513/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων Χριστόφορος Σαράκης, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η Μ. Τ. του Γ. ενηλικιώθηκε και συνεχίζει ατομικά την παρούσα δίκη. Παραστάθηκε μετά του ιδίου ως άνω δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated513/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", όπως κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986 "Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου κυκλοφορούντος εκτός της Ελλάδος επί οδού υποχρεούται να έχει κεκαλυμμένη δι'ασφαλίσεως την εκ τούτου έναντι τρίτων αστικήν ευθύνην, συμφώνως προς τις διατάξεις του παρόντος".
Full text
Απόφαση 513 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 513/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μιχόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου-καλούσας: 1) Δ. Γ. Τ. χήρας Κ. Τ., για τον εαυτό της ατομικά και με την ιδιότητα της ως μόνης ασκούσης τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Μ., Κ. και Κ., κατοίκων ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Σαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 2) Α. Κ. Τ., 3) Μ. συζύγου Α. Τ., το γένος Χ. Β., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μάρθα Μαρτσούκα και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Π. Α. Τ., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μάρθας Μαρτσούκα και κατέθεσε προτάσεις, 5) Ό. συζύγου Χ. Γ., το γένος Α. Τ., 6) Α. Α. Τ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μάρθα Μαρτσούκα και κατέθεσαν προτάσεις,
Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: 7) Γ. Α. Τ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Σαράκη και κατέθεσε προτάσεις, Της αναιρεσιβλήτου: 8) Κ. συζύγου Γ. Τ., το γένος Δ. Δ., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων Χριστόφορος Σαράκης, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η Μ. Τ. του Γ. ενηλικιώθηκε και συνεχίζει ατομικά την παρούσα δίκη. Παραστάθηκε μετά του ιδίου ως άνω δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Ακολούθως δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 8 αναιρεσίβλητη Κ. σύζυγος Γ. Τ., το γένος Δ. Δ. απεβίωσε στις 16/8/2005 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 45/2005 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής και καλούντες στην παρούσα δίκη, 8α) Γ. Τ.ς του Α., 8β) Δ. Τ. του Γ., 8γ) Θ. Τ. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/3/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και τις από 20/3/2001 και 2/4/2001 αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2460/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 730/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 13/1/2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 913/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι υπό στοιχεία 1, 7,8α, 8β και 8γ αναιρεσείοντες με την από 15/6/2009 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 30/1/2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ελευθερίου Μάλλιου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της των λόγων αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 25.6.2009 κλήση της Δ. Γ. Τ. χήρας Κ. Τ., δι' εαυτήν ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Μ., Κ. και Κ. Τ., του Γ. Τ. και των Δ.ς, Γ. και Θ.ς Τ., ως καθολικών διαδόχων της αρχικής αναιρεσίβλητης Καλλιρίοης Τ., φέρεται προς συζήτηση η από 13.1.2006 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας (ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ) μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 913/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αίτησης, ως προς όλους του διαδίκους, προκειμένου να κληθούν οι ανωτέρω κληρονόμοι, καθόσον ο θάνατος της ανωτέρω αποβιωσάσης δεν ήταν γνωστός στην αναιρεσείουσα κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", όπως κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986 "Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου κυκλοφορούντος εκτός της Ελλάδος επί οδού υποχρεούται να έχει κεκαλυμμένη δι'ασφαλίσεως την εκ τούτου έναντι τρίτων αστικήν ευθύνην, συμφώνως προς τις διατάξεις του παρόντος".
Η παρ. 2 του άρθρου 6 του ιδίου νόμου ορίζει τις περιπτώσεις της ασφαλιστικής αυτής κάλυψης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έναντι τρίτων αστική ευθύνη λόγω θανατώσεως ή σωματικής βλάβης, ζημιές σε πράγματα και της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης, ενώ, κατά την παρ. 4 του ιδίου άρθρου, το ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις του ο Υπουργός Εμπορίου για κάθε είδους κίνδυνο που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση.
Επίσης, κατά την παρ. 3 του άρθρου 10 του ιδίου νόμου "επί πλειόντων ζημιωθέντων προσώπων, οσάκις το σύνολο των καταβλητέων υπό του υπαιτίου αποζημιώσεων υπερβαίνει το ασφαλιστικόν ποσόν, το δικαίωμα εκάστου τούτων κατά του ασφαλιστού περιορίζεται συμμέτρως, μέχρι της συμπληρώσεως του όλου ασφαλιστικού ποσού.
Εάν ο ασφαλιστής τελών εν αγνοία της υπάρξεως ή του μεγέθους άλλων απαιτήσεων ή κατόπιν δικαστικής αποφάσεως κατέβαλεν εις τινα των προσώπων τούτων ποσόν ανώτερον του αναλογούντος αυτώ μεριδίου, ο ασφαλιστής υποχρεούται έναντι των λοιπών ζημιωθέντων μόνο μέχρι συμπληρώσεως του ασφαλιστικού ποσού.
Τα πρόσωπα ταύτα έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά του καθ' ού υπέρβασιν λαβόντος". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 της Κ4/585/5.4.1978 ΑΥΕ, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο "το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή κατ' ατύχημα συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των εύλογων δικαστικών δαπανών, ως και των πάσης φύσεως εξόδων, δεν δύναται να υπερβεί τα εις το ασφαλιστήριο αναφερόμενα ποσά, ανεξαρτήτως του αριθμού των καθ' έκαστο ατύχημα ζημιωθέντων.
Περισσότερες της μιας κατ' ατύχημα, εκ της αυτής αιτίας προκληθείσες ζημίες λογίζονται ως ενιαίο ατύχημα". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο ασφαλιστής ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος από τη λειτουργία του ασφαλισμένου αυτοκινήτου με βάση την ασφαλιστική σύμβαση μέχρι του ασφαλιστικού ποσού και σε περίπτωση, κατά την οποία τα ζημιωθέντα πρόσωπα είναι περισσότερα η ευθύνη του δεν δύναται να υπερβεί "τα εις το αναιρετήριον αναφερόμενα ποσά", ως προς όλους τους ζημιωθέντας και για κάθε ασφαλισμένο κίνδυνο, σε περίπτωση δε καταβολής κάποιου ποσού προς ζημιωθέντα, η καταβολή αυτή καταλογίζεται στο ασφαλιστικό ποσό, το σύνολο του οποίου ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει στους παθόντες από το ίδιο ατύχημα.
Αν δε ο ζημιωθείς αξιώνει από τον ασφαλιστή μεγαλύτερο ποσό από αυτό της ασφαλιστικής κάλυψης, νόμιμα ο τελευταίος προτείνει κατ' εκείνου την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του μέχρι το ασφαλισμένο ποσό. Εξ άλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και οι λόγοι έφεσης (ΑΠ (Ολ.) 3/1997). Όμως ο από το ως άνω άρθρο λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό που τον δέχθηκε ρητά ή σιωπηρά ή τον απέρριψε (ΑΠ (Ολ.) 12/1991, ΑΠ 25/2003, ΑΠ 437/2008).
Περαιτέρω, για το ορισμένο του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη κάποια αίτηση του αναιρεσείοντος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αιτήσεως που υποβλήθηκε στο δικαστήριο ή ποία είναι αυτή η αίτηση.
Ως αίτηση δε, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, θεωρείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι η αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Δεν θεωρούνται επίσης αιτήσεις με την ανωτέρω έννοια, μεταξύ άλλων, τα αιτήματα για απάντηση σε κάποια ένσταση για παραδοχή νομικών ή ουσιαστικών επιχειρημάτων για προβολή ισχυρισμών ή ενστάσεων ή αντενστάσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι άφησε αδίκαστη και παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο την επαναφερθείσα ενώπιόν του με λόγο έφεσης ένσταση της αναιρεσείουσας περί συμμέτρου περιορισμού, μέχρι του ασφαλιστικού ποσού, των απαιτήσεων των εναγόντων εναντίον της και έτσι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 9 και 8 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Οι λόγοι αυτοί ως αιτιάσεις από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, διότι, όπως προαναφέρθηκε δεν αποτελούν αίτηση κατά την έννοια της άνω διάταξης, ενστάσεις ή αντενστάσεις, ως αιτιάσεις δε από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, διότι όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει το Εφετείο έλαβε υπόψη τους σχετικούς λόγους έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας και τους απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασήη του, δέχθηκε την ένσταση της αναιρεσείουσας και προέβη σε σύμμετρο περιορισμό των απαιτήσεων των εναγόντων εναντίον της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας μέχρι του ποσού της ασφαλιστικής κάλυψης.
Ο τρίτος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση στο Εφετείο, ότι αυτό παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στον επαναφερθέντα ενώπιόν του με την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ισχυρισμό της πως το ζημιογόνο τροχαίο οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα άλλως συνυπαιτιότητα του Ελληνικού Δημοσίου (τρίτου μη διαδίκου), λόγω κακής κατασκευής και πλημμελούς συντήρησης του οδοστρώματος στο σημείο του ατυχήματος, εκτιμώμενος ως αιτίαση από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι ο αναφερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός είναι αρνητικός και δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Κ4/585/1978 Κανονι......κής αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν.489/1976 και καθορίζει τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου που καλύπτει την αστική ευθύνη από ατυχήματα αυτοκινήτων, ίσχυε δε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο "η ασφαλιστική σύμβασις ισχύει για την ασφαλιστική περίοδον ήτις ορίζεται εις το ασφαλιστήριο και ανανεούται εκάστοτε δι' ίσον χρονικόν διάστημα μετά την λήξιν της ασφαλιστικής περιόδου, ως και των επομένων τοιούτων, εκτός εάν, 30 ημέρες προ του τέλους εκάστης ασφαλιστικής περιόδου, εκάτερον των συμβαλλομένων μερών ειδοποιήσει τον έτερον δια συστημένης επιστολής περί του αντιθέτου".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν.489/1976 "η ακύρωσις, η λήξις ή η αναστολή της ασφαλιστικής συμβάσεως δύναται να αντιταχθεί κατά του ζημιωθέντος τρίτου μόνο εφόσον το ατύχημα συνέβη μετά πάροδον δέκα έξι ημερών από της γνωστοποιήσεως της ακυρώσεως ή της λήξεως ή αναστολής υπό του ασφαλιστού". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει κατ' αρχήν ότι κάθε μεταβολή της κυριότητας ή κατοχής του ασφαλισμένου οχήματος επιφέρει την αυτοδίκαιη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης μετά πάροδο 15 ημερών από της μεταβολής.
Η αυτοδίκαιη αυτή λύση, της ασφαλιστικής συμβάσεως με καταγγελία και με αντισυμφωνία των συμβληθέντων μερών ισχύει μόνο για τις σχέσεις μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή. Έναντι όμως των τρίτων ζημιωθέντων προσώπων, τα οποία κατ'άρθρο 10 παρ. 1 του ιδίου νόμου έχουν ιδίαν αξίωση ευθέως κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση, ο ασφαλιστής ευθύνεται, εφόσον δεν γνωστοποιήσει εγγράφως (άρθρο 11 παρ. 2 εδ.
β') την λύση προς τον ασφαλισμένο ή τον αντισυμβαλλόμενο και δεν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα έξι ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή. Ο σκοπός της γνωστοποίησης αυτής είναι να άρει κάθε αμφισβήτηση ως προς τον χρόνο παύσης της ευθύνης του ασφαλιστή και έτσι να αποτρέψει τη δυνατότητα συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου, στην προστασία του οποίου αποβλέπει το περιεχόμενο του άρθρου στο οποίο και αυτή η διάταξη έχει ενταχθεί.
Επομένως, για την έναντι του ζημιωθέντος τρίτου απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρίας, είναι αναγκαία η τήρηση του επιβαλλόμενου από τον νόμο τύπου της γνωστοποίησης αυτής και αν ακόμη η ακύρωση της ασφαλιστικής συμβάσεως επήλθε με μεταγενέστερη κοινή συμφωνία (σύμβαση) του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, οπότε ο τελευταίος γνώριζε την ακύρωση, αφού με τη σύμπραξή του είχε προκληθεί (ΑΠ 666/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ τα εξής: "...Αβάσιμος επίσης είναι και ο ισχυρισμός αυτής ότι δεν υπέχει αστική ευθύνη έναντι των τρίτων παθόντων, επειδή δήθεν πριν το ατύχημα με αντίθετη συμφωνία αυτής και του ασφαλισμένου της υπαίτιους οδηγού Νικολάου Γούλα είχε ακυρωθεί η μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση χωρίς να είναι απαραίτητη η περαιτέρω εκ μέρους της γνωστοποίηση της λύσεως στον ασφαλισμένο της, αφού η ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης επήλθε και με τη σύμπραξη του τελευταίου.
Ο σκοπός της γνωστοποιήσεως στον ασφαλισμένο της ακυρώσεως, της λήξεως ή της αναστολής της ασφαλιστικής συμβάσεως είναι η άρση κάθε αμφισβήτησης ως προς το χρόνο παύσης της ευθύνης του ασφαλιστή και επομένως η αποτροπή της δυνατότητας συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου.
Επομένως για την έναντι του ζημιωθέντος τρίτου απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρίας είναι αναγκαία η τήρηση του από το νόμο επιβαλλόμενου τύπου της ως άνω γνωστοποιήσεως και αν ακόμη η ακύρωση της ασφαλιστικής συμβάσεως επήλθε με μεταγενέστερη συμφωνία του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο σχετικό λόγο έφεσης και δέχθηκε την ύπαρξη παθητικής νομιμοποίησης της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 8 παρ. 1 της Κ4/585/1978 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 2 του Ν.484/1976, όπως η δεύτερη περίοδος της παρ. 2 του άρθρου 11 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν.2170/1993 και συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επί πλέον κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκε και δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία στα δικαστικά έξοδα των με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο παρισταμένων πρώτης, εβδόμου και ογδόης από κοινού και των υπολοίπων, αντίστοιχα, των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.1.2006 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 730/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ