Legislator Case Law & Legislation
512/2007 AI generated

512/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 512/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 13 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 924/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 926/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητεί το αναιρεσείον με την από 12 Νοεμβρίου 2004 αίτηση και τον από 21 Σεπτεμβρίου 2006 πρόσθετο λόγο αυτής.

Legislator headnote

AI generated

512/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αποδιδόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτίαση ότι το δικαστήριο που δίκασε "στήριξε την κρίση του σε ελλιπή (μη πρόσφορα) συγκριτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης" αφορά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου και, ως τέτοιος, δεν θεμελιώνει κατ΄ άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., λόγον αναιρέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 512 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 512/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Παρασκευά Βαρελά, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΤΣΑΡΑΚΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ....., 3. ....., 4. ...., 5. ...... και 6. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκαίο Βγενόπουλο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 13 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 924/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 926/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητεί το αναιρεσείον με την από 12 Νοεμβρίου 2004 αίτηση και τον από 21 Σεπτεμβρίου 2006 πρόσθετο λόγο αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 8 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν θεμελιώνει κάποιο λόγο αναίρεσης και ποιό η προσβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το δικαστήριο που δίκασε παρά το νόμο απέρριψε την νομίμως προβληθείσα ένστασή του αοριστίας του δικογράφου της αγωγής (διωκούσης αποζημίωση για την εκ μέρους του ως μισθωτού παρακράτηση του μισθίου μετά τη λήξη της μισθώσεως) και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. χωρίς να εκθέτει, ως όφειλε, ποιά "πράγματα" (πραγματικά περιστατικά) έλαβε υπόψη μολονότι δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα σε τι συνίσταται η επικαλούμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, όπως επίσης (χωρίς να εκθέτει) σε τι συνίσταται η παρά το νόμο μη κήρυξη ακυρότητας. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι αναιρετέα, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι απαραίτητα για να κριθεί αν συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι όροι των διατάξεων που εφαρμόσθηκε, Αντιθέτως δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε από αυτές το δικαστήριο, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς, Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. το αναιρεσείον, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Δικαστήριο που δίκασε "δι΄ ανεπαρκούς αιτιολογίας ήχθη στο σχηματισμό κρίσεως περί τη μισθωτική αξία του ακινήτου". Ετσι όμως όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός χωρίς δηλαδή να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιές είναι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και για ποιο λόγο είναι ανεπαρκείς καθώς και ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη βάσης, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 649 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. στις διαφορές που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 - 661 Κ.Πολ.Δ. οι διάδικοι έως το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην κατ΄ έφεση δίκη (άρθρ. 654 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμά του σχετικά με τη μισθωτική αξία του ακινήτου, κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται σ΄ αυτήν, έλαβε υπόψη του "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται".

Ενόψει τούτων ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Δικαστήριο που δίκασε κατά παράβαση του νόμου έλαβε υπόψη του συγκριτικά (αποδεικτικά) στοιχεία τα οποία προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι για πρώτη φορά με τις προτάσεις τους και κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας ενώ αντιθέτως "για το παραδεκτό και ορισμένο της αγωγής έπρεπε να αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της" και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 10 και 11 Κ.Πολ.Δ., κατά μεν την πρώτη από τις αιτιάσεις αυτές (άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ) είναι αόριστος αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιά "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης παρά το νόμο δέχτηκε το δικαστήριο ως αληθινά χωρίς απόδειξη κατά δε τη δεύτερη από αυτές (α΄ρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, κατά τα άνω εκτιθέμενα, αρκούσε η προσαγωγή των αποδεικτικών αυτών μέσων έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο και δεν ήταν αναγκαίο για το παραδεκτό της αγωγής να αποτελέσουν "αναπόσπαστο στοιχείο της", να κατατεθούν δηλαδή μαζί με αυτήν.

Η περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αποδιδόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτίαση ότι το δικαστήριο που δίκασε "στήριξε την κρίση του σε ελλιπή (μη πρόσφορα) συγκριτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης" αφορά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου και, ως τέτοιος, δεν θεμελιώνει κατ΄ άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., λόγον αναιρέσεως.

IV. Σύμφωνα με το άρθρο 566 παr. 1 Κ.Πολ.Δ. το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει τους λόγους της αναίρεσης και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο να αναφέρονται δηλαδή τα στοιχεία που απαιτούνται για να είναι παραδεκτοί και νόμω βάσιμοι, ώστε να μπορεί να συναχθεί σε ποιά συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

υπάγονται. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, β) ο ισχυρισμός (αγωγή, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση και γ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Δικαστήριο που δίκασε "απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία την νομίμως προταθείσα ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής κατ΄ άρθρο 281 Α.Κ." χωρίς να εκθέτει περαιτέρω στο αναιρετήριο ποιά συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

επικαλείται και, σε περίπτωση που αναφέρεται στον από το άρθρο αυτό περίπτ. 19 προβλεπόμενο λόγο, ποιές ήσαν οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας της σχετικά με την απόρριψη της ενστάσεως αυτής. Έτσι όμως όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

V. Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι "όχι ορθά ούτε νόμιμα το Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις κείμενες διατάξεις και ιδίως το άρθρο 601 Α.Κ. και ουδόλως έλαβε υπόψιν του τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά τα οποία δια της υπαγωγής τους στην ανωτέρω διάταξη έπρεπε να είχαν οδηγήσει στην απόρριψη της αγωγής".

O λόγος αυτός, εκτιμώμενος ότι δι' αυτού προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έτσι όπως διατυπώνεται, χωρίς δηλαδή να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και το νομικό σφάλμα στο οποίο εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα, είναι, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, αόριστος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.

VΙ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του σχετικά με το ύψος της οφειλομένης στους αναιρεσίβλητους αποζημιώσεως για τη ζημία που αυτοί υπέστησαν από την εκ μέρους του αναιρεσείοντος παρακράτηση της χρήσεως του μισθίου μετά τη λήξη της μισθωτικής σχέσεως κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (20.12.2000 έως 21.1.2002) έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε, μεταξύ άλλων, "και τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται".

Επομένως έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε, έστω κι αν δεν το μνημονεύει ειδικώς, και το υπ΄ αριθ. ..... πιστοποιητικό της Α΄ ΔΟΥ Πάτρας, το οποίο επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον και στο οποίο εμπεριέχονται συγκριτικά στοιχεία για το ύψος των μισθωμάτων γειτονικών του μισθίου ακινήτων. Επομένως, ο έκτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεξετίμησε το αποδεικτικό αυτό μέσο το οποίο προσεκόμισε και επικαλέσθηκε το αναιρεσείον και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. 3 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

VII. Με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο καθόρισε την οφειλόμενη αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι συνεπεία της παρακρατήσεως του μισθίου κατά το χρονικό διάστημα από 20.12.2000 έως 21.1.2002 με ανεπαρκή αιτιολογία με αποτέλεσμα να στερείται αυτή νομίμου βάσεως. Ετσι όμως όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός χωρίς δηλαδή να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, β) ο ισχυρισμός ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας και γ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και στην προκειμένη περίπτωση ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αόριστος και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον (ΝΠΔΔ), στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, μειωμένη κατά το άρθρο 22 πρ. 1 του Ν. 3693/1957.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 12.11.2004 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ" κατά των: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΤΣΑΡΑΚΗΣ ΑΕ", 2) .....3) .... 4) ....., 5) .... και 6) ..... για αναίρεση της 926/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ΕΥΡΩ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ