514/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/8/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2928/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/7/2007 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated514/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κι' αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 514 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 514/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Καμπούρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Τσατσάνη, 2) Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τσατσάνη που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/8/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2928/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/7/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 20/11/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης εν μέρει, και την παραδοχή του δεύτερου λόγου αυτής και την απόρριψη του τρίτου λόγου της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ α' ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Κι' αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα όμως αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (ΟλΑΠ 24/2003), δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ.
Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία, διότι οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, ισχύει νέα παραγραφή, η οποία αρχίζει αφότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία.
Αν, επομένως, με τελεσίδικη απόφαση ο παθών από αυτοκινητικό ατύχημα κρίθηκε ανίκανος προς εργασίας για ορισμένο χρονικό διάστημα και του επιδικάστηκαν για το διάστημα αυτό αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και με νέα αγωγή του ζητεί πρόσθετη αποζημίωση για τις ίδιες αιτίες λόγω της επικαλούμενης εφόρου ζωής ολικής ή μερικής αναπηρίας του, της οποίας έλαβε γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, το δικαστήριο που καλείται να δικάσει την υπόθεση δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης, διότι καλείται να κρίνει αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση (ΑΠ 39/2007, ΑΠ 1408/2004).
Τέλος, κατά το άρθρο 10 του ν. 489/1976, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του Ν 3557/2007, η αξίωση του παθόντος από αυτοκινητικό ατύχημα κατά του ασφαλιστή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής.
Η ανωτέρω διάταξη που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση του παθόντος κατά του ασφαλιστή επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ, η διετής δε παραγραφή καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος και δεν εφαρμόζεται για την απρόβλεπτη ζημία, που μπορεί να συμβεί σε επιδείνωση της υγείας απρόβλεπτη κατά τα ιατρικά δεδομένα.
Και για τη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν τα ανωτέρω αναπτυσσόμενα για τη διακοπή, αναστολή και επιμήκυνση της παραγραφής (ΑΠ 1907/2007). Επίσης, κατά το άρθρο 7 του Ν. ΓΝ/1911 "η της αποζημιώσεως αγωγή παραγράφεται εντός δύο ετών από της ημέρας του ατυχήματος", η σύντομη δε αυτή παραγραφή εφαρμόζεται για τις αξιώσεις κατά του ιδιοκτήτη, ή κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αρχίζει από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος και ισχύουν και γι' αυτή συμπληρωματικά οι διατάξεις του ΑΚ για διακοπή και αναστολή αυτής.
Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, η παραβίαση δε εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, ενώ κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει αγωγή του, στην οποία ιστορούσε συνοπτικά ότι τραυματίστηκε στις 18-4-1989 σε ατύχημα, κάτω από τις περιστάσεις που περιγράφει, για τις ζημίες δε που υπέστη από τον τραυματισμό του άσκησε την από 19-1-1990 αγωγή, του επί της οποίας εκδόθηκε η 1248/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την δέχθηκε εν μέρει και ακολούθως μετά από άσκηση έφεσης εκδόθηκε η 11381/1991 απόφαση του Εφετείου, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα α) ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος (ΑΑ, ως προς τον οποίο παραιτήθηκε από το δικόγραφο πριν από την έναρξη της συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), β) ότι ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν ήταν ο ΒΒ, εναντίον του οποίου είχε απευθύνει την αγωγή του, αλλά ο δεύτερος εναγόμενος Ψ και επιδίκασε σ' αυτόν αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη από τον τραυματισμό του, μεταξύ των οποίων και κονδύλιο για απώλεια εισοδημάτων για το χρονικό διάστημα από 18-4-1989 έως 18-3-1990, αποζημίωση που καταβλήθηκε σ' αυτόν από την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, ως υπεύθυνη από τη σύμβαση ασφάλισης που κάλυπτε το ζημιογόνο αυτοκίνητο.
Στη συνέχεια εκθέτει ότι η πορεία της υγείας του παρουσίασε ανώμαλη εξέλιξη, επιπλοκές και επιδεινώσεις. Ειδικότερα, μετά πάροδο τριετίας από την κατά το Νοέμβριο 1989 εγχείριση, στην οποία υποβλήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, άρχισε να αισθάνεται πόνους στο αριστερό πόδι και στη δεξιά ακρωμοκλειδική άρθρωση, εξαιτίας των οποίων επισκεπτόταν τακτικά το γιατρό του στα ...
και τελικά κρίθηκε αναγκαίο να υποβληθεί σε νέα εγχείριση, που έγινε στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών στις 23-7-1998 και κατά την οποία έγινε αφαίρεση υλικών, συνθετικό μόσχευμα, έξω μηνισκοραφή. Τα προβλήματα συνεχίστηκαν και συνεπεία αυτών εμφανίστηκαν και ψυχολογικά (αγχώδεις καταθλιπτικές εκδηλώσεις), όπως και δερματικές παθήσεις ως απόρροια του έντονου ψυχολογικού άγχους.
Ακολούθως διαπιστώθηκαν προχωρημένες οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις στην επιγονατοδιμηριαία άρθρωση και υποβλήθηκε σε νέα εγχείριση στις 24-1-1999, κατά την οποία έγινε αφαίρεση ορισμένων υλικών και αρθροσκοπικός έλεγχος του γόνατος και συμπληρώθηκε η μηνισκοραφή του έξω μηνίσκου. Τα προβλήματα συνεχίζονται και υποβάλλεται σε συνεχείς ιατρικές εξετάσεις, χορηγήθηκε δε σ' αυτόν πολύμηνη αναρρωτική άδεια με απόφαση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος, ενώ με την ...
απόφαση της ίδιας Επιτροπής έχει κριθεί ανίκανος για ενεργό υπηρεσία στο Πυροσβεστικό Σώμα και ικανός μόνο για εργασία γραφείου. Τέλος, διαπιστώθηκε από πλαστικό χειρούργο (14-6-1999) ότι πάσχει α) από μετεγχειρητική ουλή, λόγω των τριών ορθοπεδικών επεμβάσεων προς αποκατάσταση εξάρθρωσης δεξιά ακρωμιοκλειδικής και τοποθέτηση αλλομοσχεύματος, β) από εντονότατο οίδημα αριστερής στο γόνατο άρθρωσης και πολλαπλές ουλές (μετεγχειρητικές) λόγω ορθοπεδικών επεμβάσεων προς τοποθέτηση αλλομοσχευμάτων και επιγονατίδας και γ) από επιμήκη μετεγχειρητική ουλή 65 εκ.
μ. στην έξω επιφάνεια του δεξιού μηρού κατόπιν επέμβασης για τη λήψη μοσχεύματος, και γι' αυτό συνιστάται η πλαστική αποκατάσταση των βλαβών. Εξαιτίας αυτής της απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του υπέστη τις ακόλουθες ζημίες: α) για έξοδα της μετακίνησής του 1) κατά το χρονικό διάστημα από 20-1-1990 μέχρι τον Απρίλιο 1998 για τις μετακινήσεις του στα ...
δαπάνησε 429.000 δραχμές (33 μετακινήσεις επί 13.000 δρχ), και 2) κατά το χρονικό διάστημα από 21-4-1998 έως 1-8-1998 για τις μετακινήσεις του στην ... 348.000 δραχμές β) για αμοιβές ιατρών και δαπάνες χειρουργείων 1) για επισκέψεις στον ιατρό-χειρούργο στα ... κατά το χρονικό διάστημα από 20-1-1990 έως Απρίλιο 1998 δαπάνησε το ποσό των 660.000 δραχμών (33 επισκέψεις επί 20.000 δρχ), 2) για αμοιβή του χειρούργου καθηγητή του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών για τρεις επισκέψεις 75.000 δρχ (21-4-1998, 1-7-1998, 14-9-1998 επί 25.000 δρχ), 3) για έκδοση πιστοποιητικού από το ΠΠΝ Πατρών 600 δραχμές, 4) στις 4-3-1999 για αμοιβή φυσιοθεραπευτή 40.000 δραχμές (10 συνεδρίες), 5) για αμοιβή γυμναστηρίου προς πραγματοποίηση σειράς ασκήσεων καθ' υπόδειξη των ιατρών, κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1998 μέχρι την άσκηση της αγωγής 555.000 δραχμές (37 μήνες επί 15.000 δρχ), 6) για αμοιβή του πλαστικού χειρούργου, ο οποίος τον εξέτασε προκειμένου να γνωματεύσει 41.000 δραχμές, 7) για την αναγκαία δαπάνη για την πλαστική χειρουργική επέμβαση 4.000.000 δραχμές, 8) για την πραγματοποίηση της β' χειρουργικής επέμβασης την 23-7-1998 δαπάνησε 1.500.000 δραχμές, 9) για την πραγματοποίηση της γ' χειρουργικής επέμβασης την 24-1-1999 δαπάνησε 2.300.000 δραχμές.
γ) ζημία από απώλεια εισοδημάτων: 1) λόγω της κατάστασης της υγείας του (εξαιτίας της απρόβλεπτης κακής πορείας) απώλεσε το πάγιο μηνιαίο υπερωριακό επίδομα και ζημιώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 18-3-1990 μέχρι την άσκηση της αγωγής το ποσό των 966.000 δραχμών (138 μήνες επί 7.000 δρχ), 2) για τον ίδιο λόγο απώλεσε την ειδική αποζημίωση για κάθε ημέρες εργασίας πέραν του 5ημέρου και για πέντε ημέρες μηνιαίως και έτσι ζημιώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 18-3-1990 έως την άσκηση της αγωγής το ποσό των 4.140.000 δραχμών (5 επί 6.000 δρχ επί 138 μήνες), 3) σύμφωνα με τις ισχύουσες για το πυροσβεστικό σώμα διατάξεις θα ελάμβανε εάν δεν είχε μεσολαβήσει η κακή πορεία της υγείας του αποζημίωση για μετακινήσεις εκτός έδρας και απώλεσε από την αιτία αυτή συνολικά το ποσό των 446.391 δραχμών για τα έτη 1999, 2000 και 2001, 4) σύμφωνα με τις ισχύουσες για το πυροσβεστικό σώμα διατάξεις θα ελάμβανε επίδομα αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας για νυκτερινή εργασία και ζημιώθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 μέχρι την άσκηση της αγωγής το ποσό των 800.000 δραχμών (40.000 δρχ επί 20 μήνες), 5) σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις θα ελάμβανε και το επίδομα διοίκησης και ζημιώθηκε από την αιτία αυτή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 μέχρι την άσκηση της αγωγής το ποσό των 200.000 δραχμών (10.000 δρχ επί 20 μήνες), 6) σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις είχε δικαίωμα να ζητήσει απόσπαση σε πυροσβεστικό κλιμάκιο για χρονικό διάστημα από 15 ημέρες έως τρεις μήνες με αποζημίωση 10.000 δρχ ημερησίως, με συνέπεια, λόγω της αδυναμίας να ζητήσει τούτο, να απωλέσει για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 μέχρι την άσκηση της αγωγής το ποσό των 1.100.000 δραχμών (10.000 επί 110 ημέρες), 7) επίσης απώλεσε λόγω της κατάστασης της υγείας του το εκλογικό επίδομα και ζημιώθηκε το ποσό των 200.000 δραχμών (100.000 δρχ επί 2) και δ) για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την κατά τα ανωτέρω επιβάρυνση της υγείας του που βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ζημιογόνο ατύχημα απαιτείται το ποσό των 90.000.000 δραχμών.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζητεί μετά την παραίτηση από το δικόγραφο ως προς τον πρώτο εναγόμενο (οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου) και τον περιορισμό του αιτήματος σε αναγνωριστικό να αναγνωριστεί ότι οι άλλοι δύο εναγόμενοι (ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου και ασφαλιστική εταιρία) είναι υποχρεωμένοι να του καταβάλουν τα ποσά της ζημίας του και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στις 18-4-1989 και ώρα 23.30' περίπου, στην ... και στη διασταύρωση των οδών ... και ..., έλαβε χώρα αυτοκινητικό ατύχημα, κατά το οποίο συγκρούστηκαν το υπ' αριθμ κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, οδηγούμενο από τον πρώτο από αυτούς και ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη από ζημίες έναντι τρίτων στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Αστήρ ΑΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ", ύστερα από συγχώνευσή τους, σύμφωνα με την υπ' αριθμ Κ3-7215/9-9-1997 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, με την υπ' αριθμ κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε ο μη διάδικος ΓΓ και στην οποία επέβαινε και ο ενάγων, με συνέπεια να τραυματισθεί αυτός από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος παραβίασε προτεραιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας. Από το ατύχημα αυτό τραυματίσθηκε ο ενάγων, ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ρήξη οπισθίου χιαστού αριστερού γόνατος και εξάρθρωμα δεξιάς ακρωμοκλειδικής άρθρωσης, για τα οποία νοσηλεύτηκε αρχικά στο 401 ΓΣΝΑ μέχρι 10-5-1989 και έλαβε αναρρωτική άδεια από την υπηρεσία του ως πυροσβέστη μέχρι την 15-11-1989, όταν εισήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, όπου υποβλήθηκε σε συνδεσμοπλαστική εγχείριση οπισθίου χιαστού αριστερού γόνατος, αποκατάσταση ακρωμοκλειδικής με οστεοσύνθεση Κ-W και πλατεία περιτονία, βγήκε δε από το νοσοκομείο στις 15-12-1989 και του συστήθηκε αποχή από την εργασία του τουλάχιστον για 3 μήνες, κατέστη δε ανίκανος για την εργασία του αυτή για 11 μήνες.
Ο ενάγων κατέθεσε την από 1-1-1990 και υπ' αυξ αριθμ έκθεσης κατάθεσης 827/22-1-1990 αγωγή του, με την οποία ζητούσε τις ζημίες που υπέστη από τον τραυματισμό του, καθώς και από την ηθική βλάβη που υπέστη από αυτόν, ποσού 2000000 δραχμών, και επ' αυτής συζητήσεως γενομένης εκδόθηκε η υπ' αριθμ 11382/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτά, με δύναμη δεδικασμένου, όλα τα παραπάνω, σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ 11382/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τελεσίδικα δεκτά, με δύναμη δεδικασμένου, όλα τα παραπάνω και επιδικάσθηκαν στον ενάγοντα διάφορα ποσά ως αποζημίωσή του για τις ζημιές που υπέστη, απώλεια αποδοχών του, για χρονικό διάστημα 11 μηνών και χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, της οποίας μάλιστα, μείωσε το ποσόν από τις 800.000 δραχμές, που επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σ' αυτό των 200.000 δραχμών.
Η κρινόμενη αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε ο ενάγων ως προς τον πρώτο εναγόμενο, και με την οποία ζητεί, μεταξύ άλλων ζημιών του και απώλεια αποδοχών του για το χρονικό από 18-3-1990 μέχρι την κατάθεσή της, όπως και πρόσθετη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για το λόγο ότι εμφανίστηκαν επιπλοκές και υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις, κατατέθηκε στις 4-9-2001 και επιδόθηκε στους δύο τελευταίους εναγομένους στον δεύτερο μάλιστα, για πρώτη φορά, στις 5 και 4 Σεπτεμβρίου αντίστοιχα και συνεπώς, οι όποιες αξιώσεις του ενάγοντος έχουν υποκύψει στην τετραετή παραγραφή, όσον αφορά την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και στην πενταετή παραγραφή, όσον αφορά την απαίτηση από αδικοπραξία κατά του δευτέρου εναγομένου, αφού από την τέλεση του αδικήματος (18-4-1989) μέχρι τις παραπάνω ημερομηνίες έχει παρέλθει χρονικό διάστημα περισσότερο των 12 1/2 ετών, αφού η απώλεια αποδοχών του αναφέρεται ήδη από τις 18-3-1990.
Αλλά και αν ακόμη αυτές εμφανίστηκαν το έτος 1998, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, πέραν του ότι δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά, και πάλι έχει περάσει χρονικό διάστημα 12 1/2 ετών περίπου και σε κάθε περίπτωση μπορούσαν να προβλεφθούν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και να διεκδικηθούν οι σχετικές ζημίες".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του. Με τους πρώτους και δεύτερο λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 937 και 268 ΑΚ, αφού κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος για τις μέχρι το έτος 1998 ζημίες είχε επέλθει επιμήκυνση της παραγραφής των αξιώσεών σε εικοσαετή ενώ η αξίωση αποζημίωσης τις ζημίες από την κατά τα έτη 1998 και 1999 απρόβλεπτη δυσμενής εξέλιξη της υγείας του δεν είχε παραγραφεί.
Αλλά, όπως και ο αναιρεσείων δέχεται, η 11382/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αφορούσε την πρώτη αγωγή του αναιρεσείοντος, δημοσιεύτηκε στις 24-12-1991, ημερομηνία από την οποία αρχίζει η εικοσαετής παραγραφή των μεταγενέστερων ζημιών του ενάγοντος, εφόσον όμως αυτές δεν έχουν ήδη υποπέσει σε παραγραφή. Η αξίωση όμως εναντίον του δεύτερου εναγομένου (ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου), ο οποίος δεν ήταν άλλωστε διάδικος στην πρώτη αγωγή, υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε διετή παραγραφή, όπως και η αξίωση εναντίον της ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία διετία είχε συμπληρωθεί πριν από το χρόνο της δημοσίευσης της προαναφερόμενης απόφασης του Εφετείου Αθηνών (18-4-1989 χρόνος ατυχήματος- 19-4-1991 συμπλήρωση διετίας, επίδοση ένδικης αγωγής 5-9-2001 και 4-9-2001).
Η αξίωση, επομένως του αναιρεσείοντος για τις θετικές ζημίες (προβλεπτές) αλλά και για τη ζημία που προήλθε από απώλεια εισοδημάτων από 18-3-1990 έως την εκδήλωση των επιπλοκών της υγείας (Απρίλιος 1998) που δεν φέρονται με την αγωγή ότι ήταν απρόβλεπτες, έχει υποπέσει σε παραγραφή και ορθώς το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, έστω και αν η απόφαση δεν αναφέρεται στις διατάξεις που πράγματι εφαρμόζονται.
Ειδικότερα, η υποκύψασα στην παραγραφή αγωγική αυτή απαίτηση αφορά τις ακόλουθες ζημίες του ενάγοντος: α) από το κονδύλιο, που αναφέρεται στις μετακινήσεις, το υπ αριθμόν 1 που αφορά τις μετακινήσεις στα ..., κατά το χρονικό διάστημα από 20-1-1990 έως Απρίλιο 1998, ποσού 429.000 δραχμών, β) από το κονδύλιο για τις αμοιβές ιατρών το υπ' αριθμόν 1 κονδύλιο που αφορά τις επισκέψεις στον ιατρό στα ..., κατά το χρονικό διάστημα από 20-1-1990 έως Απρίλιο 1998, ποσού 660.000 δραχμών, γ) από τα κονδύλια που αναφέρονται στα διαφυγόντα εισοδήματα, από το υπ' αριθμόν 1 κονδύλιο η αξίωση του ενάγοντος για επιδίκαση του εν λόγω υπερωριακού επιδόματος για τους μήνες από 18-3-1990 έως και τον Απρίλιο 1998 (98 μήνες), και από το υπ' αριθμόν 2 κονδύλιο για την ειδική αποζημίωση επίσης η αξίωση του ενάγοντος από 18-3-1990 έως και Απρίλιο 1998 (98 μήνες).
Αλλά η απαίτηση αποζημίωσης και για τις υπόλοιπες ζημίες, που αναφέρονται πέραν του ανωτέρω χρόνου, ήτοι Απριλίου 1998, θετικές και αποθετικές (απώλεια εισοδημάτων) και για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, που φέρονται με την αγωγή ότι ήταν απρόβλεπτες, και δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της προεκδοθείσας απόφασης, ως προέλθουσες από την απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του, η έναρξη της οποίας τοποθετείται το έτος 1998 και η κατάληξή της ήταν να καταστεί ανίκανος για ενεργό υπηρεσία του Πυροσβεστικού Σώματος και ικανός μόνο για υπηρεσία γραφείου, πράγμα που αυτός φέρεται να έλαβε γνώση το αργότερο την 1-9-1999 με την υπό την ίδια ημερομηνία γνωμοδότηση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος, έχει επίσης υποκύψει στην διετή παραγραφή και τους δύο αναιρεσίβλητους, αφού από την 1-9-1999, που άρχισε η νέα αυτή παραγραφή έως την άσκηση της αγωγής στις 4 και 5/9/2001 είχαν περάσει δύο έτη.
Επομένως και το Εφετείο που κύρια δέχθηκε (και η κρίση του αυτή στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης) ότι και η πιο πάνω αγωγική απαίτηση έχει υποκύψει σε παραγραφή έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε. Οι πρώτος και ο δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, επομένως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙ. Περαιτέρω, αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται τότε μόνο, όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που προκύπτει από αυτήν προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή προς απόκρουση της αγωγής και τον ισχυρισμό αυτό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το δικαστήριο (ΟλΑΠ 1339/1985), ενώ δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αν ο ισχυρισμός για το δεδικασμένο είναι μη νόμιμος.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται η προαναφερόμενη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-ενάγοντος για επιμήκυνση σε εικοσαετή του χρόνου της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του από την έκδοσή της προηγούμενη 11382/1991 αποφάσεως του ίδιου Εφετείου.
Ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός για μη λήψη υπόψη του δεδικασμένου από την απόφαση επί της πρώτης αγωγής του ενάγοντος, δεν ήταν νόμιμος, αφού οι αξιώσεις (μεταγενέστερες) του ενάγοντος που ασκήθηκαν με την ένδικη αγωγή, είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή κατά το χρόνο που τελεσιδίκησε η πρώτη απόφαση, καθόσον αφορά τις προβλεπτές ζημίες και το ανωτέρω δεδικασμένο δεν καλύπτει τις αξιώσεις για τις απρόβλεπτες ζημίες, κατά τα πιο πάνω λεπτομερώς εκτεθέντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Ιουλίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 2928/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ