511/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated511/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 511 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 511/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Λ. του Τ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Χρήστου Μακρή και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζύγου Γ. , το γένος Γ. Χ., 2) Π. Β. του Γ., 3) Γ. Β. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ψυλιάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και τις από 5/6/2012 και 25/7/2013 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1500/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 542/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/12/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 20-12-2018 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 542/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 25-6-2015 έφεση της εναγομένης-ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 1500/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει την από 6-6-2013 αγωγή της και είχε δεχθεί εν μέρει τις από 12-6-2012 και 31-7-2013 αγωγές των εναγόντων, νυν αναιρεσιβλήτων, και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει σε καθένα των τελευταίων το ποσό των 5.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Εξ άλλου, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει στο δικόγραφο αυτό να εκτίθεται με ακρίβεια η τέλεση της αδικοπραξίας από τον υπόχρεο στην καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης ή οι προϋποθέσεις θεμελίωσης αντικειμενικής ευθύνης από το νόμο, καθώς και η πρόκληση της ηθικής βλάβης στα αιτούμενα την χρηματική ικανοποίηση πρόσωπα.
Πρέπει, επίσης, με την αγωγή να ζητείται ορισμένο χρηματικό ποσό, καθόσον ο ενάγων δεν απαλλάσσεται να διατυπώσει ορισμένο αίτημα, ενόψει του άρθρου 932 του ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, επιδικάζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου. Δεν είναι όμως αναγκαίο να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, τα προσδιοριστικά εκείνα στοιχεία, βάσει των οποίων θα καθορισθεί το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, όπως, προκειμένου περί ηθικής βλάβης, μεταξύ άλλων, ο βαθμός του πταίσματος του αδικοπρακτήσαντος ή η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, καθόσον τα παραπάνω στοιχεία δύνανται να προκύψουν από τις αποδείξεις (ΑΠ 265/2015 ).
Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:
το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).
Εξ άλλου με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 5-7-2012 αγωγή (αριθμ. κατάθ. 5098/2012) της η ενάγουσα Α. Β. ισχυρίστηκε ότι στις 31-8-2004 ο υιός της Π. Β. προκάλεσε υλικές ζημιές στο υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της μη διαδίκου Σ. Β. και για το λόγο αυτό η τελευταία υπέβαλε σε βάρος του έγκληση για φθορά ξένης ιδιοκτησίας προτείνοντας ως μάρτυρες την εναγόμενη Α.
Λ.. Ότι στα πλαίσια της έγκλησης αυτής η εναγόμενη κατέθεσε ψευδώς στους αρμόδιους προανακριτικούς υπαλλήλους ότι ο υιός της Π. Β. προκάλεσε δήθεν από πρόθεση στο αυτοκίνητο της Σ. Β. υλικές ζημιές, για το λόγο δε αυτό ο τελευταίος κατέθεσε σε βάρος της εναγομένης έγκληση για συκοφαντική δυσφήμηση και για ψευδή καταμήνυση.
Ότι στα πλαίσια της εκδίκασης της έγκλησης αυτής του Π. Β. ενώπιον του Β τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά και αναφερόμενη στην πρόκληση ζημιών το προαναφερθέν ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατέθεσε ψευδώς για την ίδια (δηλ. την ενάγουσα) ότι δήθεν ήταν και εκείνη παρούσα στο εν λόγω συμβάν, ευρισκόμενη στο μπαλκόνι του σπιτιού της και μάλιστα παρότρυνε τον υιό της Π.
Β. να προκαλέσει σκόπιμα τις υλικές ζημιές στο αυτοκίνητο της Σ. Β. απευθύνοντάς του τη φράση " προχώρα", ενώ επί πλέον η εναγόμενη επίσης απολογούμενη έκανε δυσμενή σχόλια για την ίδια (δηλ. την ενάγουσα) αναφέροντας τη φράση "υπάρχει τέτοια μάνα;". Ότι με τους ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμούς της εναγομένης προσβλήθηκε η τιμή και η υπόληψή της.
Με ιστορική βάση αυτά τα περιστατικά η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 95.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο. Με την από 25-7-2013 αγωγή οι ενάγοντες Π και Γ. Β.ς ισχυρίστηκαν ότι η εναγόμενη Α. Λ. άσκησε εναντίον τους την υπ' αριθμ. κατάθ. 4405/2013 αγωγή, στην οποίαν ανέφερε σε βάρος τους ότι οι ίδιοι μετέφεραν παραποιημένη στη μητέρα τους Α.
Β. την απολογία της ίδιας ενώπιον του Β Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά και έτσι την έπεισαν με παροτρύνσεις και προτροπές να ασκήσει εναντίον της την ανωτέρω προαναφερθείσα με αριθμ. κατάθ. 5098/2012 αγωγή με την οποίαν προσβλήθηκε η τιμή και η υπόληψή της. Ότι όσα αναφέρει η εναγομένη Α. Λ. σε βάρος τους στην ως άνω αγωγή της είναι ψευδή καθώς ουδόλως παραποίησαν την απολογία της ίδιας προς τη μητέρα τους πείθοντας την τελευταία να ασκήσει εναντίον της την υπ' αριθμ.
καταθ. 5098/2012 αγωγή της, αλλά απεναντίας η μητέρα τους πληροφορήθηκε το περιεχόμενο της απολογίας της από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου και με βάση τα αναφερόμενα σε αυτά, αποφάσισε η ίδια με δική της πρωτοβουλία να ασκήσει εναντίον της την εν λόγω αγωγή της. Ότι με τα όσα αναληθή και συκοφαντικά ισχυρίστηκε η εναγόμενη στην υπ' αριθμ.
κατάθ. 4405/2013 αγωγή της προσβλήθηκε η τιμή και υπόληψή τους. Με ιστορική βάση αυτά τα περιστατικά οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθένα απ' αυτούς το ποσό των 95.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με τα ως άνω περιεχόμενα και αιτήματα οι αγωγές είναι ορισμένες κατ'εφαρμογή των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 932 ΑΚ σύμφωνα με προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, εφόσον περιέχουν όλα τα εκεί αναφερόμενα στοιχεία.
Κατά συνέπεια το Εφετείο που με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, δέχθηκε ως προς το αναιρετικώς ενδιαφέρον μέρος ότι "οι υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5098/2012 και 5897/2013 αγωγές... περιέχουν όλα τα αναγκαία για το ορισμένο αυτών στοιχεία ήτοι σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν στο νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τους ενάγοντες κατά της εναγομένης (άρθρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ οι κατ' αυτών αιτιάσεις εντάσσονται στην ουσιαστική βασιμότητα των δικογράφων, η οποία εξετάζεται στα πλαίσια της εκτίμησης των αποδείξεων" και ειδικότερα ότι εκτίθενται αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά της αδικοπραξίας συνιστάμενα στην ψευδή κατάθεση της εναγομένης και εδώ αναιρεσείουσας όσον αφορά την πρώτη ως άνω από 12-6-2012 αγωγή και την συκοφαντική δυσφήμιση της τελευταίας σε βάρος των εναγόντων, νυν αναιρεσιβλήτων, όσον αφορά την δεύτερη από 31-7-2015 αγωγή και η συνεπεία αυτών πρόκληση της ηθικής βλάβης στους ενάγοντες και απέρριψε τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου των δικογράφων λόγω αοριστίας, και στη συνέχεια απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης περί αοριστίας των ως άνω αγωγών, δεν έσφαλε, διότι προκύπτει ότι αυτές (αγωγές) περιέχουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και συγκεκριμένα την τέλεση της αδικοπραξίας από τον υπόχρεο στην καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης καθώς και την πρόκληση της ηθικής βλάβης στα αιτούμενα την χρηματική ικανοποίηση πρόσωπα και ορισμένο χρηματικό ποσό, καθόσον ο ενάγων δεν απαλλάσσεται να διατυπώσει ορισμένο αίτημα, διότι η επιδίκαση του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης είναι εύλογη.
Επομένως, ο πρώτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης με τον οποίον η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια εκ του αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι των αρ. 10 και 11), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Στη συνέχεια ως προς την ουσία της υπόθεσης η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Στις 31-8-2004 επί της οδού Λ... 12 στον ...
ο δεύτερος εναγόμενος της υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 4405/2013 αγωγής -δεύτερος ενάγων της υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5897/2013 αγωγής και ήδη εκκαλών- εφεσίβλητος Π. Β. οδηγώντας το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της αποκλειστικής του κυριότητας προκάλεσε από υπαιτιότητα του υλικές ζημίες στο υπ'αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της αποκλειστικής κυριότητας της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Σ. Β.. Η σύγκρουση προκλήθηκε όταν ο Π. Β. ενεργώντας οπισθοπορεία με το ως άνω αυτοκίνητο της αποκλειστικής του κυριότητας, προκειμένου να εξέλθει από περιφραγμένο οικόπεδο της κυριότητας του αδελφού του Ν. Β., αφού προηγουμένως είχε σταθμεύσει το εν λόγω όχημα, επέπεσε με το οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στην αριστερή πλευρά του ανωτέρω υπ'αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου της Σ. Β., το οποίο η τελευταία είχε σταθμεύσει έξωθεν του ως άνω οικοπέδου και πλησίον της πόρτας για την είσοδο και έξοδο των οχημάτων, παρεμποδίζοντας την έξοδο του Π. Β. από το οικόπεδο. Ο τελευταίος πριν επιχειρήσει με το αυτοκίνητο του την κίνηση οπισθοπορείας για την έξοδο του από το οικόπεδο, είχε προηγουμένως αναζητήσει τον ιδιοκτήτη του ως άνω σταθμευμένου υπ'αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος μέχρι τότε ήταν άγνωστος σε αυτόν, χτυπώντας τα κουδούνια της παρακείμενης στο οικόπεδο πολυκατοικίας επί της οδού Λ... 10, χωρίς ωστόσο η έρευνα του αυτή να αποφέρει κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Από την ανωτέρω σύγκρουση το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της Σ.
Β. υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημίες. Για το λόγο αυτό η τελευταία θεωρώντας ότι ο οδηγός Π. Β.ς προσέκρουσε με πρόθεση στο αυτοκίνητο της επιδιώκοντας να προκαλέσει σε αυτό υλικές ζημίες, προκειμένου να την εκδικηθεί για την παρενόχληση, που του προκάλεσε, με τη στάθμευση του αυτοκινήτου της έμπροσθεν της εισόδου του εν λόγω οικοπέδου, υπέβαλε σε βάρος του την από 31-8-2004 έγκληση της για διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας προτείνοντας ως μάρτυρες αφενός την εναγομένη των υπ'αριθμ.
εκθέσεως καταθέσεως 5098/2012 και 5897/2013 αγωγών, ενάγουσα της υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 4405/2013 αγωγής και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη Α. Λ., αφετέρου τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη Ε. Χ.. Κατά την εκδίκαση της ανωτέρω έγκλησης οι εν λόγω μάρτυρες ανέφεραν στις καταθέσεις τους ότι ο οδηγός Π. Β.ς προκάλεσε με πρόθεση τις υλικές ζημίες στο αυτοκίνητο της Σ.
Β., το δε Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, το οποίο δίκασε την υπόθεση σε πρώτο βαθμό, με την υπ'αριθμ. 3741/18-5-2011 απόφαση του έκρινε ένοχο τον Π. Β. της πράξης της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας ενώ το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ομοίως με την υπ'αριθμ. 183/2012 απόφαση του κήρυξε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο ένοχο της ως άνω πράξης και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης τριών μηνών.
Εξάλλου ο Π. Β.ς θεωρώντας ότι οι μάρτυρες Α. Λ. και Ε. Χ. κατέθεσαν ψευδή γεγονότα σε βάρος του στα πλαίσια της ανωτέρω δίκης, σχετικά με την πρόθεση του να προκαλέσει υλικές ζημίες στο αυτοκίνητο της Σ. Β. - καθώς ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι προκάλεσε τις υλικές ζημίες από αμέλεια κατά την οδήγηση- υπέβαλε σε βάρος τους όπως και σε βάρος της Σ.
Β. την από 6-12-2004 έγκληση του, με την οποία εγκαλούσε και τις δύο μάρτυρες για ψευδορκία μάρτυρα, τη μάρτυρα Ε. Χ. επιπλέον για συκοφαντική δυσφήμηση και τέλος τη Σ. Β. για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και ψευδή καταμήνυση. Επί της έγκλησης αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 7882/2011 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, η οποία κήρυξε κατά πλειοψηφία τις κατηγορούμενες αθώες όλων των αποδιδομένων σε αυτές πράξεων.
Κατά την απολογία της στην εν λόγω δίκη στις 14-12-2011 η τότε κατηγορούμενη Α. Λ. θέλοντας να ενισχύσει την εκδοχή της ότι τα όσα ισχυρίστηκε για την πρόθεση του Π. Β. να προκαλέσει υλικές ζημίες στο αυτοκίνητο της Σ. Β. ήταν αληθή, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι παρούσα στο περιστατικό ήταν και η μητέρα του Π. Β. Α. Β. (ενάγουσα της υπ'αριθμ.
εκθέσεως καταθέσεως 5098/2012 αγωγής -πρώτη εναγομένη της υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 4055/2013 αγωγής και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη), η οποία την ώρα εκείνη βρισκόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού της, απέναντι ακριβώς από το οικόπεδο, όπου έλαβε χώρα το εν λόγω συμβάν και η οποία παρότρυνε τον υιό της Π. Β. κατά την εκτέλεση από αυτόν του ελιγμού οπισθοπορείας, να επιπέσει σκόπιμα στο αυτοκίνητο της Σ.
Β., απευθύνοντας του τη φράση "...προχώρα..". Ειδικότερα η Α. Λ. στην απολογία της ανέφερε μεταξύ άλλων επί λέξει τα εξής: "...Ήταν και η μητέρα του στο μπαλκόνι. Είδα τι είχε συμβεί. Μπαίνω να ειδοποιήσω την κ. Β.. Η μητέρα του του λέει "προχώρα". Λέω "υπάρχει τέτοια μάνα;". Τα ανωτέρω υποστηριζόμενα από την Α. Λ. σχετικά με την παρουσία της Α.ς Β.
στο επίμαχο περιστατικό δεν ήταν αληθή αφού τη στιγμή της σύγκρουσης των ως άνω αυτοκινήτων η Α. Β. δε βρισκόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού της αλλά εντός της οικίας της. Επιπροσθέτως η Α. Λ. τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας των όσων υποστήριξε, αφού τη στιγμή εκείνη, αυτή βρισκόταν στο μπαλκόνι της δικής της οικίας και είχε οπτική επαφή με το μπαλκόνι της Α.ς Β..
Επομένως αν και δεν είχε δει την τελευταία έξω στο δικό της μπαλκόνι, προέβη στην κατάθεση των ανωτέρω αναληθών γεγονότων αποδεχόμενη τουλάχιστον το ενδεχόμενο τα γεγονότα αυτά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της Α.ς Β., αφού η τελευταία εμφανιζόταν ενώπιον των τρίτων, που ελάμβαναν γνώση της απολογίας της Α.ς Λ.
ως συμμέτοχος σε διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Εξάλλου η χρήση από την Α. Λ. της φράσης "υπάρχει τέτοια μάνα;" εμπεριέχει κατά την κοινή αντίληψη έντονο το στοιχείο της καταφρόνησης προς το πρόσωπο της Α.ς Β.. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου σχετικά με την αναλήθεια των ως άνω υποστηριζομένων από την Α.
Λ. στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι όχι μόνο η τελευταία ποτέ άλλοτε πριν την απολογία της ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά στις 14-12-2011 δεν είχε ισχυριστεί κατά τις ένορκες καταθέσεις της στη δίκη, που αφορούσε τη διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, σχετικά με την υποτιθέμενη παρουσία αλλά και τη συμμετοχή της Α.ς Β.
στην εν λόγω πράξη αλλά και κανείς άλλος από τους εξετασθέντες μάρτυρες στα πλαίσια της ίδιας δίκης ή της δίκης επί της ως άνω από 6-12-2004 έγκλησης του Π. Β., όπως η Ε. Χ., ο Σ. Σ., ο Ο. Π. και η Μ. Κ., δεν ανέφερε κάτι σχετικό ώστε να επιβεβαιώσει την ανωτέρω εκδοχή. Η ίδια κρίση ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ανωτέρω ιδιοκτήτρια του ζημιωθέντος αυτοκινήτου Σ.
Β., ουδέποτε στράφηκε κατά της Α.ς Β. ως συμμέτοχου στην πρόκληση των υλικών ζημιών του αυτοκινήτου της, αφού δεν συμπεριέλαβε αυτή ούτε στην ανωτέρω από 31-8-2004 έγκληση της κατά του Π. Β. αλλά ούτε και στην από 6-4-2005 αγωγή της, την οποία άσκησε κατά του τελευταίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών για την επιδίκαση αποζημίωσης.
Αν πράγματι η Α. Β. είχε συμμετοχή στο επίμαχο περιστατικό, η ιδιοκτήτρια του ζημιωθέντος αυτοκινήτου Σ. Β. θα είχε οπωσδήποτε ασκήσει και εναντίον της ένδικο βοήθημα για τη διεκδίκηση των αστικών και ποινικών αξιώσεων της αφού θα είχε ενημερωθεί σχετικά από την Α. Λ., από την οποία πληροφορήθηκε και για την υπαίτια συμπεριφορά του Π.
Β.. Η ίδια κρίση ενισχύεται επιπροσθέτως από το γεγονός ότι η Α. Β. ουδέποτε εμφανίστηκε για να καταθέσει ως μάρτυρας προς υποστήριξη του υιού της Π. Β. στις δίκες, που διεξήχθησαν με αφορμή το επίμαχο περιστατικό μεταξύ αυτού, της Σ. Β., της Α.ς Λ. και της Ε. Χ., ενέργεια, στην οποία η Α. Β. θα είχε οπωσδήποτε προβεί, εάν όντως τη στιγμή του περιστατικού βρισκόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού της και γινόταν αντιληπτή από τους υπόλοιπους μάρτυρες προς υποστήριξη της εκδοχής του υιού της περί πρόκλησης των φθορών του ζημιωθέντος αυτοκινήτου από αμέλεια.
Εν όψει όλων των ανωτέρω τα όσα διέλαβε η Α. Β. στην υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5098/2012 αγωγή της σχετικά με το σε βάρος της περιεχόμενο της απολογίας της Α.ς Λ. κατά τη δικάσιμο της 14ης Δεκεμβρίου 2011 ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αντιθέτως ο ισχυρισμός της Α.ς Λ.
ότι τα όσα αναφέρει η Α. Β. σε βάρος της στην ίδια ως άνω αγωγή είναι ψευδή, στερείται βασιμότητας, περαιτέρω δε η ίδια ισχυρίζεται ότι η Α. Β. άσκησε εναντίον της την εν λόγω αγωγή με προφανή σκοπό να την εκδικηθεί για την ένορκη κατάθεση της σε βάρος του υιού της Π. Β. στις δίκες μεταξύ αυτού και της Σ. Β.. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος συνιστά νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κρίνεται εν όψει όλων όσων εκτέθηκαν ανωτέρω απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Ομοίως απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ελέγχεται και ο ισχυρισμός της Α.ς Λ. ότι η Α. Β. άσκησε εναντίον της την ανωτέρω φερόμενη ως ψευδή και συκοφαντική υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5098/2012 αγωγή της, πεισθείσα στις παροτρύνσεις και προτροπές των υιών της Π. Β. και Γ. Β. (δευτέρου και τρίτου των εναγομένων της υπ'αριθμ.
εκθέσεως καταθέσεως 4405/2013 αγωγής και εναγόντων της υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5897/2013 αγωγής και ήδη εκκαλούντων- εφεσιβλήτων), οι οποίες όντες παρόντες κατά την απολογία της ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, μετέφεραν αυτή παραποιημένη στη μητέρα τους Α. Β., η οποία δεν ήταν παρούσα κατά την εν λόγω απολογία και έτσι έπεισαν αυτή να ασκήσει εναντίον της την ως άνω αγωγή της.
Η κρίση του Δικαστηρίου περί της έλλειψης βασιμότητας του ανωτέρω ισχυρισμού στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι η Α. Β. στην υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5098/2012 αγωγή της παρέθεσε αυτολεξεί την απολογία της αντιδίκου της, όπως αυτή καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά χωρίς να κάνει καμία άλλη αναφορά σε γεγονός ή περιστατικό, που φέρεται να κατατέθηκε από την ως άνω απολογούμενη, από το οποίο να προκύπτει ότι επιχειρήθηκε παραποίηση ή αλλοίωση της απολογία της.
Άλλωστε ούτε η Α. Λ. διευκρινίζει σαφώς με την υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 4405/2013 αγωγή της σε τι ακριβώς συνίσταται η παραποίηση αυτή ενώ από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η Α. Β. έλαβε την απόφαση για την άσκηση της υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5098/2012 αγωγής της κατά της αντιδίκου της κατόπιν πιέσεων και προτροπών των υιών της Π.
Β. και Γ. Β. και όχι από δική της πρωτοβουλία. Κατά συνέπεια τα διαλαμβανόμενα στην κρινόμενη υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 4405/2013 αγωγή της Α.ς Λ. κατά των αντιδίκων της, η οποία στηρίζεται στα ανωτέρω αναληθή περιστατικά και με την οποία η Α. Λ. ζητεί από τους εναγομένους να της καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που φέρεται ότι υπέστη από τη δήθεν ψευδή και συκοφαντική υπ' αριθμ.
εκθέσεως καταθέσεως 5098/2012 αγωγή της Α.ς Β. εναντίον της, στερούνται βασιμότητας. Αντιθέτως τα όσα ισχυρίστηκαν οι Π. Β.ς και Γ. Β.ς με την υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5897/2013 αγωγή τους σχετικά με τα εκτεθέντα ψευδή περιστατικά σε βάρος τους από την Α. Λ. με την υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 4405/2013 αγωγή της ανταποκρίνονται στην αλήθεια.
Τούτο διότι η Α. Λ. ισχυριζόμενη με την εν λόγω αγωγή της περί της υποτιθέμενης συμμετοχής τους στην πρόκληση της απόφασης της Α.ς Β. να ασκήσει εναντίον της την υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5098/2012 αγωγή, εξέθετε ψευδή περιστατικά εν γνώσει της αναλήθειας του, αφού η ίδια γνώριζε ότι η Α. Β. για τη θεμελίωση της εν λόγω αγωγής εναντίον της, χρησιμοποίησε ακριβή αποσπάσματα από την απολογία της ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, την οποία παρέθεσε αυτολεξεί και όχι παραποιημένη, δήθεν όπως τη μετέφεραν σε αυτή οι υιοί της Π.
Β.ς και Γ. Β.ς. Εξάλλου ο ισχυρισμός της Α.ς Λ. ότι τα όσα αναφέρουν οι Π. Β.ς και Γ. Β.ς σε βάρος της στην υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5897/2013 αγωγή τους είναι ψευδή κρίνεται αβάσιμος ενώ η ίδια περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι τελευταίοι άσκησαν εναντίον της την εν λόγω αγωγή από λόγους εμπάθειας προς το πρόσωπο της και προς αντιπερισπασμό για την άσκηση εναντίον τους της υπ'αριθμ.
εκθέσεως καταθέσεως 4405/2013 αγωγής της. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος συνιστά νόμιμη ένσταση καταχρηστικής ένστασης δικαιώματος στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος εν όψει όλων όσων εκτέθηκαν ανωτέρω. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι τα όσα ψευδή ισχυρίστηκε η Α.
Λ. τόσο κατά την απολογία της στις 14-12-2011 απολογία της ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά όσο και στην υπό κρίση υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 4405/2013 αγωγή της προσβλήθηκε η προσωπικότητα των εναγόντων των υπ'αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5098/2012 και 5897/2013 αγωγών. Τούτο διότι οι τελευταίοι εμφανίστηκαν στους τρίτους, που έλαβαν γνώση των ανωτέρω αναληθών περιστατικών (διαδίκους, γραμματείς, δικαστές, εισαγγελείς, μάρτυρες, δικαστικούς υπαλλήλους, δικαστικούς επιμελητές κλπ.) ως συμμέτοχοι στην πρόκληση αξιοποίνων πράξεων και ειδικότερα η μεν Α.
Β. ως συμμέτοχος σε διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, οι δε Π. Β.ς και Γ. Β.ς ως ηθικοί αυτουργοί σε ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση. Κατά συνέπεια οι ως άνω ενάγοντες δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την προσβολή της προσωπικότητας τους, για την οποία λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 του Συντάγματος), που επιβάλλει στα δικαιοδοτικά όργανα κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και του εκάστοτε επιδιωκόμενου σκοπού (ΟλΑΠ 9/2015) και σταθμίζοντας όλα τα ως άνω περιστατικά και τις προαναφερθείσες συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης, το βαθμό υπαιτιότητας (δόλος), την ένταση του δόλου της εναγομένης, το είδος του θιγόμενου αγαθού των εναγόντων και δη τις εκφάνσεις της προσωπικότητας τους, κατά της οποίας στράφηκε η προσβολή (τιμή και υπόληψη), το μέγεθος της προσβολής της προσωπικότητας τους και της έκτασης αυτής σε συνδυασμό και με την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων κρίνεται εύλογο το ποσό των 5.000 ευρώ για κάθε ενάγοντα (διατηρουμένης της επιφύλαξης καθενός από αυτούς για ποσό 30 ευρώ προκειμένου να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων)".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσίβλητης και επικύρωσε την υπ' αριθμ 1500/2015 πρωτόβαθμη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 6-6-2013 αγωγή της ως ενάγουσας και δέχθηκε κατ' ουσία τις από 12-6-2012 και 31-7-2013 αγωγές των αναιρεσιβλήτων. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχθεί την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης συνιστάμενη στη ψευδορκία μάρτυρος περί των προαναφερόμενων γεγονότων που κατέθεσε ως αληθή ενώπιον του Β τριμελούς πλημμελειοδικείου Πειραιώς ως προς την από 12-6-2012 αγωγή και στην συκοφαντική δυσφήμησή της σε βάρος των εναγόντων της από 31-7-2013 αγωγής τους, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και την απ' αυτήν πρόκληση ηθικής βλάβης σ' αυτούς, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, καθορίζοντας δε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των αναιρεσίβλητων στο ποσό των 5.000 ευρώ για καθένα απ' αυτούς, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, οι από τον αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος, τέταρτος, έκτος και όγδοος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι ουσία αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξ άλλου, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π., ΑΠ 1038/2019, 1536/2018). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.
ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. ΑΠ 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρ. 559 περ. 11γ' αναιρετικός λόγος (ΑΠ 577/2015, ΑΠ 1461/13). Εξ άλλου, το επίμαχο αποδεικτικό μέσο πρέπει να είναι χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού ή γεγονότος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Για την πληρότητα, όμως, του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 901/2019, 675/2019), γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 960/2017).
Με τον τρίτο και πέμπτο από τους αριθμούς, αντίστοιχα, 8 και 11, ορθώς όμως εκτιμωμένου και του τρίτου από τον αριθμό 11 άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας, νυν αναιρεσείουσας για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, και την αποδοχή των αντίθετων αγωγών των εναγόντων αναιρεσίβλητων, την υπ' αριθμ. 2059/2018 απόφαση του Α τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς με την οποίαν κηρύχθηκε ένοχη η πρώτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα-εναγόμενη για συκοφαντική δυσφήμηση καθώς και την υπ' αριθμ. 8529/2016 απόφαση του Α Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς με την οποίαν αυτή (αναιρεσείουσα) κηρύχθηκε αθώα για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ως προς την ιστορική αιτία των ενδίκων αγωγών, καθώς και τις υπ' αριθμ. 183/2012 απόφαση του τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποίαν ο δεύτερος αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και υπ' αριθμ. 7882/2011 απόφαση του Β τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς η οποία την κήρυξε αθώα της ψευδορκίας μάρτυρος.
Οι λόγοι αυτοί ωστόσο είναι προδήλως αόριστοι, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι, διότι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο εάν έγινε νόμιμη από την αναιρεσίβλητη και με πιο τρόπο επίκληση και προσκομιδή των αποφάσεων αυτών ενώπιον του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, ιδίως των υπ' αριθμ. 8529/2016 και 2059/2018 αποφάσεων που χρονολογικά εκδόθηκαν μετά την υπ' αριθμ. 1500/2015 πρωτόβαθμη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που επικυρώθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ούτε ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκαν και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, αλλά απλώς παρατίθεται το αιτιολογικό της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 8529/2016 απόφασης.
Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-20218 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 542/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει συνολικά, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ