512/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30.07.1999 αγωγή και την από 01.09.1999 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6607/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8405/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 15.09.2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated512/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): η 58618/7024/30-7-1999 κύρια αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία εδιώκετο να αναγνωρισθεί (α) η κατά την έννοια του άρθρου 862 ΑΚ απελευθέρωσή του έναντι της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης από την εγγύηση που παρέσχε στην τελευταία σε εξασφάλιση απαιτήσεώς της κατά της εταιρείας "ΤΕΜΕ - ΔΗΜ.
Full text
Απόφαση 512 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 512/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Δαλιάνη (λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα),Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Νικόλαος Φραγκάκης.
Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Ιωάννα Αχουζαρίδη, που ανακάλεσε την από 01.02.2008 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30.07.1999 αγωγή και την από 01.09.1999 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6607/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8405/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 15.09.2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 24.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1250/18-9-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 8405/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, κατά την πρωτοβάθμια δίκη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υπέκειντο προς κρίση Α.
η 58618/7024/30-7-1999 κύρια αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία εδιώκετο να αναγνωρισθεί (α) η κατά την έννοια του άρθρου 862 ΑΚ απελευθέρωσή του έναντι της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης από την εγγύηση που παρέσχε στην τελευταία σε εξασφάλιση απαιτήσεώς της κατά της εταιρείας "ΤΕΜΕ - ΔΗΜ.
ΤΣΙΡΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΛΕΒΗΤΩΝ (ΤΕΜΕ)" και (β) η υποχρέωση της εναγομένης σε πληρωμή του ποσού των 620.000.000 δρχ. προς αποκατάσταση της ισόποσης ζημίας του από την αποδιδόμενη στους νομίμους εκπροσώπους της άδικη και υπαίτια πράξη τους κατά τα έτη 1985 και 1991 και 1991 και Β. η 62616/7499/3-9-1999 παρεμπίπτουσα αγωγή του ενάγοντος κατά της εναγομένης για διάγνωση της αξιώσεώς του από δεδουλευμένους τόκους επί του κεφαλαίου της με στοιχ.Α (β) κύριας αγωγής.
Επί των εν λόγω αγωγών εκδόθηκε η 6607/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτών κρίση της με στοιχ. Α (α) ως κατ'ουσίαν αβάσιμης και των λοιπών, κατ'αποδοχή της περί παραγραφής ενστάσεως της εναγομένης. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε ο ενάγων με τη 6585/30-7-2004 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 8405/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την αξιολόγηση των αξιώσεων του ενάγοντος ως κατ'ουσίαν αβασίμων, και παράλληλη αντικατάσταση των αιτιολογιών της πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά το με στοιχ.
Α (β) και Β κεφάλαια αυτής. Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα: Ι. Από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής, ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, και ειδικότερα εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με την διάταξη αυτή, τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν αποκλείεται, από τυχόν εκ των προτέρων, παραίτηση του εγγυητή από το κατ'άρθρο 955 ΑΚ, δικαίωμα διζήσεως.
Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζομένου με αυτή ευεργετήματος (ελευθερώσεως), όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο ή βαρεία αμέλεια του τελευταίου, δοθέντος ότι, σύμφωνα με το άρθρο 332 εδ.1 ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε προηγούμενη συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (Α' Ολ.ΑΠ 6/2000).
Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες-πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Στην εγγύηση αορίστου χρόνου ειδικότερα, θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκανε χρήση των δικαιωμάτων που του δίνουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 ΑΚ) ή υπαίτια δεν αποδέχεται την κύρια οφειλή, που έγκυρα του προσφέρεται ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη.
Εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν έχει περιληφθεί ορισμός της βαρείας αμέλειας, στο δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, πότε η αμέλεια φέρει τη μορφή εκείνης της βαρείας, αξιολογική του κρίση η οποία υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά.
Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, θεσπίζει κανόνα που προσδιορίζει τον τρόπο εκπληρώσεως της παροχής. Η έννοια των χρηστών ηθών είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικώς, σύμφωνα προς την αντίληψη του εμφρόνως σκεπτομένου ατόμου σε σχέση με το επιτρεπτό του σκοπού και των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1247, 1248, 1254 ΑΚ συνάγεται ότι η σύσταση ενεχύρου απαιτήσεως γίνεται με συμφωνία ενεχυράζοντος και δανειστού η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό βεβαίας χρονολογίας και γνωστοποιείται στον οφειλέτη από τον ενεχυραστή. Το ενέχυρο αυτό χορηγεί στο δανειστή το δικαίωμα είτε να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση, είτε να απαιτήσει να του εκχωρηθεί αυτή αντί καταβολής.
Παρόμοιο ενέχυρο προβλέπεται και από τα άρθρα 36 και 39 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, που διατηρήθηκε σε ισχύ αρχικά με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ. Και ακόλουθα με το άρθρο 52 παρ.3 Εισ.ΝΚΠολΔ. Το τελευταίο αυτό ενέχυρο διαφέρει του πρώτου κατά το ότι: (α) το περί της συστάσεως του έγγραφο μπορεί να είναι απλό, τουτέστιν να μη φέρει βεβαία χρονολογία, (β) η ενεχύραση γνωστοποιείται στον τρίτο από οποιονδήποτε εκ των συμβαλλομένων και όχι μόνον από τον ενεχυραστή, (γ) η γνωστοποίηση αυτή συντελείται με ειδικό τρόπο, ήτοι με την επίδοση αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυριάσεως ή με άλλον ισοδύναμο τρόπο, όπως είναι η επίδοση της αγωγής ή η αναγγελία σε πλειστηριασμό και (δ) από της επιδόσεως του αντιγράφου επέρχεται εκ του νόμου εγχώρηση της ενεχυρασθείσης απαιτήσεως στο δανειστή, που σημαίνει ότι αποκόπτεται έκτοτε κάθε δεσμός του ενεχυραστή με την ενεχυρασθείσα απαίτηση, την οποία, στην έκταση που εκχωρήθηκε, δεν μπορεί ούτε να εισπράξει (αν καταστεί ληξιπρόθεσμη πριν από την ασφαλισμένη απαίτηση), ούτε να την μεταβιβάσει περαιτέρω.
Παράλληλα ο ενεχυρούχος δανειστής υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 1224 3δ.α', 1235 αρ.1, 1243 αρ.1 και 1256 ΑΚ, σε διαφύλαξη της ενοχικής απαιτήσεως του ενεχυραστή κατά του τρίτου, ώστε να μη επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία στον ενεχυραστή τότε δικαιούται ο τελευταίος αποζημίωση, αξίωση η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης.
Κατά τις ενδιαφέρουσες τις αναιρετικές αιτιάσεις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως. "Α. Μεταξύ της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης Τράπεζας ως δανείστριας-πιστοδότριας και της μη ούσης διαδίκου στην παρούσα δίκη (τόσο στον πρώτο όσο και στον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΤΕΜΕ - ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΙΡΤΟΠΟΥΛΟΣ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΛΕΒΗΤΩΝ ΑΕ" ως δανειολήπτριας/ πιστολήπτριας/ πρωτοφειλέτριας, την 17/07/1981 για ποσό 11.000.000 δρχ.
την 11/10/1982 για επιπλέον ποσό 5.000.000 δρχ. και συνολικά για ποσό 16.000.000 δρχ. την 01/06/1983 για ποσό 70.000.000 δρχ. και την 04/01/1985 για ποσό 1.000.000 δρχ. κατ'επαύξηση του ποσού των 70.000.000 δρχ., συνολικοποιηθέντος εις 71.000.000 δρχ., συνήφθησαν οι προαναφερόμενες τραπεζικές πιστωτικές συμβάσεις παροχής δανείου επ'ανοικτού λογαριασμού, κατά την ορολογία του Νομ.Δ/τος της 17/07-13/08/1923 εις το καθεστώς του οποίου υπήχθησαν, αποτελούσες, κατά την σύγχρονη ορολογία συμβάσεις παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, διεπόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 112 Εισ.Ν.ΑΚ και τις μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων συμφωνίες, την από την εξέλιξη/ κίνηση/ λειτουργία και εφαρμογή πληρωμής του τυχόν μέλλοντος να προκύψει καταλοίπου χρεωστικού υπέρ της δανειοδότριας Τράπεζας, εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης, ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, υπό την οποία, κατά το από 22/07/1981 μέχρι και των μέσων του έτους 1985 χρονικό διάστημα ως πρόσθετη εξασφάλιση των μελλοντικών απαιτήσεων της προαναφερόμενης δανειοδότριας Τράπεζας, παρεχώρησε ο ίδιος, ως άνω ενάγων, εφ' όλης της ακίνητης περιουσίας αυτού, υπέρ της άνω ήδη αντιδίκου αυτού, προσημειώσεις (συναινετικές) και υποθήκες συνολικού ποσού 96.100.000 δρχ.
καλύπτοντος του ύψους, των εις αυτόν παρεσχεθεισών ως άνω πιστώσεων ανερχόμενο εις 87.000.000 δρχ. από το οποίο εζήτησε και επέτυχε την εκταμίευση ποσού 77.000.000 δρχ. Τα ανωτέρω περιστατικά ούτε αμφισβητήθηκαν, ούτε αμφισβητούνται ολικά ή μερικά από τα προαναφερόμενα τα διάδικα μέρη, Β) Η ως άνω πρωτοφειλέτρια ΑΕ, την 09/12/1983, εξεχώρησε στην ως άνω δανειοδότρια Τράπεζα απαίτησή της έναντι τρίτου (ΔΕΗ), ύψους 34.000.000 δρχ., γνωστοποιηθείσα, στην εκχωρημένη ως άνω οφειλέτρια (ΔΕΗ), την 27/12/1983, προκειμένου, από την είσπραξη (ρευστοποίηση) της ως άνω εκχωρουμένης απαίτησης να εξοφληθούν έστω και μερικώς οι οφειλές της ως άνω πρωτοφειλέτριας προς την διαληφθείσα Τράπεζα, η οποία, παρά τις επανειλημμένες έγγραφες οχλήσεις αυτής προς την ως άνω εκχωρούμενη οφειλέτρια, δεν ηδύνατο να κατέχει (ορθό επιτύχει) μερική ή ολική είσπραξη της προς αυτήν εκχωρηθείσης απαιτήσεως, ή έστω διευθέτηση υπέρ αυτής εν όλω ή εν μέρει της πληρωμής της, αφενός διότι η εκχωρούμενη οφειλέτρια ΔΕΗ, αρνήθηκε την ιδιότητά αυτής ως εξ αναδοχής συναφθείσας μεταξύ αυτής και της πρωτοφειλέτριας ΤΕΜΕ ΑΕ οφειλέτριας, και αφετέρου, διότι καταφάσκουσα την ιδιότητα της εξεκχωρήσεως συναφθείσας μεταξύ της δανείστριας αυτής "ΑΕ ΛΙΟΣΗΣ -ΣΤΡΑΤΟΥΛΑΚΟΣ, και της ΤΕΜΕ ΑΕ, συμβάσεως υπεργολαβίας, δι'εκτέλεση τμήματος έργου, υπεργολαβικώς αναληφθέντος και εκτελεσθέντος από την προαναφερόμενη ΤΕΜΕ ΑΕ, καταχωρημένης οφειλέτριας, ισχυρίσθηκε, ότι η από την ΑΕ ΛΙΟΣΗΣ-ΣΤΡΑΤΟΥΛΑΚΟΣ, προς την ΤΕΜΕ ΑΕ, εκχώρηση μέρους της εις την εργολήπτρια του έργου οφειλομένου ανταλλάγματος ύψους 34.000.000 δρχ., ουδέποτε ανηγγέλθη εις αυτήν, δηλαδή στην ΔΕΗ η οποία, δηλαδή η ΑΕ ΛΙΟΣΗΣ - ΣΤΡΑΤΟΥΛΑΚΟΣ, διατείνεται, ότι για την ως άνω φερόμενη ως εκχωρηθείσα από αυτήν στην ΤΕΜΕ ΑΕ και από την ΤΕΜΕ ΑΕ στην πιστοδότρια Τράπεζα το ποσό των 37.059.200 δρχ.
Είναι φανερό, ότι μετά προαναφερόμενα δεδομένα, ορθώς πράττουσα η με την κρινόμενη αγωγή πιστώτρια Τράπεζα δεν ανέλαβε πρωτοβουλία εμπλοκής εις δικαστικούς αγώνες αμφίβολης έκβασης με την ΔΕΗ και την "ΑΕ ΛΙΟΣΗΣ -ΣΤΡΑΤΟΥΛΑΚΟΣ", και περαιτέρω "κατά το έτος 1991 όταν δηλαδή ήδη είχε εκποιηθεί αναγκαστικώς η εις την κυριότητα του ενάγοντος ανήκουσα εξοχική κατοικία στο ....
Θεσνίκης με επίσπευση της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ" ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι έγινε πρόταση στην εναγομένη από την ΤΕΜΕ ΑΕ, περί άμεσης καταβολής σ'αυτήν ποσού 193.585.000 δρχ. προς εξόφληση του μεγαλυτέρου τμήματος των προς την πιστώτρια ως άνω Τράπεζα οφειλών της ανερχομένων εις 245.000.000 δρχ. έναντι άρσεως της επί του εργοστασίου της ΤΕΜΕ ΑΕ υπαρχούσης υποθήκης και διατηρήσεως εφ' όλων των λοιπών ενυποθήκων ακινήτων (πλην του εκποιηθέντος) των υπαρχουσών υποθηκών.
Από τα προσκομιζόμενα όμως στοιχεία, δεν προκύπτει, ότι η πρόταση αυτή είχε την απαιτούμενη σοβαρότητα αφού η φερόμενη ως ενδιαφερθείσα BANK OF AMERICA, εξ ουδενός στοιχείο αποδεικνύεται, ότι επεζήτησε, να έλθει εις άμεση επαφή με την πιστώτρια Τράπεζα, προκειμένου κα καθορισθούν, οι όροι της πληρωμής του ως άνω ποσού, και, ειδικότερα ο χρόνος διενεργείας αυτής, καθώς και τα δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν μέσα προς τούτο, πράγμα το οποίο σημαίνει, ότι η προαναφερόμενη πρόταση, αν μη τι άλλο, εστερείτο της απαιτούμενης βαρύτητας και του εις παρόμοιες περιστάσεις απαιτουμένου ρεαλισμού.
Επομένως, ορθά απερρίφθη η ως άνω πρόταση από την εναγομένη πιστώτρια", καταλήγοντας "ότι οι πράξεις και οι παραλείψεις της εναγομένης Τράπεζας, ούτε παράνομες, ούτε ανήθικες, μπορούν να χαρακτηρισθούν, η δε περιέλευση της ΤΕΜΕ ΑΕ σε δεινή οικονομική κατάσταση, ήδη από το τελευταίο τρίμηνο του έτους 1985, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί εις οποιοδήποτε πταίσμα της εναγομένης Τραπέζης, η οποία, ουδεμία ενδοσυμβατική ή μετασυμβατική υποχρέωσή της αθέτησε όπως αυτές διαρθρώνονται από το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 729, 361, 847, 851, 852, 862, 863, 809, 288, 200, 330 και 334 ΑΚ".
Με τους διατυπούμενους κατά σειρά λόγους αναιρέσεως υποστηρίζεται (1) με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ευθεία παραβίαση του άρθρου 460 ΑΚ, συνισταμένη στην έμμεση παραδοχή της ότι δεν είχε αναγγελθεί στη ΔΕΗ ή κατ'αυτής απαίτηση της εταιρείας ΑΕ ΛΙΟΣΗΣ-ΣΤΡΑΤΟΥΛΑΤΟΣ", ενώ η υπαγωγή των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών δικαιολογούσε την εφαρμογή του άρθρου 460 ΑΚ, (2) με αναφορά ομοίως στο άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ευθεία παραβίαση των άρθρων 1224 εδ.α, 1256, 200, 288, 713 επ.
ΑΚ και 17.7/13-8-1923, συνισταμένη στο ότι τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσία πραγματικά περιστατικά δεν αναιρούσαν την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς είσπραξη της ενεχυρασθείσης απαιτήσεως, ισχυρισμό στον οποίο θεμελιώνει και τον παράλληλα διατυπούμενο λόγο αναιρέσεως της εκ πλαγίου παραβιάσεως των αυτών διατάξεων (ΚΠολΔ 559 αρ.19) με την έννοια των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως ερείδονται επί αναληθούς από νομική και ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως. Και τούτο για τον λόγο ότι κατά τις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως η προς την αναιρεσίβλητη ενεχύραση της έναντι της ΔΕΗ απαιτήσεως της πρωτοφειλέτριας εταιρείας ΤΕΜΕ ΑΕ συνδυάσθηκε με εγχώρησή της και έγινε προς ισόποση απόσβεση της προς την αναιρεσίβλητη οφειλή της τελευταίας, η οποία (εγχώριση) λειτουργεί ως δόση αντικαταβολής (ΑΚ 419, 420), με μόνη δικαιούχο στην περίπτωση αυτή της απαιτήσεως την εκδοχέα αναιρεσίβλητη (ΑΚ 455 επ.) και υπόχρεη προς πληρωμή την οφειλέτρια ΔΕΗ. 'Ετσι δεν καταλείπεται περιθώριο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 862 ΑΚ, με την έννοια της απελευθερώσεως του αναιρεσείοντος εγγυητή λόγω αδυναμίας ικανοποιήσεως της αναιρεσίβλητης δανείστριας από δόλο ή βαρεία αμέλειάς της, αγωγικό ισχυρισμό στον οποίο προεχόντως θεμελιωνόταν η φερόμενη προς διάγνωση αξίωση του αναιρεσείοντος, εφόσον δεν επρόκειτο για απαίτηση κατά της πρωτοφειλέτριας, αλλά για εκχώρηση αντί καταβολής απαιτήσεως αυτής κατά της ΔΕΗ, με βάση την οποία κρίνονται τα επελθόντα δι'αυτήν έννομα αποτελέσματα.
Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι δεν βαρυνόταν με από δόλο ή βαρεία αμέλεια υπαιτιότητα η αναιρεσίβλητη δανείστρια για την ματαίωση της ικανοποιήσεως της κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρείας ΤΕΔΕ ΑΕ απαιτήσεώς της, υπέρ της οποίας εγγυήθηκε ο αναιρεσείων, από τη μη δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως της τελευταίας κατά της ΔΕΗ, που εκείνη εκχώρησε προς την αναιρεσίβλητη, με αρνητική αξιολόγηση των προϋποθέσεων του μη έχοντος εφαρμογή άρθρου 862 ΑΚ, δε ορθό κατ'αποτέλεσμα διατακτικό κατέληξε, με βάση το οποίο κρίνεται η ευδοκίμηση των ερευνωμένων λόγων αναιρέσεως (ΚΠολΔ 578, Ολ.ΑΠ 8/1993), με άμεση δικονομική συνέπεια να ελέγχονται ως αβάσιμοι και (3) με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.19 εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 288, 862, 914, 281, 929 ΑΚ, με την έννοια της διατυπώσεως ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με την προσφορά προς την αναιρεσίβλητη δανείστρια από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία ΤΕΔΕ ΑΕ του ποσού των 193.585.000 δρχ.
Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως αρνητικά αξιολογείται σε συνέπεια με την εκτίμηση ότι με πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν επρόκειτο περί πραγματικής προσφοράς, ώστε να δικαιολογείται η κατά την έννοια του άρθρου 862 ΑΚ απελευθέρωση του αναιρεσείοντος εγγυητή, χωρίς η κατά τούτο πλήρης αιτιολογία της να απαιτεί να διαλάβει στις παραδοχές της σε ποιες ενέργειες έπρεπε να έχει προβεί η πρωτοφειλέτρια εταιρεία ΤΕΜΕ ΑΕ και η φερόμενη ως ενδιαφερθείσα τράπεζα ΒΑΝΚ ΟF AMERICA για την εξέταση της εν λόγω προσφοράς.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ.ΑΠ 14/2005).
Με τον απομείναντα προς έρευνα λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη (1) την από .... επιστολή της εταιρείας ΑΕ ΛΙΟΣΗΣ-ΣΤΡΑΤΟΥΛΑΤΟΣ προς την ΔΕΗ, με την οποία ζητήθηκε η έγκριση της καταβολής από την τελευταία του εκ δρχ. 34.000.000 εργολαβικού ανταλλάγματος στην εταιρεία ΤΕΜΕ ΑΕ, (2) την από .....
εγκριτική του εν λόγω αιτήματος επιστολή της ΔΕΗ, (3) την από ..... μεταξύ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας ΤΕΔΕ ΑΕ και της αναιρεσίβλητης δανείστριας συμβάσεως συνομολογηθείσα σύμβαση ενεχυριάσεως και εγχωρήσεως και (4) την από ..... επιστολή της αναιρεσίβλητης, με την οποία η τελευταία απέρριψε το αίτημα προσφοράς του ποσού των 193.585.000 δρχ., που νόμιμα πράγματι επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων.
Εκτιμάται, από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλες τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, και ιδία την παραδοχή της περί εκχωρήσεως στην αναιρεσίβλητη της κατά της ΔΕΗ απαιτήσεως της πρωτοφειλέτριας εταιρείας ΤΕΜΕ ΑΕ, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα εν λόγω έγγραφα, για τα οποία παραδεκτά προτείνεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που αξιολογείται όμως ως αβάσιμος.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η άδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 183).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την 1250/18-9-2006 αίτηση για αναίρεση της 8405/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ