513/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated513/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 1-6-2006 αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει ως ασφαλιστική αποζημίωση το ποσό των 17.915,97 ευρώ με τους νόμιμους τόκους, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 513 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 513/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Κουρή.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Καρακοϊδα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών όπου εκδόθηκε η 3928/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 30-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση ...". Εξάλλου, το άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα ορίζει ότι "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει: α) Ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει η απόφαση αυτή να είναι τελεσίδικη. β) Ότι η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, γίνεται, αν δεν είναι κατά την έκδοσή της, τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει, όπως διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση της έφεσης ή από το δικόγραφο της έφεσης που ασκήθηκε, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της (ΟλΑΠ 473/1983).
Η προθεσμία της έφεσης, στην περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η απόφαση, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ, τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα τρία χρόνια, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται, τελεσίδικη και τότε παραδεκτώς προσβάλλεται με αναίρεση.
Η προθεσμία εξάλλου της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, στην ίδια περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη πολιτική απόφαση είναι, κατά το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, τρία χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) χρόνια, τρία χρόνια για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει η απόφαση τελεσίδικη και άλλα τρία χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά έξι χρόνια (ΟλΑΠ 1113/1986).
Πάντως, δεν ανατρέπεται η ιδιότητα της απόφασης ως τελεσίδικης από το ότι κατ' αυτής ασκήθηκε εκπρόθεσμη έφεση, χωρίς να συντρέχει περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας της έφεσης εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου εκείνου που άσκησε την εκπρόθεσμη έφεση (άρθρο 152 παρ.1 ΚΠολΔ), λαμβανομένου υπόψη ότι ακόμη και στην περίπτωση της άσκησης τέτοιας εκπρόθεσμης έφεσης η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης αρχίζει από την πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης κατά της απόφασης αυτής, αφότου και έγινε τελεσίδικη.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3928/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από αυτή, δημοσιεύθηκε στις 15-9-2008, η δε αίτηση για αναίρεση αυτής, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε πριν από την παρέλευση τριών ετών από τη δημοσίευσή της, όπως αποδεικνύεται από την κάτω από την αίτηση αναιρέσεως σχετική πράξη καταθέσεως του Γραμματέα του ως άνω δικαστηρίου, ασκήθηκε στις 13-5-2014, πριν δηλαδή περάσουν συνολικά έξι (6) χρόνια από τις 16-9-2008, την επομένη της δημοσίευσης (άρθρα 144 παρ.1 ΚΠολΔ, 241 ΑΚ) της απόφασης αυτής.
Επομένως, παρότι η αναιρεσείουσα άσκησε την από 2-2-2011 έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 11-10-2011, εν τούτοις δεν ανατρέπεται η ιδιότητα της προσβαλλόμενης απόφασης ως τελεσίδικης, αφού η κατ' αυτής έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, δηλαδή μετά την πάροδο τριών ετών από την επομένη της δημοσίευσής της.
Έτσι, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 1-6-2006 αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει ως ασφαλιστική αποζημίωση το ποσό των 17.915,97 ευρώ με τους νόμιμους τόκους, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν 2251/1994 ''για την προστασία των καταναλωτών'', κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας του καταναλωτικού κοινού. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτο για λογαριασμό του προμηθευτή, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή.
Κατά δε το άρθρο 5 εδάφ. β' της 93/13/ΕΟΚ Οδηγίας, στην περίπτωση συμβάσεων των οποίων όλες ή μερικές ρήτρες που προτείνονται στον καταναλωτή έχουν συνταχθεί εγγράφως, οι ρήτρες πρέπει να συντάσσονται με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας ρήτρας επικρατεί η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το (αναφερόμενο στο αναιρετήριο και στην προσβαλλόμενη απόφαση) άρθρο 5 παρ. Γ' του προσαρτήματος 20 της από 7-5-2004 (επίδικης) ασφαλιστικής σύμβασης "το προσάρτημα δεν καλύπτει ... Ασθένεια, καθώς και τα επακόλουθα και τις επιπλοκές της, άσχετα αν ήταν γνωστή ή όχι στον ασφαλιζόμενο κατά το χρόνο της αίτησης προς ασφάλιση ή προς επαναφορά σε ισχύ του ασφαλιστηρίου (δηλαδή αρκεί το γεγονός ότι προϋπήρχε της ασφάλισης σύμφωνα με ιατρικά κριτήρια) ή ασθένεια που του ήταν γνωστή και δηλώθηκε στην εταιρεία από τον ασφαλιζόμενο και για την οποία δεν συμφωνήθηκε εγγράφως η πέραν του παρακάτω αναφερομένου 24μήνου εξαίρεσής της".
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι κατάρτισαν σύμβαση ασφαλίσεως ζωής με έναρξη ισχύος την 07.05.2004 και ισόβια διάρκεια . Μεταξύ των άλλων καλύψεων συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και η κάλυψη εξόδων που θα προκύψουν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας για θεραπεία του ασφαλιζομένου εντός Νοσοκομείου εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 του προσαρτήματος 20 του ως άνω ασφαλιστηρίου.
Στις 14 Νοεμβρίου 2005 η ενάγουσα λόγω αιφνίδιου προβλήματος υγείας εισήχθη στο θεραπευτήριο ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ και την επομένη υποβλήθηκε σε ψηφιακή αγγειογραφία εγκεφάλου, όπου και αναδείχθηκε ανεύρυσμα εγκεφάλου της δεξιάς έσω καρωτίδας και συστήθηκε η αντιμετώπιση με τη μέθοδο του εμβολισμού για τον αποκλεισμό του ανευρύσματος και εξήλθε του Νοσοκομείου.
Στις 17 Νοεμβρίου 2005 εισήχθη εκ νέου στο ως άνω θεραπευτήριο, όπου και διενεργήθηκε η ανωτέρω επέμβαση και παρέμεινε νοσηλευόμενη έως τις 19 Νοεμβρίου 2005 και κατέβαλε το ποσό των 25.920,08 ευρώ, το οποίο αφορούσε δαπάνες νοσηλείας, χειρουργικής επεμβάσεως, χειρουργικών υλικών, φαρμάκων .ιατρικών εξετάσεων, ιατρικών αμοιβών και εν γένει κάθε υπηρεσία ή υλικό που ήταν απαραίτητο για την άμεση αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας της.
Εκ του ως άνω καταβληθέντος ποσού έλαβε η ενάγουσα το ποσό των 8.804,11 ευρώ από το ασφαλιστικό της φορέα. Περαιτέρω στις 03-03-2006 εισήχθη εκ νέου στο ως άνω θεραπευτήριο όπου υποβλήθηκε σε παναγγειογραφία εγκεφάλου με τοπική αναισθησία και εξήλθε αυτού την 4-3-2006 έχοντας καταβάλει για ιατρικές αμοιβές το ποσό των 500 ευρώ και 300 ευρώ στον ιατρό νευροακτινολόγο Π.
Β. και στον ιατρό νευροχειρούργο Γεώργιο Παυλίδη αντίστοιχα. Η ενάγουσα μετά ταύτα ζήτησε την εκπλήρωση εκ μέρους της εναγομένης των παροχών του ασφαλιστηρίου και δη την καταβολή του ποσού των 17.794,72 ευρώ κατά τους όρους αυτού. Το ποσό αυτό η εναγομένη αρνείται να το καταβάλει με το επιχείρημα ότι δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 παράγραφος Γ του προσαρτήματος 20 δεν καλύπτεται από το προσάρτημα αυτό, για το διάστημα των πρώτων 24 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του προγενέστερη της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του προσαρτήματος ασθένεια ή σωματική βλάβη καθώς και τα επακόλουθα και οι επιπλοκές τους.
Περαιτέρω, να σημειωθεί ότι για την εφαρμογή αυτής της εξαίρεσης είναι αδιάφορο αν ο ασφαλισμένος γνώριζε ή όχι την ύπαρξη του προϋπάρχοντος νοσήματος. Εξάλλου, σύμφωνα και με τα σημειώματα των ιατρών που προσκομίζει η ενάγουσα, αλλά και από την προσκομιζόμενη ιατρική γνωμοδότηση της εναγομένης δεν είναι δυνατό να διαγνωσθεί με τα σημερινά ιατρικά δεδομένα η ανάπτυξη ανευρύσματος εγκεφάλου και πολύ περισσότερο να γνωρίζει ο ασθενής ότι μπορεί σε κάποια φάση της ζωής του να αναπτύξει το συγκεκριμένο νόσημα.
Περαιτέρω από την ανωτέρω ιατρική γνωμοδότηση που προσκομίζει η εναγόμενη προκύπτει ότι "η πάθηση αυτή είναι συγγενούς αιτιολογίας, ήτοι υπάρχει συγγενώς "ελαττωματική" κατασκευή του τοιχώματος της αρτηρίας και κατά τη διάρκεια της ζωής, στο σημείο αυτό του τοιχώματος αναπτύσσεται το ανεύρυσμα, αυξανόμενο σταδιακά σε μέγεθος, χωρίς συνήθως να το γνωρίζει ο πάσχων και ανακαλύπτεται είτε τυχαία σε εξέταση για άλλο λόγο, (όπως στην προκειμένη περίπτωση), είτε αφού προκαλέσει υπαραχνοειδή αιμορραγία".
Στην προκειμένη περίπτωση όπως συνομολογεί και η ίδια η ενάγουσα στην αγωγή της διαπιστώθηκε η ύπαρξη ανευρύσματος εγκεφάλου δεξιάς καρωτίδας στις 15 Νοεμβρίου 2005, ήτοι σε χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών από την υπογραφή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που έλαβε χώρα στις 7 Μάιου 2004. Επομένως, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω ανεξαρτήτως αν η ασφαλισμένη γνώριζε την ύπαρξη αυτού του ανευρύσματος εγκεφάλου, δεν συντρέχει η ανωτέρω προϋπόθεση που απαιτεί την επέλευση 24 μηνών από την υπογραφή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου έως την εκδήλωση της συγκεκριμένης ασθένειας προκειμένου να εφαρμοσθεί το προσάρτημα 20 που προβλέπει ασφάλεια ευρείας νοσοκομειακής περίθαλψης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο, όπως αυτός εκτιμάται, αποδίδει στο Μονομελές Πρωτοδικείο την αιτίαση, ότι μολονότι εμμέσως διαπίστωσε κενό ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων, όπως διατυπώθηκαν στο ως άνω άρθρο 5 παράγραφος Γ' του προσαρτήματος 20 της από 7-5-2004 ασφαλιστικής σύμβασης και ειδικότερα αναφορικά με το αν το συγκεκριμένο νόσημά της (ανεύρυσμα εγκεφάλου), η διαπίστωση ανάπτυξης του οποίου δεν είναι δυνατή με τα σημερινά ιατρικά δεδομένα, εμπίπτει στην έννοια της ασθένειας του άρθρου αυτού, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, λαμβάνοντας υπόψη και τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν 2251/1994.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων διαδίκων, όπως διατυπώθηκαν στο άρθρο 5 παράγραφος Γ του προσαρτήματος 20 της από 7-5-2004 ασφαλιστικής σύμβασης και ειδικότερα αναφορικά με το αν το ως άνω νόσημα της αναιρεσείουσας εμπίπτει ή όχι στην έννοια της ασθένειας του πιο πάνω άρθρου, δεχόμενο ρητά ότι η συγκεκριμένη πάθηση της αναιρεσείουσας, που εκδηλώθηκε εντός 24 μηνών από την κατάρτισης της επίδικης σύμβασης ασφάλισης, είναι συγγενούς αιτιολογίας, άρα προϋπήρχε αυτής (ασφαλιστικής σύμβασης) και κατά συνέπεια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης για την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη.
Επομένως, δεν υπήρχε λόγος να προσφύγει το δικαστήριο της ουσίας στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες. Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής του λόγου εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό της διάταξης του ως άνω άρθρου 5 παράγραφος Γ του προσαρτήματος 20 της από 7-5-2004 ασφαλιστικής σύμβασης.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια ότι το ως άνω νόσημα της αναιρεσείουσας (ανεύρυσμα εγκεφάλου της δεξιάς έσω καρωτίδας) διαπιστώθηκε στις 15 Νοεμβρίου 2005, ήτοι σε χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών από την υπογραφή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, (7 Μαΐου 2004) και ότι η εν λόγω πάθηση (της αναιρεσείουσας) είναι συγγενούς αιτιολογίας, ήτοι υπήρχε συγγενώς "ελαττωματική" κατασκευή του τοιχώματος της αρτηρίας και κατά τη διάρκεια της ζωής, στο σημείο αυτό του τοιχώματος, αναπτύσσεται το ανεύρυσμα, αυξανόμενο σταδιακά σε μέγεθος.
Η παραδοχή αυτή, (περί του ότι η ως άνω πάθηση είναι συγγενούς αιτιολογίας), δεν είναι αντιφατική με εκείνη (που, επίσης, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) "ότι δεν είναι δυνατό να διαγνωσθεί με τα σημερινά ιατρικά δεδομένα η ανάπτυξη ανευρύσματος εγκεφάλου και πολύ περισσότερο να γνωρίζει ο ασθενής ότι μπορεί σε κάποια φάση της ζωής του να αναπτύξει το συγκεκριμένο νόσημα", όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με το αναιρετήριο.
Τούτο, γιατί η τελευταία παραδοχή αναφέρεται στην αδυναμία διάγνωσης της ανάπτυξης του ανευρύσματος, η αδυναμία όμως αυτή δεν αίρει το γεγονός ότι η ανωτέρω πάθηση της αναιρεσείουσας είναι συγγενούς αιτιολογίας. Υπό τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου 5 παρ.
Γ' του προσαρτήματος 20 της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Εξάλλου, η τελευταία πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙ Α ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13 Μαΐου 2014 αίτηση της Α. Μ. για αναίρεση της 3928/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ