513/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated513/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 513 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 513/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρήγα.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Α. του Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-4-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010, ΑΠ 407/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τη νόμιμα επικαλούμενη και προσκομιζόμενη .../18-9-2017 έκθεση επίδοσης της Δικ Επιμελήτριας της περιφέρειας Β Αιγαίου με έδρα το Πρωτοδικείου ΧΙΟΥ Α., Κ., η αναιρεσίβλητη έχει κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο .Όμως κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο η αναιρεσίβλητη ούτε παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ,πλην όμως η συζήτηση της υπόθεσης θα χωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 200/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 80/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ’ ουσία η από 23-1-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ’ αυτής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της, σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η ως άνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004), και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, εφόσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 1114)2017). Άρα, χωρεί η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.
ΑΠ 26/2004, Ολ. ΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2006). Εξάλλου, εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση ή μη του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, ή αν ανάγονται σε μη προταθέντα ισχυρισμό, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι(ΑΠ 1045/2015ΑΠ255/2010).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 560 αρ. 6ΚΠοΛΔ) Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: <Η εφεσίβλητη σύνηψε προφορική σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας χορήγησε στην εκκαλούσα, το έτος 2010, δάνειο ύψους 11000 ευρώ, εξοφλητέο εντός εύλογου χρονικού διαστήματος (κάποιων μηνών), για την εξασφάλιση αποπληρωμής του οποίου n εκκαλούσα εξέδωσε (υπόγραψε) επιταγή, σε διαταγή της τελευταίας.
Μετά την πάροδο κάποιων μηνών, η δανείστρια απαίτησε, ματαίως, την επιστροφή των χρημάτων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που......χαρακτήρισε την έννομη σχέση ως σύμβαση δανείου δεν παραβίασε το νόμο, αφού ο νομικός χαρακτηρισμός υπάγεται στην κυριαρχική του κρίση και δεν δεσμεύεται από το πώς τα μέρη (ή ο ίδιος ο δανειστής )χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση (jura novit curia).
Επιπλέον και αν ακόμα γίνει δεκτό το υποστηριζόμενο από την εκκαλούσα ότι δεν καταρτίστηκε ποτέ σύμβαση δανείου μεταξύ των αντιδίκων, αλλά η ένδικη επιταγή είχε παραδοθεί λευκή, από την εκκαλούσα στη θεία της, Ε. Α., το έτος 2002, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει η τελευταία ως ενέχυρο για να δανειοδοτηθεί από τράπεζα, συμφωνία που δεν τηρήθηκε, καθώς αυτή (η Ε.
Α.) δανειοδοτήθηκε από την εφεσίβλητη και, προς εξασφάλισή της, ανέγραψε το όνομα αυτής (της εφεσίβλητης), ως λήπτριας, τότε, με την υπογραφή της επιταγής από την εκκαλούσα και την εγχείρισή της από αυτήν στη θεία της και, κατόπιν, από την τελευταία στη δανείστρια, καταρτίστηκε, μεταξύ των αντιδίκων, εγγυοδοτική σύμβαση, με αρχικό οφειλέτη την Ε.
Α., εγγυοδότρια (νέο οφειλέτη) την εκκαλούσα και εγγυολήπτρια (δανείστρια) την εφεσίβλητη.....Οποιαδήποτε εκδοχή και αν υιοθετηθεί, τελικά, είτε πρόκειται για σύμβαση δανείου (όπως χαρακτηρίστηκε η ένδικη έννομη σχέση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), είτε για εγγυοδοτική σύμβαση, η έννομη συνέπεια είναι η ίδια:
η υποχρέωση της εκκαλούσας να αποζημιώσει την εφεσίβλητη για τη ζημία που υπέστη από το παραπάνω βιοτικό συμβάν (επάλληλη αιτιολογία). Πλήρης ή μερική εξόφληση της οφειλής των 11000 ευρώ προς τη δανείστρια δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας. Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και, ιδίως, από την παράθεση της φράσης "καταβολή αποζημίωσης για τους μήνες που μου κρατάει αυτά τα χρήματα (...) ", προκύπτει ότι η ενάγουσα αιτήθηκε την επιστροφή του ποσού των 11000 ευρώ, μετά των τόκων που αναλογούν στο ποσό αυτό>.
Από τις ανωτέρω παραδοχές της προβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή περιλαμβάνει επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς τη σύμβαση δανείου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στην οποία στηρίζεται το διατακτικό αυτής ,τα δε αναφερόμενα εκ περισσού για την ύπαρξη εγγυοδοτικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων δεν ήταν αναγκαία για την κρίση της διαφοράς και δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης ακόμη και ως προς την τυχόν εσφαλμένη αιτιολογία της και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης (για να αποτραπεί το δεδικασμένο )κατά το άρθρο 578ΚΠολΔ(ΑΠ77/2009). Επομένως, ο άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε το άρθρο 560 αρ 1 του ΚΠολΔ, δηλ αρκέστηκε σε λιγότερα των απαιτουμένων από το νόμο στοιχείων ως προς την κατάρτιση σύμβασης εγγυοδοσίας μεταξύ των διαδίκων .0 λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος αφού τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση σχετικά με την εγγυοδοτική σύμβαση αναφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 578ΚΠοΛΔ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης.
Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003).Δεν είναι «πράγματα» όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).
Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013,ΑΠ 1455/2009,ΑΠ 625/2008, ΑΠ 94/ 2008).
Ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όμως, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ. 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991), έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/2010),γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ358/2017) Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται το εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 560 αρ 5ΚΠοΛΔ δέχθηκε: <α) ότι συνήφθη σύμβαση δανείου ανάμεσα σ’ αυτήν και την ενάγουσα χωρίς καμμία απόδειξη σχετικά με την επίμαχη δανειακή σύμβαση ,αφού η επίδικη επιταγή αποτελεί αρχή εγγράφου απόδειξης της καταρτίσεως κάποιας εγγυοδοτικής συμβάσεως και όχι κάποιας δανειακής συμβάσεως και β)αντιθέτως αν και προέκυψε από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε αυτή στο δικαστήριο η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τον αληθώς προταθέντα ισχυρισμό της ότι η δανειακή σύμβαση για το ποσό των 11.000 ευρώ καταρτίσθηκε ανάμεσα στην αντίδικο και την Ε.
Α., Ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της :α) ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε το έτος 2002 από τραπεζικό λογαριασμό της ... που έκλεισε το 1996,β) ότι παραδόθηκε <λευκή> στην Ε. Α. για να δανειοδοτηθεί από την τράπεζα, γ) ότι δεν υπάρχει ο γραφικός της χαρακτήρας σ’ αυτή ,δ) ότι η συμπλήρωση και παράδοση της επιταγής στην ενάγουσα έγινε όχι από αυτήν αλλά την Ε.
Α., ε) ότι η ενάγουσα παραδέχθηκε τις οικονομικές δοσοληψίες με την Ε. Α., στ) ότι δεν αμφισβήτησε, ούτε αντέκρουσε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της και ότι το επίδικο δάνειο έχει εξοφληθεί>. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον με την κατ’ επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις για την κατ’ άρθρο 561 παρ 1ΚΠοΛΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων ,με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς ως προς το παραπάνω ζήτημα της ύπαρξης σύμβασης δανείου, σε κάθε περίπτωση δε το εφετείο έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς (σελ 4 και 5 της προσβαλλομένης ) και εκ του πράγματος τους απέρριψε.
Με τον τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 560 αρ 1 ΚΠοΛΔ και ειδικότερα ότι η προσβαλλομένη εσφαλμένως ερμήνευσε την αγωγή της ενάγουσας στην οποία αναφέρεται ότι <να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή του ποσού της επιταγής ,αποζημίωση για τους μήνες που μου κρατάει αυτά τα χρήματα> και της επιδίκασε τόκους για το ποσό των 11000 ευρώ από την επίδοση της αγωγής. Όμως, κατ’ ορθή εκτίμηση ο λόγος αυτός συνιστά παράβαση του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ που υφίσταται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση ,που όμως δεν ισχύει προκειμένου για προσβολή με αναίρεση απόφασης Ειρηνοδικείου, όπως στην προκειμένη περίπτωση και ως εκ τούτου πρέπει ν’ απορριφθεί. Απορριπτομένης της ένδικης αίτησης αναίρεσης στο σύνολο της θα πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 200/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ