Legislator Case Law & Legislation
512/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against insurance liability judgment regarding traffic accident damages and moral damages.

Case Number 512/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the insurance company's appeal against a final judgment awarding damages for a traffic accident. The court found the original decision valid regarding the driver's liability but erred in calculating the specific amounts for lost income and moral damages. Consequently, the judgment was remanded for recalculation of these specific monetary awards while maintaining the liability finding.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal and remit the case for recalculation of damages when the lower court's assessment of lost income and moral damages is erroneous despite finding liability.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance traffic accident damages moral damages calculation lost income compensation remittal for recalculation insurance liability Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 512 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 512/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Κανέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γκιούσα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 266/2016 μη οριστική και 47/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-8-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 26-08-2019 και με αρ. κατάθ. 42/26-8-2019 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθ. 47/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής, ερήμην της εφεσιβλήτου - ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και της επίσης εφεσιβλήτου Μ.

Μ. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) κατ' αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, αφού η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη ως προς τους διαδίκους της προκείμενης αναιρετικής δίκης , καθόσον δεν προσκομίζεται μεν έκθεση επίδοσής της στην ερήμην δικασθείσα εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, ωστόσο από την υπ' αυτής άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης συνάγεται ότι αυτή παραιτήθηκε σιωπηρά από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης , λαμβανομένου υπ' όψη ότι η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου, δηλαδή η σιωπηρή αποδοχή της αποφάσεως, είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο τύπος του άρθρου 297 Κωδ.Πολ.Δικ. (ΑΕΔ 42/1990, ΝΟΜΟΣ,ΟΛ.ΑΠ 17/2013, ΟΛΑ.Π. 626/1989 πρβλ.

ΑΕΔ 5/1989,ΟΛ.ΑΠ 626/1980, ΑΠ 318/2017, ΝΟΜΟΣ), προσκομίζεται δε υπό της αναιρεσείουσας και η απαιτούμενη για το κύρος της εν λόγω σιωπηρής παραίτησης ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου αλλά και της πληρεξουσίας δικηγόρου που την εκπροσώπησε στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθρο 98 περ.β ΚΠολΔ), (βλ.

το υπ' αρ. …/…-10-2019 πληρεξούσιο του Συμβ/φου Αθηνών Νικ. Αναστασάκη, καθώς και το υπ' αρ. …/…-12-2019 ειδικό δικαστικό μεταπληρεξούσιο της συμβ/φου Λαμίας Θεοδώρας Ζάχου Πολιτοπούλου).Επομένως η κρινόμενη από 26-08-2019 και με αρ. κατάθ. 42/26-8-2019 αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι Α] : ο τώρα αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της τότε πρώτης εναγομένης Μ. Μ. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) και της δεύτερης εναγομένης - ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας την από 12.3.2010 και με αρ.

κατ. με αρ. εκθ. κατάθ. Δικογρ. 159/ΕΓα 159/27.4.2010 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία ζητούσε, όπως περιόρισε παραδεκτά εν μέρει σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημά του , να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, να του καταβάλλουν εις ολόκληρον εκάστη ως αποζημίωσή του για την απώλεια των μελλοντικών εισοδημάτων του το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ , εφάπαξ , άλλως επιμεριζόμενο σε μηνιαία βάση, να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να του καταβάλλουν νομιμοτόκως εις ολόκληρον εκάστη για την αυτή ως άνω αιτία το ποσό των 1.483.237 ευρώ καθώς επίσης και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να του καταβάλουν νομιμοτόκως τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά ως αποζημίωσή του και για χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης , συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που από υπαιτιότητά της προκάλεσε η πρώτη των ως άνω εναγομένων οδηγώντας το αναφερόμενο στην αγωγή ΙΧΕ αυτοκίνητό της, που ήταν ασφαλισµένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρεία, και το οποίο είχε ως συνέπεια τον σοβαρότατο τραυματισμό του ενάγοντος σύμφωνα με τα στην αγωγή αναλυτικά εκτιθέμενα .Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων του 666, 667, 670-676 και 681 Α' επ.

ΚΠολΔ, η υπ’ αριθμ. 144 /2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου , με την οποία , κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα, έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή , υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα εις ολόκληρον εκάστη ως αποζημίωσή του το συνολικό ποσό των 3.354 ευρώ νομιμοτόκως και αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να του καταβάλουν νομιμοτόκως εις ολόκληρον εκάστη το ποσό των 20.315,57 ευρώ.

Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο προαναφερθείς ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος ) άσκησε την από 2.4.2014 (αρ. κατάθ. 73/2-4-2014) έφεσή του .Επί της ως άνω εφέσεως εξεδόθη Α) ερήμην της πρώτης εναγομένης- πρώτης εφεσίβλητης Μ. Μ. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων η εν μέρει οριστική υπ' αρ. 266/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης ως προς την ως άνω πρώτη εναγομένη- πρώτη εφεσίβλητη, έγινε τυπικά δεκτή η ως άνω έφεση και αναβλήθηκε κατά τα λοιπά η έκδοση οριστική απόφασης προκειμένου να διενεργηθεί η διαταχθείσα με την απόφαση αυτή, σύμφωνα με τα σε αυτήν οριζόμενα, ιατρική πραγματογνωμοσύνη, Β) η προσβαλλόμενη υπ'αρ.47/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου , που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την πρώτη εφεσίβλητη Μ.

Μ. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη ), δέχθηκε κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση του εκκαλούντος - ενάγοντος (τώρα αναιρεσίβλητου), εξαφάνισε την εκκαλούμενη οριστική απόφαση , διακράτησε την αγωγή και δικάζοντας επ' αυτής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε την δεύτερη εναγόμενη - δεύτερη εφεσίβλητη (τώρα αναιρεσείουσα ) ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωσή του το συνολικό ποσό των 94.650 ευρώ νομιμοτόκως και αναγνώρισε την υποχρέωσή της ιδίας δεύτερης εναγομένης (τώρα αναιρεσείουσας) να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 38.255,57 ευρώ, σύμφωνα με τα στην απόφαση αυτήν οριζόμενα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 περ. 14 ΚΠολΔ. .-Αναίρεση επιτρέπεται μόνο "14) αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο ". Η παρά το νόμο κήρυξη ή μη ακυρότητας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ. αφορά ακυρότητα δικονομική με την έννοια των άρθρων 159 έως 161 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 17/2000, ΝΟΜΟΣ ).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 254 εδ.β ΚΠολΔ., η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης, με την έννοια ότι πρόκειται για δύο συνεχόμενα δικονομικά στάδια που συνθέτουν μία και μόνη συζήτηση, ένα αδιάσπαστο δικονομικό σύνολο, ως εκ τούτου δε και όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 254, 271 επ., 280 Κ.Πολ.Δ.

εάν κάποιος παρέστη κανονικά κατά την προηγουμένη συζήτηση, κατά την οποία διατάχθηκε η επανάληψη, όπως και στην αντίστροφη περίπτωση, όταν δηλ. δεν παρέστη στην αρχική αλλά μόνο στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δικάζεται κατ` αντιμωλία με συνέπεια , λόγω της δικονομικής του θέσης αυτής να μην απαιτείται ο ορισμός παραβόλου.

Ισχυρισμοί μπορούν να προβληθούν παραδεκτώς για πρώτη φορά και κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, αφού έως τη δεύτερη εκφώνηση της υπόθεσης αυτή θεωρείται ότι διαρκεί (ΟλΑΠ 1235/1982). Ήδη, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, κατ' ορθήν εκτίμηση των ισχυρισμών της , ότι , Ι) επί της από 2.4.2014 (αρ. κατάθ. 73/2-4-2014) έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος (τώρα αναιρεσιβλήτου) κατά της εκδοθείσας κατ'αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφάλισής του των άρθρων 681Α, 666-667, 670-676 ΚΠολΔ., υπ' αρ. 144/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, εξεδόθη, κατ' αντιμωλία τόσον της τώρα αναιρεσείουσας -εφεσιβλήτου - εναγομένης, όσον και του εκκαλούντος- τώρα αναιρεσίβλητου, η εν μέρει οριστική υπ' αρ. 266/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία αναβλήθηκε κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ η έκδοση οριστική απόφασης και διατάχθηκε η διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με τα στην απόφαση αυτή οριζόμενα.

Ότι ΙΙ ) στην νέα προσδιορισθείσα δικάσιμο της 7-2-2018 (αναφερόμενη στην αρχή της προσβαλλόμενης) δεν παρέστη η τώρα αναιρεσείουσα - εφεσίβλητη, το Εφετείο Ναυπλίου όμως, με την προσβαλλόμενη υπ'αρ. 47/2019 απόφασή του, παρά το Νόμο, έκρινε ότι αφού η (τώρα αναιρεσείουσα) ως άνω εφεσίβλητη είχε παραστεί κανονικά κατά τη συζήτηση της έφεσης, κατά την οποία είχε διαταχθεί κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ η επανάληψη της συζήτησης , δεν απαιτείτο νέα κλήτευση στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 47/2019 απόφαση, και δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, ενώ έπρεπε να εξετάσει αυτεπάγγελτα αν είχε επιδοθεί στην απολειπόμενη εφεσίβλητη κλήση για την ως άνω προσδιορισθείσα με επιμέλεια του εκκαλούντος ( τώρα αναιρεσίβλητου ) δικάσιμο , και μη υπαρχούσης τέτοιας κλήσεως προς συζήτηση, να κηρύξει το απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, γιατί, όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ' αρ. 9994-Γ/27-10-2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Π., ακριβές αντίγραφο της με ημερομηνία 27-12-2016 κλήσης προς συζήτηση, απευθυνόμενης στο Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου , με την στο τέλος αυτής με ΑΙΡΘ626/2-16 Πράξη της Γραμματέα του εν λόγω δικαστηρίου και την από 28-12-2017 Πράξη ορισμού δικασίμου της Γραμματέα του ίδιου δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου) με την οποία οριζόταν χρόνος για συζήτηση αυτής η (αναφερόμενη στην αρχή της προσβαλλόμενης απόφασης) δικάσιμος της 7-2-2018,ημέρα Τετάρτη και ώρα 10.00 π.μ.

στην αίθουσα συνεδριάσεων του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, καλούμενη για να παραστεί κατ' αυτήν όταν και όπου παραπάνω οριζόταν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εφεσίβλητη - τώρα αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία. Η τελευταία ωστόσο δεν παραστάθηκε κατά την προαναφερόμενη) δικάσιμο της 7-2-2018,κατά την οποία η υπόθεση συζητήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, όπως προκύπτει από τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα, ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που συζήτησε την υπόθεση ερήμην της ως άνω εφεσιβλήτου - ήδη αναιρεσείουσας , όπως ανέγραψε και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης, λόγω της μη παράστασης, της κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, διαλαμβάνοντας ωστόσο στο σκεπτικό της ότι η προαναφερθείσα απολειπόμενη κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση της υπόθεσης εφεσίβλητη (τώρα αναιρεσείουσα) πρέπει να δικαστεί αντιμωλία, γιατί είχε παραστεί κανονικά κατά την συζήτηση της έφεσης, κατά την οποία είχε διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά έκρινε και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 550 ΚΠολΔ , παραλείποντας, παρά το Νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, εν όψει των αναλυτικά προεκτεθέντων, και λαμβανομένου υπ' όψη του ότι α) η, κατά την επισπευσθείσα με επιμέλεια του εκκαλούντος, επαναλαμβανόμενη , κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση της ως άνω έφεσης, απολειπόμενη εφεσίβλητη (τώρα αναιρεσείουσα ) ασφαλιστική εταιρεία είχε νομίμως κληθεί (όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ'αρ. 9994-Γ/27-10-2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.

Π., κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα ) για να παραστεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της προσβαλλόμενης επαναλαμβανόμενη δικάσιμο της 7-2-2018, κατά την οποία η υπόθεση συζητήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου (όπως προκύπτει από τα μετ'επικλήσεως προσκομισθέντα , ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου), καθώς και ότι, β) όπως εξετέθη ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσας, η επαναλαμβανόμενη συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της προσβαλλόμενης δικάσιμο της 7-2-2018 θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης, λαβούσας χώρα στις 6-5-2015 συζήτησης της υπόθεσης, με την έννοια ότι πρόκειται για δύο συνεχόμενα δικονομικά στάδια που συνθέτουν μία και μόνη συζήτηση, ένα αδιάσπαστο δικονομικό σύνολο, ως εκ τούτου δε , όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 254, 271 επ., 280 Κ.Πολ.Δ. , η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία (τώρα αναιρεσείουσα) που παρέστη κανονικά κατά την συζήτηση της 6-5-2015, κατά την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης , αλλά δεν παρέστη στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση της 7-2-2018 , δικάζεται κατ` αντιμωλία.

Συνακόλουθα , με βάση όλα τα προαναφερθέντα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019).

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ,που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του , ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα [ ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019 , ΑΠ 270/2018].

Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος [ΑΠ 270/2018 ].

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013].

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ ΑΠ 548/2020 , ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014 ].

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020 ).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020,]. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020 ) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995) , οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020 , ΑΠ 367/2020).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ.

β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά ένα μέρος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 αρ. & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών που επαναλαμβάνονται σ' αυτή εξ αιτίας εξ αιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού επελθόντος αποτελέσματος, ήτοι της αναπηρίας του ενάγοντος, και της εντεύθεν ανικανότητας του για εργασία.

Το Εφετείο Ναυπλίου , με την προσβαλλόμενη υπ'αρ.47/2019 οριστική απόφαση του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος (αποκλειστικά υπαίτια για το οποίο κρίθηκε έκρινε ότι ήταν η πρώτη εναγομένη - πρώτη εφεσίβλητη, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα της οποίας δεν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση) και του επελθόντος, κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα αυτό, τραυματισμού του πεζού ενάγοντος- ήδη αναιρεσίβλητου και ως προς την, συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού, αναπηρία και ανικανότητα για εργασία του ενάγοντος, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Στις 2.8.2008 και περί ώρα 16.30 η πρώτη εναγομένη οδηγώντας το υπ' αριθ.

κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της, κινείτο επί της ανώνυμης δημοτικής οδού που συνδέει τον οικισμό "Κυρά Βρύση" με τη Ν.Ε.Ο Αθηνών - Πατρών με κατεύθυνση από τον οικισμό "Κυρά Βρύση" προς τον ως άνω παράλληλο δρόμο της Ν.Ε.Ο. Στο ύψος της συμβολής της ανωτέρω οδού με έτερη επαρχιακή οδό που οδηγεί προς τον οικισμό "ΑΡΙΩΝ", απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος της, με αποτέλεσμα να εκτραπεί αυτό αριστερά της πορείας της, να ανατραπεί, να διασχίσει διαγώνια το οδόστρωμα, εν συνεχεία να προσκρούσει σε μεταλλική στάση λεωφορείου και εν τέλει να παρασύρει τον εκεί ευρισκόμενο ενάγοντα, ο οποίος ανέμενε πεζός τη διέλευση του αστικού λεωφορείου.

Αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος είναι η πρώτη εναγομένη οδηγός, Μ. Μ., η οποία δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που κάθε μέσος συνετός οδηγός θα κατέβαλε υπό ανάλογες περιστάσεις και ειδικότερα δεν ασκούσε τον αναγκαίο έλεγχο και την εποπτεία στο αυτοκίνητο της ώστε να δύναται σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενώ κινείτο και με αυξημένη ταχύτητα άνω του επιτρεπόμενου ορίου των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, με τη συμπεριφορά της δε αυτή παραβίασε τις από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ.1, 2 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ σε συνδ.

με 330 ΑΚ εδ. β' του ΑΚ επιβαλλόμενες υποχρεώσεις της, η παραβίαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο συμβάν. Όλα τα ανωτέρω έχουν αποδειχθεί πλήρως και δεν προσβάλλονται με λόγους έφεσης από τους διαδίκους. Αποτέλεσμα του ένδικου ατυχήματος ήταν ο τραυματισμός του ενάγοντος. Ειδικότερα, ο τελευταίος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Κορίνθου, όπου μετά από τον απαραίτητο εργαστηριακό και κλινικό έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα (ΔΕ) πηχεοκαρπικής, κάκωση (ΔΕ) κάτω άκρου, εκδορά θώρακος και θλαστικό τραύμα άνω χείλους.

Αναφορικά, δε, με το τελευταίο αυτό εύρημα πραγματοποιήθηκε συρραφή (πέντε ράμματα), ενώ εισήχθη αυτός στη χειρουργική κλινική του ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος από 02.08.2008 μέχρι 05.08.2008, οπότε και εξήλθε με διάγνωση εξιτηρίου "κάταγμα (ΑΡ) ΙΊΧΚ, κάκωση", όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από το υπ' αριθ. πρωτ. …/….09.2008 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Κορίνθου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την από 13.08.2008 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού του ως άνω νοσοκομείου Μ. Π. διαπιστώθηκε ότι πάσχει από "κάταγμα κάτω πέρατος αριστεράς κερκίδος" και "ρήξη έσω πλαγίου συνδέσμου δεξιού γόνατος", καθώς και ότι χρήζει αναρρωτικής άδειας ενός (1) μηνός. Ένεκα της ως άνω σωματικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων στο δεξιό του κάτω άκρο με επακόλουθο τη ρήξη προσθίου χιαστού συνδέσμου και έσω μηνίσκου, εισήχθη στις 06.10.2008 στο Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών "ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ", όπου υποβλήθηκε αυθημερόν σε αρθροσκοπική συνδεσμοπλαστική με σύστημα rigid-fix και αρθροσκοπική συρραφή έσω μηνίσκου (βλ.

το από 07.10.2008 εξιτήριο του ως άνω θεραπευτικού κέντρου). Κατά την έξοδό του, δε, από αυτό, στις 07.10.2008, του συστήθηκε φαρμακευτική αγωγή, βάδιση με βακτηρίες και η διενέργεια φυσικοθεραπειών για τρεις μήνες, καθώς και ισόχρονη άδεια ανάρρωσης. Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθ. πρωτ. …/….03.2009 γνωμάτευσης της Α'θμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Περιφέρειας Πελοποννήσου ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος για πέντε έτη σε ποσοστό μεγαλύτερο του 67% λόγω βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης με πάρεση αριστερού κάτω άκρου, προσβολή ισχιακού νεύρου ΔΕ, ρήξη πρόσθιου χιαστού και μέτριου προς μεγάλου βαθμού μικτού τύπου βαρηκοΐα αριστερού ωτός συνεπεία προγενέστερου τροχαίου ατυχήματος, εξαιτίας της αναπηρίας του δε αυτής κρίθηκε ανίκανος για εργασία κατά το αυτό χρονικό διάστημα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 08.02.2002, ήτοι προ του ένδικου ατυχήματος, ο ενάγων ενεπλάκη σε έτερο τροχαίο ατύχημα, συνεπεία του οποίου υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση - θλάση εγκεφάλου δεξιά κροταφοβρεγματικά με συνοδό προσβολή του αριστερού ισχιακού νεύρου. Διακομίσθηκε αρχικά στο νοσοκομείο "Άγιος Σάββας", όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος για 15 ημέρες στη μονάδα εντατικής θεραπείας και στη συνέχεια στη νευροχειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας "Θριάσιο" (βλ.

την υπ' αριθ. πρωτ. …/…/….01.2009 ιατρική βεβαίωση σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. πρωτ. …/….11.2006 βεβαίωση νοσηλείας του ανωτέρω νοσοκομείου), όπου και παρέμεινε μέχρι τις 12.03.2002. Απότοκος του τραυματισμού αυτού είναι η πάρεση του αριστερού περονιαίου και κνημιαίου νεύρου, η οποία προκαλεί έντονη αδυναμία στις κινήσεις της αριστερής ποδοκνημικής και του αριστερού άκρου ποδός, όπως εκτίθεται στην από 1.8.2017 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του διορισθέντος με την υπ' αριθ. 266/2016 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου χειρουργού ορθοπεδικού Α.

Α.. Σύμφωνα με την από 14.3.2017 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του επίσης με την προαναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου διορισθέντος νευροχειρουργού, Δ. Α., στοιχεία της παλαιάς αυτής εγκεφαλικής βλάβης εμφαίνονται στις μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου, στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων μετά το ένδικο ατύχημα, τυγχάνουν δε μόνιμες και μη αποκαταστατέες, διότι ο νευρικός ιστός του εγκεφάλου δεν έχει τη δυνατότητα αναγέννησης, ενώ η διαταραχή της ακοής του αποδίδεται και στα δύο ατυχήματα.

Οι ως άνω σωματικές βλάβες του ενάγοντος αποτυπώνονται και στο συνοδεύον το υπ' αριθ. …/….02.2009 προσωρινό απολυτήριο ακατάλληλων του Γενικού Επιτελείου Στρατού, στο οποίο βεβαιώνεται ότι ο ενάγων κρίθηκε ακατάλληλος να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία (βαθμός ανικανότητας 15), καθόσον κατά τον χρόνο εξέτασης του, στις 18.02.2009, παρουσίαζε, σύμφωνα με τη διάγνωση των αναφερόμενων σε αυτό ιατρών, υπολειμματικές διαταραχές λόγω παλαιάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, σημαντική μείωση ακουστικής οξύτητας του αριστερού του αυτιού, κεφαλαλγίες, ζάλη - αστάθεια, καθώς και υπαισθησία αριστερού κάτω άκρου, πάρεση περονιαίου με επακόλουθο δυσχέρεια στη βάδιση.

Ο ίδιος ως άνω πραγματογνώμονας - χειρουργός ορθοπεδικός αναφέρει στην προρρηθείσα έκθεση του ότι η ρήξη προσθίου χιαστού συνδέσμου δεξιού γόνατος, που υπέστη ο ενάγων εκ του ένδικου ατυχήματος, έχει ήδη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής εξελιχθεί σε μετατραυματική χονδροπάθεια δεξιάς επιγονατίδας, ατροφία του σύστοιχου τετρακεφάλου και αρχόμενη μετατραυματική αρθρίτιδα δεξιού γόνατος, ενώ η θλάση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής του στήλης, η οποία διαπιστώνεται με αναστροφή της φυσιολογικής αυχενικής λόρδωσης του έχει προκαλέσει το λεγόμενο αυχενικό σύνδρομο με ελαφρού βαθμού λειτουργικές επιπτώσεις, όπως αυχεναλγία, δυσκαμψία αυχένα και συχνά, αλλά μικρής διάρκειας, επώδυνα σύνδρομα, όπως κεφαλαλγίες, ζαλάδες και ιλίγγους.

Οι ανωτέρω παθήσεις κρίνονται από τον ίδιο ως άνω πραγματογνώμονα μόνιμες και μη αναστρέψιμες, το δε συνολικό ποσοστό μόνιμης μερικής αναπηρίας του ενάγοντος από αμφότερες τις βλάβες προσδιορίζεται στο 25%. Περαιτέρω, όπως επισημαίνει ο ανωτέρω πραγματογνώμονας - νευροχειρουργός, Δ. Α., μετά το πρώτο ατύχημα ο ενάγων σημείωσε πρόοδο στην ανάκαμψη λόγω και του νεαρού της ηλικίας και είχε κατορθώσει να φτάσει σε ικανοποιητικό βαθμό λειτουργικότητας, εργαζόμενος σε διάφορα επαγγέλματα (κούριερ, σερβιτόρος), αλλά το ένδικο ατύχημα ανέκοψε την πορεία αυτή και οι ψυχολογικές συνακόλουθες επιπτώσεις επέτειναν την έκπτωση της λειτουργικότητας.

Αναφέρει ειδικότερα ότι σύμφωνα με την από 17.6.2009 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου - ψυχιάτρου Α. ο ενάγων εμφάνισε εκδηλώσεις ψυχιατρικού τύπου και δη καταθλιπτικής υφής, για τις οποίες κατά τον ως άνω χρόνο ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή, αγχολυτικού τύπου και αντικαταθλιπτικά. Η ψυχολογική αυτή επιβάρυνση και ειδικότερα οι διαγνωσθείσες διαταραχές συμπεριφοράς και το καταθλιπτικό συναίσθημα σε συνδυασμό με την αρχόμενη μετατραυματική αρθρίτιδα και τη θλάση της αυχενικής μοίρας καθιστούν τον ενάγοντα ανίκανο να ασκήσει το επάγγελμα του τεχνικού διαχείρισης συστημάτων και παροχής υπηρεσιών ίντερνετ και του τεχνικού ήχου και εικόνας, δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα επαγγέλματα απαιτούν πολύωρη ορθοστασία, συνεχή γονατίσματα και μετακινήσεις και άρση βαρών, στα οποία είναι αδύνατον να ανταποκριθεί ικανοποιητικά ο ενάγων, λαμβανομένης, όμως, υπόψη της προκληθείσης σε αυτόν από το πρώτο ατύχημα αναπηρίας, ήτοι της βαρείας κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και της μόνιμης πάρεσης του αριστερού περονιαίου και κνημιαίου νεύρου.

Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν αμφότεροι οι διορισθέντες κατά τα άνω πραγματογνώμονες ιατροί. Συνεπεία της κατάστασης αυτής της υγείας του ο ενάγων κατέστη ανίκανος για την εργασία στην οποία θα απασχολείτο. Συγκεκριμένα, ο ενάγων προ του χρόνου του επίδικου ατυχήματος ήταν άνεργος, πλην, όμως, είχε προβεί σε προφορική συμφωνία με την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Κ.

Ε. και Σία Ο.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "Κ.", επιχείρηση η οποία ασχολείται με την παραγωγή προϊόντων σοκολάτας, προκειμένου να παράσχει σε αυτή τις υπηρεσίες του από τον μήνα Σεπτέμβριο 2008 και εφεξής ως πωλητής και ειδικότερα με αντικείμενο εργασίας την προώθηση προϊόντων της εν λόγω επιχείρησης μέσω διαδικτύου αντί μηνιαίου μισθού ανερχόμενου στο ποσό των 1.250 ευρώ.

Ένεκα των ανωτέρω σωματικών βλαβών που υπέστη από το ατύχημα στερήθηκε της δυνατότητας να εργαστεί τόσο στον ως άνω εργοδότη όσο και σε οποιοδήποτε άλλον εργοδότη για το χρονικό διάστημα από 01.09.2008 μέχρι 18.03.2014 κι ως εκ τούτου απώλεσε το εισόδημα που θα αποκόμιζε με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το οποίο ανέρχεται σε ([1.250 ευρώ Χ 14 μισθούς Χ 5 έτη] + [1.250 ευρώ Χ 5 μήνες] + [1.250 ευρώ : 25 ημέρες = 50 ευρώ Χ 18 ημέρες = 900 ευρώ) 94.650 ευρώ κι έναντι του οποίου δεν έλαβε καμία επιδότηση από το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένος και συνεπώς δικαιούται ν' αξιώσει αυτό στο σύνολο του από τις εναγόμενες, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτούμενου κονδυλίου".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει το παρόν δικαστήριο, διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ποσοστού αναπηρίας που προκλήθηκε στον ενάγοντα από το ένδικο τροχαίο ατύχημα και της συνεπεία του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα τραυματισμού του, αναπηρίας του και ανικανότητάς του για εργασία .

Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφέρει Α) ότι σε σχέση με τον τραυματισμό του ενάγοντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα ότι ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Κορίνθου, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη <<κάταγμα δεξιάς (ΔΕ) πηχεοκαρπικής, κάκωση (ΔΕ) κάτω άκρου, εκδορά θώρακος και θλαστικό τραύμα άνω χείλους.

Αναφορικά, δε, με το τελευταίο αυτό εύρημα πραγματοποιήθηκε συρραφή (πέντε ράμματα) ,ενώ εισήχθη αυτός στη χειρουργική κλινική του ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος από 02.08.2008 μέχρι 05.08.2008, οπότε και εξήλθε με διάγνωση εξιτηρίου "κάταγμα (ΑΡ) ΠΧΚ, κάκωση ".....Περαιτέρω , σύμφωνα με την από 13.08.2008 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού του ως άνω νοσοκομείου Μ.

Π. διαπιστώθηκε ότι πάσχει από "κάταγμα κάτω πέρατος αριστεράς κερκίδος" και "ρήξη έσω πλαγίου συνδέσμου δεξιού γόνατος "....>>, ότι εξαιτίας της ως άνω σωματικής βλάβης στο δεξιό του κάτω άκρο με επακόλουθα την ρήξη προσθίου χιαστού ο ενάγων εισήχθη στις 6-10-2008 στο Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών "ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ", όπου υπεβλήθη σε αρθροσκοπική συνδεσμοπλαστική με σύστημα rigid -fix και αρθροσκοπική συρραφή έσω μηνίσκου, και κατά την έξοδο του στις 7-10-2008 του συστήθηκε φαρμακευτική αγωγή, βάδιση με βακτηρίες και διενέργεια φυσικοθεραπειών για τρεις μήνες καθώς και ισόχρονη άδεια ανάρρωσης.

Ότι ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-3-2009 γνωμάτευσης της Αίθριας Υγειονομικής Επιτροπής της Περιφέρειας Πελοποννήσου ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος για πέντε έτη σε ποσοστό μεγαλύτερο του 67% λόγω βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης με πάρεση αριστερού κάτω άκρου, προσβολή ισχυακού νεόυ ΔΕ, ρήξη πρόσθιου χιαστού και μέτριου προς μεγάλου βαθμού μικτού τύπου βαρηκοϊα αριστερού ωτός συνεπεία προγενέστερου τροχαίου ατυχήματος, εξ αιτίας της αναπηρίας του δε αυτής κρίθηκε ανίκανος για εργασία κατά το αυτό χρονικό διάστημα".

Δέχθηκε όμως επίσης το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, Β) ότι στις 08.02.2002, ήτοι προ του ενδίκου ατυχήματος, ο ενάγων ενεπλάκη σε έτερο τροχαίο ατύχημα , συνεπεία του οποίου υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση- θλάση εγκεφάλου δεξιά κροταφοβρεγματικά με συνοδό προσβολή του αριστερού ισχιακού νεύρου, ότι διακομίστηκε αρχικά στο νοσοκομείο 'Άγιος Σάββας '', όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος για 15 ημέρες στη μονάδα εντατικής θεραπείας και στη συνέχεια στη νευροχειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας 'ΘΡΙΑΣΙΟ', όπου και παρέμεινε μέχρι τις 12.3.2002, ότι απότοκος του εν λόγω προγενέστερου τραυματισμού του είναι η πάρεση του αριστερού περονιαίου και κνημιαίου νεύρου , η οποία προκαλεί έντονη αδυναμία στις κινήσεις της αριστερής ποδοκνημικής και του αριστερού άκρου ποδός, και ότι σύμφωνα με την από 14-3-2017 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του διορισθέντος από το εν λόγω Δικαστήριο (Εφετείο) νευροχειρούργου Δ.

Α., "στοιχεία της παλαιάς αυτής, εγκεφαλικής βλάβης εμφαίνονται στις μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων μετά το ένδικο ατύχημα, τυγχάνουν δε μόνιμες και μη αποκαταστάσεις, διότι ο νευρικός ιστός του εγκεφάλου δεν έχει τη δυνατότητα αναγέννησης, ενώ η διαταραχή της ακοής του αποδίδεται και στα δύο ατυχήματα.

Αναφέρει ακολούθως το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του Γ) ότι σύμφωνα με την από 17-6-2009 Ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου - Ψυχιάτρου Α. ο ενάγων εμφάνισε εκδηλώσεις ψυχιατρικού τύπου και δη καταθλιπτικής υφής, για τις οποίες, κατά τον ως άνω χρόνο ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή, αγχολυτικού τύπου και αντικαταθλιπτικά και ότι η ψυχολογική επιβάρυνση του ενάγοντος και ειδικότερα οι διαγνωσθείσες διαταραχές συμπεριφοράς και το καταθλιπτικό συναίσθημα σε συνδυασμό με την αρχόμενη μετατραυματική αρθρίτιδα και τη θλάση της αυχενικής μοίρας <<καθιστούν τον ενάγοντα ανίκανο να ασκήσει το επάγγελμα του τεχνικού διαχείρισης συστημάτων και παροχής υπηρεσιών ίντερνετ και του τεχνικού ήχου και εικόνας, δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα επαγγέλματα απαιτούν πολύωρη ορθοστασία , συνεχή γονατίσματα και μετακινήσεις και άρση βαρών, στα οποία είναι αδύνατον να ανταποκριθεί ικανοποιητικά ο ενάγων, λαμβανομένης, όμως, υπόψη της προκληθείσας σε αυτόν από το πρώτο ατύχημα αναπηρίας, ήτοι της βαρείας κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και της μόνιμης πάρεσης του αριστερού περονιαίου και κνημιαίου νεύρου.>> και καταλήγει η προσβαλλόμενη ότι: << Συνεπεία της κατάστασης αυτής της υγείας του ο ενάγων κατέστη ανίκανος για την εργασία στην οποία απασχολείτο.>>.

Από τα προαναφερόμενα όμως πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και επιχειρούν να στηρίξουν το αποδεικτικό πόρισμα της για το κρίσιμο ζήτημα της συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος ανικανότητας για εργασία του ενάγοντος , δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ένδικου ατυχήματος και εξ αιτίας αυτού και του κατ'αυτό τραυματισμού του αξιώσεων του ενάγοντος για διαφυγόντα εισοδήματα λόγω της ανικανότητας του προς εργασία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συγκεκριμένα δεν προκύπτει σαφώς κατά πόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ο τραυματισμός του ενάγοντος ,συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος, τελούσε ή όχι [και σε καταφατική περίπτωση σε ποίο βαθμό], σε αιτιώδη συνάφεια με την ανικανότητά του για εργασία, δεδομένου ότι με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης συγχέονται μεταξύ τους δεν προσδιορίζονται σαφώς τα επελθόντα στην υγεία του ενάγοντος αποτελέσματα από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα καθώς και η επίδραση αυτών στην ικανότητα του για εργασία, αφ' ενός, και οι εκ του προγενέστερου τροχαίου ατυχήματος σωματικές βλάβες αυτού και η εξαιτίας αυτών ανικανότητά του για εργασία αφ' ετέρου, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια ως προς τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τα προαναφερόμενα, σε σχέση με τα παραπάνω θέματα και να καθίσταται έτσι, λόγω της ως άνω ασαφούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεων περί αποζημιώσεων λόγω αδικοπραξίας.

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα , είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τα παραπάνω θέματα. Κατόπιν τούτου, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά στο ίδιο κεφάλαιο διαφευγόντων κερδών, καθώς και του τρίτου λόγου της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 εδαφ.

α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ( περί παραβίασης με την προσβαλλόμενη της αρχής της αναλογικότητας ως προς το επιδικασθέν στον ενάγοντα ποσό για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα), διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση η αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου λόγου της αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (που έγινε δεκτός) καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του και του λόγου αυτού, αφού η παραδοχή του οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι η έκταση της ζημίας του ενάγοντος, στην οποία περιλαμβάνονται και τα διαφυγόντα κέρδη αυτού λόγω της ανικανότητας του για εργασία από τη διαπραχθείσα σε βάρος του αδικοπραξία (τραυματισμός του κατά το ένδικο ατύχημα από αφέλεια του εναγόμενου οδηγού) συνέχεται αναγκαίως και επηρεάζει την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την ίδια αδικοπραξία με άμεση, δικονομική συνέπεια, να αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το τελευταίο αυτό κεφάλαιο περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Μετά απ` αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και δη ως προς τα κεφάλαια των εκ του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και του συνεπεία αυτού τραυματισμού του αξιώσεών του για διαφυγόντα εισοδήματα και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα προαναφερόμενα αναιρούμενα κεφάλαια, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατό να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία συμψηφίζοντας κατά τα λοιπά λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ' αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει την από 26-08-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 47/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου

Αναιρεί την 47/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, ως προς τα κεφάλαιά της που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαια, στο Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου , το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ