Legislator Case Law & Legislation
511/2019 AI generated

511/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 511/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 511 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 511/2019

Legislator headnote

AI generated

511/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 511 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 511/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 511 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 511/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αφροδίτης Καρούκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Π. του Θ., 2) Ε. Ο. του Η., 3) Μ. Χ. του Α., 4) Χ. Χ. του Ι., 5) Α. Δ. του Α., 6) Ι. Μ. του Σ., 7) Μ. Β. του Π., 8) Σ. Ι. του Σ.,9) Σ. Μ. του Χ., 10) Β. Ρ. του Δ. και 11) Ι. Β. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, εκτός της με α/α 2η των αναιρεσειόντων - Ε. Ο. του Η.- που παραστάθηκε, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θαλή Μέλφου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-8-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτινής. Εκδόθηκαν η 227/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-03-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης, ανέγνωσε την από 18-9-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 29-3-2010 και με αριθμό κατάθεσης 19/10/29-3-2010 αίτηση αναίρεσης κατά της 6/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από το εναγόμενο έφεσης κατά της 227/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής , εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 14-8-2008 (με αριθμό κατάθεσης 253/2008 ) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Κατά το άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 13-3-2018 επισημείωση τoυ δικαστικού επιμελητή Π Ρίζου στο προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον ακριβές αντίγραφο της από 29-3-2010 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόσκληση των αναιρεσίβλητων, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών Θ. Μέλφο, προς το αναιρεσείον, για να παρασταθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή, η επίσπευση της συζήτησης γίνεται από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, παρά την απουσία αυτών, πλην της 2ης αναιρεσίβλητης Ε. Ο., που παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της ως άνω δικασίμου ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί σαν και αυτοί να ήσαν παρόντες (ΚΠολΔ 226 παρ. 4 εδ. 1, 3, 4, 568 παρ.4, 576 παρ.1).

3. Οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, την από 14.08.2008 και με αριθμό κατάθεσης 253/2008 αγωγή τους κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δημοσίου, με την οποία ζητούσαν την καταβολή σ' αυτούς των αναφερόμενων στην αγωγή ποσών ως οφειλόμενες αποδοχές για την εργασία που προσέφεραν ως ωρομίσθιοι καθηγητές σε σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, βάσει των διατάξεων των Ν. 1566/85 και 2942/01 όπως ισχύουν. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 227/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, με την οποία το δικαστήριο, αφού θεώρησε την αγωγή νόμιμη κατά την κύρια βάση της πλην, όμως, για 12 διδακτικές ώρες απασχόλησης εβδομαδιαίως, την δέχτηκε εν μέρει και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά που αντιστοιχούν, κατά τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν (απόφαση), σε ότι δικαιούνταν, βάσει των σχετικών εργασιακών συμβάσεων, να λάβουν, λόγω της εργασίας τους και για μέχρι 12 ώρες εργασίας την εβδομάδα, αφού σύμφωνα και με την απόφαση, μόνο για τις ώρες αυτές οι συμβάσεις εργασίας παραμένουν έγκυρες, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

4. Το εναγόμενο, με την από 18-3-2009 ασκηθείσα έφεσή του, κατά της ως άνω απόφασης, η οποία απευθυνόταν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την καθ' ολοκληρία απόρριψη της ένδικης αγωγής για τους αναφερόμενους, σε αυτή (έφεση) λόγους. Επί της ως άνω έφεσης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του Δημοσίου, εξαφανίσθηκε η υπ' αρ. 227/2008 εκκληθείσα απόφαση του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, δικάσθηκε επί της ουσίας η ως άνω αγωγή και έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάστηκαν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά.

5. Στο άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (για το Δημόσιο Λογιστικό και τον έλεγχο των δαπανών του Κράτους) ορίζεται ότι : "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της". Εξάλλου, στο άρθρο 91 εδ. α' του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το ζήτημα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου κατά του Δημοσίου, που αφορούν αποδοχές ή κάθε είδους άλλες απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν οι σχετικές αξιώσεις βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται ως χρονική αφετηρία της παραγραφής η γέννηση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως σαφώς συνάγεται από την προαναφερόμενη ρητή επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995 ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων. Τέτοια ειδική διάταξη είναι και η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, γι' αυτόν τον λόγο, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου (ΑΕΔ 32/2008, Ολ ΑΠ 29/2006). Η βραχυπρόθεσμη παραγραφή που θεσπίζεται με τις παραπάνω διατάξεις, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια). Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 α' της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα) ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (ΑΕΔ 9/2009, Ολ. Α.Π. 38/2005). Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος . Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος. Εξάλλου, η τακτικότητα της καταβολής των κάθε είδους απολαβών των δημοσίων υπαλλήλων και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις κατά του Δημοσίου για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στον χρόνο της παραγραφής, καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων.

Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Τέλος, η παραπάνω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 α' (για πρόσφορη προσφυγή του ατόμου σε περιπτώσεις παραβίασης των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται σ' αυτό), 5 παρ. 1 (για την κατάλυση ή τον περιορισμό δικαιωμάτων και των ελευθεριών του προσώπου), 14 παρ. 1 (για το δικαίωμα του προσώπου σε δίκαιη δίκη) και 26 (για την ισότητα των προσώπων ενώπιον του νόμου και την απαγόρευση διακρίσεων) του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ (OλΑΠ 9/2017).

6. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της παραγραφής των ένδικων απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, κατ' άρθρο 94 εδ. δ Ν 2362/1995, δέχτηκε, ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων , για το χρονικό διάστημα από 14.09.2005 έως 24.12.2005, δεν είχαν παραγραφεί, με την παραδοχή ότι για το χρόνο της παραγραφής στην υπό κρίση υπόθεση εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1, που προβλέπει πενταετή παραγραφή και όχι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 Ν.2362/1995, ως αντικείμενη στο άρθρο 4 παρ. 1 Σ και 1 του 1ου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ . Ετσι από την γένεση των αξιώσεων μέχρι τις 24-12-2007, ημερομηνία κατά την οποία κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο η υπ' αριθ. καταθ. 428/2007 όμοια με την κρινόμενη αγωγή των ίδιων εναγόντων, που απορρίφθηκε λόγω αοριστίας με την υπ' αριθ. 128/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, γεγονός που είχε ως περαιτέρω συνέπεια την διακοπή της παραγραφής κατ'αρθ 261 ΑΚ , δεν παρήλθε το χρονικό διάστημα των 5 ετών μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής στις 24-8-2008.

7. Με την κρίση του αυτή το εφετείο υπέπεσε στην η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ και ειδικότερα: Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη με αριθ 5 η προσβαλλομένη έπρεπε να δεχθεί ότι είχε ήδη παρέλθει για τις επίδικες απαιτήσεις των εναγόντων το χρονικού διαστήματος από 15-9-2005 έως 24-12-2005 διετία από τη γένεσή τους, μέχρι την άσκηση της ως άνω πρώτης αγωγής στις 24-12-2007. Ετσι, οι απαιτήσεις αυτές, είχαν υποκύψει στην διετή παραγραφή, την προβλεπόμενη από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 91 εδαφ. α ' του ίδιου Νόμου .

Συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση, πρέπει για τον λόγο αυτόν, να αναιρεθεί κατά το μέρος που δέχτηκε ως μη παραγεγραμμένες τις αξιώσεις των αναιrεσιβλήτων για το χρονικό διάστημα από 15-9-2005 έως 24-12-2005 και ο ως άνω λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

8.Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ (όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εκκαλούν επεδίωκε την απόρριψή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του μόνου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι η αγωγή είναι παραγεγραμμένη για το ως άνω χρονικό διάστημα Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να γίνει δεκτή η από 18-3-2009 έφεση του εκκαλούντος ως κατ' ουσία βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που δέχτηκε ως και κατ'ουσίαν βάσιμες τις προαναφερθείσες αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 15-9-2005 έως 24-12-2005. Εν συνεχεία, τα ως άνω αγωγικά αιτήματα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος , σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 τταρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 τταρ. 1 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 περ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423 Οικ/1992 κοινής υπουργικής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6/2010 απόφαση του Πολυμελούς πρωτοδικείου Ροδόπης ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Δέχεται κατ' ουσία την από 18-3-2009 έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και αφορά τις αγωγικές αξιώσεις για το χρονικό διάστημα από 15-9-2005 έως 24-12-2005.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 14-8-2008 αγωγής ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Απορρίπτει την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ