513/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2830/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2696/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2012 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated513/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με αυτή δε την παραδοχή του Εφετείου δεν παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 5 § 1 του ΠΔ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", που ορίζει ότι η εμπορική μίσθωση ισχύει για δώδεκα έτη, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο και ότι μπορεί να λυθεί με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας.
Full text
Απόφαση 513 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 513/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Β. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Κατσιγιάννη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ-ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "BIOCLINIC", όπως τροποποιήθηκε από "ΑΔΕΛΦΟΙ Κ. Ανώνυμη Εταιρία-Ιδιωτική Κλινική Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" με το δ.τ. "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνο Καυκά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2830/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2696/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 15-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 559 αρ. 1α και 566 ΚΠολΔ, προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές (559 αρ. 1α) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' αναφέρονται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της και επιπλέον, εφόσον το δικαστήριο έκρινε την ουσία της υπόθεσης, ν' αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές, με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στις πλημμέλειες που συγκροτούν το λόγο αυτό αναίρεσης, διότι, διαφορετικά, είναι τελείως ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 577 παρ. 1-2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως άλλωστε κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, ν' αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός αναιρετηρίου, ούτε, ειδικότερα, από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη συνιστούν σφάλμα και απορριφθεί για το λόγο αυτό η αίτηση αναίρεσης, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό.
Η θέση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο (δικαίωμα) μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής οιασδήποτε μορφής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο κρίση.
Γι' αυτό τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν δυσχεραίνουν αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια, για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής.
Στην προκείμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο οποίος, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου του, τείνει να θεμελιωθεί επί του εδαφίου 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι δεχόμενο τούτο, ότι η μεταξύ αυτής και της ήδη αναιρεσίβλητης υφιστάμενη μίσθωση κυλικείου εντός ιδιωτικής κλινικής παροχής υπηρεσιών υγείας λύθηκε με την σφράγιση τούτου από την Αστυνομία, για το λόγο ότι δεν είχε χορηγηθεί σ' αυτήν άδεια λειτουργίας του "...παραβίασε τον Νόμο καθότι στην προκειμένη περίπτωση η μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης καταρτισθείσα στις 15.4.2005 σύμβαση μισθώσεως δεν λύθηκε με την πάροδο της συμβατικής της διάρκειας, ήτοι με την πάροδο της τριετίας στις 15.4.2008, αλλά συνεχίστηκε, αφού δεν υπήρξε κάποια νεώτερη μεταξύ τους έγγραφη συμφωνία περί λύσεως αυτής και εγκαταλείψεως του μισθίου κυλικείου, αλλά ούτε και κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη προχώρησε στη με οποιονδήποτε τρόπο καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως ενόψει της λήξης του συμβατικού χρόνου αυτής.
Αντίθετα η ως άνω μίσθωση μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου καθίσταται δωδεκαετούς διάρκειας και συνέχισε να είναι ενεργός σύμφωνα με τις διατάξεις περί εμπορικών μισθώσεων. Το διοικητικό μέτρο που επέβαλαν οι πολεοδομικές αρχές, ήτοι η σφράγιση του ως άνω μίσθιου κυλικείου, δεν έλυσε την μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης σύμβαση μισθώσεως, όπως εσφαλμένα δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη, αφού δεν κατήργησε το δικαίωμά του για την χρήση του μίσθιου χώρου, απλώς αναίρεσε την δυνατότητα της ελεύθερης και ανενόχλητης χρήσης του μίσθιου χώρου".
Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνόμενος λόγος αναίρεσης, στον οποίο δεν μνημονεύεται ποία ή ποίες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκαν, ποίο σαφές και συγκεκριμένο νομικό σφάλμα αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των διατάξεων αυτών και ποίες είναι οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, με τις οποίες τούτο παραβίασε τις (μη μνημονευόμενες) ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της πληττόμενης υπ' αριθμ. 2696/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, προκύπτει με σαφήνεια ότι το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε, κατ' αποδοχή ένστασης της ήδη αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας, ότι, μετά την σφράγιση του μισθίου από την αρμόδια αρχή, λόγω μη χορήγησης άδειας λειτουργίας αυτού, η ήδη αναιρεσείουσα μισθώτρια απέδωσε τη χρήση του μισθίου στην ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία και το παρέλαβε και ότι με τον τρόπο αυτό, που συνιστά νεότερη συμφωνία των διαδίκων για λύση της μίσθωσης, λύθηκε η μεταξύ αυτών υφισταμένη σύμβαση μίσθωσης.
Με αυτή δε την παραδοχή του Εφετείου δεν παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 5 § 1 του ΠΔ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", που ορίζει ότι η εμπορική μίσθωση ισχύει για δώδεκα έτη, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο και ότι μπορεί να λυθεί με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας.
Τούτο δε, δηλαδή η μη παραβίαση της πιο πάνω διάταξης ουσιαστικού δικαίου, διότι η οικειοθελής απόδοση του μισθίου από τον μισθωτή αποτελεί πρόταση προς τον εκμισθωτή για κατάρτιση σύμβασης λύσης της μίσθωσης και η παραλαβή του από τον τελευταίο αποδοχή της πρότασης και επομένως ολοκλήρωση αυτής (άρθρ. 185, 189, 192 ΑΚ), και ως γενομένη αυτή (συμφωνία για λύση της μίσθωσης) μετά την σύναψη της μίσθωσης δεν είναι ανάγκη να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.
Με βάση δε την παραδοχή του αυτή, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο των κονδύλι των 343.296,36 ευρώ, το οποίο ζητούσε με την αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα υπό μορφή διαφυγόντων κερδών λόγω πρόωρης λύσης της σύμβασης μίσθωσης.
- Ο από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 2133/2007, ΑΠ 2104/2007, 2101/2007, ΑΠ 1850/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης "... καθότι δεν έχει επαρκή αιτιολογία σχετικά με την απόρριψη του αιτήματός της περί καταβολής του ποσού των 40.248 ευρώ, το οποίο ζητούσα ως αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών από την εκμετάλλευση εννέα θέσεων εξυπηρέτησης πελατών από τον χώρο του μισθίου του κυλικείου τις οποίες στερήθηκα λόγω της εναπόθεσης στον χώρο εμπορευμάτων που φύλασσε στην αποθήκη, που της είχε εκμισθώσει ταυτόχρονα με τον χώρο του κυλικείου η αναιρεσίβλητη, καθώς και σχετικά με την απόρριψη του αιτήματός της περί καταβολής του ποσού των 19.952,80 ευρώ που αντιστοιχούσε στην ζημιά, που υπέστην λόγω της υπαίτιας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αθέτησης του όρου 12.7 του μισθωτηρίου συμβολαίου".
Στη συνέχεια δε η αναιρεσείουσα προβαίνει σε ανάλυση της έννοιας του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και καταλήγει στο ότι "Η προσβαλλόμενη λοιπόν απόφαση πρέπει να αναιρεθεί γιατί δεν έχει νόμιμη βάση, αφού η αιτιολογία της σχετικά με το γεγονός εάν δικαιούμεθα την καταβολή των ανωτέρω ποσών είναι ανεπαρκής".
Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνόμενος λόγος αναίρεσης, ο οποίος τείνει να θεμελιωθεί επί του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. και στον οποίο δεν αναφέρονται α) ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η πληττόμενη απόφαση σχετικά με τα παραπάνω αγωγικά αιτήματα, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, προσάπτεται σ' αυτήν η έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, β) τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση των ως άνω αγωγικών ισχυρισμών γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου εκείνου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση, είναι, ελλείψει αναφοράς των ως άνω στοιχείων, αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος και απορριπτέος.
- Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι "Παρά το νόμο, έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ.)" χωρίς να παρατίθεται στο αναιρετήριο ο αποτελών "πράγμα", υπό την ως άνω έννοια, ισχυρισμός, όπως αυτός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, αν αυτός επαναφέρθηκε, πότε και πώς, στο Εφετείο, ούτε ποιες είναι οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος και απορριπτέος.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης όπως αυτά ειδικότερα καθορίζονται στο διατακτικό, η οποία έχει καταθέσει και προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.6.2012 και με αριθμό κατάθεσης 719/2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2696/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας μισθωτικών διαφορών).- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ