Legislator Case Law & Legislation
513/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor court decision regarding salary differences and remands case.

Case Number 513/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal and rejected the workers' appeal against a labor court decision. The court found the lower court correctly denied compensation for contract termination before expiry but erred in awarding salary differences for a specific period. Consequently, the judgment was annulled only regarding the salary difference claim, and the case was remanded for further proceedings to determine the final amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 573 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a judgment and remand the case for further proceedings when the lower court misapplies statutory provisions regarding specific salary difference calculations while correctly ruling on other claims.

Keywords

AI generated
labor law salary differences contract termination appeal procedure partial annulment remand for retrial judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 7(2) of Presidential Decree 164/2004
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 246 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 513 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 513/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξούσιας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Αγγελικής Αναστοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειουσών: 1) Β. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 2) Β. Γ. του Π., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Β. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 5) Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 6) Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 7) Ε. Σ. του Α., κατοίκου ..., 8) Ε. Γ. του Π., κατοίκου ..., 9) Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., και 10) Ν. Λ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευαγγέλου Μπέη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 5706/1-10-2010. Εκδόθηκαν η 1317/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 58/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν το εναγόμενο με την από 12-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 61/19-1-2018 αίτησή του και οι ενάγουσες με την από 17-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 57/18-1-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αυτών, την απόρριψη της αίτησης του αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου και την καταδίκη του τελευταίου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Υπόκεινται προς κρίση η από 12-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 61/19-1-2018 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και η από 17-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 57/18-1-2018 αίτηση αναίρεσης των εναγουσών Β. Ν. και λοιπών (10 συνολικά), κατά της 58/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τις ενάγουσες έφεσης κατά της 1317/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 30-9-2010 αγωγής, που κατατέθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με αριθμό 5706/1-10-2010. Οι ως άνω αντίθετες αιτήσεις, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. 2.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν.765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).

3.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012).

Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.

Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/ 2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).

Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα άδειας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012).

4.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

5.Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 30-9-2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες- αναιρεσείουσες) εξέθεσαν, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει συμβάσεων δεκαοκτάμηνης διάρκειας, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και των εναγομένων, Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού- ΟΑΕΔ (ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αγωγή και δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη) και Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου), απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του τελευταίου, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, χρηματοδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ, με τις ειδικότητες και κατά τα χρονικά διαστήματα που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή.

Ότι, στην πραγματικότητα, δεν προσλήφθηκαν για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε οι συμβάσεις τους ήσαν συμβάσεις μαθητείας, αλλά προσέφεραν εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι, κατά τη λήξη τους, οι συμβάσεις παρατάθηκαν για χρονικό διάστημα 18 μηνών, μετά παρέλευση του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο έπαυσε να αποδέχεται την εργασία τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγουσες ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι καθεμία από αυτές συνδέεται με τους εναγομένους με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σιωπηρής καταγγελίας, β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους στις θέσεις που απασχολήθηκαν μέχρι την άκυρη απόλυσή τους, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής τους, γ) επικουρικώς, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση, λόγω σιωπηρής καταγγελίας των συμβάσεών τους, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις, που αντιστοιχούν στις διαφορές μεταξύ αφενός των μεγαλύτερων αποδοχών για μισθούς και επιδόματα εορτών και άδειας, που έπρεπε να είχαν καταβάλει για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους σε καθεμία από τις ενάγουσες, σύμφωνα με τις αντιστοίχως ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης και αφετέρου των αποδοχών που πράγματι τους κατέβαλαν, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης μαθητείας που είχαν καταρτίσει, με βάση, κυρίως, τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, άλλως, τις αρχές της ισότητας και ίσης μεταχείρισης ή, όλως επικουρικώς, σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι υπήρξε απλή σχέση εργασίας, τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι ενάγουσες προέβησαν σε νόμιμο περιορισμό των κονδυλίων της αγωγής σε αναγνωριστικά, εκτός από αυτό για τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών του έτους 2009, το οποίο παρέμεινε καταψηφιστικό. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 1317/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη.

Κατά της ανωτέρω απόφασης, οι ενάγουσες άσκησαν έφεση, με το δικόγραφο της οποίας δήλωσαν παραίτηση από τα δύο πρώτα αιτήματα της αγωγής, ήτοι της αναγνώρισης των συμβάσεών τους ως αορίστου χρόνου και της καταδίκης των εναγομένων να αποδέχονται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους. Επί της ασκηθείσας έφεσης, εκδόθηκε η 58/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε νόμιμη η αγωγή μόνο ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και, αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, απορρίφθηκε ως προς το πρώτο εναγόμενο (ΟΑΕΔ), ενώ ως προς το δεύτερο εναγόμενο (Δημόσιο) έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη κατά την επικουρική βάση της και επιδικάσθηκαν στις ενάγουσες, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής, για διαφορές αποδοχών και επιδόματα εορτών και άδειας που ανάγονται στο ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2008, 2009 και 2010, ενώ ως προς τις λοιπές αξιώσεις που ανάγονται στο έτος 2007 και στο έτος 2006 για την τέταρτη ενάγουσα, η αγωγή απορρίφθηκε λόγω διετούς παραγραφής.

6.Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 58/2017 απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, στην έκταση που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, με το ακόλουθο σκεπτικό: Η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται, μετά τον κατά τα ανωτέρω περιορισμό, να αναγνωρισθούν οι συμβάσεις των εναγουσών ως συμβάσεις, άλλως σχέσεις, εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, είναι μη νόμιμη, διότι (κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της) οι ένδικες συμβάσεις καταρτίσθηκαν στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 και δεν μπορούν να θεωρηθούν, υπό την επίκληση κάλυψης παγίων και διαρκών αναγκών λειτουργίας των υπηρεσιών του εναγομένου, ούτε και κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτών, ως συμβάσεις ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτών, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004.

Με την ανωτέρω κρίση, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, 14 παρ.2 περ. κα' και 21 του ν. 2190/1994, 20 παρ.15 του ν. 2639/1998, 648 ΑΚ και του π.δ. 164/2004, καθόσον υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή, ήτοι το ότι οι ένδικες συμβάσεις είχαν συναφθεί στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος χρηματοδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ, το ότι κατά τη διάρκεια αυτών οι αναιρεσείουσες προσέφεραν εξαρτημένη εργασία και το ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι τούτο μόνο κατ' εξαίρεση επιτρέπεται κατά το άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος, εφόσον προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 3, 5, 6, 7 του π.δ. 164/2004.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης των εναγουσών, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

7.Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο) ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 91 του ίδιου ως άνω ν. 2362/1995 "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου, όμως, περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων κατά του Δημοσίου, όταν αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε είδους απολαβές ή αποζημιώσεις αυτών και ορίζεται ως χρονική αφετηρία η γέννηση της κάθε επιμέρους αξίωσης.

Η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως σαφώς συνάγεται από την προαναφερόμενη ρητή επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 91 εδ.

α' του ν. 2362/1995 ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων. Τέτοια ειδική διάταξη είναι και η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3, η οποία, γι' αυτό το λόγο, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 9/2017). Η βραχυπρόθεσμη παραγραφή που θεσπίζεται με τις παραπάνω διατάξεις, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον παρόμοιων αξιώσεων του άρθρου 250 αρ.6 και 17 ΑΚ, δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια.

Η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ.1 α' της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα), ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (πρβλ ΑΕΔ 9/2009, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των νπδδ κατ' αυτών).

Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.

Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος.

Εξάλλου, η τακτικότητα στην καταβολή των κάθε είδους απολαβών των υπαλλήλων του Δημοσίου και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις αυτών για καθυστερούμενες αποδοχές, σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στο χρόνο της παραγραφής, καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά σε ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων.

Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ 9/2017).

8.Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την ένσταση παραγραφής, δέχτηκε τα εξής: Ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγουσών, που έχουν ως βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αναφέρονται στα χρονικά διαστήματα για την πρώτη εξ αυτών από 12-3-2007 έως 1-7-2010, για τη δεύτερη από 5-2-2007 έως 20-8-2010, για την τρίτη από 18-1-2008 έως 5-7-2010, για την τέταρτη από 5-12-2006 έως 18-8-2010, για την πέμπτη από 25-6-2007 έως 4-11-2010, για την έκτη από 26-6-2007 έως 25-7-2010, για την έβδομη από 22-1-2007 έως 1-7-2010, για την όγδοη από 2-5-2007 έως 2-7-2010, για την ένατη από 11-4-2007 έως 2-7-2010 και για τη δέκατη από 25-6-2007 έως 9-9-2010.

Ότι από τις ανωτέρω αξιώσεις, αυτές που ανάγονται στο χρονικό διάστημα έως 31-12-2007, ενόψει του ότι η αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο την 1-10-2010, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή και κατά το μέρος αυτό απέρριψε την αγωγή. Αντίθετα, δέχθηκε ότι οι αξιώσεις που ανάγονται στα έτη 2008, 2009 και 2010 δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του αντίστοιχου έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.

Ειδικότερα, το εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 30-9-2008 δεν παραγράφηκαν για το λόγο ότι δεν είχε παρέλθει διετία από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο αυτές γεννήθηκαν και έγιναν δικαστικά επιδιώξιμες, μέχρι την επίδοση της σχετικής αγωγής (1-10-2010) και επιδίκασε στις αναιρεσίβλητες και τις αξιώσεις του χρονικού αυτού διαστήματος.

Με την κρίση ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγουσών υπόκεινται σε διετή παραγραφή, με χρόνο έναρξης το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν και έγιναν δικαστικά επιδιώξιμες και όχι το χρόνο γέννησής τους, το εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, ερμηνεύοντας εσφαλμένα και μη εφαρμόζοντας την πρώτη, καίτοι συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της και εφαρμόζοντας τη δεύτερη, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της.

Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης του εναγομένου. Με την κρίση, όμως, ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, ούτε τα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής.

Επομένως, ο έβδομος λόγος της αίτησης των εναγουσών, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση περί παραβίασης της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου είναι απαράδεκτη, διότι η αρχή αυτή αφορά στη διοικητική λειτουργία του Κράτους και η παραβίασή της δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην επικαλούμενη νομολογία του ΕΔΔΑ επί των υποθέσεων Ζουμπουλίδη και Γιαβή κατά Ελλάδος (ΑΠ 780/2017).

9.Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη: Ότι δυνάμει συμφωνητικών συνεργασίας, που καταρτίσθηκαν μεταξύ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και του Ελληνικού Δημοσίου αφενός και των εναγουσών αφετέρου, στο πλαίσιο προγράμματος επιδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage), οι ενάγουσες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο "ως φορέα υλοποίησης" του προγράμματος, προκειμένου να απασχοληθούν ως διοικητικοί υπάλληλοι, κατηγορίας ΠΕ η έκτη και η δέκατη, ΤΕ η τέταρτη και η όγδοη και ΔΕ οι λοιπές, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο γνωστικό τους αντικείμενο, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και με ωράριο που δεν υπερέβαινε τις επτά (7) ώρες ημερησίως.

Ότι η διάρκεια των συμβάσεων των εναγουσών ορίσθηκε δεκαοκτάμηνη με χρόνο έναρξης από 12-3-2007 για την πρώτη, από 5-2-2007 για τη δεύτερη, από 18-1-2008 για την τρίτη, από 5-12-2006 για την τέταρτη, από 25-6-2007 για την πέμπτη, από 26-6-2007 για την έκτη, από 22-1-2007 για την έβδομη, από 2-5-2007 για την όγδοη, από 11-4-2007 για την ένατη και από 25-6-2007 για την δέκατη.

Ότι μετά τη λήξη της πρώτης σύμβασης, καταρτίσθηκαν μεταξύ των ως άνω μερών νέα συμφωνητικά, με τα οποία επαναπροσλήφθηκαν οι ενάγουσες στον ίδιο φορέα, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες και απασχολήθηκαν η πρώτη από 2-1-2009 έως 1-7-2010, η δεύτερη από 20-2-2009 έως 20-8-2010, η τρίτη από 5-1-2009 έως 5-7-2010, η τέταρτη από 5-1-2009 έως 5-7-2010, η πέμπτη από 4-5-2009 έως 4-11-2010, η έκτη από 26-1-2009 έως 25-7-2010, η έβδομη από 2-1-2009 έως 1-7-2010, η όγδοη από 2-1-2009 έως 2-7-2010, η ένατη από 2-1-2009 έως 2-7-2010 και η δέκατη από 9-3-2009 έως 9-9-2010.

Ότι, παρά τα αναφερόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας ότι σκοπός της πρόσληψής τους ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα οι ενάγουσες παρείχαν την εργασία τους όχι ως μαθητευόμενες, αλλά με τους ίδιους όρους που παρείχαν αυτή και οι μόνιμοι υπάλληλοι, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα, υπό τις δεσμευτικές οδηγίες του φορέα υλοποίησης ως προς τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας τους.

Ότι ειδικότερα εργάζονταν από Δευτέρα έως και Παρασκευή, κατά πλήρες ωράριο, η πρώτη στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, η δεύτερη στη Γραμματεία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Φλώρινας, η τρίτη στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου Κρήτης, η τέταρτη στη Γραμματεία του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η πέμπτη στη Γραμματεία του Πταισματοδικείου Βόλου, η έκτη στη Γραμματεία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βόλου, η έβδομη στο τμήμα προσδιορισμού- κλήσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βόλου, η όγδοη και η ένατη στο πολιτικό τμήμα του Πρωτοδικείου Βόλου και η δέκατη στο ποινικό τμήμα του Πρωτοδικείου Βόλου, οι οποίες ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα με τους μόνιμους δικαστικούς υπαλλήλους (αναφέρονται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά η εδώ αναγραφή τους παρέλκει, καθόσον δεν αποτελούν ζήτημα που συνδέεται με τους αναιρετικούς λόγους), υπό τις εντολές και οδηγίες του εκάστοτε προϊσταμένου της υπηρεσίας στην οποία είχαν τοποθετηθεί.

Ότι από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των ανωτέρω καθηκόντων τους, σε συνδυασμό και με το χρόνο διάρκειας αυτών, αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες δεν ήσαν μαθητευόμενες, αλλά ασκούσαν καθήκοντα μονίμων υπαλλήλων, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που είχε ανάγκη την παροχή της εργασίας τους στις προαναφερθείσες υπηρεσίες, που υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Ότι ανεξάρτητα από το εάν οι ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, οι ανωτέρω συμβάσεις τους δεν μπορούν να μετατραπούν σε έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις διατάξεις του π.δ. 164/2004, 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994, καθόσον δε αφορά την αναγνώριση ύπαρξης σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτής, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004.

Ότι το εναγόμενο δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου και συγκεκριμένα κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγουσες παρείχαν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας και ότι το εναγόμενο οφείλει να αποδώσει σε αυτές των ωφέλεια που αποκόμισε από την αποδοχή και αξιοποίηση της εργασίας τους με τη μη πρόσληψη άλλων υπαλλήλων, που θα παρείχαν την ίδια εργασία με αυτές και με τους ίδιους όρους, η οποία ισούται με τη διαφορά μεταξύ αφενός των αποδοχών που θα κατέβαλε στους υπαλλήλους, που υπηρετούσαν με σύμβαση αορίστου χρόνου και κατείχαν το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο, χωρίς προϋπηρεσία και οικογενειακή κατάσταση, χωρίς το επίδομα που αναφέρεται ως κίνητρο παραγωγικότητας και χωρίς την ειδική παροχή των 176 ευρώ και αφετέρου των αποδοχών που οι ενάγουσες έλαβαν με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας (ΑΚ 904).

Ότι, συνεπώς, δικαιούνται το βασικό μισθό, το επίδομα ειδικών συνθηκών και την ειδική αποζημίωση του ειδικού διανεμητικού λογαριασμού, η οποία καταβαλλόταν στους τακτικούς δικαστικούς υπαλλήλους έως και τον Οκτώβριο του 2011 και επιπλέον δικαιούνται, ευθέως εκ του νόμου, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα άδειας.

Τέλος, έκρινε το εφετείο ότι, εκτός εκείνων των επιμέρους αξιώσεων εκάστης ενάγουσας, οι οποίες ανάγονταν στο έτος 2007 και επιπλέον για την τέταρτη στο μήνα Δεκέμβριο 2006 και είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, οι ενάγουσες δικαιούνται για το υπόλοιπο μέρος του ενδίκου χρονικού διαστήματος, αφενός, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τις διαφορές αποδοχών μεταξύ εκείνων που λάμβαναν οι υπηρετούντες με σύμβαση αορίστου χρόνου διοικητικοί υπάλληλοι του εναγομένου και αυτών που έλαβε εκάστη ενάγουσα και αφετέρου, σύμφωνα με τις ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, τα επιδόματα εορτών και άδειας, συνολικού ποσού 31.143,41 ευρώ η πρώτη, 37.904,83 ευρώ η δεύτερη, 32.839,28 ευρώ η τρίτη, 38.523,56 ευρώ η τέταρτη, 38.473,96 ευρώ η πέμπτη, 41.308,43 ευρώ η έκτη, 29.912,36 ευρώ η έβδομη, 36.008,20 ευρώ η όγδοη, 32.432,52 ευρώ η ένατη και 38.316,53 ευρώ η δέκατη από αυτές.

Στη συνέχεια (αφού είχε κάνει δεκτή την έφεση των εκεί εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων και είχε εξαφανίσει την πρωτόδικη 1317/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως προς την επικουρική βάση της και επιδίκασε στις ενάγουσες (εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά) τα ως άνω χρηματικά ποσά, αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επίδοση της αγωγής, δεχόμενο ότι οι ενάγουσες συνδέονταν με το εναγόμενο με άκυρες σχέσεις εξαρτημένης εργασίας, κατά τα χρονικά διαστήματα της απασχόλησης της καθεμίας.

10.Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, με τους τρίτο, τέταρτο, και πέμπτο λόγους της αίτησής τους, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι κατά τον υπολογισμό των επιδικασθεισών μισθολογικών διαφορών αποκλείσθηκε α) η ανάλογη προσαύξηση από την εξεύρεση του προσήκοντος μισθολογικού κλιμακίου για καθεμιά από τις ενάγουσες, σύμφωνα με το χρόνο προϋπηρεσίας της στο εναγόμενο, β) το κατά το άρθρο 12 του ν. 3205/2003 κίνητρο απόδοσης και γ) το κατά το άρθρο 11 του ν. 3205/2003 οικογενειακό επίδομα, βάσει της αρχής της μισθολογικής ισότητας.

Σύμφωνα, όμως, με τα ήδη εκτεθέντα (ανωτέρω, αρ.3), οι ενάγουσες, που προσλήφθηκαν με έγκυρες συμβάσεις μαθητείας και πρόσφεραν με απλή σχέση εξαρτημένη εργασία, δεν δικαιούνται τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης ούτε με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι, ως αλυσιτελείς, διότι, ακόμη και αν υπό διαφορετικές συνθήκες οι ως άνω μισθολογικές παροχές θα έπρεπε να επαυξήσουν τις νόμιμες αποδοχές εργαζόμενων στο Ελληνικό Δημόσιο, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγουσες δεν δικαιούνται ούτε αυτά που τους επιδικάσθηκαν, πέραν των επιδομάτων εορτών και άδειας.

Με δεδομένο, όμως, ότι το εναγόμενο δεν προσβάλλει κατά τούτο την απόφαση του εφετείου (παρά μόνο για το ζήτημα της παραγραφής, όπως ήδη αναφέρθηκε), η ως άνω πλημμέλεια παραμένει εκτός αναιρετικού ελέγχου.

11.Με το π.δ. 410/1988 κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ. Στο άρθρο 1 αυτού "περιπτώσεις προσλήψεων προσωπικού", ορίζεται ότι επιτρέπεται η πρόσληψη προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μόνον α) για την κάλυψη οργανικών θέσεων ειδικού επιστημονικού προσωπικού, β) για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών και γ) για την κάλυψη παροδικών αναγκών.

Σύμφωνα με τα άρθρα 46 περ. ε' και 48 αυτού, η σύμβαση εργασίας λύεται (εκτός άλλων περιπτώσεων) με τη λήξη του χρόνου διάρκειάς της και οι εργαζόμενοι απολύονται για συμπλήρωση ορίου ηλικίας, υπηρεσιακή ανεπάρκεια, σωματική ή πνευματική ανικανότητα και κατάργηση της θέσης τους. Στο άρθρο 55 παρ.1 και 9 αυτού ορίζεται ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παρ.3 και 4 αυτού, η αποζημίωση λόγω απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία καθορίζεται ως εξής:

α) για το προσωπικό που έχει συνεχή υπηρεσία από ένα έτος μέχρι τρία έτη, η αποζημίωση ορίζεται στις αποδοχές ενός μήνα, β) για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας μετά τα δέκα και μέχρι τριάντα έτη, η πιο πάνω αποζημίωση προσαυξάνεται με το ποσό των αποδοχών ενός μήνα. Οι παρ.1 έως 8 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται ανάλογα και προκειμένου για σχέση εργασίας.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η κατά το άρθρο 55 αποζημίωση απόλυσης καταβάλλεται στις περιπτώσεις απόλυσης από την υπηρεσία και καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη και δεν καταλαμβάνει την περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας λόγω λήξης της χρονικής διάρκειάς της, για την οποία δεν προβλέπεται και δεν καταβάλλεται η κατά το άρθρο αυτό αποζημίωση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης, έκρινε ότι, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνώριση των συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου, χωρίς την επίκληση καταγγελίας πριν από τη λήξη του χρόνου διάρκειάς τους, το αίτημα αποζημίωσης είναι μη νόμιμο.

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις του π.δ. 410/1988. Δεν παραβίασε, όμως, ούτε και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του π.δ 164/2004, που προβλέπει αποζημίωση μόνο για την περίπτωση που παρασχέθηκε εξαρτημένη εργασία με άκυρη σύμβαση, διότι στην ένδικη περίπτωση οι ενάγουσες είχαν προσληφθεί με έγκυρες συμβάσεις μαθητείας και συμμετοχής σε πρόγραμμα κατάρτισης του ΟΑΕΔ, επί των οποίων δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ 164/2004 (ανωτέρω, αρ.3).

Τέλος, δεν παραβίασε ούτε τη ρήτρα 4 της κοινοτικής οδηγίας 1999/1970, που δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη.

Συνεπώς, ο έκτος λόγος της αίτησης των εναγουσών, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

12.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει η από 17-1-2018 αίτηση αναίρεσης των εναγουσών να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στη μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), ενώ πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 12-1-2018 αίτησης αναίρεσης του εναγομένου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε τις μη δικαιούμενες διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 30-9-2008 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, για να προσδιορισθεί το τελικώς οφειλόμενο ποσό, καταψηφιστικώς ή αναγνωριστικώς. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στη μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα τoυ τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 12-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 61/19-1-2018 και από 17-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 57/18-1-2018 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης.

Απορρίπτει την από 17-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 57/18-1-2018 αίτηση των αναιρεσειουσών Β. Ν. και λοιπών για αναίρεση της 58/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Αναιρεί την 58/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Μαρτίου 2019. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8η Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ