Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding statute of limitations and contradictory reasoning in a traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against a First Instance Court judgment regarding a fatal traffic accident. The appellant argued the lower court failed to address specific facts about the driver's position and warning signals, but the court found these grounds vague and lacking specific details. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under civil procedure rules requiring precise arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 566, 559, 573, 106, 216, 262 of the Code of Civil Procedure; Articles 914, 932, 937 of the Civil Code: An appeal must be dismissed as inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the exact deficiencies in the lower court's reasoning or the precise contradictions regarding the statute of limitations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 513 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 513/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Κ. χήρας Γ. Κ., κατοίκου ... ..., 2) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ... ..., και 3) Γ. συζ. Γ. Σ., το γένος Κ. του Ι., κατοίκου ... ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και 6298/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 15-5-2019 αίτησή της, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 11ης Φεβρουαρίου 2020 χωρίς να εκδοθεί απόφαση, λόγω της αποχώρησης από την Υπηρεσία της ορισθείσας εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Κ.ς Αλεβιζοπούλου. Κατά τη δικάσιμο εκείνη η αναιρεσείουσα εταιρεία είχε εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλειώ Βλασσοπούλου και οι αναιρεσίβλητοι είχαν εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαραγκουδάκη, οι οποίοι είχαν καταθέσει προτάσεις. Σύμφωνα με την ... πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε νέα δικάσιμος προς επανάληψη της συζήτησης, κατ' άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ. και ορίσθηκε η 25η-10-2022, οπότε η υπόθεση συζητήθηκε και εκδόθηκε η 506/2023 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 13-6-2023 κλήση της καλούσας - αναιρεσείουσας εταιρείας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η καλούσα-αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", το διακριτικό τίτλο "...." και έδρα την Αθήνα, με την από 13-6-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΚΛ 64/13-6-2023 κλήση της επισπεύδει νόμιμα νέα συζήτηση της από 15-5-2019 και με αύξοντα αριθμό ... αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμό ... απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης λόγω εκπρόθεσμης κλήτευσης των διαδίκων (άρθρο 576 παράγραφος 2 σε συνδ. με άρθρο 307 παρ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ). Η ως άνω αίτηση αναίρεσης είχε συζητηθεί αρχικά ενώπιον του παρόντος αναιρετικού τμήματος αντιμωλία των διαδίκων που κατέθεσαν προτάσεις κατά τη δικάσιμο της 11-2-2020, χωρίς να εκδοθεί επ' αυτής απόφαση από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου και ειδικότερα της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, με συνέπεια με την με αριθμό ... πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου να ορισθεί νέα δικάσιμος προς επανάληψη της συζήτησης κατ' άρθρ. 307 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα η 25-10-2022, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω υπ' αρ. 506/2023 απόφαση. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ. συζήτηση κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο αποτελεί συνέχεια της αρχικά προηγούμενης, οπότε είχε συζητηθεί η υπόθεση όχι νέα συζήτηση (σχετ. ΑΠ 32/2023).
2. Με την από 15-5-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 663, 664 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ. Α 87/23-7-2015) - επί της από 30-10-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... κοινής έφεσης που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι κατά της υπ' αριθμό ... οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, επειδή η αναιρεσιβαλλομένη επιδόθηκε στις 25-4-2019, και γενικά παραδεκτά (άρθρα 522, 553, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος και 566 παράγραφος 1 ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, όπως ο πρώτος από αυτούς διορθώθηκε παραδεκτά (άρθρα 573 παρ. 1 και 224 εδάφιο β ΚΠολΔ) ως προς το περιεχόμενό του με τις από 14-2-2020 προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσείουσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : Οι ενάγοντες, Κ., χήρα Γ. Κ., Α.-Μ. Κ. του Γ., (μη διάδικος και στην αναιρετική δίκη), Ι. Κ. του Γ. και Γιαννίτσα Κ. του Ι., σύζυγος Γ. Σ., κάτοικοι ... ..., στην από ... και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... αγωγή τους - την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έστρεψαν κατά της εναγομένης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και έδρα την Αθήνα, είχαν εκθέσει τα εξής:
Ότι ο σύζυγος της πρώτης από αυτούς, πατέρας της δεύτερης και του τρίτου και αδελφός της τέταρτης ενάγουσας, είχε καταρτίσει στις 22-3-1977 με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης αορίστου χρόνου και πρόσφερε σε αυτή την εργασία του έως και την ..., όταν κατά την εκτέλεσή της παρασύρθηκε και θανατώθηκε από σιδηροδρομική μηχανή ελιγμών.
Ότι το θανατηφόρο αυτό ατύχημα προκάλεσαν προστηθέντες της εναγομένης από υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά τους η οποία συνίστατο ειδικότερα : α) στο ότι η εναγομένη δεν είχε επιμεληθεί να κατασκευάσει μέσα στο χώρο εργασίας ασφαλείς διαδρόμους κυκλοφορίας για το προσωπικό της, β) στο ότι δεν είχε φροντίσει να συλλέξει τα απορρίμματα από κατεδαφισμένα οικοδομήματα και εκχωματώσεις που είχαν γίνει στον ίδιο χώρο γ) στο ότι ο μηχανοδηγός του συρμού είχε λάβει θέση στο αριστερό χειριστήριο της μηχανής με μέτωπο προς της επιβατάμαξες και πλάτη προς το εμπρόσθιο μέρος του, δ) στο ότι μπροστά από την αμαξοστοιχία δεν υπήρχε κλειδούχος και, τέλος, ε) στο ότι ο μηχανοδηγός δεν είχε κάνει χρήση των ηχητικών οργάνων προειδοποίησης που είχε αμαξοστοιχία και ότι, τέλος, από τη θανάτωση του μέλους της οικογένειάς τους υπέστησαν ψυχική οδύνη, όπως ειδικότερα είχαν αναφέρει σε αυτή.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα από αυτούς για την αιτία που προαναφέρθηκε χρηματικά ποσά συγκεκριμένου ποσού ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η εναγομένη αρνήθηκε την ιστορική βάση της αγωγής και, επικουρικά, προέβαλε την ένσταση ότι οι επίδικες αξιώσεις είχαν υποπέσει σε παραγραφή, επειδή από τότε που οι ενάγοντες έμαθαν τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση - και, συγκεκριμένα, ότι το μέλος της οικογένειάς τους είχε θανατωθεί στις ...
κατά την εκτέλεση της εργασίας του και ότι συνεπώς η εναγομένη είχε υποχρέωση να αποκαταστήσει τη μη περιουσιακή ζημία που υπέστησαν από το γεγονός - έως και την επίδοση της αγωγής τους σε αυτή στις 30-9-2009 είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από πέντε (5) έτη (άρθρα 937 παράγραφος 1 εδάφιο α ΑΚ, 591 παράγραφος 1 και 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 663, 664 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ. Α 87/23-7-2015 ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό ... οριστική απόφαση με την οποία έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 914, 297, 298, 299, 340, 346, 922 και 932 ΑΚ), αλλά την απέρριψε ως παραγεγραμμένη, επειδή δέχθηκε ως παραδεκτή και βάσιμη την ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων την οποία είχε προβάλει η εναγομένη ως απάντηση στην αγωγή (άρθρα 937 παράγραφος 1 εδάφιο α ΑΚ, 591 παράγραφος 1 και 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ).
Η πρώτη, ο τρίτος και η τέταρτη από τους ενάγοντες και, συγκεκριμένα, η Κ., χήρα Γ. Κ., ο Ι. Κ. του Γ. και η Γιαννίτσα Κ. του Ι., σύζυγος Γ. Σ., κάτοικοι ... ..., άσκησαν κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 30-10-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... κοινή έφεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 520 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) και ζήτησαν να γίνει δεκτή η έφεσή τους και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή τους κατά της εναγομένης.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εξέδωσε την υπ' αριθμό ... τελεσίδικη απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση με την παραδοχή ότι η ένσταση παραγραφής - την οποία είχε προτείνει η εφεσίβλητη-εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (άρθρα 937 ΑΚ, 591 παράγραφος 1 και 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) - είχε αποδειχθεί ουσιαστικά αβάσιμη, εξαφάνισε μετά από αυτό την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει τη αγωγή που είχαν ασκήσει οι εκκαλούντες- ενάγοντες κατά της εφεσίβλητης -εναγομένης και επιδίκασε σε αυτούς νομιμότοκα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά για την αιτία που προαναφέρθηκε.
Το Μονομελές Εφετείο ειδικότερα δέχθηκε εν μέρει δεκτή την αγωγή με τις εξής ανέλεγκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) παραδοχές: "(...) Στην προκειμένη περίπτωση, οι δύο πρώτοι των εκκαλούντων άσκησαν κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15-12-2004 με αριθμ. εκθ. καταθ. ... αγωγή, ενώ η τρίτη εκκαλούσα την από 30-9-2005 με αριθμ.
εκθ. καταθ. 146307/30-9-2005 αγωγή, με τις οποίες ζήτησαν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ισχυριζόμενες ότι η επέλευση του ατυχήματος του συγγενούς τους Γ. Κ. οφείλεται α) στην ανυπαρξία κατάλληλων και ασφαλών διαδρόμων κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός του εργασιακού χώρου και β) στην παράλειψη συλλογής μπαζών τοίχου του εργοστασίου.
Και οι δύο αυτές αγωγές αν και πρωτοδίκως έγιναν εν μέρει δεκτές, απορρίφθηκαν τελικά ως ουσιαστικά αβάσιμες με τις υπ' αριθμ. ... και ... αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, η πρώτη εκ των οποίων κατέστη και αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής, δυνάμει της υπ' αριθμ. 432/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου.
Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το εργατικό ατύχημα και ο θάνατος του άνω εργαζομένου οφείλεται στην παραβίαση εκτός των προαναφερθέντων μέτρων ασφαλείας, για τα οποία όμως υπήρξαν απορριπτικές αποφάσεις και α) στην κατάληψη από τον μηχανοδηγό του ζημιογόνου συρμού θέσης στο αριστερό χειριστήριο της μηχανής με πρόσωπο προς τις επιβατάμαξες και πλάτη προς το εμπρόσθιο μέρος του συρμού β) στην ανυπαρξία κλειδούχου έμπροσθεν της αμαξοστοιχίας και γ) στην παράλειψη συριγμού της αμαξοστοιχίας.
Η τυχόν παραβίαση των τριών αυτών τελευταίων μέτρων δεν εξετάσθηκε από τα πολιτικά δικαστήρια, διότι δεν περιλαμβανόταν στην αγωγή και θεωρήθηκε ότι είναι απαράδεκτη με την έφεση η προσθήκη και άλλων παραβιασθέντων μέτρων ασφαλείας, που στην ουσία σημαίνει προσθήκη νέας ιστορικής βάσης της αγωγής (βλ.
παραδοχές της υπ' αριθμ. 432/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου και της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Εφετείου Αθηνών). Με την μεταγενέστερη αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, που στηρίζεται στις διατάξεις του κοινού δικαίου περί αδικοπραξίας, οι εκκαλούντες ισχυρίσθηκαν ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του άνω συγγενούς τους οφείλεται στην παραβίαση (και) των τριών αυτών μέτρων, που δεν έχει διερευνηθεί.
Η εναγομένη προς απόκρουση της αγωγής αυτής, ισχυρίστηκε ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα την ..., γεγονός το οποίο πληροφορήθηκαν αυτοί αυθημερόν, ωστόσο η αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, επιδόθηκε σε αυτήν στις 30-9-2009 ήτοι ασκήθηκε εκπροθέσμως, σε χρόνο απώτερο της πενταετίας από τότε που έλαβε χώρα και πληροφορήθηκαν οι ενάγοντες το συμβάν και ως εκ τούτου η αγωγή τους πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η αξίωσή τους έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.
Η ένσταση αυτή όμως δεν αποδεικνύεται ως ουσιαστικά βάσιμη, όπως προκύπτει από την από 30-1-2005 προανακριτική κατάθεση της πρώτης εκκαλούσας, στην οποία σε ανύποπτο χρόνο κατέθεσε ότι τις πρώτες ημέρες του Οκτωβρίου (του 2004) ενημερώθηκε από συναδέλφους του συζύγου της και συγκεκριμένα τους παρόντες κατά το ατύχημα Α.
Μ. και Ι. Ρ. για τις ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος και την παραβίαση των συγκεκριμένων μέτρων ασφαλείας, για τα οποία δεν είχε κάνει λόγο στις προηγούμενες από 11-9-2004, 29-9-2004 και 2-10-2004 προανακριτικές καταθέσεις της, παρά μόνο στην από 4-11-2004 και στην προαναφερόμενη από 30-1-2005 καταθέσεις, ενώ τον ισχυρισμό της αυτό επιβεβαίωσε και ο ανωτέρω Α.
Μ. στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημ/κείου ..., ο οποίος στην (μετά διακοπή) συνεδρίαση της 19-1-2007, ήτοι επίσης σε ανύποπτο χρόνο που δεν είχε τεθεί θέμα παραγραφής, κατέθεσε ότι "στις 3 Οκτωβρίου ήρθε η κ. Κ. στο εργοστάσιο και μας έφερε ένας συνάδελφος σε επαφή" (βλ. πρακτικά της υπ' αριθμ. ...
απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου), αλλά και ο μάρτυρας αποδείξεως Ι. Ρ. που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Συνεπώς εφόσον σε καμία από τις προγενέστερες καταθέσεις της (πριν αυτής της 4-11-2004) η πρώτη εκκαλούσα δεν αναφέρθηκε στην παραβίαση των επίδικων μέτρων ασφαλείας, δεν αποδεικνύεται και γνώση αυτής, (όπως και των υπολοίπων εκκαλούντων που ενημερώθηκαν από την ίδια αλλά και από τους προαναφερομένους Α.
Μ. και Ι. Ρ. αρχές Οκτωβρίου 2004- βλ. την ίδια από 30-1-2005 προανακριτική κατάθεση της πρώτης εκκαλούσας), για τις παραβιάσεις αυτές, ήτοι γνώση όλων των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για θεμελίωση της συγκεκριμένης αγωγής (....). Τέλος με δεδομένο ότι στην υπ' αριθμ. πρωτ. ... έκθεση αυτοψίας του ο τεχνικός επιθεωρητής του Υπουργείου Εργασίας Β.
Γ., λαμβάνοντας πληροφορίες την επομένη του ατυχήματος μόνο από τον παρόντα κατά το ατύχημα Β. Ε., τον μηχανοδηγό και τον προϊστάμενο μηχανοστασίου (και όχι και τους προαναφερθέντες παρόντες κατά το ατύχημα συναδέλφους του θανόντος), επισήμανε μόνο την έλλειψη διαδρόμων κυκλοφορίας για τους εργαζομένους (κάνοντας ωστόσο λόγο για την έλλειψη γενικά επίβλεψης ορθής εφαρμογής των μέτρων ασφαλείας), δικαιολογείται επαρκώς ο λόγος για τον οποίο δεν ασκήθηκε αγωγή για την παραβίαση των άνω μέτρων προστασίας.
Σημειώνεται ότι δεν ήταν απαραίτητο να γνωρίζουν οι εκκαλούντες τα συγκεκριμένα πρόσωπα των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης που ενδεχομένως ευθύνονταν, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται προς απόκρουση της προβληθείσας ένστασης παραγραφής, αφού γνώριζαν εξαρχής ότι εργοδότης του συγγενούς τους είναι η εναγομένη και μόνη υπεύθυνη αστικώς έναντι αυτών, βάσει του άρθρου 90 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΣΕ, που και οι ίδιοι επικαλέστηκαν, δεδομένου ότι στην περίπτωση του άρθρου 922 ΑΚ για τη θεμελίωση της αγωγής δεν είναι απαραίτητος ο ακριβής προσδιορισμός εκείνου που προξένησε άμεσα τη ζημία, αρκεί να είναι γνωστό ότι η ζημία προκλήθηκε από ένα από τα πρόσωπα που είχαν προστηθεί ως υπάλληλοι, αρκεί δηλαδή και να υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το πρόσωπο του δράστη, αν ο παθών μπορεί με βάση τα γνωστά σ' αυτόν περιστατικά να εγείρει αγωγή κατά του υποχρέου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη.
Ήταν όμως αναγκαίο να γνωρίζουν την παραβίαση των συγκεκριμένων αυτών μέτρων ασφαλείας από υπάλληλο που συνδέεται με σχέση πρόστησης με την εναγομένη, αφού αυτό αποτελεί και τον δικαιολογητικό λόγο ευθύνης αυτής, καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμό τους με το ατύχημα, τα οποία συνιστούν νέα ιστορική βάση αδικοπραξίας, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 432/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, γνώση που δεν αποδείχθηκε από την έχουσα το σχετικό βάρος απόδειξης εναγομένη.
Συνεπώς από τις αρχές Οκτωβρίου του 2004 που αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες έλαβαν γνώση της παραβίασης των συγκεκριμένων μέτρων ασφαλείας έως τις 30.9.2009, οπότε και ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Γ.), δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα 5 έτη και συνεπώς δεν έχει συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, όπως εσφαλμένα κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την σχετική ένσταση παραγραφής της εναγομένης, δεχόμενο ότι αρκούσε η γνώση εκ μέρους των εκκαλούντων της διεύθυνσης και επωνυμίας της εναγόμενης.
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τους ενάγοντες που άσκησαν έφεση (...) και να ερευνηθεί η αγωγή που είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 16 του Ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 38 εδ.
α' του ΕισΝΑΚ, 914 επ., 922, 932, 299, 346 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ, περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του άνω Δικαστηρίου, τις υπ' αριθμ. ... και ...
και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των συμβολαιογράφου Αθηνών [...] (η πρώτη) και [...] (οι λοιπές) αντίστοιχα που προσκομίζουν οι εκκαλούντες και τις υπ' αριθμ... και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζει η εναγομένη, οι οποίες (όλες) λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια διότι δόθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης (...), τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της σχηματισθείσας για το ποινικό σκέλος της ίδιας υποθέσεως ποινικής δικογραφίας (προανακριτικές καταθέσεις, δικαστικές αποφάσεις), τις προανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από την αρμόδια επιτροπή της εναγομένης και τις φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται αποδείχθηκαν τα εξής:
Ο θανών Γ. Κ.., σύζυγος της πρώτης, πατέρας του δεύτερου και αδελφός της τρίτης των εκκαλούντων, εργαζόταν επί πολλά έτη στη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα του διαχειριστή υλικού στην 942 αποθήκη, στο μηχανοστάσιο Πειραιώς, επί της οδού ... αρ…... Στις ... και περί ώρα 09.45, η Δ/Υ 9410 μηχανή ελιγμών, με μηχανοδηγό τον Γ.
Γ. και σύνθεση τέσσερις επιβατάμαξες, οι οποίες θα εκτελούσαν την επόμενη ημέρα την αμαξοστοιχία 302/17-8-2004, κινήθηκε στη γραμμή πλυντηρίων, προκειμένου να πραγματοποιηθεί επιθεώρηση αυτής, με κατεύθυνση προς την οδό Φαλήρου και με ταχύτητα 5χλμ/ώρα. Κατά την ίδια χρονική στιγμή, ο θανών, ενώ κινούνταν πεζός, προπορευόμενος της μηχανής ελιγμών στην ίδια κατεύθυνση με αυτήν, παράλληλα με τις γραμμές του τρένου και έξω από αυτές (αριστερά ως προς την πορεία της κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, δεξιά όμως σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αμετάκλητη και τελεσίδικη αποφάσεις), εισήλθε αιφνίδια διαγωνίως εντός των γραμμών με αποτέλεσμα να παρασυρθεί από την μηχανή εντός των γραμμών, να συνθλίβει κάτω από αυτήν και να επέλθει ακαριαίως ο θάνατος αυτού.
Παρόντες στον τόπο του ατυχήματος ήταν οι εργαζόμενοι Α. Μ. και Ε. Β. καθώς και ο Ι. Ρ. που βρισκόταν σε κάποια απόσταση. Και οι τρεις τόσο στις προανακριτικές καταθέσεις τους όσο και σε αυτές ενώπιον των ποινικών και αστικών δικαστηρίων και την υπ' αριθμ. .../... ένορκη βεβαίωση του τελευταίου, κατέθεσαν ότι δεν αντιλήφθηκαν ηχητικό σήμα από τη μηχανή ελιγμών, το οποίο πρέπει να πραγματοποιείται τόσο προειδοποιητικά κατά την εκκίνηση της μηχανής, όσο και κατά την πορεία της αν υπάρχει ανάγκη.
Επίσης ότι υπήρχε τόσος θόρυβος από τις διπλανές μηχανές, ώστε να μην μπορεί να γίνει αντιληπτή η αμαξοστοιχία από τον θόρυβο της μηχανής της και μόνο. Άλλωστε στο χώρο αυτό ήταν σύνηθες φαινόμενο ο θόρυβος των μηχανών ελιγμών και όταν αυτές ήταν σταματημένες. Για τον λόγο αυτό ήταν απαραίτητη η χρήση ηχητικού σήματος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο μηχανοδηγός οδηγούσε από το αριστερό χειριστήριο σύμφωνα με τη φορά κατεύθυνσης της αμαξοστοιχίας και είχε πρόσωπο προς τις επιβατάμαξες, ενώ στην αμαξοστοιχία υπήρχαν δύο κλειδούχοι αριστερά της αμαξοστοιχίας, ένας όπισθεν αυτής και ο έτερος στο μέσον αυτής, απέχοντας 30-35 μέτρα από το εμπρόσθιο τμήμα της αμαξοστοιχίας.
Ήταν όμως απαραίτητη η ύπαρξη ενός κλειδούχου έμπροσθεν της μηχανής, προκειμένου να κάνει εκκαθάριση του οπτικού πεδίου, και να κατευθύνει το όχημα με ασφάλεια, ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση που ο μηχανοδηγός, όπως προαναφέρθηκε είχε πρόσωπο προς τις επιβατάμαξες και δεν έβλεπε μπροστά. Οι δύο κλειδούχοι που υπήρχαν στην αμαξοστοιχία δεν αντιλήφθηκαν τον πεζό, διότι στο σημείο αυτό υπάρχει καμπύλη και δεν είχαν ορατότητα.
Βάσει των ανωτέρω, υπαιτιότητα βαρύνει τους προστηθέντες της εναγόμενης (μηχανοδηγό και τεχνικό ασφαλείας) για την πρόκληση του ατυχήματος και του θανάτου του άνω εργαζομένου, ο οποίος επήλθε και λόγω της μη τήρησης της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής που επέδειξε ο μηχανοδηγός κατά την οδήγηση της αμαξοστοιχίας και πραγματοποίησης ελιγμών, αλλά και της μη ορθής επίβλεψης όλων των μέτρων ασφαλείας που απαιτούνταν στην συγκεκριμένη περίπτωση και ειδικότερα λόγω α) της κατάληψης από τον μηχανοδηγό θέσης στο αριστερό χειριστήριο της μηχανής με πρόσωπο προς τις επιβατάμαξες και πλάτη προς το εμπρόσθιο μέρος του συρμού και κατ' επέκταση πλάτη σε σχέση με τον θανόντα, τον οποίο δεν αντιλήφθηκε, β) της ανυπαρξίας κλειδούχου έμπροσθεν της αμαξοστοιχίας ώστε να διασφαλίζεται η ασφαλής κίνηση προς τα εμπρός του συρμού, ειδικά λόγω της προαναφερόμενης θέσης του μηχανοδηγού και γ) του μη συριγμού (προειδοποιητικών σφυριγμάτων μηχανής) της αμαξοστοιχίας, ώστε να ειδοποιηθεί για την κίνηση του συρμού ο θανών.
Εξάλλου οι ανωτέρω υπάλληλοι της εναγομένης (μηχανοδηγός και τεχνικός ασφαλείας) καταδικάστηκαν αμετακλήτως για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δυνάμει των α) υπ' αριθ. 389/19-1-2007 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ... σε συνδυασμό με την υπ' αρ. 338/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς ο πρώτος και β) της υπ' αριθμ. 1735/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής με την υπ' αριθμ. 1011/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο δεύτερος.
Οι ανωτέρω συνεπώς δεν επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή κατά την εκτέλεση της εργασίας τους και συνεπώς βαρύνονται με αμέλεια, η δε εναγομένη, υπόχρεη και η ίδια (διά των αρμοδίων υπαλλήλων της) για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας των εργαζομένων, τον έλεγχο της ασφάλειας της εργασίας και πρόληψης των ατυχημάτων, ευθύνεται ως προστήσασα αντικειμενικά για το δικό τους πταίσμα.
Εξάλλου με τις προαναφερόμενες υπ' αριθμ. ... (σε συνδ. με την υπ' αριθμ. 432/2012 απόφαση του ΑΠ) και ... αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι το ατύχημα δεν προκλήθηκε λόγω της επικαλούμενης με την αγωγή ανυπαρξίας ασφαλών διαδρόμων κυκλοφορίας των εργαζομένων και της μη συλλογής των μπαζών και συνεπώς η αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου ως προς την παραβίαση των συγκεκριμένων μέτρων ασφαλείας.
Συνυπαιτιότητα βαρύνει όμως και τον ίδιο τον θανόντα, ο οποίος αν και γνώριζε ως εργαζόμενος πολλά έτη στην εναγομένη ότι στο χώρο του ατυχήματος γίνονται οι ελιγμοί των αμαξοστοιχιών και αν και απαγορεύεται η διέλευση των εργαζομένων από τις γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 50 α του Γενικού Κανονισμού Κίνησης της εναγομένης, παρά ταύτα κινήθηκε πλησίον αυτών και αιφνίδια εισήλθε εντός αυτών, χωρίς να προβεί στον απαραίτητο έλεγχο ότι μπορεί να το πράξει με ασφάλεια, αφού δεν κοίταξε καν πίσω του, πριν εισέλθει στις γραμμές, όπως κατατέθηκε ειδικά από τον Α.
Μ. και Ε. Β.. Το ποσοστό της αμέλειας του θανόντος, που είχε σαν αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του ανέρχεται κατά την κρίση του δικαστηρίου σε 50%, κατά μερική παραδοχή ως και ουσιαστικά βάσιμης, της νόμιμης κατ' άρθρο 300 ΑΚ, ένστασης συνυπαιτιότητας που προέβαλε παραδεκτά η εναγομένη. Κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 50% αμέλεια βαρύνει τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης, για τους προαναφερόμενους λόγους (...).". 3.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα - και μόνον εκείνα - τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, όπως προκύπτει και από το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφιο 1 στοιχεία 346 και 453 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο αποφασίζει με βάση τους ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες τις οποίες προσκόμισε ο διάδικος, αλλά δεν τις επικαλέσθηκε με σαφή και ορισμένο τρόπο.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε, όταν γίνεται αναφορά στις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ` έφεση επίκληση εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και είχε προσαγάγει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των πρωτόδικων προτάσεων που πρέπει να υποβάλλονται και πάλι και στις οποίες περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης. (Ολ ΑΠ 23/2008, Ολ.
ΑΠ 9/2000). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ ιδρύεται στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη" δηλαδή, όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 911/2019).
Στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου και στο δεύτερο λόγο αναίρεσης που συμπληρώνονται η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, 106, 107, 237 παράγραφος 1 εδάφιο α, 240, 340, 335 και 339 ΚΠολΔ και υπέπεσε για το λόγο αυτό στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμοί 11 β και 10 ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, επειδή α) έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει, αλλά δεν είχαν επικαλεσθεί νόμιμα οι εκκαλούντες-ενάγοντες ενώπιον του με συνέπεια β) να δεχθεί πράγματα που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Η αναιρεσείουσα επικαλείται ειδικότερα ότι το Μονομελές Εφετείο για να οδηγηθεί στην κρίση ότι τόσο η έφεση, όσο και η αγωγή ήταν βάσιμες έλαβε υπόψη του την από 2-10- 2004, την από 11-9-2004, την από 29-9-2004 και την από 2-10-2004, 30-1-2005 και 4-11-2004 ένορκες προανακριτικές καταθέσεις της πρώτης εκκαλούσας, Κ., χήρας Γ. Κ., κατοίκου ... ..., τις από 4-11-2004 δύο (2) ένορκες προανακριτικές καταθέσεις τρίτων προσώπων ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, την υπ' αριθμό ...
έκθεση αυτοψίας, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τις υπ' αριθμό ..., .../... και ... ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Συμβολαιογράφων Αθηνών που δόθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης και όλα τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που είχε προηγουμένως σχηματισθεί με αντικείμενο την έρευνα ποινικής τυχόν ευθύνης τρίτων για το ένδικο ατύχημα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσκομίσει, αλλά δεν είχαν επικαλεσθεί νόμιμα ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου, επειδή είχαν αναφέρει απλώς στις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου αυτού δικαστηρίου ότι επικαλούνται και πάλι τα αποδεικτικά μέσα που είχαν επικαλεσθεί και είχαν προσκομίσει και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι η γενική αυτή αναφορά δεν μπορούσε να αποτελέσει νόμιμο τρόπο επίκλησης αποδεικτικών μέσων, ότι είχε προτείνει το απαράδεκτο αυτό με την προσθήκη στις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 562 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) και ότι, τέλος, για το λόγο αυτό η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε τόσο την έφεση, όσο και την αγωγή που είχαν ασκήσει οι ήδη αναιρεσίβλητοι εναντίον της ως ουσιαστικά βάσιμη χωρίς απόδειξη.
Από τις από 15-10-2018 προτάσεις όμως τις οποίες νόμιμα και εμπρόθεσμα την προτεραία της συζήτησης είχαν καταθέσει οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) ότι οι διάδικοι που προαναφέρθηκαν - για να αποδείξουν τη βασιμότητα τόσο της έφεσης, όσο και της αγωγής τους - είχαν προσκομίσει και είχαν επικαλεσθεί νόμιμα όλα τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν (έγγραφα, έκθεση αυτοψίας και δικαστικά τεκμήρια) τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όσο και ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου (βλ.
σελ. 12, 14, 15, 19, 21-25 προτάσεων ενώπιον του Εφετείου). Οι αναιρεσίβλητοι ειδικότερα είχαν επικαλεσθεί και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα στο κείμενο των προτάσεων που είχαν καταθέσει ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είχαν μάλιστα παραθέσει σε αυτές και αποσπάσματα από το περιεχόμενό τους και επιπλέον τα είχαν αξιολογήσει όλα ως προς την αποδεικτική τους βαρύτητα.
Το Μονομελές Εφετείο επομένως το οποίο έλαβε υπόψη για να θεμελιώσει το αποδεικτικό του πόρισμα ότι είχαν λάβει χώρα όλα τα περιστατικά από τα οποία αποδεικνύονταν α) ότι η ένσταση παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων την οποία είχε προβάλει η αναιρεσείουσα ενώπιον και του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε μεταβιβασθεί προς κρίση και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 522 ΚΠολΔ) ήταν ουσιαστικά αβάσιμη και β) ότι η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι κατ' αυτής ήταν εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν είχαν νόμιμα επικαλεσθεί οι αναιρεσίβλητοι και επομένως δεν έκανε δεκτή την αγωγή τους χωρίς απόδειξη.
Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως απόφαση δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, 106, 107, 237 παράγραφος 1 εδάφιο α, 240, 340, 335, 339 ΚΠολΔ και συνεπώς δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμοί 10 και 11 β ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Ο πρώτος επομένως λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο του σκέλος, όπως και ο δεύτερος από αυτούς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις περαιτέρω των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ.
ΑΠ 23/2008). Δεν επιβάλλεται όμως να γίνεται στη δικαστική απόφαση ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Δεν αποκλείεται βέβαια το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή κατά την ελεύθερη κρίση του έχουν μεγαλύτερη αποδεικτική σημασία.
Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι από τη γενική και κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί. Για να ιδρυθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης αρκεί παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης ως προς έναν ουσιώδη ισχυρισμό (Ολ.
ΑΠ 2/2008, Ολ. ΑΠ 14/2005, ΑΠ 57/2023). Από το συνδυασμό περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 323 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο, δηλαδή η δέσμευση από την έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης, παράγεται από την τελεσιδικία της. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση, το οποίο μπορεί να ανατραπεί μόνο με την άσκηση των εκτάκτων ένδικων μέσων κατά της απόφασης από την οποία παράγεται.
Το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε προβληθεί με την αγωγή με βάση τη συγκεκριμένη ιστορική και νομική αιτία, των οποίων έγινε επίκληση, δηλαδή, το ίδιο νομικό γεγονός, το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό κ.λπ. της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Για να εξεταστεί αν υπάρχει από τελεσίδικη απόφαση που προηγήθηκε δεδικασμένο το οποίο εμποδίζει την έρευνα του αιτήματος που φέρεται προς κρίση με νέα αγωγή με βάση ορισμένη ιστορική αιτία θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης ως προς την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης.
Η ύπαρξη, εξάλλου, ή η ανυπαρξία της έννομης σχέσης που καλύπτεται από το δεδικασμένο αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του δικαιώματος το οποίο ασκείται με τη δεύτερη αγωγή (ΑΠ 98/2023).
Συνεπώς δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατόν να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων επομένως το προηγούμενο δικαστήριο δεν έκρινε (Ολ ΑΠ 15/1998). Ο λόγος εξάλλου αυτός ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας περιλαμβάνει κρίση για την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου είτε ερεύνησε το ζήτημα αυτεπαγγέλτως, είτε μετά από πρόταση του διαδίκου. Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν κάνει αναφορά στην ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 16, αλλά από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον σχετικό ισχυρισμό (ΑΠ 160/2019).
Στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις 106, 335, 339, 321, 322 παράγραφος 1, 324 και 325 ΚΠολΔ και συνεπώς υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμοί ορθώς 16 - και όχι 8 - και 11 γ ΚΠολΔ, επειδή α) κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και β) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει και είχε επικαλεσθεί ενώπιόν του και τα οποία είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η αναιρεσείουσα ειδικότερα επικαλείται ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει και είχε επικαλεσθεί νόμιμα και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και, συγκεκριμένα, α) την υπ' αριθμό ... τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία είχε εκδοθεί επί της από 15-12-2004 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 180619-5443/23-12-2004 με όμοια ιστορική και νομική αιτία προηγούμενης αγωγής που είχαν ασκήσει και κατά της αναιρεσείουσας (και) οι ήδη αναιρεσίβλητοι, Κ., χήρα Γ.
Κ., σύζυγος του θανόντος και Ι. Κ. του Γ., τέκνο του θανόντος, κάτοικοι ... ... - και β) την υπ' αριθμό ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - που είχε εκδοθεί επί της από 30-9-2005 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... επίσης προγενέστερη με όμοια ιστορική και νομική αιτία της επίδικης αγωγή που είχε ασκήσει και κατά της αναιρεσείουσας (και) η ήδη αναιρεσίβλητη Ι.
Γ. Κ.. του Γ., σύζυγος Γ. Τ., θυγατέρα του θανόντος, κάτοικος ... ... - οι οποίες παρήγαγαν δεδικασμένο για το ότι οι προστηθέντες της εναγομένης δεν είχαν ενεργήσει παράνομα και υπαίτια σε βάρος του θανόντος με αποτέλεσμα οι αναιρεσίβλητοι να μην έχουν αξίωση από αδικοπραξία εναντίον της, όπως εξάλλου είχε επικαλεσθεί και η ίδια και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και ότι, τέλος, από τις ίδιες δικαστικές αποφάσεις σε συνδυασμό και με τα άλλα αποδεικτικά μέσα αποδεικνυόταν η αναλήθεια της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής εναντίον της και εν πάση περιπτώσει ότι ο παθών είχε συντελέσει στην πρόκληση της ζημίας σε βάρος του σε ποσοστό μεγαλύτερο από αυτό που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη.
Από το σύνολο των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει επίσης ότι το Μονομελές Εφετείο (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό - τον οποίο μάλιστα είχε προβάλει νομότυπα και η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιόν του (βλ. τη σελίδα 2 και τις σελίδες κατ' ορθή αρίθμηση 4 υπό τον αριθμό 2 και 16 των προτάσεών της) - ότι από τις υπ' αριθμό ...
και ... αποφάσεις του Τριμελούς και Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν αξίωση εναντίον της για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης από την ένδικη αδικοπραξία (άρθρα 914 και 932 ΑΚ). Το Μονομελές Εφετείο ειδικότερα δέχθηκε ότι α) οι δικαστικές αυτές αποφάσεις είχαν απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμες τις από 15-12-2004 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 180619-5443/23-12-2004 και από 30-9-2005 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...
δύο (2) προηγούμενες αγωγές που είχαν ασκήσει και οι ήδη αναιρεσίβλητοι κατά της αναιρεσείουσας με την παραδοχή ότι το ένδικο θανατηφόρο ατύχημα δεν είχε προκληθεί, όπως αβάσιμα είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσίβλητοι, επειδή η αναιρεσείουσα, πρώτον, δεν είχε επιμεληθεί να κατασκευάσει στους χώρους εργασίας ασφαλείς διαδρόμους κυκλοφορίας για τους εργαζομένους της και, δεύτερον, διότι δεν είχε φροντίσει να συλλέξει τα απορρίμματα από κατεδαφισμένα οικοδομήματα και εκχωματώσεις που είχαν γίνει στον ίδιο χώρο, αλλά β) από τις αποφάσεις αυτές δεν είχε παραχθεί δεδικασμένο ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν αξίωση κατά της αναιρεσείουσας για ανόρθωση της μη περιουσιακής ζημίας που είχαν υποστεί από την αδικοπραξία, επειδή με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι είχαν αποδώσει στην αναιρεσείουσα και επιπλέον υπαίτιες και παράνομες ενέργειες και παραλείψεις που συνδέονταν αιτιωδώς με την πρόκληση της ζημίας.
Οι πράξεις αυτές συνίσταντο, ειδικότερα, στα εξής : α) στο ότι ο μηχανοδηγός του συρμού είχε λάβει θέση στο αριστερό χειριστήριο της μηχανής με μέτωπο προς της επιβατάμαξες και πλάτη προς το εμπρόσθιο μέρος του, β) στο ότι μπροστά από την αμαξοστοιχία δεν υπήρχε κλειδούχος και, τέλος, γ) στο ότι ο μηχανοδηγός δεν είχε κάνει χρήση των ηχητικών οργάνων προειδοποίησης που είχε αμαξοστοιχία.
Στην προκειμένη επομένως περίπτωση τα πραγματικά περιστατικά που είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσίβλητοι στην ένδικη αγωγή τους κατά της αναιρεσείουσας για να θεμελιώσουν ευθύνη της σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ δεν ταυτίζονταν με το αντικείμενο των υπ' αριθμό ... και ... αποφάσεων του Τριμελούς και του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η νέα, τρίτη, επομένως αυτή αγωγή που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι κατά της αναιρεσείουσας δεν προσέκρουε στο δεδικασμένο το οποίο είχε παραχθεί από τις υπ' αριθμό ... και ... αποφάσεις του Τριμελούς και Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα - που είχαν εκδοθεί επί των δύο (2) προηγούμενων αγωγών των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσίβλητης και - με τις οποίες είχε γίνει δεκτό ότι οι προστηθέντες της δεν είχαν ενεργήσει παράνομα και υπαίτια σε βάρος του συγγενούς τους με συνέπεια η αναιρεσείουσα να μην υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη έναντί τους.
Οι αναιρεσίβλητοι βέβαια είχαν επικαλεσθεί με τις προτάσεις τους ενώπιον των δευτεροβαθμίων αυτών δικαστηρίων ότι η αναιρεσείουσα ενεχόταν αδικοπρακτικά έναντί τους και επειδή οι προστηθέντες της είχαν προβεί στις υπαίτιες και παράνομες ενέργειες και παραλείψεις οι οποίες συγκρότησαν - μαζί με άλλα περιστατικά - την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής τους κατ' αυτής.
Η συμπλήρωση όμως αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με τις αποφάσεις του Τριμελούς και Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που προαναφέρθηκαν, επειδή αποτελούσε ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής τους βάσης (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 224 εδάφιο β ΚΠολΔ). Οι αποφάσεις συνεπώς αυτές παρήγαγαν δεδικασμένο μόνο για το συγκεκριμένο δικονομικό ζήτημα που έκριναν (άρθρα 914, 932 ΑΚ, 224, 321 και 322 παράγραφος 1 β ΚΠολΔ) και όχι, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, και για την ανυπαρξία γενικά του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων εναντίον της από αδικοπραξία.
Το δεδικασμένο, τέλος, δεν καταλαμβάνει την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού το οποίο επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου που κρίνει για συγκεκριμένη επίδικη έννομη σχέση (άρθρα 322 παράγραφος 1 και 324 ΚΠολΔ), όπως επίσης αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Το Μονομελές Εφετείο επομένως το οποίο δέχθηκε ότι δεν είχε παραχθεί δεδικασμένο από τις αποφάσεις που προαναφέρθηκαν για το επίδικο ενώπιόν του δικαίωμα και για το λόγο αυτό δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 παράγραφος 1, 324 και 325 ΚΠολΔ και συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με την πρώτη αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλομένης που αναφέρεται στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης.
Το Μονομελές Εφετείο περαιτέρω για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα - μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης - ότι είχαν λάβει χώρα όλα τα περιστατικά που θεμελίωναν τόσο τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας, όσο και το συντρέχον πταίσμα του θανόντος στην επέλευση της ζημίας σε βάρος του, όπως παραδεκτά είχε επικαλεσθεί με ένστασή της αναιρεσείουσα (και) ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 591 παράγραφος 1, 527 αριθμός 1, 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, 914, 330 και 300 ΑΚ), έλαβε υπόψη του ως δικαστικά τεκμήρια και τις υπ' αριθμό ...
και ... τελεσίδικες αποφάσεις του Τριμελούς και του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, τις οποίες είχε προσκομίσει ανταποδεικτικά και είχε επικαλεσθεί νόμιμα τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να αποδείξει τη βασιμότητα των ισχυρισμών της. Το γεγονός προκύπτει α) από τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που περιλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι για να σχηματίσει την αποδεικτική του κρίση έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που είχαν επικαλεσθεί και είχαν προσκομίσει οι διάδικοι ενώπιόν του και ως δικαστικά τεκμήρια και β) από την ειδική αναφορά που γίνεται στην αναιρεσιβαλλομένη στο περιεχόμενο και στην αποδεικτική βαρύτητα των δικαστικών αυτών αποφάσεων.
Στην προκειμένη επομένως περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του συμπέρασμα ως προς τη βασιμότητα ή μη των πραγματικών ισχυρισμών που θεμελίωναν την ιστορική βάση της αγωγής που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι και της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα για να απαντήσει σε αυτή έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τις δικαστικές αποφάσεις που προαναφέρθηκαν.
Το Μονομελές Εφετείο επομένως δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 106, 335 και 339 ΚΠολΔ και συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τη δεύτερη αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλομένης που αναφέρεται στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις που προβάλλει η αναιρεσείουσα ότι από τα ίδια αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό και με τις λοιπές αποδείξεις αποδεικνύονταν α) ότι το ένδικο ατύχημα δεν προκλήθηκε υπό τις συνθήκες που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, αλλά υπό διαφορετικές, οι οποίες θα έπρεπε να οδηγήσουν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην κρίση ότι οι προστηθέντες της δεν ενήργησαν στην προκειμένη περίπτωση παράνομα και υπαίτια με συνέπεια η ίδια να μην ενέχεται έναντι των αναιρεσιβλήτων από αδικοπραξία και β) ότι εν πάση περιπτώσει το συντρέχον πταίσμα του παθόντος στην πρόκληση της ζημίας σε βάρος του ανέρχεται σε ποσοστό μεγαλύτερο αυτό που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη αφορά στην εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 562 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 439/2019).
5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδάφιο α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 5/2023).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ ΑΠ 12/2000, Ολ. ΑΠ 2/2001). Ο λόγος είναι ορισμένος, όταν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το δικονομικό απαράδεκτο που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο.
Ειδικότερα πρέπει να αναφέρεται ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε και ο τρόπος με τον οποίον παραβιάστηκε (ΑΠ 510/2021). Από τη διάταξη εξάλλου του άρθρου 914 ΑΚ που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης για αποζημίωση είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος, δηλαδή ζημίας.
Από τη διάταξη περαιτέρω του άρθρου 937 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "[η] απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά από πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση (...)" συνάγεται ότι γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (...).
Η παραγραφή εξάλλου της αξίωσης κατά του προστήσαντος αρχίζει, όταν ο δικαιούχος της αποζημίωσης ή της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης γνωρίζει τα περιστατικά που προκάλεσαν τη ζημία, δηλαδή τη συγκεκριμένη ζημιογόνο παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (ορισμένη πράξη ή παράλειψη) του προστηθέντος του, ο οποίος διέπραξε την αδικοπραξία, έστω και αν δεν προσδιορίζεται ή δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί το πρόσωπό του, επειδή αυτά τα περιστατικά αποτελούν τον νόμιμο λόγο ευθύνης όχι μόνο του προστηθέντος αλλά και του προστήσαντος (...), (ΑΠ 41/2023).
Στον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ερμήνευσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 και 937 ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμοί 1 και 14 και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, επειδή δέχθηκε εσφαλμένως ότι η έναρξη της παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν υποχρέωση ορισμένου προσώπου, δράστη ή τρίτου, σε αποζημίωση.
Η αναιρεσείουσα επικαλείται ειδικότερα ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εσφαλμένως δέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση η παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων εναντίον της άρχισε στις αρχές Οκτωβρίου του έτους 2004, όταν, δηλαδή, οι αναιρεσίβλητοι είχαν λάβει γνώση και των περιστατικών που θεμελίωναν την υποχρέωσή της να καταβάλει σε αυτούς χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, μολονότι, όπως είχε επικαλεσθεί η ίδια και ενώπιόν του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 591 παράγραφος 1, 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, 914, 932 και 937 ΑΚ), η παραγραφή τους είχε αρχίσει στις ..., όταν οι αναιρεσίβλητοι πληροφορήθηκαν ότι ο συγγενής τους είχε θανατωθεί από το ένδικο ατύχημα και ότι φορέας της επίδικης έννομης υποχρέωσης ήταν η ίδια, όπως ειδικότερα αναφέρει σε αυτόν.
Από το σύνολο των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει επίσης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι η παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας άρχισε από την αρχή του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2004, επειδή τότε οι ενάγοντες είχαν λάβει πλήρη γνώση και των συγκεκριμένων υπαιτίων και παρανόμων παραλείψεων των προστηθέντων της εναγομένης που τελούσαν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη θανάτωση του συγγενή τους από το ένδικο ατύχημα και οι οποίες ειδικότερα συνίσταντο :
α) στο ότι ο μηχανοδηγός του συρμού είχε λάβει θέση στο αριστερό χειριστήριο της μηχανής με μέτωπο προς της επιβατάμαξες και πλάτη προς το εμπρόσθιο μέρος του, β) στο ότι μπροστά από την αμαξοστοιχία δεν υπήρχε κλειδούχος και, τέλος, γ) στο ότι ο μηχανοδηγός δεν είχε κάνει χρήση των ηχητικών οργάνων προειδοποίησης που είχε η αμαξοστοιχία και ότι, περαιτέρω, από το χρονικό εκείνο σημείο έως και την επίδοση της ένδικης αγωγής τους στην εναγομένη στις 30-9-2009 δεν είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από πέντε (5) έτη με αποτέλεσμα να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων που είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα για να απαντήσει στην αγωγή εναντίον της.
Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως απόφαση ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 και 937 ΑΚ, επειδή, όπως συνάγεται από το συνδυασμό τους, η παραγραφή αξίωσης από αδικοπραξία αρχίζει από τότε που ο δικαιούχος (και) της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης έλαβε πλήρη γνώση - εκτός άλλων - και των συγκεκριμένων υπαιτίων και παρανόμων παραλείψεων οι οποίες προκάλεσαν αιτιωδώς τη θανάτωση μέλους της οικογένειάς του, διότι έκτοτε νοείται πλήρης γνώση του υποχρέου σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και όχι, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα, μόνον του γεγονότος του θανάτου και της ταυτότητας του προσώπου που ενέχεται σε αποκατάσταση της ζημίας.
Το Μονομελές Εφετείο επομένως με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ και με το δεδομένο αυτό ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η αναιρεσείουσα περαιτέρω δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ποιο δικονομικό απαράδεκτο ή ακυρότητα κήρυξε ή δεν κήρυξε στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας με συνέπεια ο ίδιος λόγος αναίρεσης στο μέτρο που επιχειρείται να θεμελιωθεί και στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ να πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 216 παράγραφος 1 α και 566 παράγραφος 1 ΚΠολΔ). 6.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ - που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος - προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται σε αυτή ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή, όταν όσα εκτίθενται δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται με αποτέλεσμα να αποδυναμώνουν με τον τρόπο αυτό την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (...).
Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019) (Ολ. ΑΠ 15/2006). Ο λόγος αναίρεσης εξάλλου με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ) είναι ορισμένος, όταν περιλαμβάνει πλην της μνείας της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα που φέρεται ως παραβιασθείσα, α) τις κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών, β) τον ισχυρισμό ως προς τον οποίο υπάρχει έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) την εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνον της έλλειψης, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή, τέλος, αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει (ΟλΑΠ 32/1996, Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 57/2023).
Στον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 και 937 ΑΚ και συνεπώς υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, επειδή περιλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η αναιρεσείουσα ειδικότερα επικαλείται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την έναρξη και τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων εναντίον της με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός της ορθής ή μη υπαγωγής της ελάσσονος πρότασης του δικανικού της συλλογισμού στις διατάξεις των άρθρων 914, 932 και 937 ΑΚ, όπως ειδικότερα επικαλείται σε αυτόν.
Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρεται - κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ανεπάρκεια αιτιολογιών για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης - είναι αόριστος και πρέπει επομένως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει σε αυτόν ποιες επιπλέον αιτιολογίες θα έπρεπε να είχε περιλάβει η αναιρεσιβαλλομένη στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού για να καταλήξει στο αποδεικτικό της συμπέρασμα ότι από τις αρχές Οκτωβρίου του έτους 2004 - όταν, δηλαδή, οι αναιρεσίβλητοι πληροφορήθηκαν ότι το ένδικο θανατηφόρο ατύχημα που έλαβε χώρα στις ...
είχε προκληθεί, επειδή, πρώτον, ο μηχανοδηγός του συρμού είχε λάβει θέση στο αριστερό χειριστήριο της μηχανής με μέτωπο προς της επιβατάμαξες και πλάτη προς το εμπρόσθιο μέρος του, δεύτερον, μπροστά από την αμαξοστοιχία δεν υπήρχε κλειδούχος και, τέλος, τρίτον, ο μηχανοδηγός δεν είχε κάνει χρήση των ηχητικών οργάνων προειδοποίησης που είχε αμαξοστοιχία - έως και την επίδοση της αγωγής τους εναντίον της (30-9-2009) δεν είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από πέντε (5) έτη με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή και να κάνει για το λόγο αυτό δεκτή την έφεσή τους.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης - κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της ως προς το ζήτημα που προαναφέρθηκε - είναι επίσης αόριστος και πρέπει επομένως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει ποιες είναι οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης που αντιφάσκουν μεταξύ τους ως προς το ζήτημα πότε είχαν γεννηθεί οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων εναντίον της και επομένως πότε είχε αρχίσει και πότε είχε παρέλθει ο χρόνος για την παραγραφή τους με συνέπεια να κάνει δεκτή την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι με την παραδοχή ότι η ένσταση παραγραφής των αξιώσεών τους - την οποία είχε προβάλει για να απαντήσει στην ένδικη αγωγή εναντίον της - αποδείχθηκε ουσιαστικά αβάσιμη (άρθρα 566 παράγραφος 1, 559 αριθμός 19, 573 παράγραφος 1, 106, 216 παράγραφος 1 α, 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, 914, 932 και 937 ΑΚ).
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που είχαν παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 11-2-2020 και είχαν καταθέσει προτάσεις μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 παράγραφος 1, 191 παράγραφος 2 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-5-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ