513/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1794/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2187/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/11/2009 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated513/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω όμως και δη: ως προς τον υπολογισμό των αποδοχών του ενάγοντος μετά την 2.7.2003 το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 22 § 1 του ν.3166/2003 δια της εσφαλμένης εφαρμογής της, αφού, όπως προαναφέρθηκε η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοσθεί πριν από την έκδοση της προαναφερόμενης Υπουργικής αποφάσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 513 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 513/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΞΤΡΑ ΚΟΜΜΙΟΥΝΙΚΕΙΣΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΤΖΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "EXCOM A.E.", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Κορδελίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Φωτεινής Βουγιούκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1794/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2187/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/11/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 21/11/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί κατά τα οικεία μέρη τους οι, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παράγραφος 23 του ν. 2328/1995 "Νομικό καθεστώς ιδιωτικής τηλεόρασης ραδιοφωνίας και ραδιοτηλεοπτικής αγοράς κτλ", οι επιχειρήσεις στις οποίες χορηγείται άδεια ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού, υποχρεούνται να συνάπτουν είτε αυτές απ'ευθείας είτε η εργοδοτική ένωση στην οποία συμμετέχουν, συλλογικές συμβάσεις εργασίας με το δημοσιογραφικό και λοιπό προσωπικό τους.
Εάν δεν υπογραφούν αυτές οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ισχύουν και ως προς τους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς οι αντίστοιχες συμβάσεις εργασίας που συνάπτει η ΕΡΤ ΑΕ με τους εργαζομένους σ' αυτή δημοσιογράφους, καθώς και το λοιπό προσωπικό της. Από τη διάταξη αυτή, που ισχύει από 8.8.1995, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4, 5, 6 παράγραφος 3 εδ.
α' και β' και παράγραφος 5 του Ν. 1866/1989, συνάγεται ότι με τις επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (άρθρα 3 παρ. 5 και 6 παράγραφος 1β' του ν. 1876/1990) τακτικών και εκτάκτων υπαλλήλων και δημοσιογράφων της ΕΡΤ αμείβονται και εκείνοι που εργάζονται σε ιδιωτικούς σταθμούς, οι οποίοι λειτουργούν ύστερα από τη σύναψη παραχώρησης μη κρατικής τηλεόρασης, εφόσον γι 'αυτούς δεν έχουν υπογραφεί ειδικές ΣΣΕ.
Αυτό ισχύει και για εκείνους τους σταθμούς που έχουν πετύχει, προσωρινής ισχύος άδεια λειτουργίας, οι οποίοι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παράγραφος 1 του ν.2644/1998, που ισχύει από 24.3.1998 και δεν έχει αναδρομική ισχύ, θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες, προσωρινά, μέχρι τη χορήγηση των αδειών λειτουργίας ή την απόρριψη της αιτήσεώς τους, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 5 περ.
γ' και δ' του Ν. 2328/1995. Η ανωτέρω νομοθετική πρόβλεψη για την επέκταση της ισχύος των ΣΣΕ των τακτικών και εκτάκτων υπαλλήλων της ΕΡΤ και στους εργαζομένους σε ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, οι οποίοι δεν έχουν προσωρινή άδεια, και για τους οποίους δεν έχουν υπογραφεί επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη επέμβαση του νομοθέτη στη συλλογική αυτονομία.
Αντίθετα η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, αφού με αυτήν ρυθμίστηκε η εργασιακή σχέση των επιχειρήσεων των ιδιωτικών σταθμών ραδιοτηλεοράσεως και των εργαζομένων σ' αυτές, η οποία ενδιαφέρει την έννομη τάξη, αφού αφορά το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον μιας μεγάλης μερίδας εργοδοτών και εργαζομένων της Ελληνικής Πολιτείας, οι εργασιακές σχέσεις των οποίων δεν είχαν καθορισθεί με συλλογικές συμβάσεις, καθόλο το ένδικο χρονικό διάστημα.
Με την επέμβαση αυτή, που ρυθμίστηκε προσωρινά το ανωτέρω θέμα και δη μέχρι την σύναψη συλλογικής σύμβασης από τα ενδιαφερόμενα μέρη, δεν παραβιάστηκε κανένα θεμελιώδες δικαίωμα των τελευταίων, ενώ διασφαλίστηκε η ανεμπόδιστη άσκηση της λειτουργίας των σταθμών ραδιοτηλεόρασης και η παροχή εργασίας των εργαζομένων σ' αυτούς και έτσι συγχρόνως επιτεύχθηκε η μεταξύ αυτών απαραίτητη εργασιακή ειρήνη.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, η προαναφερόμενη διάταξη του Ν. 2328/1995 δεν είναι αντίθετη με τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος (άρθρα 22 παρ. 2 και 23). Επίσης με βάση τα προαναφερόμενα η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται: 1)στο άρθρο 4 της Διεθνούς Συμβάσεως 98 "περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως", που κυρώθηκε με το ν.δ. 4205/1961, 2)στο άρθρο 5 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το ν.1426/1984, 3) στο άρθρο 2 της υπ'αριθμ. 87/1948 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 4204/1961, 4)στο άρθρο 4 του Ν.1860/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις ...", 5)στα άρθρα 4, 5 και 12 του Συντάγματος και ε) στα περί ανταγωνισμού άρθρα 81, 82, 86 και 87 της Συνθήκης της Ε.Ε.
Επομένως, ο αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβάσεως των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου είναι αβάσιμος. Κατά τα άρθρα 1, 2 παράγραφος 5Β, 6 παράγραφος 2 και 16 παρ. 1 και 2 του π.δ. 160/1980 "περί ασκήσεως του επαγγέλματος του τεχνικού της Βιομηχανίας Κινηματογράφου και Τηλεοράσεως, των ειδικοτήτων τούτων και των προϋποθέσεων χορηγήσεως και αφαιρέσεως των σχετικών αδειών", η άσκηση του επαγγέλματος του τεχνικού της βιομηχανίας κινηματογράφου και τηλεοράσεως, στους οποίους κατατάσσονται και οι εικονολήπτες, οι βοηθοί αυτών και οι οπερατέρ τηλεοράσεως, επιτρέπεται μόνο σε εκείνους, οι οποίοι έχουν αποκτήσει αντίστοιχη άδεια της ειδικότητας αυτής.
Χορηγείται δε από το Υπουργείο Βιομηχανίας και Ενέργειας και ήδη Αναπτύξεως σε εκείνους που έχουν τα κατά το άρθρο 6 του ίδιου π.δ. προσόντα, κατόπιν επιτυχών εξετάσεων των υποψηφίων ενώπιον επιτροπής, η οποία συγκροτείται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 16 του εν λόγω π.δ. Η ανωτέρω άδεια θεωρείται από τη διεύθυνση κινηματογραφικής και τηλεοπτικής βιομηχανίας του Υπουργείου Βιομηχανίας ανά διετία από τη χρονολογία εκδόσεώς της (παράγραφος 5 του άρθρου 16 του π.δ.), ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 21 του π.δ.
καθορίζονται οι λόγοι και η διαδικασία αφαιρέσεως της ως άνω άδειας. Από τις ανωτέρω διατάξεις, που αποσκοπούν στην προστασία του δημοσίου - κοινωνικού συμφέροντος καθώς και του επαγγελματικού συμφέροντος των κατόχων των αδειών αυτών, προκύπτει ότι ο εφοδιασμός των ανωτέρω τεχνικών με την προαναφερόμενη άδεια ασκήσεως επαγγέλματος αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την άσκηση αυτού και το κύρος της συναπτόμενης συμβάσεως εργασίας, η οποία αποβαίνει να είναι άκυρη όταν ελλείπει ή δεν έχει θεωρηθεί κατά τα ανωτέρω.
Η εν λόγω όμως άκυρη σύμβαση εργασίας, ισχυροποιείται αναδρομικά, με την εκ των υστέρων, αλλά κατά τη διάρκεια της απασχολήσεως του μισθωτού, απόκτησή της απ'αυτόν ή της κατά νόμο θεωρήσεώς της και την από τον εργοδότη, συνέχιση της αποδοχής των υπηρεσιών του μισθωτού, ο οποίος γνώριζε την απόκτησή της ή την θεώρησή της κατά τον προαναφερόμενο τρόπο.
Η ισχυροποίηση αυτή γίνεται, γιατί στην εν λόγω περίπτωση, υπάρχει επικύρωση της ακύρου συμβάσεως κατά το άρθρο 183 παράγραφος 3 ΑΚ, με αναδρομική ενέργεια, αν δεν εκφρασθεί αντίθετη βούληση των μερών (ΑΠ 1606/2000 ΔΕΝ 58224, ΑΠ 997/1998 ΔΕΝ 54.1497). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 5, 6 παρ. 3 εδ. α' και β' και παρ. 4 ν. 1866/1989 και του άρθρου 1 παρ. 23 ν. 2328/1995, που ισχύει από 8-8-1995, συνάγεται ότι με τις επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (άρθρ. 3 παρ. 5 και 6 παρ. 1β' του ν. 41876/1990) των τακτικών και εκτάκτων υπαλλήλων και δημοσιογράφων της ΕΡΤ-ΑΕ αμείβονται και οι εργαζόμενοι σε ιδιωτικούς τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, οι οποίοι λειτουργούν ύστερα από τη σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως μη κρατικής τηλεοράσεως, εφόσον δεν έχουν υπογραφεί γι' αυτούς ειδικές Σ.Σ.Ε.
Τούτο ισχύει και για τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς που έχουν προσωρινή άδεια λειτουργίας, οι οποίοι, σύμφωνα με τη διάταξη 17 παρ. 1 ν.2644/1998, που ισχύει από 24.3.1998 και δεν έχει αναδρομική ισχύ, θεωρούνται ως "νομίμως λειτουργούντες" προσωρινά και μέχρι τη χορήγηση των αδειών λειτουργίας ή την απόρριψη της αιτήσεώς τους, μετά την ολοκλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 παρ. 5, περιπτώσεις γ' και δ' του ν. 2328/1995, ελέγχου συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων ή της επάρκειας της τεχνικής μελέτης.
Η διάταξη της παρ. 23 του άρθρου 1 ν. 2328/1995 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 ν. 3166/2003 που ισχύει από 2.7.2003 και κατά το οποίο "Οι επιχειρήσεις στις οποίες χορηγείται άδεια ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης λήψης, υποχρεούνται να συνάπτουν είτε οι ίδιες απευθείας είτε ο συλλογικός φορέας στον οποίο συμμετέχουν, συλλογικές συμβάσεις εργασίας με το κάθε είδους απασχολούμενο σ' αυτές προσωπικό.
Εάν οι ανωτέρω συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεν υπογραφούν, θα ισχύουν για το προσωπικό που εκτελεί δημοσιογραφική εργασία, οι αντίστοιχες συλλογικές συμβάσεις, που συνάπτει η Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών. Αντιστοίχως για το τεχνικό, διοικητικό και λοιπό προσωπικό θα ισχύουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που εφαρμόζονται για το προσωπικό που ασκεί ομοειδή ή παρεμφερή εργασία σε άλλες επιχειρήσεις με συναφές αντικείμενο, όπως αυτές καθορίζονται κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Τύπου και ΜΜΕ, που εκδίδεται εντός του πρώτου εξαμήνου κάθε έτους".
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, ο μισθός, που ως τέτοιος θεωρείται το αντάλλαγμα που δίνει ή οφείλει να δώσει ο εργοδότης στο μισθωτό του από την παρασχεθείσα εργασία, διακρίνεται σε συμβατικό, που είναι αυτός που συμφωνείται με τη σύμβαση, νόμιμο που είναι αυτός που καθορίζεται από το νόμο ή από κανονιστική διάταξη ΣΣΕ ή ΔΑ ή Κανονισμού νομοθετικής ισχύος ή Υπουργικής αποφάσεως κατ' εξουσιοδότηση νόμου, και συνηθισμένο, που οφείλεται όταν δεν έχει συμφωνηθεί με τη σύμβαση εργασίας και δεν προβλέπεται νόμιμος από ισχύουσα κανονιστική ή νομοθετική διάταξη και είναι αυτός που συνήθως καταβάλλουν άλλοι εργοδότες για την ίδια εργασία σε εργαζόμενους με την ίδια ειδικότητα, τα ίδια προσόντα και ηλικία, στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι μετά την ισχύ του ν. 3166/2003, δηλαδή από 2.7.2003, ο προσδιορισμός των αποδοχών του τεχνικού, διοικητικού και λοιπού, πλην των δημοσιογράφων, προσωπικού, εξαρτάται από την κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού έκδοση της πιο πάνω Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως. Μέχρι να εκδοθεί η απόφαση αυτή, η διάταξη του άρθρου 22, κατά το μέρος που αναφέρεται στο τεχνικό, διοικητικό και λοιπό προσωπικό των επιχειρήσεων στις οποίες έχει εκδοθεί άδεια ιδρύσεως, εγκαταστάσεως και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού, είναι ανενεργός και μη εφαρμοστέα.
Έτσι, στους εν λόγω μισθωτούς οφείλεται ο συμβατικός μισθός και αν δεν προβλέπεται αυτός από τη σύμβαση καταβάλλεται ο συνηθισμένος μισθός, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι δεν προσδιορίζεται ο μισθός αυτός από άλλη κανονιστική ή νομοθετική διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε την 25.1.2001 μεταξύ των διαδίκων, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα που διατηρεί και εκμεταλλεύεται τηλεοπτική επιχείρηση συνεχούς λειτουργίας, προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ως εικονολήπτη, του οποίου επαγγέλματος την αντίστοιχη νόμιμη άδεια αυτός (ενάγων) απέκτησε κατά τη διάρκεια της εργασίας του.
Αυτός προσέφερε έκτοτε τις υπηρεσίες του μέχρι 5.5.2005, οπότε η εναγόμενη του κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση εργασίας του. Οι αποδοχές του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανέρχονταν στο ύψος απασχολουμένων στην ΕΡΤ ΑΕ, με την ίδια ειδικότητα, αφού η εναγόμενη δεν είχε συνάψει ούτε απευθείας ούτε μέσω της εργοδοτικής ενώσεως συλλογική σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της, μέχρι την 1-7-2003, οπότε ίσχυε η διάταξη του άρθρου 23 ν. 2328/1995, αλλά και μετά την ημερομηνία αυτή, υπό την ισχύ της διατάξεως του άρθρου 22 ν.2166/2003 δικαιούται τις ίδιες αποδοχές, ενόψει του ότι η ΕΡΤ ΑΕ ασκεί επιχείρηση με αντικείμενο συναφές με εκείνο της εναγόμενης.
Ακολούθως, υπολόγισε τις αποδοχές του ενάγοντος με βάση αυτές που δικαιούνται οι τεχνικοί αντίστοιχης ειδικότητας της ΕΡΤ ΑΕ και επιδίκασε σ' αυτόν ως διαφορές αποδοχών συνολικό ποσό των 23667,74 ευρώ. Με την κρίση του αυτή και ειδικά κατά το μέρος που αφορά τον υπολογισμό των αποδοχών του αναιρεσείοντος από την πρόσληψή του μέχρι 1.7.2003 στο ύψος των απασχολουμένων στην ΕΡΤ ΑΕ με την ίδια ειδικότητα ήτοι του εικονολήπτη, για την άσκηση του επαγγέλματος είχε αποκτήσει την αντίστοιχη νόμιμη άδεια κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 23 ν. 2328/1995 όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 ν.3166/2003, που ισχύει από 2.7.2003 και 17 παρ. 1 ν. 2644/1998, 1, 2 και 16 παρ. 1 και 2 του π.δ. 160/1980, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε στην ένδικη περίπτωση.
Επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης με τη αναιρεσείουσα, άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος εικονολήπτη, με την οποία αυτός παρείχε τις υπηρεσίες του σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) ...
χωρίς όμως η τελευταία να έχει συνάψει με το προσωπικό της ... συλλογική σύμβαση εργασίας και χωρίς να καταβάλει σ' αυτόν την αντιστοιχούσα αμοιβή των υπό την ίδια ειδικότητα απασχολουμένων στην ΕΡΤ ΑΕ, αλλ' ούτε και την προσήκουσα αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεώς του. Επομένως, οι αντίθετοι, πρώτος, δεύτερος και τέταρτος, λόγοι αναιρέσεως (κατά τα οικεία ως άνω μέρη τους) από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω όμως και δη: ως προς τον υπολογισμό των αποδοχών του ενάγοντος μετά την 2.7.2003 το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 22 § 1 του ν.3166/2003 δια της εσφαλμένης εφαρμογής της, αφού, όπως προαναφέρθηκε η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοσθεί πριν από την έκδοση της προαναφερόμενης Υπουργικής αποφάσεως.
Επομένως, οι, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως (κατά τα οικεία μέρη τους) από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η παραβίαση αυτή, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτό, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο αναιρεσίβλητος θα καταδικαστεί σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, μειουμένου όμως, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ. 176, 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την 2187/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία προσδιορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ