Legislator Case Law & Legislation
513/2007 AI generated

513/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 513/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2 Μαϊου 1998, 22 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1007/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 924/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

513/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε απάντηση το εναγόμενο κοινοποίησε στους ενάγοντες το από 19-2-1998 έγγραφό του, με το οποίο τους γνωστοποιούσε ότι μέχρι το τέλος Μαρτίου 1998 θα απέδιδε τη χρήση του μισθίου, ενόψει του ότι οι υπηρεσίες του θα μεταστεγάζονταν σε ακίνητο που ανήκει στην κυριότητα του. Την πρόταση αυτή αποδέχθηκαν οι ενάγοντες και έτσι μέχρι το τέλος Μαρτίου 1998 παρατάθηκε η μίσθωση, με συμφωνία των συμβαλλομένων διαδίκων.

Keywords

AI generated
withdrawal following settlement voluntary withdrawal non-implementation of the offending agreements expiry of lease notice period reassignment of claim
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 513 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 513/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Ευαγγελία Σκαλτσά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΤΣΑΡΑΚΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ...., 3. ....., 4. ..... 5. .... και 6. .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκαίο Βγενόπουλο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2 Μαϊου 1998, 22 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1007/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 924/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 8 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4 566 παρ.1 και 577 αριθ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ διότι το δικαστήριο που δίκασε "κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε την προβληθείσα εκ μέρους του ένσταση αοριστίας της αγωγής", χωρίς να εκθέτει, ως όφειλε, ποια "πράγματα" (πραγματικά περιστατικά) έλαβε υπ' όψη τα οποία δεν προτάθηκαν η ποια "πράγματα" δεν έλαβε υπόψη μολονότι προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως επίσης (χωρίς) να εκθέτει σε τι συνίσταται η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, εκπτώσεως από δικαιώματος ή απαραδέκτου. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσεως όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή τη μη συνδρομή των όρων αυτών, που αποκλείει την εφαρμογή της όπως και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά κει έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος εφ' όσον το τελευταίο διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο που δίκασε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, σε σχέση με την προβληθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων τα εξής: Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι μετά τη λήξη του παραπάνω χρόνου της μισθώσεως, το εναγόμενο είχε τη δυνατότητα να προβεί σε παράταση αυτής για δύο ακόμα χρόνια, με μονομερή δήλωσή του, υποχρεωτική για τους εκμισθωτές ενάγοντες, το δε μηνιαίο μίσθωμα καθορίσθηκε στο ποσόν των 2.550.000 δρχ., και σε περίπτωση παράτασης θα αναπροσαρμοζόταν κάθε χρόνο σύμφωνα με τον τιμάριθμο.

Την 20-12-1997 συμπληρώθηκε ο παραπάνω συμβατικός χρόνος της ένδικης μίσθωσης και το εναγόμενο συνέχισε να χρησιμοποιεί το μίσθιο, χωρίς να δηλώνει στους ενάγοντες, όπως είχε υποχρέωση από τη μισθωτική σύμβαση, την πρόθεσή του για παράταση αυτής. Ετσι την 17-2-1998 επέδωσαν οι ενάγοντες στο τελευταίο εξώδικη πρόσκληση, με την οποία ζητούσαν να τους γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να παρατείνει τη διάρκεια της μισθώσεως ή να αποχωρήσει από το μίσθιο.

Σε απάντηση το εναγόμενο κοινοποίησε στους ενάγοντες το από 19-2-1998 έγγραφό του, με το οποίο τους γνωστοποιούσε ότι μέχρι το τέλος Μαρτίου 1998 θα απέδιδε τη χρήση του μισθίου, ενόψει του ότι οι υπηρεσίες του θα μεταστεγάζονταν σε ακίνητο που ανήκει στην κυριότητα του. Την πρόταση αυτή αποδέχθηκαν οι ενάγοντες και έτσι μέχρι το τέλος Μαρτίου 1998 παρατάθηκε η μίσθωση, με συμφωνία των συμβαλλομένων διαδίκων.

Πλην όμως, μετά την πάροδο και του παραπάνω χρόνου, οπότε πλέον οι ενάγοντες ζήτησαν από το εναγόμενο την απόδοση της χρήσης του μισθίου, το τελευταίο εξακολούθησε να χρησιμοποιεί τούτο. Ετσι οι ενάγοντες την 26-5-1998 κατέθεσαν την πρώτη από τις ένδικες αγωγές, με την οποία ζητούν αποζημίωση χρήσεως, θεωρώντας ότι έληξε η μισθωτική σύμβαση την 20-12-1997.

Το εναγόμενο τον Ιούνιο του 1998 επέδωσε στους ενάγοντες δήλωση περί παρατάσεως της ένδικης μίσθωσης για δύο ακόμα χρόνια δηλαδή μέχρι το Δεκέμβριο του 1999. Με βάση τα δεδομένα αυτά η ένδικη μίσθωση έληξε το Μάρτιο του 1998, μετά την περίοδο της συμφωνημένης παράτασης του χρόνου αυτής. Δεν ασκεί έννομη επιρροή η δήλωση του εναγομένου περί παρατάσεως του μισθώσεως μέχρι το Δεκέμβριο του 1999, κατ' επίκληση της σχετικής ρήτρας του μισθωτηρίου συμφωνητικού, αφού το δικαίωμά του περί παρατάσεως άσκησε (το εναγόμενο) με το από 19-2-1998 έγγραφό του, με το οποίο δήλωνε ότι θα παραμείνει στο μίσθιο μέχρι το Μάρτιο του 1998.

Έκτοτε, δε εναντιώθηκαν οι ενάγοντες και προφορικά, αλλά και με την άσκηση της ένδικης πρώτης αγωγής στην παράνομη παρακράτηση πλέον του μισθίου και στην άρνησή του να τους αποδώσει τη χρήση του.

Συνεπώς το εναγόμενο υπαίτια παρακρατεί το μίσθιο και καθυστερεί την απόδοσή του στους ενάγοντες, το γεγονός δε ότι δεν ήταν δυνατή η μεταστέγαση των υπηρεσιών του σε ιδιόκτητο ακίνητό του, για λόγους λειτουργικότητας των χώρων του, δεν αίρει την υπερημερία του και όσα αντίθετα υποστηρίζει πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Επίσης πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι είναι καταχρηστική άσκηση της αγωγής από υστεροβουλία δεν επεδίωξαν τη λύση της μίσθωσης με καταγγελία ή άλλο νόμιμο μέσο (αγωγή εξώσεως κ.λ.π.) προκειμένου να εισπράττουν αποζημίωση χρήσεως εναγόντων. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη της συστάσεως αυτής, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι "με ανεπαρκή αιτιολογία ήχθη στο σχηματισμό της κρίσης περί της μισθωτικής αξίας του ακινήτου, διότι, ενώ παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία διαφορετικά μεταξύ τους, προσαχθέντα και από τα δύο διάδικα μέρη, παρέλειψε να παραθέσει κατά τρόπο συγκεκριμένο τις σκέψεις αξιολόγησης αυτών των συγκριτικών στοιχείων και συγχρόνως παρέλειψε να εξηγήσει με ποιο τρόπο υπολόγισε τη μισθωτική αξία του ακινήτου, η οποία εμφανίζεται να έχει εξαχθεί εντελώς, αυθαίρετα από τα αντιτιθέμενα μεταξύ τους στοιχεία". Η αιτίαση όμως αυτή έτσι όπως διατυπώνεται δεν εμπίπτει στον από το άρθρο 559 αριθ. 19 προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης αφού δεν αφορά σε ζήτημα ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ενώ περαιτέρω, υπό την επίκληση ανεπαρκούς αιτιολογίας πλήττει την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

IV. Σύμφωνα με το άρθρ. 649 παρ.1 ΚΠολΔ στις διαφορές που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648-661 ΚΠολΔ οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρ. 654 παρ.2 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμά του σχετικά με τη μισθωτική αξία του ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται σ' αυτήν, έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι".

Ενόψει τούτων, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το δικαστήριο που δίκασε, κατά παράβαση του νόμου, έλαβε υπόψη του συγκριτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι για πρώτη φορά με τις προτάσεις τους και κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, ενώ αντιθέτως για το παραδεκτό και το σύννομο της ένδικης αγωγής των αυτά έπρεπε να αποτελέσουν "αναπόσπαστο στοιχείο της εις τρόπον ώστε να καταστεί δυνατή η αντίκρουσή των από αυτό" και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.10 και 11 ΚΠολΔ, κατά με την πρώτη από τις αιτιάσεις αυτές (άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ), είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δέχτηκε το δικαστήριο ως αληθινά χωρίς απόδειξη παρά το νόμο, κατά δε τη δεύτερη από αυτές (άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, κατά τα άνω εκτιθέμενα, αρκούσε η προσαγωγή των αποδεικτικών αυτών μέσων έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο και δεν ήταν αναγκαίο, για το παραδεκτό της αγωγής, να αποτελέσουν "αναπόσπαστο στοιχείο της", να κατατεθούν δηλαδή μαζί με αυτήν.

Η περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αποδιδόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτίαση ότι το δικαστήριο που δίκασε "στήριζε την κρίση του σε ελλειπή (μη πρόσφορα) συγκριτικά στοιχεία για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης" αφορά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου και δεν θεμελιώνει κατ' άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ λόγον αναιρέσεως.

V. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης, ποιες είναι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και για ποιο λόγο είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές και ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι "όχι ορθά ούτε νόμιμα το Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις κείμενες διατάξεις και ιδίως το άρθρο 601 ΑΚ και ουδόλως έλαβε υπόψη του τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά τα οποία δια της υπαγωγής τους στην ανωτέρω διάταξη θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στην απόρριψη των αγωγών".

Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος ότι δι' αυτού προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά μεν το πρώτο μέρος του, έτσι όπως διατυπώνεται, χωρίς δηλαδή να εκτίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και το νομικό σφάλμα στο οποίο εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα είναι αόριστος και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατά δε το δεύτερο μέρος του, ανεξαρτήτως της αοριστίας του γιατί δεν αναφέρει ποια είναι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, είναι επίσης απαράδεκτος γιατί πλήττει την ανέλεγκτη από τον Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

VI. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο της ουσίας για τον προσδιορισμό της οφειλομενης στους αναιρεσίβλητους αποζημιώσεως για την αυθαίρετη εκ μέρους του αναιρεσείοντος παρακράτηση της χρήσεως του μισθίου μετά τη λήξη της μισθώσεως κατά το επίδικο εν προκειμενω χρονικό διάστημα, έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε, μεταξύ άλλων, και το ..... πιστοποιητικό της Α' ΔΟΥ Πατρών το οποίο είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει το αναιρεσείον. Επομένως ο έκτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να μη το δεχθεί και να μην το αξιολογήσει υπέπεσε στις πλημμέλειες των περιπτώσεων του άρθρου 559 αριθ. 8 και 11 γ' ΚΠολΔ, αντίστοιχα, καθ' όσον μεν αφορά την πρώτη από αυτές είναι απαράδεκτος διότι το αποδεικτικό αυτό έγγραφο ως τοιούτο δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ καθ' όσον αφορά δε τη δεύτερη (άρθρ. 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον (ΝΠΔΔ) στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 12.11.2004 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ" κατά των : 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΤΣΑΡΑΚΗΣ Α.Ε.", 2) .... 3) .... 4) ....., 5) ...... και 6) ..... για αναίρεση ης 924/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ΕΥΡΩ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ