Supreme Court dismisses appeal against appellate court rejection of claim for damages due to non-performance of property transfer obligation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the heirs against the Thessaloniki Court of Appeals' decision rejecting their claim for damages. The appellants argued that the debt recognition was invalid, but the court found the lower court correctly established that the debt was acknowledged through repeated oral statements and a private agreement. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible on the merits and ordered the appellants to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216, 260 of the Civil Code; Article 561, No. 1 of the Code of Civil Procedure: A court's assessment of factual circumstances constituting recognition of a debt is irrevocably binding and cannot be overturned on appeal if supported by clear and consistent reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 513 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 513/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. θυγατέρας Ε. Φ., 2) Α. Κ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη που ανακάλεσε την από 6/3/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο και από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Μαμαλούγκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ο. Ε. με την επωνυμία "Α… και Γ. Λ. – Ο. Ε ΟΕ", που εδρεύει στην Β. και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Διαμαντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/ΤΠ/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1529/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/5/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Μουζάκη ανέγνωσε την από 22/2/2019 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Θωμά Γκατζογιάννη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθ. 1529/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση, που είχαν ασκήσει οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείσοντες, κατά της με αριθ. 176/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η από 1.6.2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης για καταβολή αποζημίωσης, λόγω της ανυπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης από τους τέταρτη και πέμπτο εναγόμενους (ως προς τους οποίους εισήχθη η αγωγή) και ήδη αναιρεσείοντες την, δυνάμει προσυμφώνου, υποχρέωσή τους για μεταβίβαση του αναφερόμενου ακινήτου . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 2 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος, στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 529/2015, ΑΠ1233/2012). Εξάλλου, τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με το παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενο περιεχόμενο του δικογράφου της από 1-6-2008 αγωγής της αναιρεσίβλητης υπό εκκαθάριση Ο.
Ε. με την επωνυμία "Αφοί Ν.και Γ.Λ- Ο. Ε. ΟΕ", η τελευταία ιστορούσε ότι με το δικαιοπάροχο των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Χ. Κ., συμφώνησαν να της μεταβιβάσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, το αναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου ακινήτου, αντί τιμήματος 4.345.000 δραχμών, το οποίο η ενάγουσα εξόφλησε ολοσχερώς και καταρτίστηκε το με αριθ.
… προσύμφωνο πώλησης του συμβολαιογράφου Β. Χ. Π.. Ότι το επίδικο ακίνητο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά και το Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε την καθορισθείσα οριστική αποζημίωση ποσού 1.000 δραχμών ανά τετραγωνικό μέτρο, στους εναγόμενους, αναγνωρισθέντες δικαιούχους της αποζημίωσης, ως κληρονόμους του αποβιώσαντος στις 23-10-2001 Χ.
Κ., κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας. Ότι, εξαιτίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, συντρέχει ανυπαίτια αδυναμία στο πρόσωπο των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων , να εκπληρώσουν την εκ του προσυμφώνου υποχρέωσή τους και να μεταβιβάσουν με συμβόλαιο την κυριότητα του πωληθέντος. Για το λόγο αυτό ζήτησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες να της καταβάλουν το περιελθόν σ' αυτούς ποσό της αποζημίωσης από την αναγκαστική απαλλοτρίωση.
Με το ως άνω περιεχόμενο, η αγωγή διαλαμβάνει με επάρκεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την πλήρη συγκρότηση της ιστορικής της βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται ο χρόνος και ο τρόπος της καταβολής του τιμήματος , αφού δεν είναι στοιχείο που απαιτείται για τη στήριξη της αξίωσης της ενάγουσας, αλλά θα μπορούσε η μη καταβολή να θεμελιώσει σχετικά εξ αυτής δικαιώματα του πωλητή ή των κληρονόμων του.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι η αγωγή αυτή ήταν πλήρως ορισμένη και απέρριψε σχετικό περί αοριστίας ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια με τη μη απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη στις παραδοχές της αναφέρει ότι το τίμημα της πώλησης που συμφωνήθηκε με το προσύμφωνο, για την πώληση του ιδανικού μεριδίου του ακινήτου, από 4.345.000 δραχμές, εξοφλήθηκε πλήρως από την αγοράστρια, όμως, παρεκτός του ότι, αναφέρει στη συνέχεια το χρόνο και τον τρόπο της εξόφλησης, η αναφορά αυτή γίνεται όχι σε απάντηση επί σχετικής ενστάσεως απόσβεσης της σχετικής αξίωσης του πωλητή, ώστε να απαιτείται η αναφορά των στοιχείων που απαιτούνται, σύμφωνα με το άρθρο 416 ΑΚ, αλλά κατά την παράθεση του αποδειχθέντος ιστορικού της υπόθεσης και έτσι δεν απαιτούνταν να εκτίθενται περισσότερα στοιχεία περί της καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος.
Η σχετική συνεπώς, αιτίαση των αναιρεσειόντων, στηρίζεται ως προς τούτο σε εσφαλμένη βάση. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικά με το ορισμένο της αγωγής, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006).
Αντίθετα, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, οι κρίσεις και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή γιατί δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 807/2015, ΑΠ 493/2015).
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007).
Η αντιφατικότητα μπορεί να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 5/1994). Ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.
Κατά μείζονα λόγο ανεπάρκεια υπάρχει, όταν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, όχι όμως και όταν περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 526/2006). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 2090/2017, ΑΠ 255/2010).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 270/2015). Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των συναφών αιτημάτων πραγματικά περιστατικά.
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 493/2015, ΑΠ 49/2012).
IV. Κατά την έννοια του άρθρου 166 του ΑΚ το προσύμφωνο, είναι η σύμβαση με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, σύμφωνα με τους όρους που έχουν καθοριστεί. Πρόκειται για τέλεια, αυθύπαρκτη και αυτοτελή σύμβαση, που δημιουργεί υποχρέωση για κατάρτιση της οριστικής σύμβασης και υπόκειται στον τύπο που ο νόμος ορίζει για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί. (ΑΠ 708/2016).
Η αθέτηση της υποχρέωσης σύναψης της οριστικής σύμβασης, μπορεί να θεμελιώσει υποχρέωση αποζημίωσης λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως της παροχής από την οριστική σύμβαση, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 380 επ. ΑΚ (ΑΠ 152/2001, ΑΠ 58/1997, ΑΠ 1131/1976). Εξάλλου, στα άρθρα 513 και 514 του ΑΚ ορίζεται ότι ο πωλητής έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα του πράγματος και να παραδώσει αυτό ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου, ενώ στο άρθρο 516 του ΑΚ ορίζεται, επίσης, ότι αν ο πωλητής δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, ο αγοραστής έχει όσα δικαιώματα έχει ο δανειστής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και ιδίως σε περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι αν ο πωλητής δεν εκπληρώνει τις επιβαλλόμενες σε αυτόν υποχρεώσεις λόγω αδυναμίας παροχής, την οποία συνιστούν τόσο η έλλειψη κυριότητας σε αυτόν που προσυμφώνησε την πώληση, όσο και η απώλεια αυτής πριν την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις των άρθρων 380 και 382 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες ο αγοραστής δικαιούται, πλην άλλων, να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 330 επ., 335 επ., 362 επ., και 380 επ.
του ΑΚ (ΑΚ 590/2017, ΑΠ 568/2014). Οι διατάξεις, εξάλλου, των άρθρων 380 επ. ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται επί των αμφοτεροβαρών συμβάσεων (όπως είναι και η από το προσύμφωνο σύμβαση) και ρυθμίζουν όχι μόνο τις συνέπειες της ανώμαλης εκπλήρωσης της ενοχής, αλλά και της τύχης της αντιπαροχής, δεν αποκλείουν την εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 335 επ.
ΑΚ στην έκταση που δεν είναι ασυμβίβαστες με τον ανταλλακτικό χαρακτήρα αυτών. Επομένως, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης της από το προσύμφωνο αναληφθείσας υποχρέωσης του οφειλέτη πωλητή να μεταβιβάσει ακίνητο, ο από το προσύμφωνο δανειστής (αγοραστής) δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 335 ΑΚ ή το περιελθόν, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 2090/2017).
Από το άρθρο 380 ΑΚ προκύπτει, η ανυπαίτια αδυναμία παροχής έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή αμφοτέρων των συμβαλλομένων. Η απαλλαγή αυτή είναι άμεση και οριστική εάν δεν υπάρχει "αναπλήρωμα" της αδύνατης παροχής. Εάν επομένως υπάρχει τέτοιο "αναπλήρωμα" (ό, τι δηλαδή περιήλθε στον άλλο εξ αιτίας του γεγονότος της αδυναμίας) η ενοχή αμφοτέρων των συμβαλλομένων εξακολουθεί να υπάρχει μέχρις ότου ο δανειστής δηλώσει ότι αποκρούει το αναπλήρωμα, οπότε και αυτή αποσβήνεται, αντίθετα δε παραμένει σε ισχύ εάν ο δανειστής απαιτήσει το αναπλήρωμα.(ΑΠ 927/1988).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 297 ΚΠολΔ, η παραίτηση κατά το άρθρο 296 ΚΠολΔ από το αγωγικό δικαίωμα, γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό του πληρεξούσιο για την πιστοποίηση της διαδικαστικής πράξης παραίτησης, δηλαδή και η εξώδικη δήλωση η οποία, κατ' αρθ. 118 του ΚΠολΔ, επιδίδεται από το δηλούντα διάδικο στον αντίδικό του (ΑΠ 834/2005).
Με τη διάταξη αυτή ορίζονται αποκλειστικά οι τρόποι, με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την αγωγή. Οι τρόποι αυτοί δεν μπορούν ν' αναπληρωθούν με μονομερή δήλωση του παραιτούμενου διαδίκου, που παραδίδεται στον αντίδικο, χωρίς επίδοση ή με σύμβαση, με την οποία οι διάδικοι επιλύουν συμβιβαστικά τη διαφορά τους, ούτε, όμως, με τις προτάσεις της συζήτησης, οι οποίες απλώς κατατίθενται στη γραμματεία, αλλά δεν επιδίδονται στον αντίδικο του παραιτουμένου (ΟλΑΠ 1187/1981, ΑΠ 191/2001, ΑΠ 1151/1984, ΑΠ 723/1984, ΑΠ 1353/1983).
Από τις διατάξεις των άρθρων 216, 249 και 229 ΑΚ, που εφαρμόζονται αναλόγως και επί διαχειριστών και εκπροσώπων προσωπικών εταιριών, με νομική προσωπικότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68 παρ. 2 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση που συνομολογείται από κάποιον ως αντιπρόσωπο άλλου χωρίς πληρεξουσιότητα ή καθ' υπέρβαση αυτής είναι ανίσχυρη έναντι του αντιπροσωπευθέντος που αποκρούει και δεν εγκρίνει αυτήν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεώς του, δεν το δεσμεύει (ΑΠ 148/2013). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 96 παρ. 1 και 2, 97 παρ. 1, 98 εδ. β', 104, 122 παρ. 1 και 123 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε περίπτωση που η παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής γίνεται από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος υπογράφει το δικόγραφο της ως άνω παραίτησης και την παραγγελία προς επίδοση αυτού στο δικαστικό επιμελητή, αυτός πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία μάλιστα, προκειμένης παραίτησης από το δικαίωμα, που ασκήθηκε με την αγωγή, πρέπει να είναι ειδική.
Εξάλλου, ναι μεν η παραίτηση από το πιο πάνω δικαίωμα που ασκήθηκε ήδη με αγωγή προϋποθέτει την ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας προς το δικηγόρο, ο οποίος προβαίνει στη σχετική δήλωση μέχρι την ολοκλήρωσή της, περιλαμβανομένης και της επίδοσής της, εφόσον η παραίτηση έχει περιληφθεί σε εξώδικη δήλωση ή άλλο δικόγραφο, πλην όμως η από την έλλειψη αυτή επερχόμενη ακυρότητα θεραπεύεται, όπως και για την οποιαδήποτε άσκηση δικαιώματος δικονομικού, δια της, εκ των υστέρων, έγκρισης των γινομένων πράξεων από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, με αποτέλεσμα η δηλωθείσα παραίτηση εκ μέρους δικηγόρου από του δικαιώματος να ισχυροποιείται αναδρομικώς (ΟλΑΠ 15/2008, ΑΠ 138/2014, ΑΠ 1817/2012).
Η έγκριση αυτή που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας μπορεί να γίνει ρητώς ή και σιωπηρώς και ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1179/1989, ΑΠ 298/1986), ενώ η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και επί διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 1315/1982). Εφόσον η σχετική δήλωση για την παραίτηση από το δικαίωμα γίνεται κατά τους τύπους του άρθρου 297 ΚΠολΔ, δηλαδή με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά ή με δικόγραφο κοινοποιούμενο προς τον αντίδικο του παραιτούμενου, επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος, που δεν μπορεί πλέον να προταθεί στο μέλλον με άλλη αγωγή.
Εφόσον δε η παραίτηση έχει δηλωθεί χωρίς να τηρηθεί ο τύπος, είτε μονομερώς, είτε στο πλαίσιο μιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 454 ΑΚ), θεμελιώνει καταχρηστική καταλυτική της αγωγής ένσταση, ήτοι ένσταση στηριζομένη σε απλά πραγματικά γεγονότα που προβάλλονται κατά του δικαιώματος, γιατί αυτό μετεγενεστέρως καταλύθηκε, που συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής κατ' ουσίαν (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 1922/2005, ΑΠ 1290/2002).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 211 Α.Κ. δήλωση βούλησης από κάποιο (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης
ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 160, 200, 216, 217, 218, 219, 223, 232 ΑΚ, προκύπτει, ότι η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα.
Εξάλλου, η πληρεξουσιότητα υπόκειται σαν δικαίωμα στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 Α.Κ. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας όταν οι επιχειρηθείσες από τον πληρεξούσιο πράξεις εμπίπτουν τυπικά μέσα στα όρια της πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευόμενου ή το σκοπό για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη ο αντιπροσωπευόμενος, την αντίθεση αυτή προς το συμφέρον του αντιπροσωπευόμενου και τον σκοπό της πληρεξουσιότητας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο τρίτος, με τον οποίο συνηλλάγη ο πληρεξούσιος.
Η από τον πληρεξούσιο με την δοθείσα πληρεξουσιότητα κατά κατάχρηση δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση τελούμενη δικαιοπραξία αντίκειται στο νόμο και είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ (ΑΠ 1818/2014, ΑΠ 99/2001, ΑΠ 1150/1997, ΑΠ 447/1987, ΑΠ 1228/1987, ΑΠ 466/1977). Συνακόλουθα από τις ανωτέρω διατάξεις συνδυαζόμενες και προς εκείνες των αρ. 68 παρ. 1 εδ. 1 και 2, 70, 756, 757 και 777 επ.
ΑΚ προκύπτει ότι αν ο διαχειριστής ή ο εκκαθαριστής προσωπικής εταιρίας ενήργησε μεν μέσα στα πλαίσια του εταιρικού σκοπού ή της εν γένει διαχειριστικής ή εκκαθαριστικής και εκπροσωπευτικής του εξουσίας, αλλά έκανε κατάχρηση των εξουσιών του υπό την προαναφερόμενη σημασία, διότι ενήργησε πράξεις προφανώς επιζήμιες για την εταιρία, η εταιρία δεν δεσμεύεται, αν αποδειχθεί συμπαιγνία μεταξύ του διαχειριστή ή του εκκαθαριστή και του τρίτου ή άλλως αν ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η ενάγουσα με την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 952/1996 αγωγή της την οποία απηύθυνε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, Χ.
Κ., ζητούσε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από το με αριθμό … προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Β. Χ. Π., και να της μεταβιβάσει το αγορασθέν από αυτήν, εξ αδιαιρέτου επί του αναφερομένου σ' αυτό ακινήτου, άλλως να της επιδικαστεί η αναφερόμενη στο αιτητικό της αγωγής, αποζημίωση.
Εντολείς του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας, για την άσκηση της αγωγής αυτής, ήταν οι αδελφοί Ν. και Γ. Λ., οι οποίοι, όπως εξέθεταν στο δικόγραφο, ενεργούσαν ως μόνα ομόρρυθμα μέλη, εκπρόσωποι και διαχειριστές της ενάγουσας. Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω από κοινού με τον Γ. Γ. ήταν ομόρρυθμα μέλη της εταιρίας "N. Λ.
και Σ. ΟΕ. -Εισαγωγές- εξαγωγές και Ε. Κ." με διακριτικό τίτλο "Κ… ΟΕ", η οποία, με την 129/ΕΠ/26.5.1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, συμπαρασύροντας σε αυτόθροη πτώχευση και τα ομόρρυθμα μέλη αυτής, μεταξύ των οποίων και τους ομορρύθμους εταίρους της ενάγουσας.
Συνεπώς λόγω της αναγκαστικής πτωχεύσεως των μελών της επήλθε, από 26.5.1995, η λύση της ενάγουσας εταιρίας "Αφοί Ν και Γ Λ… Ο… Ε… Ο.Ε", η οποία έκτοτε τέθηκε σε κατάσταση εκκαθαρίσεως. Κατά την άσκηση, δε, της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 952/1996 αγωγής οι φερόμενοι ως διαχειριστές της ενάγουσας της άνω αγωγής, δεν είχαν εξουσία εκπροσωπήσεώς της, ούτε δυνατότητα να χορηγήσουν εντολή για άσκηση της αγωγής. Την 7.4.1997, εκκρεμούσης της συζητήσεως της άνω αγωγής, οι άνω πτωχεύσαντες εταίροι της ενάγουσας, με την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1480/7.4.1997, δήλωσή τους, που απευθύνετο προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, αποκρύπτοντες εκ νέου, την αναγκαστική λύση της ενάγουσας, δηλούντες ότι ενεργούν ως διαχειριστές αυτής, προέβησαν σε παραίτηση από το δικόγραφο αλλά και από το δικαίωμα της με αριθμό 952/1996 αγωγής. Η δήλωση αυτή, έγινε με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στο δικαστήριο, αλλ' ουδέποτε επιδόθηκε στους αντιδίκους, της ενάγουσας και συνεπώς ενόψει του ότι δεν ήταν νομότυπη, γιατί δεν έγινε με έναν από τους αποκλειστικά οριζόμενους, στο άρθρο 297 ΚΠολΔ, τρόπους, δεν επέφερε τις συνέπειες της παραίτησης. Πλέον αυτού επειδή η πτώχευση των εταίρων της ενάγουσας Ο. Ε., επέφερε τη λύση της, αυτοί δεν είχαν πλέον εξουσία εκπροσωπήσεώς της. Το αυτό ισχύει και για τον σύνδικο της πτωχεύσεως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Συνεπώς η παραίτηση, ως δικαιοπραξία που είχε καταρτισθεί επ' ονόματι της ενάγουσας εταιρίας, από φυσικά πρόσωπα, (πρώην εταίρους), τα οποία δεν είχαν εξουσία εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της δεν την δεσμεύει. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ενόψει της συζητήσεως της υποθέσεως ο πληρεξούσιος της ενάγουσας κατέθεσε τις από 28.9.1998 προτάσεις στις οποίες ο πληρεξούσιος της ενάγουσας δήλωνε ότι παραιτείται από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής.
Σημειωτέον ότι τις άνω προτάσεις προσυπέγραψε και ο Π. Τ., ο οποίος με την 57/ΕΜ/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, είχε ορισθεί ως δικαστικός εκκαθαριστής της ενάγουσας. Αλλά και αυτή η παραίτηση δεν ήταν νομότυπη δεδομένου ότι δεν έγινε με κάποιον από τους προβλεπόμενους στη διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ τρόπους και συνεπώς θεωρείται ανίσχυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη.
Άλλο είναι το θέμα του μερικού περιορισμού του αιτήματος, που γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, που γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, διάταξη, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ιδίου Κώδικος, και αφορά μόνο στον περιορισμό και όχι στην παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής".
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 294, 296, 297, 96, 97, 98, 104, 122, 123 ΚΠολΔ, 61, 65, 67, 68, 70 72, 775, 777 και 778 επ. ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, διέλαβε δε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την μη δέσμευση της αναιρεσίβλητης από την παραίτηση των Ν.
και Γ. Λ. από το ασκούμενο με την ένδικη αγωγή δικαίωμα, είτε με την 1480/7.4.1997 δήλωσή τους, είτε με τη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης στις από 28.9.1998 προτάσεις, τις οποίες συνυπέγραφε και ο εκκαθαριστής αυτής Π. Τ.. Τούτο διότι, ορθά δέχεται η προσβαλλόμενη ότι η από 1480/7.4.1997 δήλωση των πτωχευσάντων ομόρρυθμων εταίρων της αναιρεσίβλητης, αφού αυτοί δεν είχαν εξουσία εκπροσώπησής της, δεν επέφερε ως αποτέλεσμα την απόσβεση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, που ασκείται ήδη με την υπό κρίση αγωγή.
Τούτο δε στηρίζει το σχετικό διατακτικό της απόφασης ως προς το σχετικό τμήμα της, ανεξάρτητα από την ορθότητα ή μη του αποδιδόμενου σφάλματος ως προς την άλλη παραδοχή, που επίσης στηρίζει το ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή την μη επίδοση της έγγραφης δήλωσης περί της παραίτησης στους αναιρεσείοντες. Πέραν δε τούτου ορθά δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι και η περιεχόμενη στις από 28.9.1998 προτάσεις, όμοια περί παραίτησης από το δικαίωμα δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, ανεξάρτητα αν προσυπογράφεται και από τον εκκαθαριστή αυτής, δεν είναι ισχυρή για να επιφέρει το ανωτέρω αποτέλεσμα της απόσβεσης της αγωγικής αξίωσης, αφού δεν έγινε με κάποιον από τους περιοριστικά προβλεπόμενους, κατά τα άρθρα 296 και 297 ΚΠολΔ, για την παραίτηση από δικαίωμα τρόπους, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και το να περιέχεται αυτή στις προτάσεις που καταθέτει ο παραιτούμενος.
Εξάλλου, η υπογραφή του εκκαθαριστή στις προτάσεις που κατέθεσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης για την υπόθεση, αποτελεί έγκριση των δικών του πράξεων που τυχόν πάσχουν από την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, όπως είναι η άσκηση της αγωγής, ή την έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής πληρεξουσιότητας για τη δηλούμενη με τις προτάσεις παραίτηση από το δικαίωμα, όχι, όμως και έγκριση της παραίτησης, στην οποία είχαν προβεί με την 1480/7.4.1997 δήλωσή τους οι εταίροι της αναιρεσίβλητης.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί το απαράδεκτο της παραίτησης, ούτε στην πλημμέλεια εκ του αρ. 8 του ιδίου άρθρου, αφού δέχθηκε ότι έλαβε υπόψη της και έκρινε τον ισχυρισμό περί της έγκρισης της γενομένης με τις προτάσεις παραίτησης, ανεξάρτητα από το ότι κατέληξε σε διαφορετικό με το υποστηριζόμενο από τους αναιρεσείοντες αποτέλεσμα, οι δε σχετικοί, όπως εκτιμώνται , με το ζήτημα τούτο της παραίτησης από το δικαίωμα, λόγοι της αναίρεσης από τους αριθ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που περιλαμβάνονται στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αυτής , είναι αβάσιμοι.
V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 1202/2008). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 493/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο και υπό τον αριθμό 1 λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη της, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος, την 1480/7.4.1997 δήλωση της αναιρεσίβλητης, επικυρωμένο αντίγραφο της οποίας είχαν προσκομίσει με επίκληση στο Εφετείο, επί του οποίου είχε καταχωρηθεί βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή Η.
Σ. περί επίδοσής της στο δικαιοπάροχο αυτών και, μη λαμβάνοντας υπόψη το έγγραφο τούτο, κατέληξε ότι δεν είχε γίνει έγκυρη παραίτηση της αναιρεσίβλητης από το ασκούμενο ήδη με την αγωγή δικαίωμα αυτής, όπως σαφώς είχε δηλώσει στην ως άνω δήλωση, με συνέπεια να γίνει δεκτή η σε βάρος τους ένδικη αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη την πιο πάνω δήλωση και μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά και εκτίμηση αυτής, καταλήγοντας (το Εφετείο) ότι δεν ασκήθηκε νομότυπα και δεν επέφερε τις έννομες συνέπειές της.
VI. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει (ΑΠ 516/2016).
Παραμόρφωση με την έννοια της πιο πάνω διάταξης είναι και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για το αποδεικτέο γεγονός (ΑΠ 886/2008, ΑΠ 2225/2007). Ο αναιρεσείων έχει υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο αυτό στον Άρειο Πάγο, προκειμένου να διαπιστωθεί, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, το ακριβές περιεχόμενο αυτού, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1348/2017, ΑΠ 205/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης, προσάπτουν στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προσκομισθέντος νόμιμα με επίκληση αντιγράφου της με αριθ.1480/7-4-1997 δήλωσης της αναιρεσίβλητης, αφού παρέλειψε να αναγνώσει την καταχωρημένη στην πρώτη σελίδα αυτού με ημερομηνία 7-4-1997 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή Η.
Σ., περί επίδοσης της δήλωσης αυτής στο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, καταλήγοντας, συνεπεία αυτής της παράλειψης, σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα περί μη νομότυπης παραίτησης της αναιρεσίβλητης από το ασκούμενο με την ένδικη αγωγή δικαίωμα και εν τέλει σε ουσιαστική παραδοχή της εναντίον τους αγωγής.
Όμως με τις προδιαληφθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε δεκτό ότι η με αριθ. 1480/7-4-1997 δήλωση των πτωχευσάντων εταίρων της αναιρεσίβλητης, επειδή δεν είχαν εξουσία εκπροσώπησης, δεν επέφερε ως αποτέλεσμα την απόσβεση του δικαιώματος, που ασκήθηκε με την υπό κρίση αγωγή. Η παραδοχή αυτή στηρίζει το σχετικό διατακτικό της απόφασης ως προς το σχετικό τμήμα της, ανεξάρτητα από την ορθότητα ή μη του αποδιδόμενου σφάλματος ως προς την άλλη παραδοχή, που επίσης στηρίζει το ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή ότι δεν επιδόθηκε η έγγραφη δήλωση περί της παραίτησης από το δικαίωμα της αγωγής στον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Χ.
Κ.. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος ως αβάσιμος.
VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, η άφεση χρέους, η οποία είναι σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, με την οποία ο πρώτος παραιτείται από την ενοχική αξίωση που έχει κατά του δευτέρου, έχει ως αποτέλεσμα την άμεση απόσβεση της ενοχής.
Έτσι, ο δανειστής δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει το δικαίωμα που πηγάζει απ' αυτήν την ενοχή. Αν δε, παρόλα αυτά, το ασκήσει αποκρούεται επιτυχώς με την από το άρθρο αυτό (454 ΑΚ) παρακωλυτική της άσκησης του δικαιώματος σχετική ένσταση. Η σύμβαση δε αυτή περί αφέσεως χρέους καταρτίζεται με άτυπη δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να γίνει ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη, όπως συμβαίνει με κάθε απαλλοτρίωση περιουσίας και μάλιστα με κάθε παραίτηση από δικαίωμα (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 426/2004).
Από το συνδυασμό δε της άνω διάταξης και εκείνης του άρθρου 156 ΑΚ προκύπτει ότι η δήλωση παραίτησης από δικαιώματος φέρει το χαρακτήρα άφεσης χρέους, με την οποία επέρχεται απόσβεση της ενοχής και είναι επιτρεπτή όταν αφορά απαλλοτριωτό δικαίωμα (ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 446/1988). Εφόσον η άφεση χρέους είναι σύμβαση, για τη σύναψή της πρέπει ο οφειλέτης να αποδεχθεί την παραίτηση του δανειστή.
Η σιωπηρή παραίτηση, ως συνιστώσα εκποιητική δικαιοπραξία, πρέπει να είναι σαφής και αναμφίβολος, όπως κάθε απαλλοτρίωση περιουσίας και μάλιστα όπως κάθε παραίτηση από δικαιώματος και δεν είναι δυνατόν να τεκμαίρεται. Λόγω δε της προφανούς ωφελείας που έχει γι' αυτόν μια τέτοια σύμβαση, ο οφειλέτης συνήθως δεν έχει λόγο να αποκρούσει τη σχετική πρόταση του δανειστή.
Έτσι η σιωπή του εδώ πιο εύκολα θα ερμηνευθεί σαν αποδοχή της άφεσης χρέους, πράγμα που σημαίνει περαιτέρω ότι με την πάροδο εύλογης προθεσμίας, εντός της οποίας ο οφειλέτης θα μπορούσε να αρνηθεί την αποδοχή της πρότασης του δανειστή και δεν την αρνήθηκε, συνάπτεται η σύμβαση άφεσης χρέους και δεν είναι δυνατή εντός του εύλογου χρόνου η ανάκληση της πρότασης από το δανειστή.
Οπωσδήποτε, όμως, άφεση χωρεί μόνον επί χρέους υπαρκτού και γνωστού στο δανειστή κατά το χρόνο που διατυπώνεται η σχετική δήλωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και τα εξής: "Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, όσον αφορά στον ισχυρισμό περί αφέσεως χρέους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Την 1-4-1997, οι αδελφοί Ν. και Γ. Λ., ισχυριζόμενοι ότι ενεργούσαν ως μόνα ομόρρυθμα μέλη, εκπρόσωποι και διαχειριστές της ενάγουσας, υπέγραψαν το από 1-4- 1997 ιδιωτικό συμφωνητικό με τον Χ. Κ., με το οποίο αποδέχθηκαν να λάβουν ποσό 9.145.390 δραχμών, για λογαριασμό της τελευταίας, το οποίο είχε ορισθεί ως αποζημίωση για συντελεσθείσα απαλλοτρίωση, για μικρό τμήμα του ακινήτου, το οποίο προσυμφώνησε να αγοράσει η ενάγουσα, και αντιστοιχούσε σε ποσοστό 11,334/250 ενώ για το υπόλοιπο εξ αδιαιρέτου ποσοστό της, δήλωναν ότι παραιτούντο από κάθε απαίτηση έναντι του πωλητή.
Η διαλαμβανομένη στο συμφωνητικό αυτό, άφεση χρέους είναι απολύτως άκυρη, αφού η υπογραφή των ομορρύθμων μελών της υπό εκκαθάριση ενάγουσας εταιρίας, δεν την δέσμευε, αφού οι ανωτέρω λόγω της πτωχεύσεώς των, είχαν απωλέσει την εξουσία εκπροσωπήσεώς της. Ομοίως δεν ισχύει ως άφεση χρέους και δεσμεύει την ενάγουσα και η παραίτηση, από το δικαίωμα της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 952/1996 αγωγής, με το με αριθμό καταθέσεως 1480/7-4-1997 δικόγραφο, γιατί η παραίτηση αυτή διενεργήθηκε κατόπιν εντολής των πτωχευσάντων ομορρύθμων εταίρων της προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο, που αυτοί διόρισαν, οι οποίοι κατά τα ανωτέρω δεν είχαν εξουσία εκπροσωπήσεως της εταιρίας.
Τέλος όσον αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα της άνω αγωγής, που διαλαμβάνεται στο δικόγραφο των προτάσεων της ενάγουσας, που κατατέθηκαν, κατά τη συζήτηση της άνω αγωγής, και συνυπογράφησαν εκτός από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και από τον εν τω μεταξύ διορισθέντα δικαστικό εκκαθαριστή αυτής Π. Τ., επίσης δεν ισχύει ως άφεση χρέους, για τους εξής λόγους:
Η κατά το στάδιο της εκκαθάρισης εξουσία των οργάνων της εταιρίας, δηλαδή του εκάστοτε διορισθέντος εκκαθαριστή, περιορίζεται στις αναγκαίες για την εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας πράξεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται νέες συμβάσεις, άσχετες με την εκκαθάριση. Η εκπροσώπηση συνεπώς της ενάγουσας, κατά νόμο, οριοθετείται από τις ανάγκες και το σκοπό της εκκαθαρίσεώς και στην οποία σαφώς δεν συγκαταλέγεται η εξουσία του εκκαθαριστή περί αφέσεως χρεών.
Ειδικότερα, ο έχων την επιμέλεια και εξουσία διαχείρισης και ρευστοποίησης ξένης περιουσίας, όπως ο εκκαθαριστής νομικού προσώπου, υποχρεούται να χρησιμοποιεί την εξουσία του, ώστε να εξυπηρετεί, σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, το συμφέρον του αντιπροσωπευόμενου - εντολέα του, καταβάλλοντας τουλάχιστον την επιμέλεια του μέσου εντίμου και συνετού στις συναλλαγές ανθρώπου, εφαρμοζομένων αναλογικά των διατάξεων περί αντιπροσωπεύσεως και εντολής, με συνέπεια να μην δικαιούται να προβαίνει σε δωρεές της περιουσίας του διοικουμένου, (αν αυτό δεν ορίζεται ρητά στο καταστατικό του) ή σε άφεση χρέους των οφειλετών του τελευταίου, αλλά οφείλει να επιδιώκει την τυχόν εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων της περιουσίας που διαχειρίζεται στην υψηλότερη καλύτερη δυνατή τιμή.
Συνεπώς ο ορισθείς εκκαθαριστής, δεν είχε εξουσία αφέσεως χρεών. Αλλά ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο τελευταίος είχε δικαίωμα να διαχειριστεί κατά το δοκούν την εταιρική περιουσία, λειτουργώντας βέβαια με βάση τις επιταγές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, και ότι ενέπιπτε στα τυπικά όρια των αρμοδιοτήτων του η επιχείρηση χαριστικών πράξεων, όμως στην προκειμένη περίπτωση η άφεση χρέους δια της οποίας απεμπολείτο το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της ενάγουσας, επιχειρήθηκε καθ' υπέρβαση και κατά προφανή κατάχρηση της εξουσίας εκπροσωπήσεώς της, καθόσον ήταν βλαπτική των συμφερόντων της, και αντίκειτο προς τον σκοπό του ορισμού του ως εκκαθαριστή. Η άνω πράξη ήταν καταφανώς αντίθετη τόσο προς τα συμφέροντα της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρίας, όσο και προς το σκοπό για τον οποίο δόθηκε σ' αυτόν η εξουσία προς εκπροσώπησή της, ώστε να προκύπτει με βεβαιότητα ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε άλλος εκκαθαριστής τη συγκεκριμένη πράξη, υπό τις ίδιες συνθήκες. Το γεγονός αυτό γνώριζε ο μετ' αυτού συναλλαχθείς ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Χ. Κ., ή αλλιώς όφειλε να το γνώριζε, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και από βαριά αμέλεια το αγνοούσε. Το νομικό πρόσωπο της εταιρίας όταν απέκτησε νέα νόμιμη εκπροσώπηση, όχι μόνο δεν ενέκρινε αλλά ρητά αντέκρουσε την πράξη αυτή.
Συνεπώς η άφεση αυτή, η οποία συνομολογήθηκε από τον εκκαθαριστή, ως αντιπροσώπου της ενάγουσας χωρίς πληρεξουσιότητα, ή καθ' υπέρβαση της χορηγηθείσας σ' αυτόν πληρεξουσιότητας, είναι ανίσχυρη για την ενάγουσα...". Με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο: 1) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 777, 778 και 454 ΑΚ, δεχόμενο ότι η δήλωση του εκκαθαριστή με τη συνυπογραφή στις από 28.9.1998 προτάσεις ότι παραιτείται του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αρχική 952/1996 αγωγή, δεν είχε το δικαίωμα τούτο παρά τη συναίνεση των ομορρύθμων εταίρων, αφού οι εταίροι αυτοί δεν είχαν εξουσία διαχείρισης της εταιρίας, λόγω της πτώχευσης, ο δε δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 1 είναι αβάσιμος, ενώ από τον αρ. 19 είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν εξειδικεύει το σφάλμα της απόφασης, εάν δηλαδή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες ή περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες για το ζήτημα τούτο και σε τι συνίστανται. 2) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 160, 211, 216, 217 και 229 ΑΚ, δεχόμενο ότι ο εκκαθαριστής ως εκπρόσωπος της υπό εκκαθάριση αναιρεσίβλητης Ο.
Ε., διέπεται στην άσκηση της εξουσίας εκπροσώπησης και διαχείρισης της εταιρείας με τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ, και υπόκειται στους περιορισμούς της ενέργειας των πράξεων εκκαθάρισης κατά κατάχρηση των εξουσιών από την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή, ο δε δεύτερος λόγος κατά το τρίτο σκέλος του εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ενώ από τον αρ. 19 είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν εξειδικεύει το σφάλμα της απόφασης, εάν δηλαδή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες ή περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες για το ζήτημα τούτο και σε τι συνίστανται. 3) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 111, 778, 454, 211 και 281 ΑΚ, σχετικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η επικαλούμενη παραίτηση της αναιρεσίβλητης από το δικαίωμα έχει το χαρακτήρα της άφεσης χρέους.
Ειδικότερα, ως προς την άφεση χρέους που δηλώνεται με το από 1-4-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, ορθά ερμηνεύοντας τις διατάξεις αυτές, το Εφετείο έκρινε αυτήν ως άκυρη, καταρτισθείσα μεταξύ του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Χ. Κ., που προβάλλουν τον περί αφέσεως του χρέους ισχυρισμό και των πτωχευσάντων ομόρρυθμων εταίρων της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι, όμως, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης δεν είχαν εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης.
Ως προς δε την προσδίδουσα χαρακτήρα άφεσης χρέους παραίτηση από το δικαίωμα που δηλώνεται στις υποβληθείσες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο από 28.9.1998 προτάσεις, για την οποία παρέχεται, με τη συνυπογραφή των προτάσεων από τον νόμιμα διορισθέντα εκκαθαριστή της αναιρεσίβλητης Π. Τ., ειδική για την πράξη αυτή πληρεξουσιότητα, το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι η άφεση χρέους δεν περιλαμβάνεται στις εξουσίες του εκκαθαριστή εταιρείας.
Ενόψει του σκοπού της εκκαθάρισης, που είναι ο προσδιορισμός του προς διανομή μεταξύ των εταίρων ενεργητικού της εταιρίας, κάθε νομική και υλική πράξη, με την οποία επιδιώκεται η απόσβεση κάθε οικονομικής και νομικής εκκρεμούς σχέσης, όπως είναι η άσκηση αγωγής για οφειλές τρίτων προς την εταιρία, η σύναψη συμβιβασμού για την επίλυση των διαφορών με τους τρίτους, με τους οποίους η εταιρία είχε συναλλαγεί πριν από τη λύση της, αλλά και η άφεση χρέους, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση προάγει το σκοπό της εκκαθάρισης.
Επομένως και η άφεση χρέους μπορεί να εντάσσεται σε εκείνες τις πράξεις, που συντελούν στην επίτευξη του σκοπού της εκκαθάρισης. Όμως, περαιτέρω, το Εφετείο, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και με σαφή, επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η δια της άνω παραίτησης άφεση χρέους, είναι ανίσχυρη για την αναιρεσίβλητη.
Τούτο δε, διότι η άφεση χρέους επιχειρήθηκε καθ' υπέρβαση και προφανή κατάχρηση της εξουσίας αντιπροσώπευσης, καθόσον ήταν βλαπτική των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, αντίθετη προς τα συμφέροντα της εκπροσωπούμενης από τον εκκαθαριστή, που δηλώνει την παραίτηση εταιρίας και προς το σκοπό για τον οποίο δόθηκε η εξουσία εκπροσωπήσής της, πράξη την οποία δεν θα επιχειρούσε οποιοσδήποτε εκκαθαριστής υπό τις ίδιες συνθήκες, καθώς και ότι το γεγονός αυτό γνώριζε ο συναλλαχθείς με αυτόν δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων και, σε κάθε περίπτωση, όφειλε να γνωρίζει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και από βαριά αμέλεια αγνοούσε.
Ορθά δε το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές του ότι η αναλογούσα στην αναιρεσίβλητη αποζημίωση, λόγω της αδυναμίας εκπλήρωσης της από το προαναφερόμενο προσύμφωνο υποχρέωσης, ανέρχεται στο ποσό των 515.425,87 ευρώ, χωρίς αυτό να συνιστά αντιφατική αιτιολογία, χαρακτήρισε ως χαριστική πράξη την άφεση χρέους, παρά το ότι, σύμφωνα με το από 1-4-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο Χ.
Κ. είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των 9.145.390 δραχμών (ήτοι 26839 ευρώ), στο οποίο ανέρχονταν η αποζημίωση για μικρό ,όμως, τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Εξάλλου, δεν αποτελεί ενδοιαστική αιτιολογία η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι ο αντισυμβαλλόμενος στην άφεση χρέους δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων γνώριζε, άλλως όφειλε να γνωρίζει, ενόψει του ότι το αποτέλεσμα της κύριας αιτιολογίας, καθώς και της επικουρικής, είναι το ίδιο, αφού μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία στη συγκεκριμένη περίπτωση καταλήγουν στο ανίσχυρο της άφεσης χρέους.
Επομένως, και παρά το προεκτεθέν σφάλμα της απόφασης, για το οποίο αλυσιτελώς προβάλλεται αιτίαση, ενόψει όσων έγιναν δεκτά κατά την επάλληλη αιτιολογία, οι λοιπές εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις του δεύτερου λόγου της αναίρεσης είναι αβάσιμες. VIII. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ.α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 493/2015, ΑΠ 49/2012).
Ως πράγματα κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 137/2012, Α.Π.115/2011), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, 1072/2005, 864/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον υπό στοιχείο 4 του τέταρτου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που δεν είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα αντένσταση διακοπής της προταθείσας από αυτούς ένστασης παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, που επήλθε με την άσκηση της από 10-1-1996 αγωγής.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με τον ενδιαφέροντα ως άνω λόγο της αναίρεσης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι από την σύναψη του προσυμφώνου και μέχρι το 1995, οπότε λύθηκε η ενάγουσα και τέθηκε σε εκκαθάριση, ο Χ.
Κ., τόσο με επανειλημμένες προφορικές δηλώσεις προς τους ομορρύθμους εταίρους και νομίμους εκπροσώπους μέχρι τότε, της ενάγουσας, Ν. και Γ. Λ., όσο και εμπράκτως αναγνώριζε την από το προσύμφωνο απορρέουσα υποχρέωσή του. Ειδικότερα αυτός όταν η Μ. Μ. χήρα Γ. Κ., προέβη, ως κληρονόμος του συζύγου της, με βάση το με αριθμό … προσύμφωνο, με αυτοσύμβαση στη σύνταξη οριστικού συμβολαίου (με αριθμό …), από κοινού με τον Μ. - Μ.
Κ., άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10324/ΤΟ/1600/27-3-1992 αγωγή του κατά της ανωτέρω, ζητώντας την αναγνώριση της ακυρότητας τόσο του άνω προσυμφώνου, όσο και του οριστικού συμβολαίου, που συντάχθηκε με βάση αυτό και την αναγνώριση της κυριότητάς του επί ποσοστού 11,334/256 στο επίδικο ακίνητο, που φερόταν ότι μεταβιβάστηκε.
Μάλιστα στοιχείο της αγωγής αυτής χρησιμοποιηθέν προς απόδειξη των ισχυρισμών του, είναι και η ρητή αναφορά στην κατάρτιση του με αριθμό … προσυμφώνου με την ενάγουσα.
Συνεπώς μέχρι το τέλος του 1995 είχε επέλθει διακοπή της παραγραφής. Σημειωτέον ότι η νέα παραγραφή εκκινεί αρχίζει από το πέρας της διακοπής, δηλαδή από τότε που περατώνεται η αναστολή της (άρθρο 270 παρ. 1 ΑΚ). Κατόπιν ασκήθηκε από τους αδελφούς Ν. και Γ. Λ., οι οποίοι δήλωναν ότι ενεργούσαν ως μόνα ομόρρυθμα μέλη, εκπρόσωποι και διαχειριστές της ενάγουσας, η από 10-1-1996 αγωγή.
Η αγωγή αυτή παρότι ασκήθηκε από μη δικαιούμενα πρόσωπα, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε, ωστόσο πριν από την έναρξη της κατ' ουσίαν συζητήσεως της παρούσης αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου εγκρίθηκε αναδρομικά η άσκησή της από τους νομίμους εκπροσώπους της ενάγουσας, οι οποίοι κατόπιν παραιτήθηκαν, για λογαριασμό της, με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, στο ακροατήριο από το δικόγραφό της.
Τέλος, και από το από 14-1-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε ανάμεσα στον Χ. Κ., και στους φερόμενους ως εκπροσώπους της ενάγουσας, πρώην ομορρύθμους εταίρους και διαχειριστές της και τον δικηγόρο Α. Κ., το οποίο όπως προεκτέθηκε παραδεκτά προσκομίζεται στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 529 ΚΠολΔ), με το οποίο οι δύο αδελφοί, παρά την πτώχευσή τους, συμφώνησαν με το δικαιοπάροχο των εναγομένων, Χ.
Κ. να τους αποδώσει αποζημίωση ύψους 9.145.390 δρχ, που είχε κατατεθεί στο ΤΠκΔ Θεσσαλονίκης, από συντελεσθείσα απαλλοτρίωση, άλλων επί μέρους τμημάτων του ίδιου οικοπέδου, τη μεταβίβαση ποσοστού των οποίων είχε υποσχεθεί προς την ενάγουσα εταιρία τους με το άνω προσύμφωνο. Περαιτέρω στο συμφωνητικό αυτό ρητά αναφέρεται, πλέον των άλλων ότι 3 ....
Ο πωλητής αναγνωρίζει με το παρόν ως αποκλειστική δικαιούχο της αναλογούσης στο ως άνω μεταβιβασθέν ιδανικό μερίδιο αποζημιώσεως την αγοράστρια και δηλώνει ότι κανένα δικαίωμα δεν έχει επ' αυτής, διαφορετικά ότι εκχωρεί αυτήν προς την αγοράστρια... 4.1 Ο πωλητής αναλαμβάνει την υποχρέωση να εισπράξει την άνω αποζημίωση, όταν παρακατατεθεί και σε όποιο ύψος και αν ανέλθει αυτή , ...
και στην συνέχεια .... να καταβάλει το υπόλοιπο στην αγοράστρια". Από το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο Χ. Κ. αναγνώρισε με αυτό, την αξίωση της ενάγουσας. Το γεγονός ότι κατά τον χρόνο σύναψης του ως άνω εγγράφου η ενάγουσα, φέρεται να εκπροσωπείται από τα ομόρρυθμα μέλη της, τα οποία όμως είχαν ήδη κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και είχε ήδη διοριστεί εκκαθαριστής και νόμιμος εκπρόσωπός της ο Π.
Τ., οπότε δεν είχαν εξουσία να την εκπροσωπούν, δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταντο οι έννομες συνέπειες υπέρ της. Κατά συνέπεια, η αντένσταση της ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής, λόγω αναγνωρίσεως της απαιτήσεώς της από τον υπόχρεο αυτής είναι βάσιμη και συνεπώς ο περί παραγραφής ισχυρισμός απορριπτέος".
Με τις ως άνω παραδοχές, είναι σαφές ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση της αντένστασης περί διακοπής της παραγραφής, έλαβε υπόψη του μόνο την αναγνώριση της αξίωσης από το δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων. Το πόρισμά του περί της βασιμότητας της ένστασης διακοπής της παραγραφής δεν στήριξε στην άσκηση της από 10-1-1996 αγωγής, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν και υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Μόνο διηγηματικά αναφέρεται στην άσκηση της ως άνω αγωγής, χωρίς η αναφορά αυτή να στηρίζει το διατακτικό του σχετικά με τη διακοπή της παραγραφής. Επομένως, η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (υπό τον αριθ.4) είναι αβάσιμος.
Επίσης, αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά τα μέρη που προβάλλονται οι εκ των αρ. 1, 14, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις (υπό τον αριθ.5), που αφορούν την παραδοχή του Εφετείου για την έγκριση της από 10-1-1996 αγωγής, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, καθόσον δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα περί διακοπής της παραγραφής στην άσκηση αυτής της αγωγής, αλλά σε αναγνώριση της αξίωσης.
Περαιτέρω, η αξίωση του αγοραστή για καταβολή από τον πωλητή αποζημίωσης, λόγω της αδυναμίας του τελευταίου να εκπληρώσει την απορρέουσα από το καταρτισθέν μεταξύ τους προσύμφωνο υποχρέωση μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου, προς κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, ενόψει του αντικειμένου της δίκης, υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή (ΑΠ 2090/2017, ΑΠ 1928/2014).
Εξάλλου, η παραγραφή αυτή διακόπτεται, σύμφωνα με το άρθρο 260 ΑΚ, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι αρκεί για τη διακοπή της παραγραφής οποιαδήποτε συμπεριφορά ή ενέργεια του οφειλέτη προς το δανειστή, με την οποία ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του δεύτερου, εκφράζει ρητώς ή σιωπηρώς, αλλά σαφώς, την πεποίθησή του για την ύπαρξη της υποχρεώσεώς του και της αξίωσης του δανειστή, εις τρόπον ώστε να μη παρίσταται αναγκαία η έγερση της οικείας αγωγή, χωρίς να είναι απαραίτητο η τοιαύτη συμπεριφορά ή ενέργεια του οφειλέτη να αποτελεί δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης του οφειλέτη που γίνεται με σκοπό τη δέσμευση και παραγωγή υποχρέωσης ή να γίνεται με το σκοπό αναλήψεως υποχρεώσεώς ή να γίνει αποδεκτή από το δανειστή.
Η δε εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που συνιστούν αναγνώριση υπόκειται ανελέγκτως ακυρωτικώς κατά το άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ στην κρίση των δικαστηρίων της ουσίας. (ΑΠ 852/2017, ΑΠ 1049/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 260 ΑΚ και με σαφείς και επαρκείς και, χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατέληξε στο πόρισμα ότι η παραγραφή της αξίωσης διακόπηκε με αναγνώριση αυτής από το δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα είναι σαφής η παραδοχή ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων με επανειλημμένες προφορικές δηλώσεις που απηύθυνε προς τους ομορρύθμους εταίρους και νόμιμους εκπροσώπους τότε της αναιρεσίβλητης Ν. και Γ. Λ., αλλά και εμπράκτως, αναγνώριζε την από το προσύμφωνο υποχρέωσή του. Επίσης ότι με το από 14-1-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, που κατάρτισε με τους ως άνω εταίρους, αναγνώρισε την εκ του προσυμφώνου υποχρέωση, δεχόμενο ότι παρά τη μη ύπαρξη εξουσίας εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης από αυτούς, αφού κρίσιμο για την αναγνώριση δεν είναι με ποιον καταρτίστηκε το συμφωνητικό, στο οποίο γίνεται η αναγνώριση της υποχρέωσης, αλλά αν αυτή περιήλθε στο δανειστή, ήτοι στην αναιρεσίβλητη.
Έτσι, η αιτίαση ότι η αναγνώριση της υποχρέωσης από το δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων με την άσκηση της αγωγής απ' αυτόν κατά της Μ. Μ. χήρας Γ. Κ., λόγω του ότι η δι' αυτής αναγνώριση της υποχρέωσης προς την αναιρεσίβλητη, δεν απευθύνονταν κατά της τελευταίας ούτε περιήλθε σ' αυτήν, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού δεν αποκρούεται επιτυχώς η αναγνώριση, που δέχεται το Εφετείο ότι έγινε με τους άλλους τρόπους.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης και κατά τα ανωτέρω μέρη του (υπό τον αριθ.1,2,3), με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 26-5-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.1529/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης , που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-5-2015 αίτηση των 1) Μ. θυγ.Ε. Φ. και 2) Α. Κ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1529/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης , τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ