512/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated512/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης εισάγεται για συζήτηση, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, η από 22/12/2016 αίτηση των Σ. Λ. κ.λ.π. για αναίρεση της 384/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με τη σειρά του οικείου πινακίου, ο αναιρεσίβλητος Β.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 512 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 512/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Σ. χας Β. Λ. κατοίκου ..., 2.Ι. Β. Λ., κατοίκου ..., 3.Α. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 4.Α. Κ. θυγ. Β. Λ. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Σπυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων:1.Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 2.Β. Σ. του Ι., κατοίκου ...,3.Μ. χας Δ. Β., κατοίκου ...,4.Θ. συζ. Γ. Π., κατοίκου ..., 5.Ε. συζ. Γ. Π., κατοίκου .... Οι 1ος 3η 4η 5η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Νικολοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Ο 2ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε: 1) με την από 17-6-2009 αγωγή της ήδη 4ης των αναιρεσειόντων και του αρχικώς ενάγοντος Ι. Λ. του Β. και 2) με την από 9-7-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 4ης των αναιρεσειόντων και των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος Ι. Λ., Β. και Α. Λ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5136/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 384/2016 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-12-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης εισάγεται για συζήτηση, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, η από 22/12/2016 αίτηση των Σ. Λ. κ.λ.π. για αναίρεση της 384/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με τη σειρά του οικείου πινακίου, ο αναιρεσίβλητος Β.
Σ. δεν εμφανίσθηκε ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την .../21.3.2107 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Β., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πιο πάνω απολειπόμενο αναιρεσίβλητο.
Συνεπώς, το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία του τελευταίου.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ συνάγεται ότι, κατά την ερμηνεία των διαθηκών, αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή του διαθέτη βούληση, κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, πλην έδαφος για τέτοια ερμηνεία παρέχεται, μόνο αν είναι ασαφές το έγγραφο της διαθήκης, οπότε μπορούν να ληφθούν υπόψη και στοιχεία εκτός αυτής κείμενα, όχι δε και όταν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, από το περιεχόμενο της διαθήκης και μόνο και χωρίς τίποτε άλλο, προκύπτει με σαφήνεια αυτό που ο διαθέτης θέλησε.
Συνεπώς προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο, εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν είναι δυνατή η ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, με βάση την πιο πάνω γενική διάταξη του άρθρου 173ΑΚ, το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει στην εφαρμογή ειδικών ερμηνευτικών κανόνων (άρθρα 1790επ.
ΑΚ), οι οποίοι θεμελιώνονται στην υποθετική βούληση του διαθέτη, ώστε να διασωθεί το κύρος της διάταξης τελευταίας βούλησης αυτού. Τέτοιον ερμηνευτικό κανόνα εισάγει και η διάταξη του άρθρου 1798 ΑΚ που ορίζει ότι αν με διάταξη τελευταίας βούλησης έχει καταλειφθεί οτιδήποτε με την αίρεση ότι ο τιμώμενος θα παραλείπει κάτι ή θα εξακολουθήσει να κάνει κάτι μέσα σε απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι η διάταξη έχει τεθεί με διαλυτική αίρεση αντίθετου περιεχομένου.
Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) να διαπιστώνεται αν η διάταξη τελευταίας βούλησης τελεί υπό αίρεση, αν δηλαδή ο διαθέτης θέλησε πράγματι να εξαρτήσει την ισχύ της διάταξης από την τήρηση ορισμένης συμπεριφοράς (πράξης ή παράλειψης) εκ μέρους του τιμωμένου ή αν αυτός, απλώς, εκφράζει επιθυμίες, ευχές, παραινέσεις και ηθικές συστάσεις προς τον τιμώμενο 2) η πλήρωση της πιο πάνω (εξουσιαστικής) αίρεσης να εξαρτάται αποκλειστικά από τη συμπεριφορά του τελευταίου και να μην απαιτεί τη σύμπραξη τρίτου προσώπου 3) η τήρηση ορισμένης συμπεριφοράς εκ μέρους του τιμωμένου να επιβάλλεται για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα (π.χ.
εφ’ όρου ζωής αυτού) και 4) να μην προκύπτει διαφορετική πραγματική βούληση του διαθέτη, δηλαδή να ισχύσει η αίρεση ως αναβλητική. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 201, 202, 1923, 1926 του ΑΚ, είναι δυνατή η εγκατάσταση κάποιου κληρονόμου με διαλυτική αίρεση, ακόμη και αν η πλήρωσή της ενδέχεται, κατά τη θέληση του διαθέτη, να γίνει μετά το θάνατο του.
Στην περίπτωση δε αυτή ο εγκατάστατος με τη διαλυτική αίρεση λαμβάνει αμέσως την κληρονομιά από το θάνατο του διαθέτη, αλλά όταν πληρωθεί η αίρεση μετά το θάνατο του διαθέτη αυτός οφείλει, σύμφωνα με τις διατάξεις που ρυθμίζουν το κληρονομικό καταπίστευμα, να παραδώσει την κληρονομιά σε εκείνον που όρισε για την περίπτωση αυτή ο διαθέτης, ο οποίος, ως εγκατάστατος υπό την αντίθετου περιεχομένου αναβλητική αίρεση, θεωρείται ως καταπιστευματοδόχος (ΑΠ 171/2017, ΑΠ1503/2013.) Αν υπάρχει αμφιβολία ως προς το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου, τότε έχει εφαρμογή η ερμηνευτική πρόβλεψη του άρθρου 1926 ΑΚ και ως καταπιστευματοδόχοι θεωρούνται οι είναι εν ζωή ή τουλάχιστον συνειλημμένοι κατά το χρόνο πλήρωσης της αίρεσης (άρθρα 1935, 1936 παρ.1 ΑΚ) εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη που θα καλούνταν, αν ο τελευταίος πέθαινε κατά το χρόνο πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης.
Όταν, όμως, ματαιωθεί η αίρεση αυτή, όταν δηλαδή δεν συμβεί το (μέλλον και αβέβαιο) γεγονός ή όταν καταστεί βέβαιο ότι δεν πρόκειται να συμβεί το γεγονός από το οποίο εξαρτήθηκε η ανατροπή της διάταξης τελευταίας βούλησης του διαθέτη, τότε καθίσταται οριστικά κληρονόμος εκείνος που εγκαταστάθηκε με διαλυτική αίρεση, ενώ ματαιώνεται οριστικά η επαγωγή της κληρονομιάς σ’ εκείνον που εγκαταστάθηκε με αναβλητική αίρεση, ματαιώνεται δηλαδή η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο (ΑΠ 829/2007).
Πάντως, το ζήτημα αν ματαιώθηκε ή όχι η διαλυτική αίρεση εξαρτάται από την ερμηνεία της δήλωσης τελευταίας βούλησης του διαθέτη και από τις εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Ειδικότερα, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των διατάξεων τελευταίας βούλησης, γενικοί (άρθρο 173 ΑΚ) και ειδικοί (άρθρα 1790 επ. ΑΚ). Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης τελευταίας βούλησης του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιάς της (ΟλΑΠ 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βούλησης του διαθέτη , παρόλο που δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 1179/2010, ΑΠ 1182/2010).
Περαιτέρω, έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με τη δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση για την ανυπαρξία τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της αληθινής βούλησής του, από την οποία αποκαλύπτεται ότι αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής στην ερμηνεία της.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο για την διαπίστωση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της διαθήκης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας παραλείπει να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
"Η Α., σύζυγος Κ. Σ., θυγατέρα Β. και Α. Λ., αδελφή του Ι. Λ. (αρχικού πρώτου ενάγοντος, ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του Β. και Α. Λ., που συνέχισαν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, ενώ και εκ των ανωτέρω ο Β. Λ. επίσης απεβίωσε, όπως προεκτέθηκε, και τη δίκη επανέλαβαν εκούσια ως προς αυτόν η σύζυγος του Σ.
και του Ι. Λ.) και της Α. Κ. (δεύτερης των αρχικώς εναγόντων), απεβίωσε στα ..., όπου και κατοικούσε, στις 21.7.2007. Η προαναφερθείσα κατέλειπε κατά το χρόνο του θανάτου της δημόσια διαθήκη ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κ. Α. Λ., για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αριθμ....17.11.1986 πράξη του τελευταίου και η οποία (διαθήκη) δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Πειραιώς κατά τη δικάσιμο της 23ης.11.2007, συνταχθέντος σχετικά του υπ’ αριθμ. 1164/2007 πρακτικού δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου.
Με την διαθήκη αυτή η αποβιώσασα εξεδήλωσε την τελευταία της βούληση ως προς την τύχη των περιουσιακών της στοιχείων μετά το θάνατο της, και ειδικότερα εγκατέστησε αδιαμφισβήτητα ως μοναδικό της κληρονόμο και καθολικό της διάδοχο το σύζυγο της Κ. Σ. του Ι. και Α., ως προς τον οποίο όμως όρισε, όπως επί λέξει αναφέρεται στο κείμενο της διαθήκης, "να λάβει όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία μου, η οποία θα βρεθεί κατά το θάνατο μου...
και την οποία περιουσία μου θα τη διαθέσει αυτός όπως θέλει, πλην της διαθέσεως αυτής στους συγγενείς του, δηλαδή αδέλφια του και ανήψια του". Αποδείχθηκε επίσης ότι ο προαναφερθείς σύζυγος της διαθέτιδος, ο οποίος απεβίωσε στις 20.1.2009 στην ..., κατέλειπε την υπ’ αριθμ. .../17.11.1986 δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε αυθημερόν με τη διαθήκη της συζύγου του ενώπιον του ιδίου Συμβολαιογράφου και δημοσιεύθηκε και αυτή από το Πρωτοδικείο Πειραιώς κατά τη δικάσιμο της 27ης.3.2009, συνταχθέντος σχετικά του υπ’ αριθμ. 457/2009 πρακτικού.
Με την εν λόγω διαθήκη ο ανωτέρω Κ. Σ. εγκαθιστούσε σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας ως μοναδική κληρονόμο του στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, που θα υφίστατο κατά το χρόνο του θανάτου του, τη σύζυγό του. Άπαντα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβήτηθηκαν ειδικά, συνομολογούνται, επομένως, από τους εναγομένους της κύριας αγωγής, όπως συνάγεται, κατά την κρίση και του παρόντος Δικαστηρίου, από το σύνολο των προβληθέντων ισχυρισμών τους και την εν γένει απάντησή τους επί της αλήθειας των συγκεκριμένων αγωγικών ισχυρισμών (άρθρα 261 και 352 του ΚΠολΔ).
Η ανωτέρω διαθήκη, όμως, του Κ. Σ., ουδεμία έννομη συνεπεία επέφερε ως προς την τύχη των περιουσιακών στοιχείων του διαθέτη για τον μετά το θάνατό του χρόνο, καθώς η σύζυγός του, που ορίσθηκε με αυτήν ως μοναδική κληρονόμος του, είχε ήδη αποβιώσει κατά το χρόνο του θανάτου του, και, συνεπώς, δε μπορούσε εκ του νόμου να γίνει κληρονόμος (άρθρο 1711 του ΑΚ).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Κ. Σ. δεν κατέλειπε έτερη διαθήκη, με την οποία να ορίζει κληρονόμο του κάποιο άλλο πρόσωπο, πλην της προαναφερθείσας δημόσιας διαθήκης του, καθώς επίσης και ότι αυτός δε μεταβίβασε, όσο ζούσε, με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, την κληρονομιά της συζύγου του, την οποία απέκτησε δυνάμει της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης της, με αποτέλεσμα να ανακύπτει πλέον ζήτημα προσδιορισμού του προσώπου του κληρονόμου ή των κληρονόμων της τελευταίας, στους οποίους και θα περιέλθει η περιουσία της.
Στην προκειμένη περίπτωση η προαναφερθείσα δημόσια διαθήκη της Α. Σ. είναι απολύτως σαφής και δε χρήζει ερμηνείας προς ανεύρεση της αληθούς βούλησης της ανωτέρω κατά την υποκειμενική της άποψη, και όχι κατά την αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και χωρίς εφαρμογή των κριτηρίων του άρθρου 200 του ΑΚ, καθώς αυτά αναφέρονται σε συμβάσεις και όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες.
Αντίθετα, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, εκ του περιεχομένου της ανωτέρω διαθήκης και του τρόπου διατύπωσής του προκύπτει ξεκάθαρα και αναμφίβολα αφ’ εαυτής και άνευ άλλου τινός αυτό που η διαθέτιδα θέλησε πραγματικά, καθόσον η βούληση της περί της τύχης της περιουσίας της για το μετά το θάνατο της χρόνο εκφράσθηκε με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς να δημιουργείται αμφιβολία ή να ανακύπτει σχετικό κενό, άμεσα ή έμμεσα, ώστε να απαιτείται προσφυγή στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ.
Ο συγκεκριμένος όρος, που ετέθη στην διαθήκη αυτή, περί απαγόρευσης στον ορισθέντα ως μοναδικό γενικό κληρονόμο και καθολικό διάδοχο της διαθέτιδας σύζυγο της Κ. Σ., να "διαθέσει" την περιουσία της στους συγγενείς του (αδελφούς και ανεψιούς του) θεωρείται ως εγκατάσταση του ανωτέρω ως κληρονόμου υπό διαλυτική αίρεση αντιθέτου περιεχομένου κατ’ εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 1798 του ΑΚ.
Ο προαναφερθείς εγκατάστατος με τη διαλυτική αίρεση έλαβε αμέσως την καταληφθείσα κληρονομιά από το θάνατο της διαθέτιδος, πλην όμως σε περίπτωση πλήρωσης της αίρεσης, μετά το θάνατο της ανωτέρω, και μόνον τότε, θα υποχρεούτο σε παράδοση της κληρονομιάς της, καθώς στην περίπτωση αυτή θεωρείται ότι βαρύνεται με καθολικό καταπίστευμα, και δη στα πρόσωπα που θα την κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου κατά το χρόνο πλήρωσης της αίρεσης, τα οποία και θεωρούνται ως καταπιστευματοδόχοι και θα αποκτούσαν την κληρονομιά αυτοδικαίως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1926 του ΑΚ, εφόσον δεν ορίσθηκε από τη διαθέτιδα στη διαθήκη της ρητά το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου.
Ειδικότερα, η διαθέτιδα εξήρτησε την ισχύ της εν λόγω διάταξης της βούλησής της, που περιέλαβε στη διαθήκη της, από εξουσιαστική αίρεση, δηλαδή αρνητική διαλυτική αίρεση, η οποία μετατρέπεται σε διαλυτική αντιθέτου περιεχομένου, συνιστάμενη στο ότι ο τετιμημένος σύζυγος της, κατ’ ελεύθερη βούλησή του, για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα και, επομένως, καθόλη τη διάρκεια της ζωής του, δε θα "διαθέσει" την κληρονομιά της στους δικούς του συγγενείς, δηλαδή δε θα μεταβιβάσει αυτήν στους προαναφερθέντες καθ’ οιονδήποτε τρόπο με δικαιοπραξία εν ζωή η αιτία θανάτου, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η επιτασσόμενη στον κληρονόμο από τη διαθέτιδα παράλειψη, από την οποία εξαρτήθηκε η πλήρωση της αίρεσης, έγκειτο στη με τη θέληση του ανωτέρω συμμόρφωσή του προς αποφυγή απ’ αυτόν ισοβίως ορισμένης συμπεριφοράς, στην οποία η διαθέτιδα απέβλεψε, έχοντας συγκεκριμένο ενδιαφέρον στην επίδειξή της, και όχι στην επέλευση ενός γεγονότος, που εκ των πραγμάτων ουδόλως εξαρτάτο από τον ίδιο, όπως ο θάνατός του, και δεν πρόκειται περί απλής επιθυμίας, ευχής ή παραίνεσης αυτής προς τον κληρονόμο της.
Με την αίρεση αυτή, που τέθηκε στη διαθήκη, όπως συνάγεται από τη λεκτική διατύπωση του κειμένου της, χωρίς ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της αληθούς βούλησης της διαθέτιδος, διά της χρήσης του ρήματος "διαθέτω", που εξ ορισμού παραπέμπει σε μεταβίβαση περαιτέρω σε άλλο πρόσωπο με τη βούληση του μεταβιβάζοντος, η διαθέτιδα σαφώς απαγόρευσε στον κληρονόμο της να μεταβιβάσει ο ίδιος οικειοθελώς και αυτοβούλως για οποιαδήποτε νόμιμη αιτία την κληρονομιά της στους συγγενείς του και σε καμία περίπτωση δε μπορεί να γίνει δεκτό ότι με αυτήν αποκλείσθηκε η περιέλευση των περιουσιακών της στοιχείων, στα οποία ο σύζυγος της εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος, στους ανωτέρω δυνάμει των διατάξεων της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, που επέρχεται εκ του νόμου, και δε μπορούσε να απαγορευθεί με τη διαθήκη της όσον αφορά στον κληρονόμο της, καθώς στις διατάξεις τελευταίας βούλησης, το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός, από το οποίο εξαρτάται η πλήρωση της περιληφθείσας σε μία διαθήκη αίρεσης, μπορεί να συνίσταται σε συμπεριφορά τρίτου ή του τιμώμενου με τη διαθήκη προσώπου, υπό τη μορφή όμως της θετικής ενέργειας ή της παράλειψης αυτών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 1798 του ΑΚ, και όχι σε ένα γεγονός παντελώς ανεξάρτητο της βούλησής τους, με αποτέλεσμα να μη νοείται ως "διάθεση" από τον κληρονόμο η επαγωγή της κληρονομιάς της διαθέτιδος μετά το θάνατό του στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, ο ισχυρισμός των εναγόντων της κύριας αγωγής ότι με το θάνατο του συζύγου και κληρονόμου της διαθέτιδος πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση, που τέθηκε με τη διαθήκη της, καθόσον η επαγωγή της κληρονομιάς του κληρονόμου της στους δικούς του εξ αδιαθέτου κληρονόμους εμπίπτει στην έννοια της "διάθεσης", την οποία αυτή θέλησε επίσης να απαγορεύσει, δηλαδή ότι με τη διαθήκη της η ανωτέρω επιθυμούσε και τον αποκλεισμό της εξ αδιαθέτου διαδοχής ως προς την καταληφθείσα στο σύζυγό της κληρονομιά της, κατόπιν ερμηνείας της ασαφώς διατυπωθείσας βούλησής της, με αποτέλεσμα να τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1926 του ΑΚ, και, ελλείψει προσδιορισμού στη διαθήκη του προσώπου του καταπιστευματοδόχου, καταπιστευματοδόχοι να θεωρούνται οι ίδιοι, που θα κληρονομούσαν τη διαθέτιδα, εάν πέθαινε κατά το χρόνο του θανάτου του εγκαταστάτου, δεν ευσταθεί.
Αντίθετα, εφόσον ο κληρονόμος της διαθέτιδος δε μεταβίβασε όσο ζούσε με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου την κληρονομιά της συζύγου του στους συγγενείς του, γεγονός, που ουδόλως αμφισβητείται από τους ενάγοντες, δεν πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση, με την οποία ορίσθηκε αυτός κληρονόμος στην κληρονομιά της, μάλιστα με το θάνατό του ματαιώθηκε η εν λόγω αίρεση, καθόσον κατέστη βέβαιον ότι δεν πρόκειται να συμβεί το γεγονός από το οποίο εξαρτήθηκε η ανατροπή της εγκατάστασής του ως κληρονόμου, και συνεπώς αυτός, ως οριστικός πλέον κληρονόμος της συζύγου του, θα κληρονομηθεί, και όσον αφορά στην κληρονομιαία περιουσία της, από τους δικούς του εξ αδιαθέτου κληρονόμους, καθώς η μοναδική διαθήκη του, με την οποία ορίσθηκε κληρονόμος του η ήδη αποβιώσασα κατά το χρόνο του θανάτου του σύζυγός του, κατέστη εκ του γεγονότος αυτού, ανίσχυρη.
Ενόψει τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε, κατόπιν ερμηνείας της βούλησης της διαθέτιδος στην προαναφερθείσα διαθήκη της, ότι η ανωτέρω με το συγκεκριμένο όρο, που έθεσε, θέλησε να αποκλείσει την περιέλευση της κληρονομιάς της στους συγγενείς του κληρονόμου της καθ’ οιονδήποτε τρόπο, δηλαδή όχι μόνο δυνάμει μεταβίβασης από τον τελευταίο, αλλά και λόγω της εξ αδιαθέτου διαδοχής, με αποτέλεσμα, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1798 και 1926 του ΑΚ, εφόσον πρόκειται περί εγκαστάστασης κληρονόμου με διαλυτική αίρεση, που πληρώθηκε με το θάνατο του κληρονόμου, χωρίς όμως να ορισθεί το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου, στην περίπτωση αυτή να θεωρούνται καταπιστευματοδόχοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ιδίας της διαθέτιδος, που θα καλούνταν στην κληρονομιά της, εάν αυτή πέθαινε κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της, και δη οι ενάγοντες της κύριας αγωγής, και, ακολούθως, έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βασίμως ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι της κύριας αγωγής με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης από 5.7.2013 (με αυξ.
αριθμ. εκθ.καταθ....2.8.2013 και ...2.8.2013) έφεσης τους».
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 17/6/2009 κύρια αγωγή: 1) του Ι. Λ. (στη θέση του οποίου μετά το θάνατο του, στις 18/2/2010, υπεισήλθαν, ως νόμιμοι κληρονόμοι του, η κόρη του και ήδη τρίτη αναιρεσείουσα Α.
Λ. και ο γιος του Β. Λ., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατο του, στις 20/2/2013, ως νόμιμοι κληρονόμοι του η σύζυγος του, ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, Σ. Λ. και ο γιος του Ι. Λ., ήδη δεύτερος αναιρεσείων) και 2) της ήδη τέταρτης αναιρεσείουσας Α. Κ., με την οποία ζητούσαν να ερμηνευθεί η από 17/11/1986 δημόσια διαθήκη της αδελφής τους Α.
Σ., ώστε να αναγνωριστεί ότι είναι καταπιστευματοδόχοι και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στην κληρονομιαία περιουσία της, που υπήρχε στις 20/1/2009, κατά το χρόνο θανάτου του συζύγου της Κ. Σ.. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αν και διαπίστωσε έμμεσα κενό και αμφιβολία ως προς την αληθινή βούληση της διαθέτιδος για την τύχη της περιουσίας της μετά το θάνατο του συζύγου της, ως βεβαρημένου με καταπίστευμα κληρονόμου, κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, ώστε να αναζητήσει, ακόμη και λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία εκτός της επίμαχης διαθήκης, την αληθινή βούληση της διαθέτιδος, κατά την υποκειμενική αυτής άποψη, και όχι κατά τη λεκτική ή τη νομική έννοια του ρήματος "διαθέτω", ως προς την τύχη των στοιχείων της κληρονομιάς της μετά το θάνατο του συζύγου της και, συγκεκριμένα, ως προς το αν αυτή με τη διαθήκη της θέλησε να αποκλείσει τη διάθεση της περιουσίας της στους πιο πάνω συγγενείς του συζύγου της, μόνο με δικαιοπραξία αυτού εφ’ όρου ζωής του ή αν, αντίθετα, ήθελε να αποκλείσει τη με οποιοδήποτε τρόπο περιέλευσή της προς αυτούς, ακόμη και μετά το θάνατο του συζύγου της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ως προς την αληθινή βούληση της διαθέτιδος, αναφορικά με το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, προκύπτει ιδίως από τις ενδοιαστικού περιεχομένου σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και με τη χρήση επιχειρημάτων, όπως "...δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι με αυτήν (την τεθείσα με τη διαθήκη αίρεση) αποκλείστηκε η περιέλευσή των περιουσιακών της στοιχείων, στα οποία ο σύζυγός της εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος, στους ανωτέρω, δυνάμει των διατάξεων της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής...
και δεν μπορούσε να απαγορευθεί με τη διαθήκη της....με αποτέλεσμα να μη νοείται ως διάθεση από τον κληρονόμο η επαγωγή της κληρονομιάς της διαθέτιδος μετά το θάνατο του στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του...". Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559αριθμ.1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, παραβιάζοντας με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173,1798 και 1926 ΑΚ, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1α’ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.
Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεως του σχετικά με την νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Η ποσοτική, όμως, ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι δε δικονομικές της ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της ελέγχονται κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1813, 1820, 1825 και 1828 ΑΚ δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο επιζών σύζυγος, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος.
Η κατάλειψη της νόμιμης μοίρας μπορεί να γίνει και με εγκατάσταση σε δήλο πράγμα, όταν προκύπτει ότι ο διαθέτης ήθελε εγκατάσταση του μεριδούχου ως κληρονόμου, με καταλογισμό των δήλων πραγμάτων στη μερίδα του. Στην περίπτωση αυτή, κατά το μέρος που η εγκατάσταση επί δήλου πράγματος ή ποσού δεν καλύπτει τη νόμιμη μοίρα, ο μεριδούχος είναι αυτοδικαίως συγκληρονόμος στα κληρονομιαία, αποκτώντας έτσι εμπράγματο δικαίωμα κατά το ανάλογο ποσοστό σε όλα τα στοιχεία της κληρονομιάς, το οποίο ασκεί με την περί κλήρου αγωγή.
Επίσης,από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827 και 1829 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση που υφίσταται κληρονομικό δικαίωμα εκ διαθήκης, εκείνος που έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά (μεριδούχος) δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της διαθήκης κατά το μέρος που με αυτό αποκλείεται, περιορίζεται ή επιβαρύνεται η δική του νόμιμη μοίρα, η οποία (διαθήκη) κατά το μέρος αυτό είναι άκυρη.
Ο μεριδούχος μπορεί να αντιτάξει το δικό του εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα έναντι του εκ διαθήκης κληρονόμου, του οποίου η εγκατάσταση περιορίζεται, κατόπιν τούτου, στο μέρος που δεν προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831 και 1833 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 1329/1983, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά (πραγματική κληρονομική ομάδα), στα οποία προστίθενται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που έχουν κατά το χρόνο της παροχής, ο,τιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα, σε μεριδούχο, είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκαμε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρεπείας ή ηθικό καθήκον (ΟλΑΠ 1404/1984).
Μετά τον καθορισμό της αυξημένης (πλασματικής) αυτής κληρονομικής ομάδας θα εξευρεθεί, με βάση αυτή, η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου. Ειδικότερα για τον υπολογισμό της: α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς τα χρέη της και οι δαπάνες της κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομιάς, γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προστίθενται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν, οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση αυτή την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα που προσδιορίσθηκε θα εξευρεθεί η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας) θα αφαιρεθεί η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν έχει λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά, στ) αν προκύπτει ότι έχει καταλειφθεί σε αυτόν λιγότερο από τη νόμιμη μοίρα του θα σχηματισθεί ένα κλάσμα με αριθμητή το υπόλοιπο από την παραπάνω αφαίρεση και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία (χωρίς αφαίρεση των παραπάνω χρεών και δαπανών) θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του (ΟλΑΠ 935/1975).
Το κλάσμα αυτό ή ο δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή, αποτελεί το ποσοστό το οποίο πρέπει να λάβει ο μεριδούχος, πέραν εκείνων που τυχόν είχαν καταλειφθεί σε αυτόν, αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να συμπληρωθεί ή να ληφθεί η νόμιμη μοίρα του.
Αν στον μεριδούχο έχει καταλειφθεί συγκεκριμένο (δήλο) πράγμα, που δεν συμπληρώνει τη νόμιμη μοίρα του, πρέπει η αξία του να αφαιρεθεί και από τον παρονομαστή του παραπάνω κλάσματος, διότι, για την ανεύρεση του συμπληρώματος της νόμιμης μοίρας του έχει αφαιρεθεί η αξία του πράγματος τούτου από την αξία της νόμιμης μοίρας, διαφορετικά θα υπολογιζόταν δύο φορές η αξία του (ΑΠ 1231/2009, ΑΠ 511/1982).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες των αριθ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 των ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο απέρριψε, ως αόριστη, την από 9/7/2010 παρεμπίπτουσα αγωγή των Β. Λ. (στη θέση του οποίου μετά το θάνατο του υπεισήλθαν, όπως προαναφέρθηκε, η πρώτη και ο δεύτερος των αναιρεσειόντων), Α.
Λ. (ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας) και Α. Κ. (ήδη τρίτης αναιρεσείουσας - κυρίως ενάγουσας), με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι με τον όρο που τέθηκε στην επίμαχη δημόσια διαθήκη της Α. Σ. περί απαγόρευσης στον κληρονόμο-σύζυγό της Κ. Σ. να διαθέσει την κληρονομιά της στους συγγενείς του δεν προσβλήθηκε το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του, καθώς η αξία της καλύφθηκε με τα περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν σε αυτόν με την εν λόγω διαθήκη, και ότι, συνεπώς, δεν πρέπει να περιέλθει στους παρεμπιπτόντως εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Κ.
Σ., το ποσοστό νόμιμης μοίρας που του αναλογούσε επί της κληρονομιαίας περιουσίας της διαθέτιδος, αλλά να περιέλθει αυτή, στο σύνολό της, στους παρεμπιπτόντως ενάγοντες. Ειδικότερα, κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αοριστία της εν λόγω αγωγής συνίστατο στη μη αναφορά σ’ αυτήν των απαιτουμένων κατά το άρθρο 216 του ΚΠολΔ στοιχείων, που ήταν αναγκαία για την πληρότητα και το ορισμένο του δικογράφου της, αλλά και για τη νομική θεμελίωση της αγωγικής αξίωσης, και πιο συγκεκριμένα "...στη μη αναφορά της συνολικής αξίας της κληρονομιαίας περιουσίας της διαθέτιδος κατά το χρόνο του θανάτου της, ως άθροισμα της αξίας των επιμέρους δεκτικών κληρονομικής διαδοχής στοιχείων...
αλλά και τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομιάς, ώστε να προσδιοριστεί η αξία του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας του συζύγου της... αφετέρου δε η αξία των δήλων πραγμάτων, στα οποία, κατά τους ισχυρισμούς των παρεμπιπτόντως εναγόντων, εγκαταστάθηκε ο ανωτέρω κληρονόμος, δυνάμει της προαναφερθείσας διαθήκης, προκειμένου να καταστεί δυνατό...
να ελεγχθεί εάν η αξία της νόμιμης μοίρας του έχει καλυφθεί από τα περιουσιακά στοιχεία που του κληροδοτήθηκαν ή όχι και, συνακόλουθα, αν ο όρος της διαθήκης ...προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα του ή όχι, με αποτέλεσμα στην τελευταία αυτή περίπτωση να περιέρχεται στους παρεμπιπτόντως ενάγοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, το σύνολο της κληρονομιάς της διαθέτιδος, της νόμιμης μοίρας του κληρονόμου συμπεριλαμβανομένης...".
Πράγματι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της παρεμπίπτουσας αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η εκτίμηση του περιεχομένου του οποίου, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η συνδρομή λόγου αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, οι παρεμπιπτόντως ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν τα πιο πάνω αναγκαία για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής αυτής στοιχεία, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Συνεπώς, ορθά το Εφετείο απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, απορρίπτοντας την έφεση των παρεμπιπτόντως εναγόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαταστάθηκε με την προεκτεθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και, επομένως, ο περί του αντιθέτου πιο πάνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου(άρθρο 495παρ.3 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.2 του πιο πάνω νόμου, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την 1/1/2016) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 384/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συντίθεται από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ