Legislator Case Law & Legislation
512/2014 AI generated

512/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 512/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

512/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 2.Από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 185,189 και 192 ΑΚ,1 και 2 του ν.2496/1997, προκύπτει ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με απλή συναίνεση, συντελείται από το χρόνο αποδοχής της αιτήσεως για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία μπορεί να υποδηλωθεί και σιωπηρώς με την αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο για το κύρος του οποίου αρκεί μόνον η υπογραφή του ασφαλιστή.

Keywords

AI generated
safety concerns suspension of insurance cover justified insurer position compliance with the pre-litigation procedure fraudulent insurance claim undisclosed pre-existing condition
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 512 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 512/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Λ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Φίλιο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσαντίνη, που ανεκάλεσε την από 10-10-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 31-10-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 15-11-2012 έκθεσή της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χαραλαμπίας Σίμου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθεί σα κατά τη τακτική διαδικασία 318/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης,η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 92/ 2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης. Με αυτή είχε απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσείοντος για την καταβολή αποζημιώσεως από την αναιρεσίβλητη, κυρίως μεν προς εκπλήρωση συμβατικής της υποχρέωσης από την συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης και επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, επικουρικά δε λόγω προσυμβατικού πταίσματος αυτής. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552,553 556,558,564,566 παρ.1ΚΠολΔικ]. Πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθ.577 παρ.3 ΚΠολΔικ].

2.Από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 185,189 και 192 ΑΚ,1 και 2 του ν.2496/1997, προκύπτει ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με απλή συναίνεση, συντελείται από το χρόνο αποδοχής της αιτήσεως για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία μπορεί να υποδηλωθεί και σιωπηρώς με την αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο για το κύρος του οποίου αρκεί μόνον η υπογραφή του ασφαλιστή.

Συνήθως, της καταρτίσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως προηγείται γραπτή αίτηση επί εντύπου του ασφαλιστή, το οποίο ο τελευταίος έχει προηγουμένως χορηγήσει στον διαμεσολαβούντα πράκτορα, και το οποίο, ο τελευταίος, συμπληρούμενο από τον ενδιαφερόμενο, έχει την υποχρέωση να προωθήσει περαιτέρω προς έλεγχο και τελική έγκριση στον ασφαλιστή, ώστε σε περίπτωση αποδοχής απ`αυτόν της αίτηση ασφαλίσεως, [αφού κατά κανόνα, πλην εξαιρέσεων, για τον ασφαλιστή δεν υπάρχει υποχρέωση αποδοχής της προτάσεως ασφαλίσεως], να συναφθεί η σύμβαση ασφαλίσεως και να εκδοθεί ασφαλιστήριο, το οποίο αποστέλλεται από τον ασφαλιστή στον ασφαλιστικό του πράκτορα προς παράδοση στον αντισυμβαλλόμενο.

Έτσι ο ασφαλιστικός πράκτορας επιδεικνύει συμπεριφορά αντίθετη προς τις άνω υποχρεώσεις του, αν καθυστερεί υπαίτια την περαιτέρω προώθηση στον ασφαλιστή της αιτήσεως του ενδιαφερόμενου για ασφαλιστική κάλυψη. Η ευθύνη δε του ασφαλιστή στη περίπτωση αυτή, εφόσον εν τω μεταξύ επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος κατά το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη αποδοχή της πρότασης, στηρίζεται προεχόντως στις διατάξεις περί προσυμβατικής ευθύνης των άρθρων 197,198 και 922 ΑΚ που ορίζουν (η πρώτη) ότι κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως τα μέρη οφείλουν αμοιβαίως να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και ότι (η δεύτερη) όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις προς σύναψη συμβάσεως προξενήσει υπαίτια ζημία στον άλλο είναι υποχρεωμένο να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε.

Ευθύνη όμως του ασφαλιστή, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, δημιουργείται και στη περίπτωση που, παρά την έγκαιρη διαβίβαση της πρότασης προς αυτόν από τον προστηθέντα ασφαλιστικό του πράκτορα, αυτός [ασφαλιστής], καθυστερεί αδικαιολόγητα να ενεργήσει, ώστε να περιέλθει εγκαίρως σ'αυτόν που πρότεινε, η αποδοχή της πρότασής του, ήτοι μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με αυτήν [με αφετηρία τον χρόνο πρότασης] ή συγχρόνως με άλλο τρόπο γραπτώς ή προφορικώς ή αν δεν τάχθηκε προθεσμία, έως την στιγμή που κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμένει αυτός που πρότεινε. [άρθρα 189,191 και 195 ΑΚ].

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ό τι ο προβλεπόμενος απ`αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στη ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δε συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Τέλος, από το άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες του ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ.19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, [ΑΠ 224/2012]. 3.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αίτησής του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ. και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, με τις ουσιαστικές παραδοχές του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ καθώς και των άρθρων 189 και 192 Εμπ.Ν. [που σημειωτέον είχαν καταργηθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο με τον ν. 2496/1997] και ότι στερείται νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης αιτιολογίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στον προβληθέντα αγωγικό ισχυρισμό του περί υπαίτιας καθυστέρησης της αναιρεσίβλητης στην αποδοχή της πρότασης ασφάλισης, που αυτός είχε υποβάλει προς εκείνη, μέσω του ασφαλιστικού της πράκτορα, και επέλευσης εν τω μεταξύ του ασφαλιστικού κινδύνου, από την οποία δημιουργείται η ευθύνη της για αποζημίωσή του, λόγω πταίσματος περί τις διαπραγματεύσεις.

Σχετικά με τον λόγο αυτό το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: " ...Ο ενάγων διατηρεί από το έτος 1986 στο …ατομική επιχείρηση εμπορίας ξυλείας. Κατά το χρονικό διάστημα από 2-8-1998 έως 2-8-1999 η εν λόγω επιχείρηση ήτα ασφαλισμένη για τον κίνδυνο του πυρός, δυνάμει του υπ'αριθμ.... ασφαλιστικού συμβολαίου της εναγομένης, το οποίο δεν ανανεώθηκε.

Σημειώνεται ότι ο ενάγων είχε κατά βάλει τα ασφάλιστρα του εν λόγω συμβολαίου μετά πάροδο εννέα μηνών από τη λήξη του, ενώ διευκρινίζεται, ότι το είδος αυτό των ασφαλιστηρίων συμβολαίων δεν είναι υποχρεωτικό εκ του νόμου. Έκτοτε, και μέχρι την 8-8-2001, η επιχείρηση του ενάγοντος δεν ήταν ασφαλισμένη σε καμμία ασφαλιστική εταιρεία.

Κατά την ως άνω ημερομηνία ενάγων ήλθε σε επαφή με το φίλο του Μ. Μ., πράκτορα της εναγομένης, ο οποίος συνέταξε (και υπέγραψε ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του ενάγοντος),ως μεσολαβών, την υπ' αριθμ.829593 πρόταση πυρασφάλισης εμπορικών- βιομηχανικών κινδύνων προς την εναγομένη, διαρκείας από 9-8-2001 έως 9-8-2002 για τα εξής ποσά:

α) ξυλεία εντός υπόστεγου και γραφείου 234.776,22 ευρώ, β) ξυλεία ευρισκομένη στο ύπαιθρο 58.694,06 ευρώ και γ) κτίρια εγκαταστάσεις 29347 ευρώ. Η δηλουμένη αξία των υπό στοιχεία α και β' εμπορευμάτων ήταν σχεδόν υπέρ διπλάσια της ασφαλισθείσας με το προαναφερθέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο του έτους 1998-1999.Την κατά τα ανωτέρω πρόταση ο εν λόγω ασφαλιστικός πράκτορας υπέβαλε την επομένη, 9-8-2001, αργά το μεσημέρι στο υποκατάστημα της εναγομένης [στη Βουλιαγμένη].Κατά την παραλαβή της εν λόγω πρότασης - αίτησης ασφάλισης, η οποία είναι εις διπλούν (καρμπονιζέ), ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης Ε.

Δ. έθεσε, τόσο στο πρωτότυπο, όσο και στο αντίγραφο αυτής, σφραγίδα με την επισημείωση "ΠΡΟΣΟΧΗ. Η έναρξη κάλυψης ζημιών από φωτιά θα αρχίζει μετά από επιθεώρηση των προτεινομένων για ασφάλιση αντικειμένων και αποδοχή της κάλυψης από τον Κλάδο Πυρός". Η θέση της εν λόγω σφραγίδας και η προηγουμένη της αποδοχής επιθεώρηση αποτελεί παγία τακτική της εναγομένης, πριν από την υπ' αυτής ανάληψη μεγάλων εμπορικών και βιομηχανικών κινδύνων ( βλ.

και κατάθεση Μ. Μ. στο ακροατήριο). Αντίγραφο της αίτησης αυτής με τον ως άνω όρο, εστάλη αυθημερόν με φαξ στον ενάγοντα, ο οποίος ως εκ τούτου έλαβε αμέσως γνώση αυτού. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η εν λόγω σφραγίδα τέθηκε εν αγνοία του Μ. Μ., πέραν του γεγονότος, ότι και αληθές υποτιθέμενο είναι άνευ σημασίας για τη γνώση του ενάγοντος, όμως, δεν αποδείχθηκε.

Την επομένη, 10-8-2001, ημέρα Παρασκευή, και περί ώρα 10.40',το υποκατάστημα της εναγομένης στο Ρέθυμνο, έλαβε εντολή από το υποκατάστημα της Βουλιαγμένης, μέσω φάξ, να διενεργήσει επιθεώρηση του κινδύνου της επιχείρησης του ενάγοντος, προκειμένου να εκδοθεί το σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Αμέσως η αρμοδία υπάλληλος της εναγομένης, Ε.

Μ., η οποία κατέθεσε λεπτομερώς, ενόρκως περί αυτών στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την επιχείρηση του ενάγοντα, χωρίς όμως να απαντήσει κανείς στις τηλεφωνικές της κλήσεις. Οι δύο επόμενες ημέρες δεν ήσαν εργάσιμες για τους απασχολουμένους στην εναγομένη, που ακολουθεί το ωράριο εργασίας του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Την αμέσως επομένη εργάσιμη ημέρα, Δευτέρα 13-8-2001,όταν η ίδια υπάλληλος μετέβη στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης του ενάγοντος, διαπίστωσε ότι αυτές ήσαν κλειστές και τούτο, διότι όπως κατέθεσε (αρχικώς) κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση ο ενάγων, τόσον ο ίδιος, όσον και οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή του έλειπαν, από Παρασκευή 10-8-2001 έως και 20-8-2001, λόγω διακοπών.

Την 14-8-2001 και περί ώρα 01.35'άγνωστοι έβαλαν φωτιά στην αποθήκη ξυλείας του ενάγοντος, από την οποία καταστράφηκε ολοσχερώς η φυλασσόμενη σ' αυτήν ξυλεία....Από τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν προέκυψε κατά την κρίση του Δικαστηρίου προσυμβατικό πταίσμα της εναγομένης σε βάρος του ενάγοντος και δη υπαίτια μη έγκαιρη ολοκλήρωση της σύναψης της αιτηθείσας ασφαλιστικής σύμβασης πριν από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθόσον όπως αποδείχθηκε, η εναγομένη, μόλις παρέλαβε την αίτηση ασφάλισης του ενάγοντος, αμέσως και δη μέσω φαξ απέστειλε στον ίδιο αντίγραφο της υποβληθείσας αίτησης με την επ αυτού ενημερωτική σφραγίδα, ότι η ασφαλιστική του κάλυψη τελεί υπό τις προϋποθέσεις της απ' αυτήν επιθεώρησης των προς ασφάλιση αντικειμένων και της αποδοχής της αίτησης αυτού, επιπλέον δε, δια των αρμοδίων οργάνων αυτής προσπαθούσε συνεχώς, από τη στιγμή της υποβολής της αίτησης ασφάλισης, να επικοινωνήσει με τον ίδιο, προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες προς ολοκλήρωση της ασφάλισης ενέργειες, πλην όμως τούτο δεν κατέστη δυνατόν να συμβεί πριν από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθόσον ο ενάγων, αν και είχε ενημερωθεί (τουλάχιστον εγγράφως ως άνω) για το γεγονός ότι ακόμη ήταν ασφαλιστικώς ακάλυπτος, δεν συνεργάστηκε, εγκαίρως, ως έδει, με την εναγομένη προς ολοκλήρωση της ασφαλιστικής του σύμβασης, προτιμήσας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα να πραγματοποιήσει διακοπές.

Επομένως, αφού το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, δεν έσφαλε.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε μη δεχόμενο προσυμβατικό πταίσμα σε βάρος του ενάγοντος και δη μη έγκαιρη ολοκλήρωση της σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης πριν από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου από υπαιτιότητα της εναγομένης".

Ενόψει των παραδοχών του αυτών και σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στην με στοιχείο 2 νομική σκέψη, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί έλλειψης προσυμβατικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα, αν υπήρξε ή όχι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αποδοχή της πρότασης ασφάλισης που είχε υποβάλει ο αναιρεσείων μέσω του ασφαλιστικού της πράκτορα, ήτοι συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και των προστηθέντων από αυτήν προσώπων κατά το προσυμβατικό στάδιο, ενάντια στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η οποία επιβάλλεται ως αμοιβαία υποχρέωση των μερών από τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, τις οποίες και ορθά εφάρμοσε.

Επομένως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο μέρος του που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο υπό την επίκληση έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, προτείνεται απαραδέκτως [άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ]. 4.Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Ειδικότερα για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από τον αρ.11γ' αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την εκτίμηση ή μη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ. [ΟλΑΠ 2/2008].

Στην κρινόμενη υπόθεση ο αναιρεσείων με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησής του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.11α' και 11γ' ΚΠολΔικ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο α]έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα τις με αριθμό 17955/2005 και 17956/2005 ένορκες βεβαιώσεις διότι η λήψη αυτών μεθοδεύτηκε σκοπίμως και κακόπιστα από την αναιρεσίβλητη ελάχιστες ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης, προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά εντελώς αιφνιδιαστικά κατά τη συ- ζήτηση αυτής και όχι εγκαίρως στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, ενώ σε κάθε περίπτωση προϋπέθεταν την νόμιμη κλήτευσή του πριν από 2 εργάσιμες ημέρες και όχι πριν από 24 ώρες, β] δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, ήτοι 43 τιμολόγια-δελτία αποστολής εμπορευμάτων τα οποία εκδόθηκαν στις 9-8-2001,10-8-2001 και 11-8-2001 από τα οποία προέκυπτε ότι η επιχείρηση του αναιρεσείοντος λειτουργούσε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα που η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι μετέβη υπάλληλός της για να διενεργήσει επιθεώρηση των προς ασφάλιση αντικειμένων.

Ενόψει αυτών: α] Ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και ως προς τα δύο μέρη του, διότι αφενός μεν στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται, κατ' άρθρο 529 παρ.1 ΚΠολΔ, να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων εκ μέρους του προσκομίζοντος αυτά διαδίκου, χωρίς μάλιστα επίκληση λόγου ανωτέρας βίας και αιτιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της λήψεως αυτών υπόψη [ΑΠ 1696/2008], αφετέρου δε διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο όπως θα έπρεπε, ότι προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ),η μη νομότυπη λήψη των πιο πάνω ενόρκων βεβαιώσεων.[ΑΠ 1193/2008].Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος καθόσον, από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, όπου γίνεται μνεία της με αριθμό .../2-11-2005 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Ρέθυμνο …, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε κλητευθεί για να παραστεί κατά τη λήψη αυτών πριν από 48 ώρες.

β]Ο τρίτος αναιρετικός λόγος καθώς και ο δεύτερος [κατά το δεύτερο μέρος του],πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον από τη βεβαίωση που περιέχεται στη προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και αν δεν μνημονεύονται ειδικά, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω έγγραφα.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176 ΚΠολΔ),όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Μ. Λ. για αναίρεση της με αριθμό 318/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης,

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης,τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [ 2.700 ] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ