' αυτό το αίτημα επαναφοράς στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση πρέπει να γίνει δεκτό και ως κατ' ουσίαν βάσιμο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1674/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εξέταση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης.

Υποχρεώνει το αναιρεσίβλητο σωματείο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα οργανισμό το χρηματικό ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ και σαράντα λεπτών (24.681,64), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σωματείο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος οργανισμού, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ