Legislator Case Law & Legislation
512/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on sale contract revocation due to lack of evidence for fraud and prohibited retrial.

Case Number 512/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting their suit to annul a property sale contract. The appellants argued for revocation based on fraud and lack of ownership rights, but the Court of Appeal found no discrepancy between the parties' declarations and their true intent. The Supreme Court upheld this ruling, emphasizing that the lower court properly examined the claim and that the appeal constituted an impermissible re-examination of the final judgment on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1), 96(1), 97, 104 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not re-examine the substantive findings of fact and law made by the Court of Appeal in a final decision, and an appeal based on alleged errors in applying these provisions regarding the parties' intent and the existence of fraud will be dismissed if the lower court's reasoning is sound.

Keywords

AI generated
appeal admissibility retrial of merits fraud in contract property sale annulment legal representation mandate court costs award finality of judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 94(1), 96(1), 97, 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 493(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 512 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 512/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη και Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) … και 5) Δ. Χ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής. Οι 1η, 2ος, 3η και 4ος αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γκιώνη, ενώ ο 5ος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. συζύγου Α. Χ., το γένος Κ. Μ. και 2) Θ. Χ. του Α., αμφοτέρων κατοίκων Τριπόλεως Αρκαδίας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δημητρακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/06/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 256/2013 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτουν οι αναιρεσείοντες με την από 30-11-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αικατερίνη Κρυσταλλίδου ανέγνωσε την από 23-9-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμό 256/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου με την οποίαν απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 24-10-2008 έφεση των αναιρεσειόντων (και ως απαράδεκτοι οι πρόσθετοι αυτής λόγοι) κατά της με αριθμό 81/2008 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 23-6-2007 αγωγή τους, με την οποίαν οι τελευταίοι ζήτησαν την ακύρωση της περιγραφόμενης στην άνω αγωγή δικαιοπραξίας (συμβάσεως πωλήσεως) λόγω ουσιώδους πλάνης κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ' αυτή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008).

Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ` αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας των φερομένων ως ασκησάντων την αναίρεση διαδίκων, χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας αυτών προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ220/2021, ΑΠ165/2020, ΑΠ1053/2018, ΑΠ 243/2014, ΑΠ 1852/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει, ότι η κρινόμενη από 30-11-2015 (αρ. κατ. 71/2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 256/2013 οριστικής απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, την οποίαν άσκησαν οι πέντε ενάγοντες, (Μ. Χ., Η. Χ., Β. Χ., Κ. Χ. και Δ. Χ.) κατατέθηκε, σύμφωνα με την υπ' αρ. 71/22-12-2015 έκθεση κατάθεσης της αναίρεσης στο ως άνω Δικαστήριο, από τον δικηγόρο Αθηνών Κων/νο Γκιώνη και όχι από τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους κατά την ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου δίκη, Ευάγγελο Λαμπρόπουλο και Πέτρο Θωμαΐδη.

Η άνω αίτηση προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 20, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη του Προέδρου του Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ), με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, όπως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους παρόντες αναιρεσείοντες με αρ. 5646/10-6/2021 και 5647/10-6-2021 εκθέσεις επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ναυπλίου Δήμητρας Γιαλή-Γκαρδιακού, σύμφωνα με τις οποίες η επίδοση στους αναιρεσιβλήτους με κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο (άρθρο 568 παρ.4 ΚΠολΔ) έγινε κατόπιν της από 8-6-2021 έγγραφης παραγγελίας του δικηγόρου Αθηνών Κων/νου Γκιώνη που κατέθεσε το δικόγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως, ως πληρεξουσίου δικηγόρου των ως άνω αναιρεσειόντων.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο πέμπτος αναιρεσείων, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι λοιποί αναιρεσείοντες (πρώτη, δεύτερος, τρίτη και τέταρτος), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω δικηγόρο δυνάμει του με αρ.3.836/18-7-2018 πληρεξουσίου της συμβ/φου Χαλανδρίου Μαρίνας Σολωμού, ενώ από ουδέν στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Κωνσταντίνος Γκιώνης, που φέρεται έως τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως ο πληρεξούσιος δικηγόρος του απολιπόμενου κατά την παρούσα συζήτηση πέμπτου αναιρεσείοντα, ήταν ο νομίμως διορισμένος πληρεξούσιος αυτού κατ' άρθρ. 96 παρ. 3 ΚΠολΔ αφού δεν συμπεριλαμβάνεται στο προμνημονευθέν συμβολαιογραφικό έγγραφο, ούτε ως προελέχθη ο άνω αναιρεσείων παραστάθηκε στο ακροατήριο, ώστε η ρητή κατά τον άνω τρόπο πληρεξουσιότητα να καλυφθεί με προφορική δήλωσή του.

Εφόσον λοιπόν ο φερόμενος ως ασκήσας την υπό κρίση αναίρεση πέμπτος αναιρεσείων ερημοδικεί και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας εκ μέρους του προς τον υπογράφοντα αυτήν δικηγόρο, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθ' ο μέρος αφορά τον εν λόγω αναιρεσείοντα, να ερευνηθεί δε περαιτέρω ως προς τους επί μέρους λόγους της όσον αφορά τους λοιπούς νομίμως παραστάντες αναιρεσείοντες που συνδέονται εν όψει της φύσεως της ένδικης διαφοράς με το δεσμό της απλής ομοδικίας (ΑΠ44/1987).

Κατά τα άρθρα 140 και 141 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Η πλάνη αυτή δύναται να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως. Επομένως, πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως του δηλούντος πραγματική κατάσταση, προς την πλάνη δε υπό την ανωτέρω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσεως (άγνοια) της πραγματικής καταστάσεως, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος, όταν δηλαδή αυτός δεν είναι εν γνώσει ότι αγνοεί την απαιτούμενη πραγματική κατάσταση, διότι αν έχει πλήρη επίγνωση της αγνοίας του δεν πλανάται (ΑΠ 1655/2012).

Πλάνη υπάρχει και όταν ο δικαιοπρακτών εννοούσε τη δήλωσή του με νόημα διαφορετικό εκείνου που πράγματι έχει από το νόμο, ή αγνοούσε τις έννομες συνέπειες της δηλώσεώς του. Έτσι, αν κάποιος υπογράφει έγγραφο νομίζοντας εσφαλμένως ότι περιλαμβάνει ορισμένο περιεχόμενο με ορισμένες συνέπειες, ενώ τούτο περιλαμβάνει περιεχόμενο διαφορετικό, βρίσκεται σε πλάνη, η οποία είναι ουσιώδης αν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία ώστε το πρόσωπο που πλανήθηκε δεν θα την επιχειρούσε αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση (ΑΠ110/2019, AΠ 80/2007).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ ΑΠ 11/2017).

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.

Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 2/1989, Α.Π559/2020, ΑΠ282/2012) Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "...Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβ/φου Τρίπολης Κων/νου Παίσιου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Τρίπολης, στον τόμο 746 και αριθμό 242, οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι (αναιρεσίβλητοι) απέκτησαν με αγορά την συγκυριότητα, συνομή και κατοχή κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, του λεπτομερώς περιγραφομένου κατωτέρω ακινήτου από τους:

Α) Ν. Χ. (αποβιώσαντα σύζυγο της νυν πρώτης εκκαλούσας), ο οποίος ενήργησε αφενός ατομικά, αφετέρου ως ειδικός πληρεξούσιος των λοιπών πωλητών, μη παραστάντων αυτοπροσώπως και συγκεκριμένα α) του Η. Χ., δυνάμει του υπ' αριθμ. 18174/5.5.2005 πληρεξουσίου του συμβ/φου Τρίπολης Κων/νου Παϊσιου και των β) Β. Χ., (παραλείφθηκε εκ πρόδηλης παραδρομής το όνομα του τέταρτου πωλητή Κ.

Χ.) δυνάμει του υπ' αριθμ. 3229/31-5-2005 πληρεξουσίου της συμβ/φου Αθηνών Πολυξένης Καλατζή και Β) Δ. Χ.. Το ως άνω ακίνητο, είναι οικόπεδο, μετά της επ' αυτού κειμένης διωρόφου οικοδομής, το οποίο κείται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως Τρίπολης, στο υπ' αριθμ. 338 οικοδομικό τετράγωνο και επί της οδού Κύπρου, αριθμ. 29 (πρώην 27), και του οποίου ήταν συγκύριοι σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου ο Ν.

Χ. και οι δεύτερος και πέμπτος των εναγόντων και σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου οι τρίτη και τέταρτος των εναγόντων. Ειδικότερα, στο ανωτέρω συμβόλαιο το εν λόγω οικόπεδο περιγράφεται ως άρτιο και οικοδομήσιμο, με επιφάνεια 131,53 τμ και συνορευόμενο γύρωθεν βόρεια, επί τεθλασμένης πλευράς Ε-Ζ-Η-Θ συνολικού μήκους 9,80 μέτρων, με ιδιοκτησία Ιερού Ναού Παναγίας Γρηγορούσας, νότια, επί πλευράς Α-Β μήκους 9,95 μέτρων με την οδό Κύπρου, ανατολικά, επί τεθλασμένης πλευράς Β-Γ-Δ-Ε, συνολικού μήκους 17,05 μέτρων με ιδιοκτησία Ι.Ζ.

και δυτικά, επί πλευράς Α-Θ μήκους 11,90 μέτρων με ιδιοκτησία Ν. Χ., σύμφωνα με το προσαρτηθέν στο ως άνω συμβόλαιο από μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Κ. Η ανεγερθείσα δε επί του παραπάνω οικοπέδου (εννοεί οικοδομή) αποτελείτο από υπόγεια αποθήκη, εμβαδού 101,50 τμ, ισόγειο, αποτελούμενο από κατάστημα εμβαδού 84,98 τμ, αποθήκη, εμβαδού 29,65 τμ και κεντρική είσοδο με κλιμακοστάσιο, εμβαδού 13,72 τμ, πρώτο όροφο (κατοικία), εμβαδού 121,6 τμ και μελλοντική δόμηση (δικαίωμα υψούν).

Η εν λόγω αγορά από τους εφεσίβλητους πραγματοποιήθηκε, προκειμένου να μεταστεγασθεί το επί της ιδίας οδού Κύπρου αριθμ.23 φαρμακείο του δεύτερου εφεσίβλητου, που ο τελευταίος λειτουργούσε σε μισθωμένο ισόγειο κατάστημα, από το έτος 1983. Το εν λόγω φαρμακείο λειτουργεί μεταφερθέν πια στο ισόγειο της νέας οικοδομής που κατασκεύασαν στη θέση ακριβώς της παλαιάς αγορασθείσης και με άνωθεν του ισογείου και β ορόφους ως διαμερίσματα κατοικίες.

Περαιτέρω, οι πωλητές διαβεβαίωσαν ρητώς, με ειδικό όρο που περιελήφθη στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη, ότι το πωλούμενο ακίνητο ήταν ελεύθερο, από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη, προσημείωση, κατάσχεση και αναγγελλόμενη απαίτηση τρίτου, μεσεγγύηση, κληρονομικά ή από προίκα δικαιώματα τρίτων, εκνίκηση, διεκδίκηση δουλείες πραγματικές και προσωπικές, ρυμοτομία, αποζημίωση οδών και παρόδιων γειτόνων, προσκύρωση, τακτοποίηση, μεσοτοιχίες και αποζημίωση μεσοτοιχιών, μίσθωση, παραχώρηση της χρήσης με οποιονδήποτε τρόπο, οφειλή οποιωνδήποτε φόρων, τελών και εισφορών, δημόσιων και δημοτικών ή υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών, κυρίας ή επικουρικής ασφάλισης από κάθε δικαίωμα τρίτου και γενικά ελεύθερο από κάθε νομικό ελάττωμα και από κάθε δικαστική ή εξώδικο φιλονικία, διένεξη και αμφισβήτηση.

Μάλιστα αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι δήλωσαν ρητώς ότι παραιτούνται από κάθε δικαίωμα διάρρηξης ή ακύρωσης του ως άνω συμβολαίου και της σύμβασης πώλησης. Στις 9.7.2005, ήτοι μετά από παρέλευση 15 ημερών από της συντάξεως του ανωτέρω μεταβιβαστικού συμβολαίου, απεβίωσε ο Ν. Χ., ο οποίος κληρονομήθηκε εκ διαθήκης και δη της από ...

ιδιόγραφης διαθήκης αυτού, που δημοσιεύθηκε δυνάμει του υπ'αριθμ,296/14.10.2005 πρακτικού συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης από την εκκαλούσα σύζυγο του. Η τελευταία σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος εισέπραξε ανεπιφύλακτα το οφειλόμενο υπόλοιπο εκ του τιμήματος της παραπάνω αγοραπωλησίας στις 2.12.2005 με την εκδοθείσα (σε) διαταγή της υπ'αριθμ.00869048-1 τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς εκ 37.500 ευρώ, προελθόν από δάνειο που οι εφεσίβλητοι αγοραστές έλαβαν.

Προς τούτο υπεγράφη από την πρώτη εκκαλούσα η υπ' αριθμ. 18467/12.12.2005 πράξη εξόφλησης του τιμήματος του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου Τρίπολης Κων/νου Παϊσιου. Σημειωτέον, ουδεμία αντίρρηση προβλήθηκε από κάποιον από τους εκκαλούντες όσον αφορά στην αγοραπωλησία όσο και στην ύπαρξη της μεσοτοιχίας. Πλην όμως, τον Ιούλιο του έτους 2006, όταν οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι γνωστοποίησαν στην πρώτη ενάγουσα-εκκαλούσα ότι είχαν την πρόθεση να πραγματοποιήσουν εργασίες κατεδάφισης της επί του πωληθέντος κείμενης διώροφης οικοδομής, η τελευταία αντέδρασε ισχυριζόμενη ότι μεταξύ της πωληθείσας στους εναγόμενους οικοδομής και της όμορης με αυτήν (δυτικά) οικοδομής της, υφίσταται μεσοτοιχία.

Προκειμένου δε, ν' αποτρέψει τη συνέχιση των εργασιών κατεδάφισης, στις 17.7.2006, ήτοι μετά την παρέλευση οκτώ μηνών από την πράξη εξόφλησης και ενός έτους από την σύνταξη του επίδικου συμβολαίου, ήγειρε για πρώτη φορά αξιώσεις περί μεσοτοιχίας, καταθέτοντας την από 14.7.2006... αίτησή της περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, αιτούμενη να αναγνωρισθεί ότι ο επίδικος τοίχος είναι μεσότοιχος.

Επί της ως άνω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 149/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου που απέρριψε την αίτηση αυτής, καθόσον δεν πιθανολογήθηκε η ιδιότητα του επίδικου ως μεσότοιχου...Περαιτέρω, οι εκκαλούντες, ισχυρίζονται ότι κατά την κατάρτιση του επίδικου συμβολαίου, οι παριστάμενοι από την πλευρά των πωλητών, δήλωσαν...

ότι υπόσχονται το πωλούμενο ακίνητο ελεύθερο μεσοτοιχιών και αποζημίωσης, υπολαμβάνοντας πεπλανημένα ότι ο όρος αυτός ήταν τυπικός και δεν σήμαινε κατάργηση των υφιστάμενων μεσοτοιχιών. Συγκεκριμένα, διατείνονται ότι προέβησαν στην ανωτέρω δήλωση, λόγω της διαβεβαίωσης των παρισταμένων δικηγόρων και συμφ/φου, ότι ο όρος αυτός είναι τυπικός και αναγράφεται σε όλα τα συμβόλαια, πλην όμως πλανήθηκαν ως προς τις νομικές συνέπειες αυτού, λόγω του ότι δεν είχαν επίγνωση του ακριβούς περιεχομένου του ανωτέρω όρου του συμβολαίου, αναφορικά με τη λέξη " μεσοτοιχιών".

Μάλιστα, η μάρτυς Θ. Μ., η οποία σημειωτέον τυγχάνει σύζυγος του πέμπτου εκκαλούντος, στην... υπ' αριθμ. 1622/4.6.2007 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Όλγας Αλεξανδρίδη, κατέθεσε ότι ήταν παρούσα κατά την κατάρτιση του επίδικου συμβολαίου, όταν δε αναγνώσθηκε η φράση " ελεύθερο μεσοτοιχιών ", αυτή αντέδρασε δηλώνοντας ότι η πώληση αυτή αφορούσε το ακίνητο και όχι την μεσοτοιχία.

Στη συνέχεια όμως πείσθηκε, τόσο αυτή όσο και οι παριστάμενοι από τους πωλητές, από τον συμβολαιογράφο Κων/νο Παίσιο ότι επρόκειτο για όρο τυπικό, χωρίς καμία έννομη συνέπεια. Ωστόσο τα ανωτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκαν, αντίθετα αναιρούνται από την σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του ίδιου του συντάξαντα το ως άνω συμβόλαιο συμβολαιογράφου, ο οποίος βεβαιώνει ενόρκως τα όσα διαμείφθησαν ενώπιον του κατά την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου και συγκεκριμένα, ότι εμφανίσθηκαν στο συμβολαιογραφείο ο πέμπτος εκκαλών Δ.

Χ. και ο ήδη αποβιώσας Ν. Χ. από την πλευρά των πωλητών, χωρίς να αναφέρει την ως άνω μάρτυρα. Τόνισε δε το γεγονός ότι κανένας από τους παριστάμενους δεν έφερε αντίρρηση σε αυτά που διάβαζε. Κατέθεσε δε χαρακτηριστικά "αυτά μπορούν να τα διαβεβαιώσουν και οι παριστάμενοι δικηγόροι. Σημειωτέον, τα όσα βεβαιώνει ο συμβολαιογράφος είναι γεγονότα, για τα οποία δεν έχει το απορρέον από το άρθρο 400 ΚΠολΔ καθήκον εχεμύθειας.

Άλλωστε στο εν λόγω συμβόλαιο παραστάθηκε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων, προκειμένου να διαφυλάξει τα συμφέροντα τους και ο οποίος γνώριζε τους νομικούς όρους και τις έννομες συνέπειες της δήλωσης τους " ελεύθερο μεσοτοιχιών ". Η δε κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Β. Σ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως μηχανικός και τεχνικός σύμβουλος δεν κρίνεται πειστική, αφού δεν φρόντισε να δει και να ελέγξει το εν λόγω τοπογραφικό " το συγκεκριμένο τοπογραφικό δεν το έχω υπόψη μου καθόλου", καίτοι δε έχει ελέγξει τα σχέδια και τις άδειες των εναγόντων, αποφεύγει ν' απαντήσει στο ποιο είναι το μήκος της πρόσοψης της ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας, επί της οδού Κύπρου.

Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από το προσαρτηθέν στο επίδικο συμβόλαιο από μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2004 τοπογραφικό διάγραμμα που έχει εκπονηθεί καθ' υπόδειξη των πωλητών σε ανύποπτο χρόνο, ένα περίπου έτος πριν από την κατάρτιση του επίδικου συμβολαίου από τον πολ. μηχανικό Ι. Κ., ο οποίος σημειωτέον ήταν στενός συγγενής των εκκαλούντων, όπως εξάλλου κατέθεσε και ο μάρτυς Π.

Γ., (κουμπάρος του τελευταίου). Στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα δεν αποτυπώνεται η ύπαρξη μεσότοιχων στα όρια του πωληθέντος ακινήτου με τις όμορες με αυτό ιδιοκτησίες. Αντίθετα, από το εκεί αναγραφόμενο μήκος της νότιας πλευράς του ως άνω ακινήτου, ήτοι της πρόσοψης του επί της οδού Κύπρου (9,95 μέτρα), αλλά και στο μήκος των υπολοίπων πλευρών αυτού, συνάγεται ότι όλοι οι εξωτερικοί τοίχοι του προσμετρήθηκαν ολόκληροι (και όχι κατά το ήμισυ) στο εμβαδόν αυτού, και δεν αποτυπώθηκαν ως μεσότοιχοι με τα γειτονικά ακίνητα.

Αν είχαν πράγματι θεωρηθεί μεσότοιχοι, από τον συντάξαντα πολιτικό μηχανικό κατά την αποτύπωση αυτού, δεν θα έπρεπε να αναγράφεται μειωμένο μόνο το μήκος της ως άνω νότιας πλευράς αυτού (πρόσοψης) αλλά και το μήκος των υπολοίπων πλευρών αυτού (καθώς κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων επί όλων των εξωτερικών τοίχων της οικοδομής υφίσταται μεσοτοιχία) καθώς και το συνολικό εμβαδό του ακινήτου.

Σε κάθε περίπτωση, οι ιδιοκτήτες ενός ακινήτου δίνουν εντολή στον συντάξαντα τοπογραφικό διάγραμμα και αποδεικνύουν τα όρια αυτού, πολύ περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση, που ο μηχανικός ήταν στενός συγγενής τους και εξυπηρετούσε τα συμφέροντα αυτών. Κατ' ακολουθίαν των εκτεθέντων, αποδείχθηκε ότι οι πωλητές συμφώνησαν με τους εναγομένους αγοραστές για τις διαστάσεις και την ιδιότητα του ακινήτου καθώς και για το ότι επωλείτο ως ελεύθερο μεσοτοιχιών.

Τα παραπάνω ακριβώς αποτύπωσαν την επιθυμία των πωλητών ως προς τις διαστάσεις και την ιδιότητα του ακινήτου ως ελεύθερου μεσοτοιχιών. Οι τελευταίοι όταν υπέγραψαν το εν λόγω συμβόλαιο και το τοπογραφικό γνώριζαν το περιεχόμενό τους και τις έννομες συνέπειες που απέρρεαν από τους όρους αυτού.

Συνεπώς ουδεμία διάσταση μεταξύ δηλώσεως και δικαιοπρακτικής βούλησης υπήρξε στο πρόσωπο των δικαιοπρακτούντων πέμπτου ενάγοντος και Ν. Χ., του οποίου καθολική διάδοχος είναι η πρώτη ενάγουσα, ο οποίος συμβλήθηκε με τους εναγόμενους ως αντιπρόσωπος των δεύτερου, τρίτης και τετάρτου των εναγόντων, αφού οι ίδιοι ήθελαν να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν ένα ακίνητο ελεύθερο μεσοτοιχιών και με τις αναγραφόμενες στο συμβόλαιο και στο τοπογραφικό διάγραμμα διαστάσεις.

Μετά ταύτα παρέλκει η νομίμως προβληθείσα από τους εναγόμενους- εφεσίβλητους ένσταση περί αντίθεσης της μερικής ακύρωσης της ως άνω δικαιοπραξίας στην καλή πίστη. Σημειωτέο, η ένδικη αγωγή αφορά μερική ακύρωση της εν λόγω δικαιοπραξίας, σχετικά με το επίδικο συμβόλαιο αγοραπωλησίας λόγω ουσιώδους πλάνης και όχι την αναγνώριση μεσοτοιχίας μεταξύ του πωληθέντος ακινήτου και των ομόρων με αυτό ακινήτων και συγκεκριμένα με το ακίνητο της πρώτης εκκαλούσας.

Για το λόγο αυτό το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι προβλήθηκε αλυσιτελώς στην παρούσα δίκη το αίτημα διενέργειας αυτοψίας, και απέρριψε αυτό. Όσα δε περί του αντιθέτου οι εκκαλούντες υποστηρίζουν με τους λόγους εφέσεως, τυγχάνουν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα, αφού αναφέρονται στο γεγονός της ύπαρξης ή μη μεσοτοιχίας μεταξύ των ανωτέρω ακινήτων, γεγονός που δεν αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας δίκης...".

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή τους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 140, 141, 142 του Α.Κ, αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν ούτε και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας, ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε και τα οποία ήταν επαρκή για την μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της μη συνδρομής ουσιώδους πλάνης στο πρόσωπο των πωλητών κατά τη συνομολόγηση της επίμαχης σύμβασης πωλήσεως.

Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την απόρριψη της ένδικης αγωγής, κατ' ορθή ερμηνεία και μη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα οι παραδοχές ότι: α) ο Ν.Χ. (του οποίου καθολική διάδοχος είναι η πρώτη ενάγουσα) ως αντιπρόσωπος του δεύτερου, τρίτης και τετάρτου ενάγοντος καθώς και ο πέμπτος ενάγων συμφώνησαν με τους εναγομένους αγοραστές για τις διαστάσεις και την ιδιότητα του ακινήτου καθώς και για το ότι επωλείτο ως ελεύθερο μεσοτοιχιών, β) τα παραπάνω ακριβώς αποτύπωσαν την επιθυμία των πωλητών ως προς τις διαστάσεις και την ιδιότητα του ακινήτου ως ελεύθερου μεσοτοιχιών, γ) οι τελευταίοι όταν υπέγραψαν το εν λόγω συμβόλαιο και το τοπογραφικό γνώριζαν το περιεχόμενό τους και τις έννομες συνέπειες που απέρρεαν από τους όρους αυτού, δ) ουδεμία διάσταση μεταξύ δηλώσεως και δικαιοπρακτικής βούλησης υπήρξε στο πρόσωπο των δικαιοπρακτούντων πέμπτου ενάγοντος και Ν.

Χ., του οποίου καθολική διάδοχος είναι η πρώτη ενάγουσα, ο οποίος συμβλήθηκε με τους εναγόμενους ως αντιπρόσωπος των δεύτερου, τρίτης και τετάρτου των εναγόντων, αφού οι ίδιοι ήθελαν να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν ένα ακίνητο ελεύθερο μεσοτοιχιών και με τις αναγραφόμενες στο συμβόλαιο και στο τοπογραφικό διάγραμμα διαστάσεις.

Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, πέραν του απαραδέκτου αυτών καθόσον υπό το πρόσχημα των επικαλούμενων ως άνω πλημμελειών επιχειρείται επανέλεγχος της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Tέλος, αβάσιμος είναι και ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς υποβληθέντα στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφερθέντα με λόγο εφέσεως αγωγικό ισχυρισμό τους περί δικαιώματος κυριότητας επί υπάρχοντος μεσοτοίχου μεταξύ της ιδιοκτησίας τους και του πωληθέντος εκ μέρους τους με το επίδικο συμβόλαιο στους εναγομένους ακινήτου, καθόσον από τις προπαρατεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε και απέρριψε τον άνω ισχυρισμό.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν αυτοί λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις και υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-11-2015 αίτηση αναιρέσεως των: 1. Μ. χήρας Ν. Χ., 2.Η. Χ., 3. Β. Χ., 4.Κ. Χ., 5. Δ. Χ., κατά της 256/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ