Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations interpretation regarding public entity debt conversion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Panhellenic Shooting Club against the Athens Court of Appeal's judgment. The lower court correctly applied the five-year limitation period for claims against public entities, noting that the entity's transformation into a private company did not alter the limitation rules for debts incurred while it was a public body. The court rejected the appellant's argument that the limitation period should be governed by different civil code provisions, ruling that the specific statutory regime for public entity claims prevails.
Legislator headnote
AI generatedArticles 573 and 246 of the Code of Civil Procedure; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure; Article 51 of the Civil Code; Article 48 of Law 496/1974. The statute of limitations for monetary claims against public entities is determined by the nature of the claim and the specific law governing such entities, and the transformation of a public entity into a private company does not retroactively change the limitation period for debts incurred prior to the transformation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 513 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 513/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε μετά του νομίμου εκπροσώπου της Παρασκευά Ρούσσου ο οποίος διόρισε πληρεξούσιους δικηγόρους τον Γρηγόριο Παπαδογιάννη και την Χαρίκλεια Απαλαγάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ" δυνάμει νομοθετικής διατάξεως και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βικτωρία Δούκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2789/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1674/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/5/2008 αίτησή του και τους από 23/2/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 10/11/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των κυρίων και των προσθέτων λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η από 15-5-2008 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρία και οι από 23-2-2009 προσθέτων επ' αυτής λόγoι, για αναίρεση της 1674/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 573 και 246 Κ.Πολ.Δ.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).
Δεν είναι πράγματα όμως, με την πιο πάνω έννοια, η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 340 και 341 παρ. 1 ΑΚ ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή, αν όμως για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ή κατά μείζονα λόγο από το νόμο τάσσεται ορισμένη (δήλη) ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής.
Τέλος, κατά το άρθρο 342 ΑΚ, "ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη". Η διάταξη δεν προσδιορίζει ειδικότερα σε τι συνίσταται το απαλλακτικό της ευθύνης του οφειλέτη γεγονός, ώστε αυτό να λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και έτσι, να επενεργεί υπέρ του οφειλέτη απαλλακτικώς κάθε τυχαίο ή άλλο γεγονός που δεν καταλογίζεται στον ίδιο ή στους αντιπροσώπους του.
Έτσι, από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, αποκλείεται η υπερημερία του οφειλέτη και η προαναφερόμενη συνέπειά της και όταν συντρέχει δικαιολογημένη αμφιβολία ή σε ανυπαίτια πλάνη για την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους, γεγονότα που οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει (ΑΠ 1427/2008, 1150/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα, σχετικά με την αξίωση της αναιρεσείουσας για επιδίκαση αποζημίωσης χρήσης και την παραδοχή της ένστασης από το άρθρο 342 ΑΚ, πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1870 ιδρύθηκε σωματείο, με την επωνυμία "Εταιρεία της επί σκοπώ βολής?, το οποίο διαδέχθηκε, το 1899, το ενάγον σωματείο, με την επωνυμία ?Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρεία?, (ΠΣΕ), το οποίο είχε ιδιόκτητη έκταση, για εξάσκηση των μελών του.
Με το άρθρο 1 του Ν 4778/1930, ?περί παραχωρήσεως γηπέδου εις την Πανελλήνιον Σκοπευτικήν Εταιρίαν?, (εφεξής ΠΣΕ), ορίστηκε ότι, ?επιτρέπεται στον Υπουργό των Στρατιωτικών, ως αντιπρόσωπο του Δημοσίου, να μεταβιβάσει στην ΠΣΕ την κυριότητα γηπέδου του Δημοσίου, κειμένου στο συνοικισμό ..., εκτάσεως 710 στρεμμ. περίπου, (του οποίου η χρήσις έχει παραχωρηθεί δυνάμει συμβάσεως μετά του Δημοσίου), προς εγκατάστασιν σκοπευτηρίου και χρησιμοποίησιν τούτου προς μόνον τον σκοπόν τούτον?, και υπό τους όρους των άρθρων 3 και 4 του ιδίου νόμου, ήτοι (άρθρο 3), ότι ?το ανωτέρω γήπεδον, θεωρούμενον εκτός συναλλαγής, δεν δύναται να εκποιηθεί υπό της ΠΣΕ ή να κατασχεθεί υπό τρίτου.
Επιτρέπεται όμως η εκμετάλλευση τούτου με οποιονδήποτε τρόπον, συντείνοντα προς το σκοπό για τον οποίο παραχωρείται στην εταιρία. Η ιδιότητα του γηπέδου τούτου ως εκτός συναλλαγής παύει σε περίπτωση κατά την οποία η κυριότητα τούτου περιέλθει στο Δημόσιο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο, καθώς και στην περίπτωση μεταβιβάσεώς του στο Δημόσιο από την ΠΣΕ.
Η μεταβίβαση αυτή επιτρέπεται να γίνει με αντάλλαγμα ή και χωρίς αντάλλαγμα? (άρθρο 4), ?Σε περίπτωση διαλύσεως της ΠΣΕ το ανωτέρω γήπεδο με όλες τις εγκαταστάσεις της εταιρίας σ' αυτό περιέρχεται στο Δημόσιο?. Σε εκτέλεση του ως άνω νόμου καταρτίστηκε το με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων.
Βασιλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο μεταβιβάστηκε από το Δημόσιο στην ΠΣΕ η κυριότητα, νομή και κατοχή του γηπέδου του σκοπευτηρίου ..., υπό τους όρους και προϋποθέσεις του άνω Ν. 4778/1930, χαρακτηριζομένου του παραχωρούμενου ακινήτου ως εκτός συναλλαγής. Από τη διατύπωση, όμως, του τελευταίου νόμου προκύπτει, ότι, η παραπάνω έκταση δεν προορίστηκε ως πράγμα εκτός συναλλαγής, κατά την έννοια του άρθρου 966 ΑΚ, αλλά, ο όρος ?εκτός συναλλαγής?, τέθηκε με την περιορισμένη έννοια της απαγόρευσης διάθεσης του γηπέδου από την ΠΣΕ.
Ακολούθως, με τους Ν. 2764/1954 και 252/1976 άρθηκαν οι περιορισμοί μεταβίβασης της ως άνω έκτασης των 710 στρεμμάτων, και με τον πρώτο από αυτούς επιτράπηκε η μεταβίβαση τμήματος της εν λόγω έκτασης εμβαδού 43 στρεμμάτων για την αποκατάσταση αστών προσφύγων, ενώ με τον δεύτερο επιτράπηκε η μεταβίβαση 109 στρεμμάτων περίπου, για την εκπλήρωση των σκοπών του ΟΣΚ, συνιστάμενων στην ανέγερση διδακτηρίων.
Η μεταβίβαση των τμημάτων αυτών θα γινόταν είτε με αναγκαστική απαλλοτρίωση, είτε με εκούσια εκποίηση από την ΠΣΕ. Με τον ίδιο Ν. 252/1976, (άρθρο 1 παρ. 7), ορίστηκε ότι ?προς αντιμετώπισιν επειγουσών αναγκών, επιτρέπεται εις τον Οργανισμόν Σχολικών Κτιρίων, όπως άνευ διαγωνισμού προβή εις την παρά της Πανελληνίου Σκοπευτικής Εταιρείας, μίσθωσιν ετέρου τμήματος του ιδίου γηπέδου επί σκοπώ ανεγέρσεως, δαπάναις του, προσωρινών κτισμάτων προς χρήσιν διδακτηρίων, του αναγκαιούντος χώρου, του ύψους του μισθώματος, της διαρκείας της μισθώσεως και πάσης σχετικής λεπτομέρειας καθορισθησομένων ελευθέρως κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των συμβληθησομένων μερών?.
Έτσι το ενάγον σωματείο, με το από 27-2-1976 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, εκμίσθωσε στο εναγόμενο, ΝΠΔΔ τότε, τμήμα του άνω γηπέδου, εμβαδού 8 στρεμμάτων, ως έγγιστα κατά το μισθωτήριο, ενώ στην πραγματικότητα, όπως αποδείχθηκε, ήταν 16.467 τμ, όπως έγινε δεκτό και με την 3539/1995 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τριγωνικής μορφής, κείμενο στο συνοικισμό ...
και προς τη δυτικομεσημβρινή γωνία του όλου κτήματος, εκτός του μεσημβρινού μανδροτοίχου του πεδίου βολής των 300 μ. και μεταξύ αυτού και της οδού .... Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε οκταετής, με έναρξη στις 22-7-1976 και λήξη στις 22-7-1984, ενώ συμφωνήθηκε ότι θα μπορούσε να παραταθεί, μετά από πρόταση του μισθωτή, για δύο ακόμη οκταετίες.
Το μίσθωμα ορίστηκε σε 480.000 δρχ. ετησίως, προκαταβαλλόμενο ανά εξάμηνο και εντός του πρώτου μηνός κάθε εξαμήνου και αναπροσαρμοζόμενο ανά τριετία. Το μίσθιο γήπεδο συμφωνήθηκε, ότι θα χρησιμοποιείτο από τον ΟΣΚ για εγκαταστάσεις του και ότι οι αναγκαίες δαπάνες για τη διαμόρφωση του μισθίου θα βάρυναν το μισθωτή, ενώ μετά τη λήξη της μίσθωσης τα επ' αυτού ανεγερθέντα κτίσματα θα παρέμεναν προς όφελος της εκμισθώτριας ΠΣΕ.
Συγκεκριμένα το μίσθιο θα χρησιμοποιείτο από τον ΟΣΚ, σύμφωνα με το Ν. 252/1976, για την ανέγερση σ' αυτό, με δικές του δαπάνες, προσωρινών κτισμάτων, με σκοπό τη στέγαση διδακτηρίων προς αντιμετώπιση επειγουσών αναγκών εξασφάλισης στέγης για τη λειτουργία σχολείων. Και τούτο, διότι, ο εναγόμενος επρόκειτο να ανεγείρει μόνιμα κτιριακά σχολικά συγκροτήματα σε παρακείμενη έκταση που, με βάση τον ίδιο νόμο, θα μεταβιβάζονταν σ' αυτόν από την ΠΣΕ για την εκπλήρωση των σκοπών του, που ήταν η ανέγερση εκπαιδευτηρίων, των οποίων όμως η ανέγερση προβλεπόταν ότι θα ήταν χρονοβόρα.
Η μίσθωση παρατάθηκε, με αίτημα του εναγομένου, για μία ακόμη οκταετία, δηλαδή μέχρι 27-2-1992 και το μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε δικαστικά στο ποσό των 500.000 δρχ. το εξάμηνο. Ακολούθως, με το άρθρο 50 του Ν 1731/9-91987 ορίστηκε ότι ?αίρεται η αφιέρωση στην Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία γηπέδου στην ... και ο χαρακτηρισμός του ως εκτός συναλλαγής, που έγινε με το υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κων/νου Βασιλακάκη, η δε κυριότητά του επανέρχεται στο Δημόσιο?. Κατά τη σαφή έννοια του Ν. 4778/1930, με την κατάρτιση και μεταγραφή του πιο πάνω συμβολαίου η ΠΣΕ έγινε οριστική και όχι προσωρινή ή μετακλητή κυρία του γηπέδου των 710 στρεμμάτων, με μόνους τους περιορισμούς του νόμου, που καταχωρήθηκαν στο συμβόλαιο και αφορούσαν στην εκμετάλλευση και χρήση αποκλειστικώς για εγκατάσταση σκοπευτηρίου και στην απαγόρευση διαθέσεώς του.
Περαιτέρω, με το άρθρο 32 (ορθό 3) του Ν. 4778/1930 είχε επιτραπεί στο ενάγον η εκμετάλλευση του παραχωρηθέντος σ' αυτό ακινήτου και συνεπώς και του μισθίου, το οποίο αποτελεί τμήμα του, με οποιονδήποτε τρόπο που θα συνέτεινε στην επίτευξη του σκοπού για τον οποίο είχε παραχωρηθεί σ' αυτό και επομένως και η εκμίσθωσή του.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι το ενάγον δεν είχε το δικαίωμα εκμετάλλευσης του μισθίου, δεν είναι βάσιμος, δεδομένου ότι ο χαρακτηρισμός του επιδίκου ακινήτου ως εκτός συναλλαγής, όπως ειπώθηκε, είχε την έννοια της απαγόρευσης της διαθέσεώς του και όχι της εκμίσθωσής του, αφού μάλιστα με το Ν. 4778/1930 είχε επιτραπεί η εκμετάλλευσή του.
Το γεγονός ότι, προκειμένου να συναφθεί η ένδικη μίσθωση, αυτό επετράπη με το Ν. 252/1976 δεν αναιρεί τα ανωτέρω, δεδομένου ότι η παραχώρηση στον εναγόμενο του μισθίου ακινήτου δεν γινόταν προς επίτευξη του σκοπού για τον οποίο είχε παραχωρηθεί όλη η μεγαλύτερη έκταση στο ενάγον και ήταν η χρησιμοποίησή του ως σκοπευτηρίου, αλλά για την ανέγερση προσωρινών κτισμάτων, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως διδακτήρια.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι σε προηγούμενη δίκη, που ανοίχθηκε με την από 25-2-1993 αγωγή του ήδη ενάγοντος σωματείου (ΠΣΕ), με την οποία αυτό, επικαλούμενο λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης και παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον εναγόμενο, ζήτησε την απόδοση της χρήσης του μισθίου, λόγω λήξης της μίσθωσης και την επιδίκαση οφειλόμενων μισθωμάτων και αποζημίωσης χρήσης για το χρονικό διάστημα από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993, κατέστη αντικείμενο διαφορετικών απόψεων το θέμα εφαρμογής ή μη του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987.
Υποστηρίχθηκε από τον εναγόμενο ΟΣΚ, ότι με βάση τη διάταξη αυτή αφαιρέθηκε από την ενάγουσα ΠΣΕ η κυριότητα της έκτασης, που της είχε παραχωρηθεί με βάση το Ν. 4778/1930 και το ... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κων/νου Βασιλάκη και ότι η άνω μίσθωση, στην οποία η ενάγουσα στήριζε τα δικαιώματά της, από τα οποία απέρρεαν οι ασκηθείσες με την αγωγή εκείνη αξιώσεις της, είχε λήξει με ειδική διάταξη νόμου.
Τούτο είχε ως συνέπεια, ότι το εναγόμενο δεν είχε υποχρέωση να αποδώσει τη χρήση του μισθίου γηπέδου στην ενάγουσα εκμισθώτρια, η οποία είχε πλέον απολέσει την ιδιότητα της εκμισθώτριας και κατ' επέκταση αυτή δεν είχε αξίωση για αποζημίωση χρήσης, μη νομιμοποιούμενη στην άσκηση της αγωγής, ενώ η κυριότητα του επίδικου μισθίου περιήλθε ως μετακλητή από το έτος 1987 στο Ελληνικό Δημόσιο.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου έγινε δεκτός από το Δικαστήριο τούτο, κατά την εκδίκαση της έφεσης του τελευταίου κατά της 3539/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την 3818/1996 απόφασή του, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί η εν λόγω απόφαση και να απορριφθεί η από 25-2-1993 αγωγή της ΠΣΕ ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτό ότι η ως άνω μίσθωση έληξε με ειδική διάταξη νόμου και ότι ο ΟΣΚ όφειλε να αποδώσει το μίσθιο στο Ελληνικό Δημόσιο, στην κυριότητα του οποίου πλέον, με βάση το Ν. 1731/1987, ανήκε. Μετά την άσκηση εκ μέρους της ενάγουσας ΠΣΕ αναίρεσης κατά της τελευταίας απόφασης εκδόθηκε η, με αριθμό 1599/1997, απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι η ως διάταξη του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987 είναι αντισυνταγματική και ως εκ τούτου μη εφαρμοστέα, ακολούθως δε, λόγω αρνήσεως εφαρμογής νόμου ως αντισυνταγματικού, παρέπεμψε τους σχετικούς λόγους αναίρεσης στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Στη συνέχεια, με την 11/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου, σε Τακτική Ολομέλεια, λόγω ερμηνευτικού προβλήματος που είχε ανακύψει από το άρθρο 50 του Ν. 1731/1987, σε σχέση με τη φύση της παραχώρησης που είχε γίνει με το Ν. 4778/1930 και του είδους και της αξίας της έκτασης του μισθίου, κρίθηκε ότι είχε ανακύψει ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, και γι' αυτό οι παραπεμφθέντες από το τμήμα λόγοι παραπέμφθηκαν στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Με την, με αριθμό 20/2001, απόφαση του Αρείου Πάγου, σε πλήρη Ολομέλεια, η ως άνω διάταξη κρίθηκε αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, με συνέπεια την υποχρέωση να μην την εφαρμόσουν και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο Δ' Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης.
Τελικά, με την, με αριθμό 1093/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η, με αριθμό 3818/1996, απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκασή της.
Εκδόθηκε δε ακολούθως η, με αριθμό 6655/2005 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατέστη τελεσίδικη η 3539/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατά της πρώτης απόφασης αναίρεση του ΟΣΚ με την 1822/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, στις 27-2-1992, το εναγόμενο δεν απέδωσε τη χρήση του μισθίου χώρου στην εκμισθώτρια-ενάγουσα. Και τούτο διότι δικαιολογημένα πίστευε με τα αρμόδια όργανά του ότι η κυριότητα του μισθίου ακινήτου είχε περιέλθει αναδρομικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο και όφειλε να αποδώσει το μίσθιο.
Η θέση αυτή του εναγομένου έγινε δεκτή και με την 3818/1996 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτό, ότι το μίσθιο, με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987, είχε επανέλθει αναδρομικά στο Ελληνικό Δημόσιο, η μίσθωση μεταξύ των διαδίκων είχε λήξει με ειδική διάταξη νόμου και ότι ο εναγόμενος είχε παύσει να είναι μισθωτής και όφειλε να αποδώσει το μίσθιο στο Ελληνικό Δημόσιο, στην κυριότητα του οποίου πλέον αυτό ανήκε.
Η παράλειψη αυτή του εναγομένου, για παράδοση της χρήσης του μισθίου στην εκμισθώτρια ΠΣΕ, ενόψει της ως άνω διάταξης νόμου, που ίσχυε από το έτος 1987 και για την εφαρμογή της οποίας υπήρξε αμφισβήτηση, η οποία επιλύθηκε από τον Άρειο Πάγο σε πλήρη Ολομέλεια, ήταν εύλογη και δικαιολογημένη μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του 2001, οπότε έλαβε γνώση της με αριθμό 20/2001 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία δημοσιεύτηκε στις 6-12-2001, και με την οποία κρίθηκε αμετάκλητα ότι η ως άνω διάταξη δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω, ως αντισυνταγματική και, επομένως, η ενάγουσα εξακολουθούσε να είναι κυρία του μισθίου ακινήτου και να έχει την ιδιότητα της εκμισθώτριας, αυτός δε μετά τη λήξη της μίσθωσης είχε την υποχρέωση να της αποδώσει τη χρήση του μισθίου.
Επομένως, η ένδικη αγωγή αποζημίωσης για την περαιτέρω ζημία, που το ενάγον σωματείο επικαλείται, ότι υπέστη από την παράνομη παρακράτηση του μισθίου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 28-2-1999, με την έννοια του πέραν του συμβατικού μισθώματος ποσού (διαφορά), που θα μπορούσε αυτό να επιτύχει σε ελεύθερη μίσθωση, αν είχε παραδοθεί σ' αυτό η χρήση του μισθίου κατά τη λήξη της μίσθωσης, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, μετά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της καταλυτικής ένστασης του εναγομένου ότι η καθυστέρηση απόδοσης του μισθίου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (άρθρο 342 ΑΚ), που προτάθηκε παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρεται νομίμως από τον εναγόμενο, και συγκεκριμένα σε δικαιολογημένη πλάνη των οργάνων του όσον αφορά τις συνέπειες εφαρμογής της άνω διάταξης του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987 στην επίμαχη σύμβαση μισθώσεως, με συνέπεια να του έχει δημιουργηθεί η πεποίθηση, ότι η κυριότητα του μισθίου είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο και ότι η ΠΣΕ δεν είχε την ιδιότητα του κυρίου-εκμισθωτή, μη έχοντας το δικαίωμα για εκμίσθωση του μισθίου σε τρίτους και να ελλείπει συνεπώς το πταίσμα του εναγομένου, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την υποχρέωσή του για αποκατάσταση κάθε άλλης επελθούσας στο ενάγον περαιτέρω ζημίας από τη μη απόδοση της χρήσης του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης, ενόψει του ότι σε περίπτωση μεταβίβασης, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, της κυριότητας του μισθίου προς τρίτο επέρχεται από το νόμο μεταβίβαση της σχέσης της μίσθωσης στο νέο κτήτορα, ο οποίος και αποκτά τα από τη μισθωτική σχέση δικαιώματα του εκμισθωτή και διακόπτεται ο ενοχικός δεσμός μεταξύ των αρχικώς συμβληθέντων, και ο αρχικός εκμισθωτής, που ήταν και κύριος του μισθίου, μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας τούτου δεν νομιμοποιείται να αξιώσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 599 και 601 ΑΚ, αποζημίωση χρήσης, για χρόνο μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας του μισθίου ή την απόδοση τούτου".
Μετά τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ, που είχε προβάλει ο εναγόμενος-εφεσίβλητος-αναιρεσίβλητος οργανισμός και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος σωματείου, για επιδίκαση περαιτέρω αποζημίωσης χρήσης, για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Με την αναίρεση πλήττεται η απόφαση του Εφετείου, κατά την ανωτέρω διάταξη, από το ενάγον σωματείο, ως ακολούθως: Α) Με τον πρώτο και το δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο μέρος, εκ των κυρίων, καθώς και με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, το αναιρεσείον σωματείο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι, το Εφετείο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν νομίμως και παραδεκτώς, και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη την ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ, η οποία δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη διότι δεν είχε υποβληθεί νομίμως και παραδεκτώς.
Από την επισκόπηση, όμως, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των δικογράφων και συγκεκριμένα των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου, τόσο κατά την πρωτόδικη δίκη, όσο και κατά τη δίκη ενώπιον του εφετείου, τις οποίες υπέβαλε ως άμυνα κατά της έφεσης του αναιρεσείοντος, προκύπτει, ότι εκτίθενται όλα τα περιστατικά στα οποία στηρίζει ο εναγόμενος την έλλειψη υπαιτιότητας, από δικαιολογημένη αμφιβολία και πλάνη για την ύπαρξη ή όχι της αξίωσης του ενάγοντος, με την πλήρη ανάπτυξη του νομικού καθεστώτος που ίσχυε για το επίδικο ακίνητο και υπήρξε αντικείμενο δικαστικής διαμάχης, που λύθηκε με την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, και υποβολή σχετικού αιτήματος.
Συνεπώς, το Εφετείο, για τη θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 342 ΑΚ, δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι ανωτέρω λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Β) Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου εκ των κυρίων από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
και όχι από τον αριθ. 8 και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως εκ των κυρίων από τον αριθ. 14 του ίδιου Κώδικα, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, ως άνω, πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, και συγκεκριμένα ότι, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την προαναφερθείσα ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ.
Και οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού, κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω, ο εναγόμενος-εφεσίβλητος είχε προτείνει νομίμως και παραδεκτώς τον ισχυρισμό του για έλλειψη υπαιτιότητας ως προς την εκτέλεση της παροχής του. Γ) Με τους τέταρτο και έκτο λόγους της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 342 ΑΚ και η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, διότι δεν περιέχει αιτιολογίες για το δικαιολογημένο της μη εκτέλεσης της παροχής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου μισθωτή.
Σύμφωνα, όμως, με όσα αναπτύσσονται παραπάνω και τις εκτιθέμενες παραδοχές του Εφετείου, ότι η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου να παραδώσει τη χρήση του μισθίου στην εκμισθώτρια αναιρεσείουσα, ενόψει της αμφισβήτησης που είχε δημιουργηθεί για την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987, ήταν εύλογη και δικαιολογημένη, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου.
Διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως και, συνεπώς, οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η απόδοση των ανωτέρω πλημμελειών και για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 140 ΑΚ είναι αλυσιτελής, διότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη.
Η απόδοση δε της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και για παραβίαση του άρθρου 25 του Συντάγματος είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται από τα δικαστήρια μόνο δια μέσου του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 601 ΑΚ ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 322 παρ. 1 εδ α' ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται, εκτός των άλλων, και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, καθώς και ταυτότητα του αντικειμένου της διαφοράς που κρίνεται με εκείνη που ήδη κρίθηκε.
Έτσι, η τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου που έκρινε επί αγωγής του εκμισθωτή κατά του μισθωτή, στηριζόμενης στο ανωτέρω άρθρο 601 ΑΚ, ότι ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα για ορισμένο χρονικό διάστημα, που παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, αποτελεί δεδικασμένο για άλλη αγωγή του ίδιου εκμισθωτή κατά του μισθωτή από την ίδια ιστορική και νομική αιτία για το ίδιο χρονικό διάστημα, που κρίθηκε, όχι, όμως, και για διαφορετικό, είτε προγενέστερο είτε μεταγενέστερο, χρονικό διάστημα από αυτό που κρίθηκε (ΑΠ 649/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι "ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι υπάρχει δεδικασμένο, (το οποίο καταλαμβάνει και τις ενστάσεις του εναγομένου) για την κρινόμενη υπόθεση, που αναφέρεται σε αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 28-2-1999, που απορρέει από την ως άνω 3539/1995 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής με την οποία ζητήθηκε αποζημίωση χρήσης για προγενέστερο χρονικό διάστημα, και συγκεκριμένα για αυτό από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο, διότι η τελεσίδικη αυτή απόφαση παράγει δεδικασμένο για το κριθέν ουσιαστικό ζήτημα, και συγκεκριμένα έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, ότι το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993 και όχι και για το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν κρίθηκε".
Το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές δεν παραβίασε το δεδικασμένο, που παράγει η προαναφερόμενη απόφαση, αφού η επίδικη αξίωση αναφέρεται σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, και επιπλέον δεν αναφέρεται στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αν στην προηγούμενη δίκη είχε προβληθεί η ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ και αν υπήρξε κρίση του δικαστηρίου επ' αυτής.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως εκ των κυρίων, καθώς και ο πρώτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
IV. Κατά το άρθρο 48 του ΝΔ 406/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά των ΝΠΠΔ είναι πέντε χρόνια, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το ίδιο ΝΔ, πράγμα που γίνεται στις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου. Η παραγραφή αυτή αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 49 του ιδίου άρθρου, από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ενώ, κατά το άρθρο 50 του ιδίου ΝΔ, οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, εφαρμόζονται και για τις χρηματικές αξιώσεις κατά του νομικού προσώπου, κατά δε το άρθρο 51, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται και με την υποβολή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε αρχίζει εκ νέου η παραγραφή από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με το χρόνο παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος για το διάστημα μέχρι την 28-12-1998: "Η παραγραφή της επικαλούμενης αξίωσης του ενάγοντος για αποζημίωση χρήσης, καθ' όσο αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μέχρι 28-12-1998, ρυθμίζεται από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 48 του ΝΔ 496/1974, δεδομένου ότι πρόκειται για χρηματική αξίωση κατά ΝΠΔΔ.
Το εναγόμενο ΝΠΔΔ, με την επωνυμία ?Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων?, με το ΠΔ 414/1998, που άρχισε να ισχύει από 28-12-1998, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΟΣΚ ΑΕ, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν μεταβάλλει το χρόνο παραγραφής της επίδικης αξίωσης κατά το μέρος της που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μέχρι 28-12-1998.
Και τούτο διότι η αξίωση αυτή και η αντίστοιχη υποχρέωση του εναγομένου γεννήθηκε καθ' ον χρόνο αυτό είχε την ιδιότητα του ΝΠΔΔ και η φύση της ως χρηματικής αξίωσης κατά ΝΠΔΔ δεν μεταβλήθηκε από τη μετατροπή του εν λόγω ΝΠΔΔ σε ΑΕ, με συνέπεια η παραγραφή να καθορίζεται από τη φύση της αυτή και να είναι πενταετής, αρχόμενη από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη".
Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΝΔ 496/1974, αντί του άρθρου 249 ΑΚ. Πλήν, όμως, με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, αφού η παραγραφή της επίδικης αξίωσης εξαρτάται από τη φύση της αξίωσης κατά προσώπου, που ίσχυε ειδική διάταξη για την παραγραφή της.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, συνακόλουθα δε, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου οργανισμού, που ορίζεται στο διατακτικό, μειωμένη (άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, σε συνδυασμό προς άρθρο 2 της 1344/23/1992 κοινής απόφασης Υπ.
Οικ. Και Δ/νης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, άρθρο 14 παρ. 3 του α.ν. 627/1986, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν. 513/76, σε συνδυασμό προς άρθρο 34 παρ. 2 ΠΔ 414/1998).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-5-2008 αίτηση και τους από 23-2-2009 προσθέτους επ' αυτής λόγους του σωματείου με την επωνυμία Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρεία για αναίρεση της 1674/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον σωματείο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου οργανισμού, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ