511/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated511/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 787/2023, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 393/2022, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1389/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον με αριθ….Α/5-9-2023 και …Α/5-9-2023 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Κέρκυρας Ε.
Full text
Απόφαση 511 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 511/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΑΓΩΓΗ - ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ", (Π.Α.Κ.Π.ΠΟ.) του Δήμου ... με έδρα την ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Χήτο - Κιάμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1. Κ. Β. του Α., κατοίκου .... και 2. Θ. Ν. του Α., κατοίκου ... ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 4/2019 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και 42/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 1-10-2019 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 477/2023 απόφαση του δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 15-6-2023 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15 Ιουνίου 2023 και με αριθ. κατάθ. 69/16-6-2023 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΑΓΩΓΗ - ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ", φέρεται νόμιμα προς περαιτέρω συζήτηση, η από 1 Οκτωβρίου 2019 με αριθ. κατάθ. 4/2-10-2019 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 42/1-8-2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, δικάσαντος ως Εφετείου, μετά την έκδοση της με αριθμό 477/2023 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης, διότι δεν προέκυπτε η επίδοση της υπό κρίση αναίρεσης, στους απόντες αναιρεσίβλητους.
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου ή μη παρισταμένου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, τότε ερευνάται αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα και σε καταφατική περίπτωση το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 787/2023, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 704/2020).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 787/2023, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 393/2022, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1389/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον με αριθ….Α/5-9-2023 και …Α/5-9-2023 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Κέρκυρας Ε.
Γ.. Σ., προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της από 15-6-2023 και με αριθ. κατάθ. 69/16-6-2023 κλήσης του καλούντος - αναιρεσείοντος, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την προαναφερόμενη δικάσιμο (14-11-2023), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους αναιρεσίβλητους.
Από τις ίδιες εκθέσεις επίδοσης προκύπτει ότι συγκοινοποιήθηκε στους τελευταίους ακριβές αντίγραφο της από 1-10-2019 με αριθ. κατάθ. 4/2-10-2019 αίτησης αναίρεσης. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά ην παραπάνω δικάσιμο (14-11-2023), οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε κανονικά από τη σειρά του πινακίου και, συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.
Με την από 1 Οκτωβρίου 2019 με αριθ. κατάθ. 4/2-10-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, με αριθμό 42/1-8-2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, δικάσαντος ως Εφετείου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η από 1-10-2018 και με αριθ. κατάθ.49/2018 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 44/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου .... Με την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 27-6-2017 με αριθ. κατάθ. 92/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και άλλων 48 εναγόντων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα, και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), στις 2-10-2019, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση, στις 11-9- 2019 της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Θ. Κ., επί του αντιγράφου της απόφασης αυτής). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα του διαλαμβανόμενου σε αυτή λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 27-6-2017 και με αριθ.κατάθ. 92/2017 αγωγή που άσκησαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι 1 ) Κ. Β. του Α. και 2) Θ. Ν. του Α., από κοινού με άλλους 48 ενάγοντες κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΑΓΩΓΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ", ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., εξέθεταν ότι συνδέονταν με το ως άνω εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου οι δέκα πρώτοι, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος αναιρεσίβλητος και με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι λοιποί, μεταξύ των οποίων και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, από τις ημεροχρονολογίες και με τις ειδικότητες που αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. υπολόγιζε τις αποδοχές τους με βάσει τις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου, όπως κάθε φορά ίσχυαν. Ότι το τελευταίο, επικαλούμενο τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.6 ν. 3845/2010 και το άρθρο 16 του Ν.4024/2011, προέβη αρχικά σε περικοπή των επιδομάτων εορτών και αδείας τους και στη συνέχεια με τη διάταξη της περ. 1 της υποπαρ.
Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, προέβη σε κατάργηση από 1-1-2013 των ως άνω επιδομάτων, παρά το ότι οι ίδιοι δεν υπάγονταν στο ρυθμιστικό πεδίο των νόμων αυτών. Ότι λόγω της κατάργησης αυτής, το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε τα επιδόματα εορτών και αδείας για τα έτη 2015, 2016 και 2017, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή.
Εξέθεταν, επίσης, ότι η προαναφερόμενη διάταξη με την οποία καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών και αδείας είναι αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 (αρχή προστασίας ανθρώπινης αξιοπρέπειας), 4 παρ. 1 και 5 (αρχή ισότητας), 5 παρ. 1 (ελεύθερη ανάπτυξη προσωπικότητας), 22 παρ. 1 (δικαίωμα εργασίας), 25 παρ. 1 (αρχή αναλογικότητας) 25 παρ. 4 (αρχή κοινωνικού Κράτους δικαίου), 106 παρ.1 (ανάπτυξη οικονομίας και κοινωνική ειρήνη) του Συντάγματος, αντίθετη στις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του Ευρωπαϊκού Δικαίου και της τήρησης της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ δημοσίου συμφέροντος και προάσπισης θεμελιωδών δικαιωμάτων, αντίθετη στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., η οποία έχει κυρωθεί με το ΝΔ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, στις διεθνείς συμβάσεις εργασίας 87, 98, 150 και 151 και στο άρθρο 8 του Διεθνούς Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα.
Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος τους με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και περιλήφθηκε στις προτάσεις, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για καθένα τους στην αγωγή ποσά, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν διακρίσεις.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 44/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει στους ενάγοντες για επιδόματα εορτών και αδείας ετών 2015-2017 τα επιδικασθέντα σε έκαστο από αυτούς ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της ασκηθείσας από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον από 1-10-2018 έφεσης κατά των δύο ήδη αναιρεσίβλητων-εναγόντων, εκδόθηκε, η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμό 42/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, δικάσαντος ως Εφετείου, με την οποία κρίθηκε ότι είναι αντισυνταγματική η διάταξη της Υποπαραγράφου Γ.1 περιπτ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 με την οποία καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κλπ από 1-1-2013, με την αιτιολογία ότι η ανωτέρω διάταξη οδηγεί σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των υπαλλήλων κάτω του επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης, αντίκειται στα άρθρα 25 παρ.1 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτά αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, απορρίπτοντας το μοναδικό λόγο έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος ΝΠΔΔ περί συνταγματικότητας της ως άνω διάταξης ως κατ'ουσία αβάσιμο και κατόπιν αυτών δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος ΝΠΔΔ, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση με την οποία είχε επιδικαστεί στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 6.482 ευρώ και στο δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 3.832 ευρώ.
Το Σύνταγμα ορίζει, στο άρθρο 4 παρ. 5 ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο άρθρο 25 παρ. 1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους...
Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κρινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης", στο άρθρο 79 παρ. 1 ότι "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδο της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος", και στο άρθρο 106 παρ. 1 ότι "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας...".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΟλΑΠ 3, 4/2022, ΟλΣτΕ 481, 431/2018).
Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή.
Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 Ε.
κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 Ρ. κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΑΠ 899/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, ΟλΣτΕ 1308/2019, ΟλΣτΕ 481/2018, ΟλΣτΕ 668/2012). Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 §§ 2 & 9, 2 § 1 και 20 § 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού, και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο §§ 1 & 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 § 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 § 23 περ.
α' ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα.
Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΟλΣτΕ 3372/2015, ΟλΣτΕ 3373/2015, ΟλΣτΕ 668/2012).
Ειδικότερα δε ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 ορίσθηκαν τα εξής: "....6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, [...] καθορίζονται ως εξής:
α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψός αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" και με το άρθρο 16 του ν. 4024/2011 τα ανωτέρω επιδόματα επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ως άνω ποσά ως εξής "1.
Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο τo χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3.
Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5.
Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους".
Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας.
Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013".
Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.
Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.
Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.
Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ.
σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών-μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.
Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.
αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, C. Ε. V., σκ. 67 και C-64/16, Α. S. dos J. P., σκ. 49 και 52). Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 § 2 & 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α'38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (EE) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ.
έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο 'Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1092 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ.
Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.
Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.
απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε- να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.
Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ.
ΟλΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 899/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, ΟλΣτΕ 1308/2019).
Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ευρώ, βλ.
έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνόδευε το σχέδιο του ν. 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή) καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των αναιρεσίβλητων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.
και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 476/2022, ΑΠ 77/2022, ΑΠ 899/2021, ΑΠ 1280/2020, ΟλΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, ΟλΣτΕ 1308/2019). Ακόμη, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 476/2022, ΑΠ 77/2022, ΑΠ 899/2021, ΟλΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1852/2022, ΑΠ 476/2022, ΑΠ 77/2022 ΑΠ 839/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό και υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, που εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθόσον προσβάλλεται απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο απόφαση Ειρηνοδικείου, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη της υποπαραγράφου Γ.1 περιπτ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και ειδικότερα εσφαλμένα έκρινε ότι η ολοσχερής κατάργηση με την τελευταία διάταξη των επιδομάτων δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας προσκρούει στις διατάξεις του Συντάγματος;
και στις έχουσες υπερνομοθετική ισχύ διατάξεις των διεθνών συνθηκών, ενώ όφειλε να κρίνει ότι η κατάργηση με την ως άνω διάταξη των επιδομάτων εορτών και αδείας δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ.1 και 25 παρ. 1-4 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ως μέτρο ήταν αναγκαίο για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης που είχε περιέλθει η Χώρα που συνέβαλε στην δημοσιονομική πειθαρχία στην περιστολή των δημοσίων δαπανών και υλοποιούσε δεσμεύσεις δημοσιονομικών στόχων που απέρρεαν για τη χώρα μας από αποφάσεις του Συμβουλίου Ευρωπαϊκής Ένωσης για περιορισμό των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Ο ως άνω λόγος, αναίρεσης είναι βάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο ότι η διάταξη της υποπαράγραφου Γ1 περιπτ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η οποία κατήργησε ολοσχερώς τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας από 1-1-2013 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου των ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και του ευρύτερου δημόσιου τομέα είναι αντισυνταγματική και μη εφαρμοστέα διότι αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και οδηγεί σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των υπαλλήλων κάτω του κατά το άρθρο 2 παρ.1 του Συντάγματος επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης και ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα επιδόματα εορτών και αδείας με βάση το μέσο όρο των καταβαλλόμενων σε αυτούς μηνιαίων αποδοχών κατά τα αντίστοιχα έτη, απορρίπτοντας το σχετικό μοναδικό λόγο έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της υποπαραγράφου Γ.1 περιπτ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον κατά τα προεκτεθέντα, η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ.1, 22 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και η οποία διατηρήθηκε κατά τα .ένδικα έτη 2016-2017, με τις διατάξεις του νέου μισθολογίου του ν.4354/2015.
Εσφαλμένα δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του ν. 4093/2012 με την οποία καταργούνταν από 1-1- 2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και ευρύτερο δημόσιο τομέα που είχαν χορηγηθεί από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη (και επομένως ακόμα και αυτά που χορηγούνταν με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011) και υπέπεσε ως εκ τούτου στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης ως βάσιμος και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 1-10-2018 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 44/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...
κατά το μέρος που αφορά τους 7° και 39° ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους Κ. Β. του Α. και Θ. Ν. του Α. και έκρινε την από 27- 6-2017 αγωγή ως προς αυτούς ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον 7° ενάγοντα για δώρο Χριστουγέννων των ετών 2015 και 2016 και για δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας των ετών 2015,2016 και 2017 το ποσό των 6.482 ευρώ και στον 39° ενάγοντα για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2015, 2016 το ποσό των 3.832 ευρώ και να απορριφθεί η αγωγή ως προς τους ενάγοντες αυτούς ως μη νόμιμη.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης κατά την οποία το αναιρεσείον κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 42/1-8-2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, δικάσαντος ως Εφετείου.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 1-10-2018 με αριθμ. καταθ. 49/2018 έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΑΓΩΓΗ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ".
Δέχεται αυτήν κατ' ουσίαν.
Εξαφανίζει την με αριθμό 44/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... κατά το μέρος που αφορά τους 7° και 39° ενάγοντες Κ. Β. του Α. και Θ. Ν. του Α. αντίστοιχα και κατά παραδοχή της αγωγής υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον 7° ενάγοντα για δώρο Χριστουγέννων των ετών 2015 και 2016 και για δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας των ετών 2015, 2016 και 2017 το ποσό των έξι χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα δύο (6.482) ευρώ και στον 39° ενάγοντα για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2015, 2016 το ποσό των τριών χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα δύο (3.832) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 27-6-2017 με αριθ. κατάθ. 92/2017 αγωγή, ως προς τους ανωτέρω 7° και 39° ενάγοντες.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς αυτούς.
Καταδικάζει τους ως άνω ενάγοντες - εφεσίβλητους - αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου - εκκαλούντος - αναιρεσείοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ καθώς και της παρούσας αναιρετικής δίκης που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ