Supreme Court annuls lower court decision and orders return of 9,042.30 euros to plaintiff in asset dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Athens' decision and remanded the case for retrial. The plaintiff voluntarily paid 9,042.30 euros to the defendant in compliance with prior rulings, which the defendant contested. The Court found the lower court's judgment erroneous and ordered the defendant to return the full amount plus interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 260, 261, 262 of the Code of Civil Procedure; If a lower court decision is annulled, the case must be remanded for retrial, and the party who voluntarily fulfilled the judgment must be restored to their original position with interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 512 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 512/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (…..), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Νέα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Λ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Γ., κατοίκου Πάνω ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δ. Β., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και Κ. Ρ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1904/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 4336/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες εταιρείες με την από 4-11-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18-10-2023 Πράξη του Προέδρου του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην προκείμενη δικάσιμο που ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ.4 ΚΠολΔ, η από 4-11-2022 με αριθμ.καταθ.8676/967/7-11-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ.4336/29-8-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε εγγραφεί στο πινάκιο της ορισθείσας επ'αυτής δικασίμου της 17ης Οκτωβρίου 2023, αλλά δεν εισήχθη προς συζήτηση για λόγο ανωτέρας βίας, και συγκεκριμένα λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με το αριθμ.πρωτ.46339 οικ./22-9-2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και των επαναληπτικών αυτών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023.
Με την ανωτέρω, υπό κρίση, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4336/29-8-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών- διαφορών επί α) της από 15-1-2021 με αριθ.καταθ.2299/193/2021 έφεσης της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "... (….)" και της καθολικής διαδόχου της, από τις 4-1-2021 και εντεύθεν, στον Κλάδο των Τεχνικών Υπηρεσιών, ανώνυμης εταιρίας "..." και ήδη δεύτερης αναιρεσείσουσας, κατόπιν νομότυπης διάσπασης της πρώτης με απόσχιση του ανωτέρω κλάδου της και απορρόφησης αυτού από την δεύτερη και β) της από 18-2-2021 με αριθμ.καταθ.29170/2221/2021 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθ.1904/2020, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αντίθετες εφέσεις (των αναιρεσειουσών και του αναιρεσιβλήτου), τις δέχθηκε τυπικά και τις απέρριψε κατ'ουσία, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη, με αριθμό 1904/2020, απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Η πρωτόδικη αυτή απόφαση, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της από 30-10-2019 με αριθμ.καταθ. 94613/2501/31-10-2019 αγωγής του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου, είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της από 30-7-2019 καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης-πρώτης αναιρεσείουσας εργοδότριάς του της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως καταχρηστικής, κατά τον δεύτερο επικουρικό λόγο- (μετά από ουσιαστική απόρριψη των λοιπών)- της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, είχε υποχρεώσει την εναγομένη-αναιρεσείουσα να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου, και είχε επιδικάσει σε αυτόν, κατά ένα μέρος καταψηφιστικά και κατά το υπόλοιπο αναγνωριστικά, το συνολικό ποσό των 12.439,99 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας του επιδίκου χρονικού διαστήματος (5.810,74 ευρώ καταψηφιστικά-για το διάστημα από 31-7-2019 έως 28-2-2020 και (5.701,31+927,94=) 6.629,25 ευρώ αναγνωριστικά-για το διάστημα από 1-3-2020 έως 5-6-2020), νομιμοτόκως.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (29-8-2022) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (24-1-2023), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 392/2021, ΑΠ 485/2019, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 179/2016).
Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 711/2021, ΑΠ 1672/2018, ΑΠ 179/2016).
Εάν ασκηθεί αγωγή από τον απολυθέντα μισθωτό, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως καταχρηστικής, στην αγωγή αυτή ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την καταχρηστικότητα της γενόμενης καταγγελίας (ΑΠ 711/2021, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 179/2016), ενώ τα περιστατικά που προβάλλονται από τον εναγόμενο-εργοδότη ως δικαιολογούντα την απόλυση, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής (δηλαδή του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας) (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 927/2017).
Η καταγγελία όμως της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 784/2023, ΑΠ 906/2022, ΑΠ 1107/2021, ΑΠ 114/2019, ΑΠ 1889/2017).
Ειδικότερα η απώλεια της εμπιστοσύνης και η έλλειψη πνεύματος συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου, όχι βέβαια κατά την υποκειμενική αντίληψη και κρίση του καταγγέλλοντος εργοδότη, αλλά με τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που τις δικαιολογούν και που διαταράσσουν την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης, θεμελιώνοντας μία αρνητική πρόγνωση ως προς τη λειτουργία της στο μέλλον, καθιστούν μη καταχρηστική τη για τους λόγους αυτούς καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του εργαζόμενου (ΑΠ 784/2023, ΑΠ 906/2022).
Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης (Ολ ΑΠ 43/2022), πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.
Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 784/2023, ΑΠ 906/2022, ΑΠ 222/2021, ΑΠ 1107/2021, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 114/2019).
Για την επιβολή δε πειθαρχικής ποινής, λόγω της εκ μέρους του εργαζομένου τέλεσης κάποιου παραπτώματος κατά την παροχή της εργασίας του, πρέπει να υφίσταται εσωτερικός κανονισμός στην επιχείρηση του εργοδότη που προβλέπει το πειθαρχικό παράπτωμα ή/και τις πειθαρχικές κυρώσεις που μπορεί να επιβληθούν.
Τούτο σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 1 του Ν.Δ/τος 3789/1957 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων της Εργατικής Νομοθεσίας", η οποία ορίζει "Δια πειθαρχικά παραπτώματα, καθοριζόμενα εις έκαστον των κανονισμών εργασίας, δύναται να προβλέπεται η επιβολή εις τον παραβάτην μισθωτόν, των κάτωθι ποινών..." .
Κατά συνέπεια εφόσον στη συγκεκριμένη επιχείρηση δεν έχει καταρτισθεί εσωτερικός κανονισμός κατά τις διατάξεις του ως άνω νόμου, που να προσδιορίζει τα πειθαρχικά παραπτώματα ή/και τις πειθαρχικές ποινές που μπορεί να επιβληθούν γι' αυτά ή/και που να καθορίζει σχετικές πειθαρχικές διαδικασίες, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, για το λόγο ότι ο εργοδότης, αντί της καταγγελίας, δεν επέλεξε το ηπιότερο μέτρο της επιβολής πειθαρχικής ποινής.
Δεν αποκλείεται βεβαίως σε όλως οριακές περιπτώσεις, ακόμη και στην περίπτωση της έλλειψης εσωτερικού κανονισμού προβλέποντος πειθαρχικό έλεγχο του εργαζομένου, ο έλεγχος από το δικαστήριο του κύρους της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, από την άποψη της εκ μέρους του εργοδότη παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, η οποία ουσιαστικά συνιστά την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 114/2019, ΑΠ 1889/2017).
Τέλος, ο εργοδότης οφείλει κατά τις περιστάσεις να προτείνει στον μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο, υπό απόλυση, μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 1847/2022, ΑΠ 392/2021, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 64/2015) και η σχετική παράλειψή του να εκτιμήσει τα παραπάνω κριτήρια καθιστά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αντίθετη με την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 641/2021).
Με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 598/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους-αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση , όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα , δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται , αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος] προσελήφθη από την εταιρεία με την επωνυμία "...", θυγατρική της εναγομένης [ήδη πρώτης αναιρεσείουσας] στις 12-10-2004 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του μηχανικού τηλεπικοινωνιών.
Ο ενάγων απασχολήθηκε στην ανωτέρω εταιρεία μέχρι και το έτος 2006, οπότε κατόπιν νόμιμων διαδοχικών συμβάσεων δανεισμού και κατόπιν δικών του αιτημάτων ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγομένη εταιρεία μέχρι και την 24-9-2009, οπότε προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης με την ειδικότητα του τηλεπικοινωνιακού μηχανικού τεχνικού κλάδου.
Ο ισχυρισμός του περί εικονικότητας των συμβάσεων δανεισμού του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενάγων επιθυμούσε την απασχόλησή του στην εναγομένη, αφού ο δανεισμός του εγένετο κατόπιν δικών του αιτημάτων, το κύρος των οποίων, συμβάσεων δανεισμού, ουδέποτε αμφισβήτησε. Ο ενάγων προσελήφθη στη μισθολογική κατηγορία πανεπιστημιακής εκπαίδευσης πενταετούς φοίτησης, όπως αναφέρεται στην από 24-9-2009 απόφαση πρόσληψής του, στην οποία ρητά αναφέρεται ότι "τίτλοι σπουδών ανώτεροι του ως άνω απαιτηθέντος, που κατέχει ή θα αποκτήσει ο προσλαμβανόμενος, δεν λαμβάνονται υπόψη", ενώ και στην σύμβαση εργασίας του ρητά αναφέρεται ότι "στο μισθωτό γνωστοποιήθηκε, ο οποίος και αποδέχεται ανεπιφύλακτα, ότι τυχόν ανώτερα προσόντα από αυτά που αντιστοιχούν στη μισθολογική κατηγορία που αναφέρεται ρητά στην απόφαση πρόσληψής του και τα οποία ήθελε καταθέσει κατά ή μετά την πρόσληψή του ή θα αποκτήσει κατά τη διάρκεια της παρούσας σύμβασής του, δεν θα ληφθούν υπόψη για επιπλέον αποδοχές".
Ενόψει των ανωτέρω ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ως κάτοχος πτυχίου Master έπρεπε να είχε ενταχθεί σε ανώτερη μισθολογική κατηγορία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω ο ενάγων το έτος 2014 κατόπιν συμμετοχής του στις δημοτικές εκλογές εκλέχθηκε δημοτικός σύμβουλος στο ..., οπότε κατόπιν αιτήματός του μετατέθηκε από το ..., όπου ήταν αρχικά ο τόπος εργασίας του, στο ...
στο τμήμα τεχνικών λειτουργιών πεδίου Λασιθίου, όπου παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και την 30-7-2019, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι θα έπρεπε να υπολογιστεί η προϋπηρεσία του για την αποζημίωση απόλυσής του, στην θυγατρική εταιρεία της εναγομένης, σύμφωνα με το άρθρο 6 της από 23-12-2014 ΣΣΕ με βάση το οποίο "προσωπικό θυγατρικών εταιρειών που με βάση τη στρατηγική της ΟΤΕ ΑΕ και τις επιχειρησιακές ανάγκες, παραιτείται από τη θυγατρική εταιρεία προκειμένου να προσληφθεί στην …..ΑΕ, με την πρόσληψή του εντάσσεται στις μισθολογικές βαθμίδες και κατηγορίες, με βάση το χρόνο υπηρεσίας του στη θυγατρική μέχρι την έναρξη ισχύος της ΠΥΣ 6/2012 και για όσο αυτή ισχύει.
Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης και των δικαιούμενων ημερών κανονικής άδειας λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος υπηρεσίας του εν λόγω προσωπικού στη θυγατρική εταιρεία", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η ανωτέρω ρύθμιση, η οποία δεν έχει αναδρομική ισχύ, δεν δύναται να εφαρμοστεί στον ενάγοντα, ο οποίος προσλήφθηκε στην εναγομένη το έτος 2009.
Επομένως, νόμιμα η εναγομένη υπολόγισε την αποζημίωση απόλυσης του ενάγοντος, λαμβάνοντας υπόψη ως ημερομηνία πρόσληψής του σε αυτήν την 24-9-2012 [ενν. 24-9-2009] με βάση τις νόμιμες, κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασής του, αποδοχές ποσού 1.781,66 ευρώ, απορριπτομένων των σχετικών λόγων εφέσεως ως αβασίμων.
Περαιτέρω, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έγινε λόγω ανικανότητάς του κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Ειδικότερα ο ενάγων, ο οποίος από το έτος 2014 ασκούσε καθήκοντα δημοτικού συμβούλου στο ..., αμελούσε να ενημερώνει την εναγομένη για απουσίες του, προκειμένου να διεκπεραιώσει και τα επιπρόσθετα καθήκοντα του δημοτικού συμβούλου, γεγονός που καθιστούσε αυτόν υπηρεσιακά ανεπαρκή, ενώ και η απόδοσή του δεν ήταν ικανοποιητική, όπως αναφέρεται στις εκθέσεις αξιολόγησής του, στις οποίες επισημαίνεται ότι "χρειάζεται βελτίωση".
Η επιλογή όμως της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, κρίνεται καταχρηστική, καθόσον δεν ήταν το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της, αφού μπορούσε, λαμβάνοντας υπόψη την επί σειρά ετών προϋπηρεσία του, κατά την οποία ασκούσε τα καθήκοντά του με συνέπεια, να επιβάλει σε αυτόν ηπιότερα μέτρα, όπως τις πειθαρχικές ποινές της έγγραφης επίπληξης, πρόστιμο, προσωρινή απόλυση ή την τοποθέτησή του σε άλλη θέση εργασίας.
Επομένως, η επικαλούμενη από την εναγομένη ανεπάρκεια του ενάγοντος, η οποία σχετίζεται και με την ταυτόχρονη άσκηση των καθηκόντων του ως δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Ιεράπετρας, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί από την εναγόμενη με ηπιότερα από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του μέτρα, η απόρριψη των οποίων και η επιλογή της απόλυσης, καθιστά αυτή καταχρηστική, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως ως αβασίμου.
Επομένως, η εναγομένη μη αποδεχόμενη τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος περιήλθε σε υπερημερία, οφείλοντας σε αυτόν αποδοχές υπερημερίας, οι οποίες θα πρέπει να υπολογιστούν με βάση τις νόμιμες ανωτέρω αποδοχές του, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως ως αβασίμου. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης των εκκαλούντων με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα...".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε κατ'ουσία α) την από 15-1-2021 έφεση της εναγομένης- πρώτης εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας και της δεύτερης εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, ως καθολικής διαδόχου, από την 4-1-2021 και εντεύθεν, στον Κλάδο των Τεχνικών Υπηρεσιών της πρώτης, όπου απασχολείτο ο ενάγων, μετά από νομότυπη διάσπασή της με απόσχιση του κλάδου της αυτού και απορρόφησης τούτου από τη δεύτερη (αρθ.57 παρ.1 και 3 του ν.4601/2019 σε συνδ.
με αρθ.6 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 4 παρ.1 του πδ 178/2002)-και ήδη αναιρεσειουσών ανωνύμων εταιριών και β) την από 18-2-2021 έφεση του εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου, επικυρώνοντας στο σύνολό της την εκκαλουμένη, με αριθμ. 1904/2020, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την από 15-1-2021 έφεση των αναιρεσειουσών, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, αφού έκρινε ότι η ένδικη, από 30-7-2019 καταγγελία, της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εκ μέρους της εναγομένης-πρώτης αναιρεσείουσας, οφειλόμενη στην αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου και την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, είναι καταχρηστική, λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, επειδή επελέγη αντί του ηπιότερου μέτρου της επιβολής εις βάρος του πειθαρχικής ποινής ή της μετάθεσή του σε άλλη θέση, όπως επικουρικά επικαλείτο ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της εκκαλουμένης με αριθμ. 1904/2020, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει όμοια, και κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της αγωγής, είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της καταγγελίας για τον προαναφερόμενο λόγο, είχε υποχρεώσει την εναγομένη-πρώτη αναιρεσείουσα να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε επιδικάσει σε αυτόν κατά ένα μέρος καταψηφιστικά και κατά το υπόλοιπο αναγνωριστικά το συνολικό ποσό των 12.439,99 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας του επιδίκου χρονικού διαστήματος (5.810,74 ευρώ καταψηφιστικά-για το διάστημα από 31-7-2019 έως 28-2-2020-και (5.701,31+927,94=) 6.629,25 ευρώ αναγνωριστικά-για το διάστημα από 1-3-2020 έως 5-6-2020-νομιμοτόκως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 669 παρ.2 του ΑΚ, 1 και 7 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 και της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, αρχής της αναλογικότητας, μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, και παράλληλα διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών για το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής ή μη καταχρηστικότητας της από 30-7-2019 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσίβλητου εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, επαγομένης ακυρότητα αυτής, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι η εναγόμενη-αναιρεσείουσα κατήγγειλε στις 30-7-2019 την από 24-9-2009 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που τη συνέδεε με τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, λόγω της ανικανότητας και της υπηρεσιακής του ανεπάρκειας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, επειδή από το έτος 2014 και εντεύθεν, το μεν απουσίαζε από την εργασία του χωρίς να την ενημερώνει για να διεκπεραιώνει καθήκοντα δημοτικού συμβούλου στο ..., το δε η παροχή των υπηρεσιών του δεν ήταν ικανοποιητική, παρά τις επανειλημμένες δικές της επισημάνσεις της στις ετήσιες εκθέσεις αξιολόγησής του ότι η απόδοσή του χρήζει βελτίωσης.
Και ενώ η παραδοχή αυτή-της, επί πενταετία, αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου και πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του-συνιστά περίπτωση διατάραξης της εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησης και κλονισμού της μεταξύ των μερών σχέσης εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την εργασιακή σύμβαση, θεμελιώνοντας μία αρνητική πρόγνωση ως προς τη λειτουργία της στο μέλλον, και καθαυτή δεν καθιστά την καταγγελία του εργοδότη καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε, στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε την γενόμενη για το λόγο αυτό ένδικη καταγγελία της αναιρεσείουσας εργοδότριας καταχρηστική, λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, δεχόμενο ότι η καταγγέλλουσα εργοδότρια δεν επέλεξε για την αντιμετώπιση της ανωτέρω υπηρεσιακής ανεπάρκειας του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου το ηπιότερο μέτρο της επιβολής σε αυτόν κάποιας πειθαρχικής ποινής (επίπληξης, πρόστιμο, προσωρινής απόλυσης).
Τούτο μάλιστα έκρινε χωρίς να διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του παραδοχή ότι υπήρχε εσωτερικός Κανονισμός, που καθόριζε τα πειθαρχικά παραπτώματα των εργαζομένων της επιχείρησης της καταγγέλλουσας εργοδότριας και τις γι'αυτά προβλεπόμενες πειθαρχικές ποινές ή ότι στο πλαίσιο της λειτουργίας της προβλεπόταν η πειθαρχική διαδικασία, όπως απαιτείται, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, με την επιλογή, αντί της καταγγελίας, του ηπιότερου μέτρου της επιβολής κάποιας πειθαρχικής ποινής από εκείνες που προβλέπει το Ν.Δ/μα 3789/1957.
Επιπρόσθετα, και δεδομένου ότι σύμφωνα με την σκέψη που προηγήθηκε, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται η επίσης απαιτούμενη παραδοχή για θεμελίωση της ανωτέρω κρίσης ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η επιβολή πειθαρχικής ποινής στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο από την εναγομένη-πρώτη αναιρεσείουσα εργοδότριά του, ήταν εξίσου πρόσφορο και κατάλληλο μέτρο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της για την εύρυθμη λειτουργία της και την ικανοποίηση των πελατών της.
Τέλος, και για το έτερο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ηπιότερο, έναντι της ένδικης καταγγελίας, μέτρο για την αντιμετώπιση της ανωτέρω, διαρκούς, υπηρεσιακής ανεπάρκειας του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου, της τοποθέτησής του σε άλλη θέση εργασίας, δεν διαλαμβάνεται η απαιτούμενη, για την επιλογή του, παραδοχή, της ύπαρξης κενής θέσης στην επιχείρηση της καταγγέλλουσας εργοδότριάς του και της καταλληλότητας του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου να εργαστεί σε αυτή.
Μόνη δε η παραδοχή ότι ο τελευταίος από την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εργασίας, το έτος 2009, ασκούσε τα καθήκοντά του με συνέπεια, μέχρι το έτος 2014, δηλαδή επί πέντε έτη πριν την έναρξη της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του και πλημμελούς εκπλήρωσης των υπηρεσιών του, η οποία, κατά τα δεκτά γενόμενα, διήρκησε επίσης για μία πενταετία και οδήγησε στην ένδικη καταγγελία, δεν αρκεί για την πλήρωση του πραγματικού της εφαρμοστέας διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, και τη θεμελίωση σε αυτή της κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι η καταγγελία αυτή εκ μέρους της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας είναι καταχρηστική για τον ανωτέρω, διαλαμβανόμενο στην προσβαλλομένη απόφασή του, λόγο.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τον 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και την εκ του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω κατά παραδοχή του λόγου αυτού πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Πρέπει επίσης να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών που κατέθεσαν προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτού καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από τον χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατ' άρθρο 340 ΑΚ (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 1718/2022, ΑΠ 989/2019).
Η ως άνω επαναφορά μπορεί να ζητηθεί και επί εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, λόγω της επικύρωσης αυτής, θεωρείται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 22/2006, ΑΠ 1718/2022, ΑΠ 381/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την παραμονή της προκείμενης συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, υποβάλλει αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της αποδώσει το ποσό των εννέα χιλιάδων σαράντα δύο ευρώ και τριάντα λεπτών (9.042,30 ευρώ), το οποίο του κατέβαλε συνολικά και συγκεκριμένα α) το ποσό των 4.368,09 ευρώ προς εκούσια συμμόρφωση στην επικυρωθείσα με την αναιρεθείσα απόφαση, με αριθμό 1904/2020 πρωτόδικη απόφαση, που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή ως προς το ποσό των 5.810,74 ευρώ και β) το υπόλοιπο ποσό, των 4.674,21 ευρώ, προς εκούσια συμμόρφωση στην αναιρεθείσα απόφαση, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης, που θα εκδοθεί επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η κρινόμενη αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ και σε αυτή του άρθρου 340 ΑΚ. Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την πρώτη αναιρεσείουσα έγγραφα και συγκεκριμένα α) την, ηλεκτρονική τραπεζική συναλλαγή, με ημερομηνία εκτύπωσης 16-4-2021 και τίτλο "Κατάσταση Εμβάσματος" για την αυθημερόν έκδοση του υπ 'αριθμ. ...
εμβάσματος της Τράπεζας ΕΤΕ, ποσού 4.368,09 ευρώ, με εντολέα την πρώτη αναιρεσείουσα και λογιστικοποίηση του εντάλματος αυτού την ίδια ημέρα (στις 16-4-2021) στον τηρούμενο, στο όνομα του αναιρεσιβλήτου, από την άνω τράπεζα αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό του, σε συνδυασμό με τις ισόποσες του ανωτέρω ποσού του τραπεζικού εντάλματος τρεις αποδείξεις πληρωμής εκδόσεως της πρώτης αναιρεσείουσας στο όνομα του αναιρεσίβλητου με μήνα εκκαθάρισης τον Απρίλιο του 2021, και β) την, με ηλεκτρονική τραπεζική συναλλαγή, με ημερομηνία εκτύπωσης 3-11-2022, με τίτλο "Μαζικές Πιστώσεις" για την αυθημερόν πίστωση του υπ'αριθμ. ...
εμβάσματος, ποσού 4.674,21 ευρώ, στον τηρούμενο από την ίδια ως άνω τράπεζα (ΕΤΕ) στο ίδιο τραπεζικό λογαριασμό του αναιρεσίβλητου, σε συνδυασμό με τις ισόποσες του ανωτέρω ποσού δύο αποδείξεις πληρωμής εκδόσεως της πρώτης αναιρεσείουσας στο όνομα του αναιρεσίβλητου, με μήνα εκκαθάρισης τον Οκτώβριο του 2022, προκύπτουν αντίστοιχα τα εξής:
Η πρώτη αναιρεσείουσα α) σε εκούσια συμμόρφωση προς την επικυρωθείσα, με την αναιρεθείσα απόφαση, με αριθμό 1904/2020 πρωτόδικη απόφαση, που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή ως προς το ποσό των 5.810,74 ευρώ κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 4.368,09 ευρώ στις 16-4-2021 με ισόποσο έμβασμα, το υπ'αριθμ. ... της Τράπεζας ΕΤΕ, στον τηρούμενο στο όνομά του από την ίδια τράπεζα λογαριασμό του και β) σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση, στην οποία είχε ενσωματωθεί η πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, και κατά την αναγνωριστική της διάταξη για το ποσό των 6.629,25 ευρώ, με την απόρριψη των κατά της τελευταίας, εφέσεων των διαδίκων, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, με τον ίδιο τρόπο, στις 3-11-2022, το ποσό των 4.674,21 ευρώ, δηλαδή συνολικά του κατέβαλε το συνολικό ποσό των (4.368,09+4.674,21=) 9.042,30 ευρώ, για επιδικασθέν κεφάλαιο (αφαιρουμένων των ασφαλιστικών, φορολογικών και λοιπών κρατήσεων), τόκους και επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη.
Με βάση τα προαναφερόμενα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται στο σύνολό της, πρέπει ο αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί να επιστρέψει στην πρώτη αναιρεσείουσα, κατά παραδοχή της αίτησής της ως ουσιαστικά βάσιμης, το ανωτέρω ποσό των 9.042,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης αυτής μέχρι την εξόφληση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 4336/9-8-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Δέχεται την αίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στην πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των εννέα χιλιάδων σαράντα δύο ευρώ και τριάντα λεπτών (9.042,30 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης, προς αυτόν, της παρούσας απόφασης.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ