Legislator Case Law & Legislation
511/2018 AI generated

511/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 511/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 511 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

511/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 511 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 511 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 511/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πέτρο Κασιμάτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 31-10-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 2.Α. συζ. Θ. Φ., το γένος Ν. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Χρυσάνθης Κλεφτάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 341/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν : 1)το Ελληνικό Δημόσιο με την από 2-6-2011 αίτησή του και τους από 13-12-2012 πρόσθετους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 506/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους και 2) ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 7-6-2011 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 505/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που αναίρεσε εν μέρει την 341/2010 εφετειακή απόφαση. Η υπόθεση συζητήθηκε εκ νέου ενώπιον του δικαστηρίου παραπομπής και εκδόθηκε η 291/2015 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5-5-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως οι αποφάσεις αυτές είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ’ αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναιρέσεως. Ιδρύεται δε ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της παραπομπής, όπου η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, δεν συμμορφώθηκε προς αυτή, δηλαδή, δεν ακολούθησε τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο, όσον αφορά στο νομικό ζήτημα, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο και για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση. Όμως, νομικό ζήτημα δεν επιλύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρέθηκε για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β’ του ΚΠολΔ λόγο, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 780/2009). Επίσης δεν υπάρχει δέσμευση από την αναιρετική απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της παραπομπής- το οποίο δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσας απόφασης ως προς την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, με τρόπο διάφορο από εκείνο που ο διάδικος θεωρεί ορθό, αφού η περί τούτου κρίση του δεν ελέγχεται αναιρετικώς- επιδέχονται νομική λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση (ΑΠ 2274/2009, ΑΠ 1450/2006).

Συνεπώς, δεν υπάρχει μη συμμόρφωση, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δίνει λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση ή όταν τούτο αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς, η επί της οποίας κρίση, όπως προαναφέρθηκε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 556/2011, ΑΠ 1104/2010)). Παρέπεται, τέλος, ότι τέτοιος λόγος δεν ιδρύεται εκ μόνης της αιτίας ότι το δικαστήριο της παραπομπής συζήτησε την υπόθεση πέραν από τα όρια που διαγράφονταν από την αναιρετική απόφαση (ΑΠ 661/2006).Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κατάληξη της υπόθεσης στο παρόν στάδιο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) την από 28/8/2002 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή, η οποία έγινε δεκτή με την 61/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, ενώπιον δε του ίδιου Εφετείου παρενέβησαν κυρίως με το από 28/1/2010 δικόγραφο κύριας παρέμβασης οι ήδη αναιρεσίβλητοι Α. Τ. και Α. Φ. (αδελφοί του ενάγοντος) κατά των αρχικών διαδίκων και ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι, μαζί με τον ενάγοντα, του πιο πάνω ακινήτου, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με την επίκληση παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας αυτού. Επί της εν λόγω έφεσης και της κύριας παρέμβασης που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 341/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, (όπως διορθώθηκε με την 74/2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου), με την οποία: 1) απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης 2) απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση ως προς τον πρώτο κυρίως παρεμβάντα, επειδή δεν είχε μεταγράψει τις δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς των γονέων του και δεν είχε καταστεί κύριος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου με κληρονομική διαδοχή 3) έγινε δεκτή η κύρια παρέμβαση ως προς τη δεύτερη των κυρίως παρεμβάντων, η οποία αναγνωρίστηκε συγκυρία του επιδίκου, λόγω κληρονομικής διαδοχής, κατά ποσοστό % εξ αδιαιρέτου και 4) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή του αναιρεσείοντος, που στηριζόταν στη κτήση αποκλειστικής κυριότητας του πιο πάνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου το Ελληνικό Δημόσιο-δεύτερο των καθών η κύρια παρέμβαση άσκησε την από 2/6/2011 αίτηση και τους από 13/12/2012 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που στρέφονταν εναντίον της δεύτερης κυρίως παρεμβαίνουσας και εκδόθηκε η 506/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που απέρριψε την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Επίσης, κατά της ίδιας εφετειακής απόφασης ο ενάγων- πρώτος των καθών η κύρια παρέμβαση άσκησε την από 7/6/2011 αίτηση αναίρεσης εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου και των δύο κυρίως παρεμβαινόντων, επί της οποίας εκδόθηκε η 505/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία απορρίφθηκε (ως απαράδεκτη) η αίτηση ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ έγινε αυτή δεκτή, κατά το μέρος που αφορούσε την κύρια παρέμβαση των κυρίως παρεμβαινόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως προς πρώτο των καθών και ήδη αναιρεσείοντα, ακολούθως δε, αναιρέθηκε η πιο πάνω εφετειακή απόφαση κατά το μέρος αυτό και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Κατόπιν αυτού το δικαστήριο της παραπομπής ενώπιον του οποίου συζητήθηκε εκ νέου η υπόθεση εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη 291/2015 απόφασή του, με την οποία, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων έγινε, μεταξύ άλλων, δεκτή κατ’ ουσίαν η κύρια παρέμβαση και αναγνωρίστηκαν οι κυρίως παρεμβαίνοντες συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, κατά τα εκεί αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή). Κατά της τελευταίας απόφασης ο πρώτος των καθών η κύρια παρέμβαση άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την 505/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, το περιεχόμενο της οποίας επισκοπήθηκε παραδεκτά, κατ’ άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, η αναίρεση της 341/2010 προηγούμενης απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων έγινε δεκτή, κατά το μέρος που προαναφέρθηκε, για προβληθείσα με λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11περ.β’ ΚΠολΔ, ο οποίος συνίστατο στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη το εκεί αναφερόμενο έγγραφο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι κυρίως παρεμβάντες, το πρώτον, με την προσθήκη- αντίκρουση των κοινών προτάσεων που κατέθεσαν στο Εφετείο στις 27/9/2010, για την για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους, αναφορικά με τη νομή του επίδικου ακινήτου από τον πατέρα των διαδίκων μέχρι το θάνατο του και την περιέλευση αυτού (επιδίκου) στους διαδίκους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του πατέρα τους. Όμως, η εν λόγω αναιρετική απόφαση δεν έλυσε το νομικό ζήτημα της μη απόκτησης συγκυριότητας του πρώτου των κυρίως παρεμβάντων με παράγωγο τρόπο στο επίδικο ακίνητο, εξαιτίας της μη μεταγραφής της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς των γονέων του, αφού ο Άρειος Πάγος, όπως προκύπτει από την απόφασή του αυτή, δεν εξέτασε αντίστοιχο λόγο αναίρεσης. Άρα, καμία σχετική δέσμευση δεν υπάρχει από την πιο πάνω αναιρετική απόφαση ούτε τίθεται θέμα μη συμμόρφωσης της προσβαλλόμενης απόφασης προς αυτή, αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα. Επομένως ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της από τον αριθμό 18 του άρθρου 559ΚΠολΔ πλημμέλειας, υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε προς την 505/2013 αναιρετική απόφαση, η οποία, κατά την άποψή του, αποφάνθηκε αμετακλήτως, ως προς το νομικό θέμα της μη απόκτησης συγκυριότητας του πρώτου των κυρίως παρεμβάντων με κληρονομική διαδοχή στο επίδικο ακίνητο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των άρθρων 570 παρ.2, 579 παρ. 1, 580 παρ.3 και 581παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε συναναιρούνται.

Συνεπώς κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 237 ΚΠολΔ και, αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής. Όταν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα δηλαδή κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς ορισμένους διαδίκους τότε, μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης του Εφετείου. Αν, παρόλα αυτά, το δικαστήριο της παραπομπής εξετάσει εκ νέου και τα κεφάλαια ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, παραβιάζει το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από αυτή κατά τη θετική του λειτουργία, εφόσον κρίνει διαφορετικά από την υφιστάμενη λόγω του δεδικασμένου δέσμευση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 λόγος αναίρεσης, διότι κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 2014/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έγινε ήδη λόγος παραπάνω, η 341/2010 προγενέστερη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων αναιρέθηκε, κατά το μέρος που αφορούσε την κύρια παρέμβαση των αναιρεσιβλήτων-κυρίως παρεμβάντων, ως προς τον αναιρεσείοντα-πρώτο των καθών η κύρια παρέμβαση.

Συνεπώς, το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής ορθά ερεύνησε εκ νέου το πιο πάνω κεφάλαιο της 341/2010 απόφασης, κατά το οποίο αυτή αναιρέθηκε, αφού ως προς αυτό δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο. Επομένως ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559αριθμ.16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε το δεδικασμένο που παρήχθη από την, κατά την άποψή του, μη αναιρεθείσα διάταξη της 341/2010 εφετειακής απόφασης και αφορούσε στην απόρριψη της κύριας παρέμβασης για τον πρώτο των κυρίως παρεμβαινόντων - πρώτο των αναιρεσιβλήτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η πιο πάνω απόφαση αναιρέθηκε ως προς την κύρια παρέμβαση και των δύο κυρίως παρεμβάντων-αναιρεσιβλήτων. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλων διαδικαστικών πράξεων που προηγήθηκαν, δηλαδή, πράξεων του δικαστηρίου ή των διαδίκων που επιδρούν άμεσα στην κίνηση και προώθηση της δίκης, όπως είναι η άσκηση της αγωγής, ο προσδιορισμός δικασίμου, οι επιδόσεις κ.λ.π. ή (και) προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπεράσπισης (άρθρο 110παρ. 2 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η κύρια και η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 215 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η κύρια παρέμβαση ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στους κύριους διαδίκους. Παρέπεται ότι χωρίς την επίδοση αντιγράφου της παρέμβασης στους διαδίκους δεν ολοκληρώνεται η άσκησή της και η τυχόν επίσπευση της συζήτησης της έφεσης από τον κυρίως παρεμβαίνοντα και η συζήτησή της προτού επιδοθεί το αντίγραφο αυτό είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1433/2103). Ωστόσο, η έλλειψη της πιο πάνω επίδοσης δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προτείνεται και συνεπάγεται ακυρότητα, μόνον αν κατά την κρίση του δικαστηρίου, επέφερε στον προτείναντα διάδικο βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 851/2007). Θεωρείται πάντως ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση που παραβιάσθηκαν διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από την παράβαση που σημειώθηκε δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατόν να επηρεασθεί η δυνατότητα της άμυνας και προπαρασκευής της υπεράσπισης του διαδίκου, ιδίως στην περίπτωση που ο καλούμενος παρίσταται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αντιτάσσει πλήρη υπεράσπιση γι’ αυτήν.

Συνεπώς, μόνο υπό την προϋπόθεση της βλάβης αυτής στοιχειοθετείται στην ανωτέρω περίπτωση ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος ( βλ. σχετ. ΟλΑΠ 2/2001,ΟλΑΠ 12/2000). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο έκρινε απορριπτέο τον ισχυρισμό του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος, που πρόβαλε με τις προτάσεις που κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και επανέλαβε στην από 7/6/2011 αίτηση αναίρεσης, περί απαραδέκτου της συζήτησης της έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του εκδόσαντος την 341/2010 προγενέστερη απόφαση πιο πάνω δικαστηρίου, εξαιτίας της επίσπευσης της συζήτησης αυτής (έφεσης) από τους κυρίως παρεμβάντες και ήδη αναιρεσίβλητους, χωρίς να υπάρχει στάδιο εκκρεμούς δίκης και χωρίς οι τελευταίοι να έχουν αποκτήσει την ιδιότητα των διαδίκων, καθώς δεν είχαν επιδώσει το δικόγραφο της κύριας παρέμβασης προς τον αναιρεσείοντα- πρώτο των καθών η κύρια παρέμβαση πριν από την επίδοση της από 29/1/2010 κλήσης τους προς αυτόν για τη συζήτηση της προαναφερόμενης έφεσης. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης η απόρριψη του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος έγινε με την αιτιολογία αφενός , διότι θεωρήθηκε ότι για την απόκτηση της ιδιότητας του διαδίκου που έχει δικαίωμα επίσπευσης της συζήτησης της έφεσης αρκεί μόνον η κατάθεση του δικογράφου της κύριας παρέμβασης και αφετέρου, διότι ο αναιρεσείων παρέστη και ανέπτυξε πλήρη υπεράσπιση τόσο κατά της έφεσης όσο και κατά της κύριας παρέμβασης, χωρίς να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι εξαιτίας του χρόνου των επίμαχων επιδόσεων έχει υποστεί βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της έφεσης. Κατόπιν αυτών, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί έλλειψης βλάβης του αναιρεσείοντος στηρίζει επαρκώς την απορριπτική της διάταξη, αναφορικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό του. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, αφού όπως προεκτέθηκε, με την 505/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναιρέθηκε η προγενέστερη απόφαση του Εφετείου μόνον ως προς το κεφάλαιο της κύριας παρέμβασης και όχι ως προς το μη θιγέν κεφάλαιο της έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), η οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσία στο σύνολο της με την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου.

Με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938, ορίζεται ότι "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητος ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει, πριν υποβάλλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο, και τα όρια τους, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού", καθώς και ότι "αγωγή, που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία, κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Γίνεται φανερό ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του νόμου τούτου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρ. 28 του ίδιου νόμου) στις 30.7.1999, καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας του άρθρου 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αίτησης θεραπείας, πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο. Έτσι από 30.7.1999 και εφεξής η τήρηση της εν λόγω διοικητικής προδικασίας, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, απαιτείται όχι μόνον εφόσον το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό από το προηγούμενο καθεστώς, αλλά και όταν δεν κατέχεται από το Δημόσιο (ΑΠ 149/2015). Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 24παρ. 1 του ν. 2732/1999 είναι δικονομικής και όχι ουσιαστικής φύσεως και, συνεπώς, η παραβίασή της ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 14 και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 715/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εκτίμηση, η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια (όχι δε και εκείνη από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο), γιατί το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό που πρόβαλε ο αναιρεσείων- πρώτος των καθών η κύρια παρέμβαση με τις κατ’ έφεση προτάσεις του περί απαραδέκτου της άσκησης της από 28/1/2010 κύριας παρέμβασης, ως προς την δεύτερη των κυρίως παρεμβάντων και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, λόγω μη τήρησης από αυτή της προδικασίας του άρθρου 8 του Ν. 1539/1939, όπως τούτο, ενόψει του χρόνου άσκησης της κύριας παρέμβασης, ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, με την 505/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου η προγενέστερη απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε μόνον ως προς την κύρια παρέμβαση των αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον του πρώτου των καθών η κύρια παρέμβαση και ήδη αναιρεσείοντα, όχι δε και εναντίον του αρχικώς δεύτερου των καθών (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) Ελληνικού Δημοσίου και, συνεπώς, η εκ νέου έρευνα της υπόθεσης από το δικαστήριο της παραπομπής περιορίστηκε στο εν λόγω κεφάλαιο της αναιρεθείσας απόφασης, κατά το μέρος που αφορά στους εν λόγω, και μόνο, διαδίκους της κύριας παρέμβασης, ως προς τους οποίους δέχθηκε ότι δεν απαιτείται πλέον η έρευνα της τήρησης ή μη της πιο πάνω προδικασίας και γι’ αυτό ορθά δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη παρέμβαση. Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια της μη κήρυξης απαραδέκτου και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του αριθμού 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 42/2002).Εξάλλου, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας εκφέρει κρίση για αξιοπιστία ή αναξιοπιστία μαρτύρων, των οποίων τις καταθέσεις έλαβε υπόψη. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559αριθ.11γ’ ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ο αναιρεσείων με τις κατ’ έφεση προτάσεις του για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του περί κτήσης κυριότητας του ιδίου στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία και μη απόκτησης συγκυριότητας σε αυτό από τους κυρίως παρεμβάντες με κληρονομική διαδοχή από τον πατέρα τους. Ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη: 1) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του Κ. Κ. που περιέχεται στα 61/2004 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου 2) την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του Δημοσίου που περιέχεται στα ίδια πιο πάνω πρακτικά συνεδρίασης 3) τις νόμιμα ληφθείσες ...2003 έως ...2013 ένορκες βεβαιώσεις 4) την από 3/12/2001 κοινή αίτηση του ιδίου και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 1539/1938 5) την .../2003 ένστασή του προς τη δευτεροβάθμια επιτροπή ενστάσεων κατά της 2954/2002 απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η ένσταση της Κ.Υ. Άρτας 6) την .../1999 αίτηση της δεύτερης των κυρίως παρεμβάντων-αναιρεσίβλητης προς το Κτηματολόγιο για το μοναδικό της ακίνητο (διάφορο του επιδίκου), με τη συνημμένη .../1999 ένορκη βεβαίωση 7) την .../2003 νέα αίτηση της τελευταίας προς το Εθνικό Κτηματολόγιο 8) την…2006 μερίδα του πατέρα των διαδίκων και τη .../2006 αποδοχή κληρονομιάς που πέρασε στη μερίδα του τελευταίου. Όπως, όμως, προκύπτει από την διαβεβαίωση που υπάρχει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, μεταξύ άλλων, λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι ένορκες βεβαιώσεις που προαναφέρθηκαν και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Η έλλειψη δε στην απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθενός από αυτά δεν δημιουργεί αμφιβολία ότι τα έλαβε υπόψη και κατέληξε ύστερα από την συνεκτίμηση αυτών σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, ενώ οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αποτελούν στην πραγματικότητα ουσιαστικές προσεγγίσεις, με τις οποίες εκτιμά διαφορετικά το περιεχόμενο των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται, κατ’ άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή, όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός από παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ειδικότερων περιστατικών που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν απολύτως με εκείνα της αγωγής ή όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ’ άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τις ως άνω διατάξεις πλημμέλειες, ότι το Εφετείο "δεν αιτιολόγησε επαρκώς και από ποια αποδεικτικά μέσα: 1) αποδείχθηκε αν ο πατέρας των διαδίκων Ν. Τ. το γεγονός ότι κατοικούσε στο επίδικο, δικαιολογεί και την άσκηση της νομής και κατοχής από τον ίδιο β) από ποιο αποδεικτικό μέσο κατεφάνη σαφώς και αναντίρρητα ότι, το γεγονός ότι απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, σήμαινε ταυτόχρονα ότι περιήλθε το επίδικο στους κληρονόμους του, γ) από ποιο αποδεικτικό μέσο απεδείχθη ότι ο αναιρεσείων ότι κατασκεύασε στο ακίνητο, το κατασκεύασε με τη συναίνεση των λοιπών, δ) το γεγονός ότι συγκατοικούσαν με τους γονείς τους δεν οδηγεί αβίαστα και ικανά, στο λογικό συμπέρασμα, ότι αποκλείεται (ο πατέρας του) να του το δώρισε εν ζωή, όταν μάλιστα ότι ο πατέρας μεταβίβασε ατύπως εν ζωή σε κάθε έναν από τους διαδίκους ήταν γνωστό μεταξύ τους και ο αδελφός του (πρώτος αναιρεσίβλητος) τον οποίο και εφρόντιζε είχε ψυχιατρικά προβλήματα, ε) πως το άλλο ακίνητο το είχε δωρίσει εν ζωή στον αδελφό του, και το ακίνητο των 3 στρεμμάτων στην αδελφή του. Για αυτά υπήρχαν έγγραφες συμφωνίες, στ) πως αιτιολογεί το γεγονός ότι ΥΠΕΒΑΛΕ στο κτηματολόγιο η κυρίως παρεμβαίνουσα δήλωση για το επίδικο ότι περιήλθε ΟΛΟΚΛΗΡΟ στην ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ από ΑΤΥΠΗ ΔΩΡΕΑ ΕΝ ΖΩΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥΣ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559αριθμ.19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, αλλά και σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος υπέρ των απόψεών του, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων-κυρίως παρεμβάντων και της έλλειψης αποκλειστικής κυριότητας του αναιρεσείοντος-πρώτου των καθών στο επίδικο ακίνητο. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559αριθμ.10 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης εκτίθενται σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει από 5/5/2016 αίτηση του Θ. Τ. για αναίρεση της 291/2015 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ