512/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/10/2007 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated512/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα άρθρα 335,338 έως 340 και 347 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι. Διαφορετικά, παρέχεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 512 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 512/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Γουνοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." ήδη "ΦΟΙΝΙΞ-ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νομίμως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πολίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/10/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 14/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά ένα μέρος, κατά το υπό στοιχείο α' σκέλος του, και του δεύτερου λόγου και την απόρριψη των λοιπών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι "συνυπαίτια του τραυματισμού της είναι και η ιδία η ενάγουσα, διότι, ενώ μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους φωτεινούς σηματοδότες που λειτουργούσαν σε απόσταση 24,5 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος στη διασταύρωση των οδών ... και ..., (βλ. την έκθεση αυτοψίας) και να διασχίσει την οδό όταν τα κατερχόμενα αυτοκίνητα διέκοπταν την πορεία τους προ του ερυθρού σηματοδότη, αυτή κατήλθε το οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς ...
και επιχείρησε να διασχίσει κάθετα αυτό, υπολογίζοντας εσφαλμένα την απόσταση και την ταχύτητα του οχήματος του εναγομένου, δηλαδή δεν ήλεγξε προηγουμένως, επαρκώς, ώστε να βεβαιωθεί ότι δεν θα προκαλούσε παρακώλυση της κυκλοφορίας με την ως άνω ενέργειά της. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η ένσταση συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ), που επικουρικά προτείνουν οι εναγόμενοι και να καθοριστεί το ποσοστό της συνυπαιτιότητας της ενάγουσας σε 40%".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές και πλήρες, επίσης, αποδεικτικό πόρισμα όσον αφορά τη συνυπαιτιότητα της αναιρεσείουσας πεζής στην πρόκληση του ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού της. Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραπάνω παραδοχής του και εκείνης που αφορά την αποδιδόμενη στον αναιρεσίβλητο οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος και τις υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις του, που τη θεμελιώνουν, αφού η ύπαρξη της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας πεζής δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε κυρίως το πταίσμα του ως άνω αναιρεσιβλήτου, εφόσον δεν φέρεται να διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος με τον οποίο, υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας, αμφισβητείται η αλήθεια των πραγματικών περιστατικών που, κατά το δικαστήριο, συγκροτούν την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και το ποσοστό αυτής, που αυτό δέχτηκε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, κρίση του Εφετείου.
II. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Με βάση τη διάταξη αυτή δεν ιδρύεται σχετικός λόγος αναίρεσης στις ειδικές διαδικασίες, όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα κρίνει ελεύθερα. Συνακόλουθα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από την πιο πάνω πλημμέλεια, με την οποία ψέγεται το δικαστήριο για παραβίαση των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα της καταθέσεως του πρωτοδίκως εξετασθέντος μάρτυρά της και των προσδιοριζόμενων ενόρκων βεβαιώσεων κατά τον καθορισμό του αρνητικού αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με την αξίωση αποζημίωσης της αναιρεσείουσας για την καταστροφή κατά το ατύχημα των δύο προσωπικών ειδών της, ήτοι του ωρολογίου και του δακτυλιδιού της.
III. Από τα άρθρα 335,338 έως 340 και 347 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι. Διαφορετικά, παρέχεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.
γ του ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Η πλημμέλεια αυτή στοιχειοθετείται, και όταν παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου, ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καταλείπεται αμφιβολία αν έλαβε υπόψη συγκεκριμένο έγγραφο.
Εξάλλου, για τη θεμελίωση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας απαιτείται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 14/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο τον πέμπτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας και το σχετικό κονδύλιο της αγωγής της, ποσού 50.000 ευρώ, που αυτή ζητούσε, ως αυτοτελή αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, επικαλούμενη ότι η μερική μόνο επούλωση του μυϊκού και δερματικού ελλείμματος της αριστερής κνήμης, που υπέστη στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, συνιστά αναπηρία της και παραμόρφωση που θα επηρεάσει καθοριστικά τη μελλοντική της οικονομική και κοινωνική ζωή.
Ειδικότερα, το Εφετείο, δέχτηκε επί του πιο πάνω αγωγικού αιτήματος τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα υπέστη συντριπτικό κάταγμα αριστερής κνήμης με θλαστικό τραύμα δέρματος και θλάση συστοίχου πέλματος. Νοσηλεύτηκε στο Τζάνειο Νοσοκομείο από 1-1-2002 έως 8-1-2002, όπου υποβλήθηκε σε οστεοσύνθεση κατάγματος και συρραφή τραύματος, με πιθανό χρόνο αποθεραπείας τους τρεις (3) μήνες (βλ.
σχετ. το υπ' αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό νοσηλείας). Επίσης νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο "Γ. Γεννηματάς", από 21-1-02 έως 8-2-02, με διάγνωση, έλλειμμα πρόσθιας επιφανείας αριστερής κνήμης, όπου της τοποθέτησαν δύο διατατήρες ιστών εκατέρωθεν της βλάβης, υπό γενική αναισθησία. Στις 7-3-2002 και πάλι υπό γενική αναισθησία της αφαιρέθηκαν οι διατατήρες και έγινε σύγκλιση του ελλείμματος της αριστερής κνήμης.
Εξήλθε, χωρίς πλήρη επούλωση του τραύματος, το οποίο, αναλόγως της πορείας του, μπορεί να χρειαστεί επανεπέμβαση (βλ. σχετ. υπ' αριθμ. πρωτ. ... βεβαίωση του ανωτέρω νοσοκομείου)". Και καταλήγει ότι το πιο πάνω αγωγικό αίτημα είναι απορριπτέο ως αβάσιμο "διότι η ανωτέρω βλάβη του σώματός της δεν συνιστά αναπηρία, δηλαδή έλλειψη της σωματικής ακεραιότητας και μάλιστα μόνιμη και διαρκή.
Ούτε, όμως, και οριστική παραμόρφωση, αφού η προαναφερθείσα βεβαίωση του Νοσοκομείου "Γ. Γεννηματάς", ουδόλως αποκλείει την πλήρη επούλωση του τραύματος, έστω και με επανεπέμβαση, που μπορεί να χρειαστεί, αναλόγως της πορείας του. Όπως προκύπτει από τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου η αναιρεσείουσα, επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, κατ' άρθρο 529 παρ. 1 εδ.
α' του ΚΠολΔ, ενώπιον του Εφετείου απόδειξη της ανωτέρω απαίτησής της, υπό στοιχείο 1γ, την υπ' αριθμ. πρωτ. ... και με αριθμό φακέλλου ... βεβαίωση του Νοσοκομείου ΙΚΑ "Γ. Γενηματάς". Στη βεβαίωση αυτή διαλαμβάνεται ότι "η ασθενής νοσηλεύτηκε στην Κλινική μας από 21-1-2002 έως 8-2-2002 και από 11-2-2002 έως 15-2-2002 διάστημα, στο οποίο υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις για την κάλυψη του ελλείμματος.
Στη σημερινή εξέταση 18-2-2004, διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν σημαντικής έκτασης ουλές στην πρόσθια επιφάνεια της κνήμης και υπάρχει σχετική διαφορά πάχους μεταξύ των δύο κνημών. Η πλήρης εξαφάνιση της παραμόρφωσης αυτής, δεν είναι δυνατή με τις μέχρι σήμερα μεθόδους της Πλαστικής Χειρουργικής. Συνεστήθη περαιτέρω πλαστική χειρουργική αποκατάσταση και αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης".
Και ναι μεν το Εφετείο βεβαιώνει στην αρχή της αποφάσεώς του ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη "... και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...", πλην όμως από τη γενική αυτή διαβεβαίωση σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ελήφθη υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που με το πρώτο μέρος του, (υπό στοιχείο α), αιτιάται για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ του ΚΠολΔ, σε σχέση με τη μη λήψη υπόψη του πιο πάνω εγγράφου. Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να προσδιορίσει το είδος, την έκταση τη σοβαρότητα των τραυμάτων και το μέγεθος της ταλαιπωρίας της για τον καθορισμό του ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας, δεν έλαβε υπόψη και τα από 15-2-2002, 22-2-2002, 1-3-2002 και 15-3-2002 εξιτήρια του ΙΚΑ που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως και από τα οποία προκύπτει ότι η νοσηλεία της στο νοσοκομείο διήρκησε και πέραν της 8-2-2002. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισε με σαφή και ορισμένη επίκληση η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τις με ημερομηνία 2-11-2004 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου (σελίδα 5), σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχείο β μέρος, που υποστηρίζει τα αντίθετα.
IV. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο παραπάνω μέρος και συγκεκριμένα ως προς την αγωγική απαίτηση από το άρθρο 931 ΑΚ και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 193/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και δη κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία προσδιορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ