513/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated513/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αγωγή αυτή, με την οποία ο αναιρεσείων ζήτησε την επιδίκαση ίσης με το ποσό της επιταγής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, ήταν κατά την ανωτέρω επικουρική θεμελίωση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης νόμιμη, διότι διελάμβανε την επίκληση όλων των απαραίτητων περιστατικών για τη νομική της θεμελίωση στις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, 40 ν. 5960/33 και 2 ν. 1325/72.
Full text
Απόφαση 513 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 513/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Μυταλούλη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS AE" με έδρα την Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χονδρόπουλο .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1706/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6055/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά με την από 20-2-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 30-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι 1ος και 2ος (στοιχ. Α1, 2) λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6055/10 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 20/5/09 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1706/09 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 20/12/06 αγωγή του, για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής του ικανοποίησης, σε αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και της ηθικής του βλάβης, αντίστοιχα, λόγω της κατά κύρια και επικουρική θεμελίωση, ιστορούμενης στην αγωγή του αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης-εναγομένης.
Κατά το άρθρο 40 του ν. 5960/1933, ο κομιστής μπορεί να ασκήσει την αναγωγή αυτού κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υπόχρεων, αν η επιταγή εμφανίσθηκε εγκαίρως, δεν πληρώθηκε και η άρνηση της πληρωμής βεβαιώνεται 1) με δημόσιο έγγραφο (διαμαρτυρικό) ή 2) με δήλωση του πληρωτή που χρονολογείται και γράφεται επί της επιταγής, με σημείωση της ημέρας της εμφάνισης, ή 3) με χρονολογούμενη δήλωση γραφείου συμψηφισμού που βεβαιώνει ότι η επιταγή εγχειρίσθηκε εγκαίρως και δεν πληρώθηκε. Με την διάταξη αυτή ορίζονται οι προϋποθέσεις, με βάση τις οποίες ο κομιστής μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα αναγωγής και ειδικότερα (ορίζεται) ο τρόπος βεβαιώσεως της άρνησης πληρωμής της επιταγής.
Συνεπώς, προκειμένου να ασκηθεί το αναγωγικό δικαίωμα, η εμπρόθεσμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής αποδεικνύεται μόνο με τους τρεις ως άνω διαζευκτικώς, αλλά περιοριστικώς αναφερόμενους τρόπους. Αντίθετα, σε περίπτωση επιδίωξης αποζημίωσης από αδικοπραξία, λόγω εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, τα ίδια περιστατικά μπορούν να αποδειχτούν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες, καθόσον ο ανωτέρω τρόπος βεβαιώσεως της άρνησης πληρωμής του άρθρου 40 ν. 5960/1933 είναι μεν χρήσιμος προς απόδειξη της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του άρθρου 79 του ίδιου νόμου, δεν αποτελεί όμως στοιχείο του εγκλήματος αυτού και της αγωγής αποζημιώσεως, λόγω εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ 25/2000), αφού με το άρθρο 79 ν. 5960/1933 δεν γίνεται παραπομπή στο άρθρο 40, αλλά καθορίζονται περιοριστικώς τα απαιτούμενα ως άνω στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Περαιτέρω, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ορισμένης ενέργειας ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ, εξαρτάται από το αν η πράξη ή η παράλειψη, αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το ως άνω αποτέλεσμα (ΑΠ 2/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, ισχυρίστηκε ότι οι προστηθέντες από την αναιρεσίβλητη πληρώτρια τράπεζα υπάλληλοί της παράνομα αρνήθηκαν να του πληρώσουν μία επιταγή ποσού 23.000 ευρώ, εκδόσεως του Α.-Μ. Δ., συρόμενη στον τηρούμενο σ' αυτήν λογαριασμό του τελευταίου, αν και αυτός (αναιρεσείων), ως νόμιμος κομιστής της, την εμφάνισε εμπροθέσμως προς πληρωμή και υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη στον λογαριασμό του, ενώ συγχρόνως απαγόρευσαν στη τράπεζα ΕΤΕ Α.Ε., στην οποία την είχε καταθέσει ο αναιρεσείων για να πιστωθεί ο εκεί τηρούμενος δικός του λογαριασμός και από την οποία η αναιρεσίβλητη ειδοποιήθηκε αυθημερόν περί τούτου ηλεκτρονικά μέσω του διατραπεζικού συστήματος, να σφραγίσει την επίμαχη επιταγή, με αποτέλεσμα να υποστεί περιουσιακή ζημία, εφόσον δεν του καταβλήθηκε το ποσό της επιταγής, αν και υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, αλλά και επικουρικά, για την περίπτωση που δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, αυτός απώλεσε το δικαίωμα αναγωγής κατά του εκδότη, απώλεσε τη δυνατότητα να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης κατά του εκδότη από αδικοπραξία λόγω έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αλλά και το δικαίωμα να εκδώσει διαταγή πληρωμής σε βάρος του και με βάση αυτήν να εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο μοναδικό ακίνητο του εκδότη, το οποίο στο μεταξύ επιβαρύνθηκε με άλλες προσημειώσεις υποθηκών υπέρ άλλων δανειστών του, τα ποσά των οποίων υπερκάλυπταν το πιθανό εκπλειστηρίασμά του, με αποτέλεσμα να του προκληθεί μόνιμη αδυναμία εισπράξεως του ποσού της επιταγής, με ισόποση περιουσιακή του ζημία, το δε ζημιογόνο αυτό αποτέλεσμα οφείλεται, κατ' αιτιώδη συνάφεια (κατά την ως άνω επικουρική θεμελίωση της αγωγής), στην υπαίτια άρνηση των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης να επιτρέψουν τη σφράγιση της εμπροθέσμως εμφανισθείσας επιταγής, δηλαδή να βεβαιώσουν κατά νόμο την εμφάνιση και την άρνηση πληρωμής της, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή του εκτιθέμενα.
Η αγωγή αυτή, με την οποία ο αναιρεσείων ζήτησε την επιδίκαση ίσης με το ποσό της επιταγής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, ήταν κατά την ανωτέρω επικουρική θεμελίωση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης νόμιμη, διότι διελάμβανε την επίκληση όλων των απαραίτητων περιστατικών για τη νομική της θεμελίωση στις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, 40 ν. 5960/33 και 2 ν. 1325/72.
Ειδικότερα, η βεβαίωση από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης της εμφανίσεως και μη πληρωμής της επιταγής (σφράγιση της επιταγής) αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος αναγωγής του ενάγοντος κατά του εκδότη της επιταγής, καθόσον τα περιστατικά αυτά (εμπρόθεσμη εμφάνιση και μη πληρωμή) δεν μπορούσαν να αποδειχτούν (προκειμένου να ασκηθεί το αναγωγικό δικαίωμα) με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες, αλλά μόνο με τους τρεις διαζευκτικώς, αλλά περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 40 ν. 5960/33 τρόπους, η δε αποδιδόμενη στους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης υπαίτια άρνηση να προβούν στην ως άνω νόμιμη ενέργεια ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει αιτιωδώς το ως άνω ζημιογόνο αποτέλεσμα (απώλεια δικαιώματος αναγωγής ενάγοντος κατά εκδότη).
Συνεπώς, το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς την ανωτέρω επικουρική της βάση, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων μπορούσε να αποδείξει τα ως άνω κρίσιμα περιστατικά με κάθε νόμιμο μέσο και με μάρτυρες, παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ώστε ο 1ος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος της, ενώ παρέλκει η έρευνα των 2ου και 3ου λόγων της αιτήσεως, με τους οποίους και με τις αναφερόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη κατά το ίδιο μέρος της.
Με τον 4ο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις, αναφορικά με την κρίση του Εφετείου περί αοριστίας της αγωγής του, ως προς την επιχειρηθείσα νομική της θεμελίωση και στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ. Όμως, παρά το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 1706/09 οριστική του απόφαση, είχε απορρίψει σιωπηρά την αγωγή κατά την επιχειρηθείσα θεμελίωσή της στην εν λόγω διάταξη, ο αναιρεσείων δεν επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ως άνω αγωγική βάση, με λόγο εφέσεως.
Συνεπώς, ανεξάρτητα από τις παραδοχές του Εφετείου, περί αοριστίας της αγωγής κατά την επιχειρηθείσα θεμελίωσή της στην ανωτέρω διάταξη, στις οποίες πλεοναστικώς προέβη, εφόσον δεν είχε μεταβιβαστεί η υπόθεση σ' αυτό κατά το αντίστοιχο μέρος της (άρθρο 522 ΚΠολΔ), οι προβαλλόμενες με τον 4ο λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι, προεχόντως, απαράδεκτες (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επίσης, ο αναιρεσείων, με την ένδικη αγωγή του, επιχείρησε να θεμελιώσει τις αγωγικές του αξιώσεις, επικουρικώς, στις διατάξεις περί έκταξης, άλλως σε εκείνες περί σύμβασης υπέρ τρίτου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την ως άνω οριστική του απόφαση, απέρριψε τις βάσεις αυτές, ως μη νόμιμες. Όμως, ο αναιρεσείων δεν επανέφερε τις ως άνω βάσεις στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με συγκεκριμένο λόγο εφέσεως. Έτσι, ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο, χωρίς λόγο εφέσεως, επανέλαβε τις απορριπτικές για τις εν λόγω βάσεις αιτιολογίες, η υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος της δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο (άρθρο 522 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, οι αιτιάσεις που προβάλλονται κατά της αναιρεσιβαλλομένης από τον αναιρεσείοντα, με τον 5ο λόγο της αιτήσεως, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 876-887 ΑΚ και 410-415 ΑΚ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτες (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 του Ν 1969/1991 "Εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου κλπ", ορίζεται ρητώς ότι η εμφάνιση προς πληρωμή και η βεβαίωση της μη πληρωμής της επιταγής μπορεί να γίνει και σε κατάστημα της πληρώτριας τράπεζας διαφορετικό από εκείνο στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ακόμη δε και σε οποιοδήποτε υποκατάστημα οποιασδήποτε Τράπεζας μετά από εξουσιοδότηση της πληρώτριας.
Η εφαρμογή της διάταξης αυτής άρχισε από 20/2/1992, σύμφωνα με την 6617/Β104/11-24 Φεβρουαρίου 1992 (ΦΕΚ Β 100) κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 του ως άνω άρθρου 88 Ν. 1969/1991. Το άρθρο δηλαδή 88 του ν. 5960/1933 και η εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση αυτού ως άνω Υπουργική Απόφαση επέτρεψαν να εμφανίζονται οι επιταγές προς πληρωμή και σε υποκαταστήματα άλλων τραπεζών, εκτός από τα υποκαταστήματα της πληρώτριας τράπεζας, ορίστηκε δε ότι οι άλλες τράπεζες στο ρόλο που τους ανατίθεται ενεργούν κατ' εξουσιοδότηση της πληρώτριας και ότι η βεβαίωση της μη πληρωμής συντάσσεται έπειτα από "σχετικές πληροφορίες", οι οποίες μπορεί να λαμβάνονται και με "ηλεκτρονικούς μηχανογραφικούς τρόπους" (και επομένως και με κάθε άλλο πρόσφορο τρόπο τηλεπικοινωνίας), με μνεία της σχετικής εξουσιοδότησης, όπου απαιτείται.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως προς την κύρια βάση της: "Ο μη διάδικος Α.-Μ. Δ. εξέδωσε σε διαταγή του, στην … με αρχική ημερομηνία εκδόσεως την 30/3/2006 την με αριθμό ...
επιταγή ποσού 23.00 ευρώ, πληρωτέα από τον με αριθμό ... λογαριασμό του, που διατηρούσε στην εναγομένη Τράπεζα (υποκατάστημα Δέλτα Φαλήρου), την οποία οπισθογράφησε και παρέδωσε στον ενάγοντα. Όπως δε ο ενάγων κατέθεσε ανωμοτί, τον παρακάλεσε ο εκδότης να αλλάξει την αρχική ημερομηνία, για 30/4/2006....... Την 8/5/2006 ο ενάγων προσκόμισε την επιταγή αυτή στο υποκατάστημα Άνω Γλυφάδας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και την κατέθεσε στον τηρούμενο σ' αυτήν τραπεζικό του λογαριασμό, προκειμένου να εισπραχθεί και να πιστωθεί το ποσό της στον λογαριασμό του αυτό, ήτοι, όπως συνομολογείται από την εναγομένη (άρθρο 352 ΚΠολΔ) ο ενάγων κατέθεσε την επιταγή στην ως άνω τράπεζα την τελευταία ημέρα της οκταήμερης προθεσμίας εμφανίσεως για την πληρωμή της και κατά συνέπεια εμπροθέσμως.
Η εν λόγω επιταγή διακινήθηκε από την ως άνω Εθνική Τράπεζα μέσω του Διατραπεζικού Ηλεκτρονικού Συστήματος Συμψηφισμού Επιταγών ΔΗΣΣΕ (DIASCHEQUE) και ειδικότερα η τράπεζα αυτή εισήγαγε την επίδικη στο ως άνω σύστημα, την ίδια ημέρα (8/5/2006) χωρίς να προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα έγγραφα της Εθνικής Τράπεζας, ποια ακριβώς ώρα.
Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι μέσω του εν λόγω συστήματος εμφανίστηκε η επιταγή αυτή και στην εναγομένη αυθημερόν και κατά συνέπεια εμπροθέσμως όπως ο ενάγων ισχυρίζεται, κατά την κύρια βάση της αγωγής αλλά ότι η εναγομένη έλαβε γνώση της επιταγής και απέκρουσε αμέσως την πληρωμή της την επόμενη ημέρα 9/5/2006, με την αιτιολογία (Κωδικό 9 του ως άνω συστήματος) ότι "η επιταγή δεν μπορεί να πληρωθεί και βρίσκεται εκτός οκταημέρου".
Εφόσον επομένως δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έλαβε γνώση της επιταγής την 8/5/2006, δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της για τη μη πληρωμή της κατά την ημερομηνία αυτή. Δεν αποδείχτηκε εξάλλου ότι ο εκδότης της εν λόγω επιταγής είχε στον ως άνω λογαριασμό που τηρούσε στην εναγομένη, τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της, όπως ο ενάγων αβάσιμα ισχυρίζεται, ούτε κατά την 8/5/2006, ούτε κατά την επόμενη ημέρα που αποκρούστηκε η πληρωμή της από την εναγομένη.
Από την ανωμοτί κατάθεση του ενάγοντος, ότι ο εκδότης τον διαβεβαίωσε ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, δεν αποδεικνύεται το γεγονός αυτό, ενώ ο ενάγων που φέρει το βάρος αποδείξεως (άρθρο 338 ΚΠολΔ) δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει άλλα αποδεικτικά μέσα, (έγγραφα) από τα οποία να αποδεικνύεται η ύπαρξη κεφαλαίων στον παραπάνω λογαριασμό του εκδότη, όπως, κάποια απόδειξη κατάθεσης στο λογαριασμό του εκδότη, του ποσού της επιταγής κατά τον ως άνω έστω κρίσιμο χρόνο ή αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού του.
Αντίθετα από το προσκομιζόμενο από αυτόν σχετ. με αρ. 4 προκύπτει ότι ο υπογράφων ως εκδότης της επίδικης επιταγής, δήλωνε την 7/4/2006 σε φωτοτυπικό αντίγραφο της επιταγής αυτής, ότι σε περίπτωση που δεν θα κατέβαλε το ποσό της επιταγής, "η επιταγή να εμφανισθεί στην πληρώτρια τράπεζα και να σφραγιστεί", δήλωση από την οποία προκύπτει ότι ο εν λόγω εκδότης κατά την ημερομηνία αυτή δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια και ότι ενδέχετο να μην υπάρχουν τα κεφάλαια αυτά στο λογαριασμό του, κατά την εμφάνιση της επιταγής.
Δεν αποδείχθηκε επομένως ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης, αρνούμενοι την πληρωμή της επίδικης επιταγής την 9/5/06, ενήργησαν υπαίτια και παράνομα, ζημιώνοντας τον ενάγοντα κατά το ποσό της επιταγής, όπως αυτός επικουρικά επικαλείτο". Με το να δεχθεί τα παραπάνω το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων-ενάγων κατέθεσε την επίμαχη επιταγή στην ΕΤΕ εμπροθέσμως, την τελευταία ημέρα της οκταήμερης προθεσμίας και αυτή διακινήθηκε από την ΕΤΕ μέσω του Διατραπεζικού Ηλεκτρονικού Συστήματος Συμψηφισμού Επιταγών ΔΗΣΣΕ, την ίδια ημέρα (8/5/06), στη συνέχεια δέχεται ότι δεν αποδείχτηκε ότι μέσω του εν λόγω συστήματος εμφανίστηκε η επιταγή και στην εναγομένη αυθημερόν, αλλά ότι η εναγομένη έλαβε γνώση της επιταγής την επόμενη ημέρα, 9/5/06, χωρίς να αιτιολογεί και να διευκρινίζει για ποιο λόγο δεν έλαβε γνώση αυθημερόν της επίμαχης επιταγής η τελευταία, εφόσον επρόκειτο για ηλεκτρονική μεταβίβασή της, γεγονός που συνεπάγεται τη δυνατότητα άμεσης ενημέρωσης, ο αποκλεισμός της οποίας προϋπέθετε τη συνδρομή άλλων επιπλέον περιστατικών που να αναιρούν αυτή τη δυνατότητα, ώστε να διαπιστωθεί στη σφαίρα ευθύνης ποίου βρισκόταν η επιταγή κατά τη λήξη του οκταημέρου, λαμβανομένου υπόψη ότι ο αναιρεσείων, σύμφωνα και με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης εμπροθέσμως την εμφάνισε στην ΕΤΕ προς πληρωμή και βεβαίωση της τυχόν μη πληρωμής της, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 88 παρ. 1 του Ν 1969/1991.
Επίσης, δέχτηκε ότι δεν αποδείχτηκε η ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη στο λογαριασμό του στην πληρώτρια τράπεζα, παρά την προηγούμενη παραδοχή του ότι η αναιρεσίβλητη πληρώτρια τράπεζα απέκρουσε την πληρωμή της επιταγής επικαλούμενη την εκπρόθεσμη και μόνον εμφάνισή της (όχι δε και την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη, γεγονός του οποίου η βεβαίωση ανήκε αποκλειστικά στη σφαίρα επιρροής και ευθύνης της πληρώτριας τράπεζας και λαμβανομένου υπόψη ότι η εκπρόθεσμη και μόνον εμφάνιση της επιταγής δεν εμπόδιζε την πληρωμή της, σε περίπτωση υπάρξεώς τους και ελλείψεως ανακλήσεως της επιταγής, κατά το άρθρο 32 εδ.
β' ν. 5960/1933). Έτσι, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος αναφορικά με την εφαρμογή των αμέσως παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 330 και 914 ΑΚ, σχετικά με το ζήτημα της τυχόν υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, ο σχετικός περί τούτου 6ος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του (στοιχεία Α1 και Β1), με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το παραπάνω μέρος της, ενώ παρέλκει η έρευνα του 6ου λόγου της αιτήσεως κατά τα λοιπά (στοιχεία Α2, Α3, Β κατά το υπόλοιπο μέρος) με τον οποίο και με τις αναφερόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη κατά το ίδιο μέρος της. Κατ' ακολουθίαν τούτων και κατά παραδοχή των πιο πάνω λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Ακόμη, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6055/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες επτακόσιες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ