Legislator Case Law & Legislation
511/2015 AI generated

511/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 511/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 511 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 511/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 511 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 511/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δάμη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κακαντώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2013 του Τριμελούς μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 12-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Αντιφατικότητα αιτιολογίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχεται, ως αποδειχθέντα, γεγονότα τα οποία αλληλοαποκλείονται ή όταν δεν είναι σαφές ποία είναι εκείνα τα οποία θεμελιώνουν το διατακτικό. Εξάλλου, η ποιοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτήν ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είναι εργολάβος οικοδομών, όπως και ο αδελφός του Σ. Τ., με τον οποίο συνεργάζεται για την εκτέλεση των πάσης φύσης οικοδομικών εργασιών που αναλαμβάνει. Τον Σεπτέμβριο του 2004 κατάρτισαν με τον εναγόμενο, ... ο οποίος είναι κύριος ενός παλαιού πέτρινου ελαιοτριβείου μετά συνεχόμενης οικίας, που βρίσκεται στο ..., προφορική σύμβαση έργου, με την οποία ανέλαβαν την ανακαίνιση - αναπαλαίωση του εν λόγω κτιρίου, βάσει έγγραφης προσφοράς του ενάγοντος που περιείχε τις επιμέρους εργασίες, την αντίστοιχη μονάδα μέτρησης κάθε εργασίας, την ποσότητα, την τιμή μονάδας και το σύνολο (ήτοι το κόστος κάθε επιμέρους εργασίας), με συνολικό κόστος - αμοιβή προ ΦΠΑ 230.745 ευρώ. Στη συνέχεια κατάρτισαν έγγραφες συμβάσεις έργου με τον εναγόμενο, ο μεν Σ. Τ. την από 10.11.2004, με την οποία ανέλαβε να εκτελέσει κυρίως τις καθαιρέσεις πλινθοδομής, σκυροδέματος, επικεράμωσης, επιχρισμάτων κ.α., ο δε ενάγων την από 20.1.2005, με την οποία ανέλαβε την ανακαίνιση του ελαιοτριβείου και της συνεχόμενης οικίας (κυρίως κατασκευή ξύλινης στέγης, πλινθοδομές, σινάζ, μπατικά, λιθοδομές με λαξευτούς λίθους, επιχρίσματα χωριάτικου τύπου, αρμολογήματα ακατέργαστων όψεων λιθοδομών, στρώση δαπέδων, ξύλινα κουφώματα, πόρτες, βερνικόχρωμα ξύλινων επιφανειών κ.α.), με αμοιβή ("αξία εργασιών και υλικών") που υπολογίστηκε ότι θα ανερχόταν περίπου στο ποσό των 45.550,30 και 162.759,22 ευρώ αντίστοιχα, θα προέκυπτε δε με την τελική επιμέτρηση των εργασιών, πολλαπλασιαζόμενων με τις τιμές της συνημμένης ως άνω προσφοράς σε κάθε έγγραφη σύμβαση. Συμφωνήθηκε επίσης με τις ως άνω συμβάσεις ότι ο ΦΠΑ του τιμολογίου που θα εκδιδόταν θα βάρυνε τον εναγόμενο, ότι το αντικείμενο κάθε σύμβασης μπορούσε να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με τις ανάγκες του έργου και κατά την απόλυτη κρίση του εναγόμενου εργοδότη και ότι οι πληρωμές προς στον εργολάβο θα γίνονταν ανά εβδομάδα, με ποσό που θα κάλυπτε τουλάχιστον τις αμοιβές του απασχοληθέντος εργατοτεχνικού προσωπικού. Ακολούθως ο εναγόμενος κατέθεσε τις προαναφερθείσες συμβάσεις με τη συνημμένη προσφορά του ενάγοντος στην υπαγόμενη στην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Σάμου Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης Σάμου (ΕΤΑΣ), προκειμένου το ένδικο έργο να ενταχθεί στο επιχορηγούμενο από αυτήν επιχειρησιακό πρόγραμμα "Αγροτική Ανάπτυξη - Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου 2000 - 2006, Άξονας 7", στο οποίο και εντάχθηκε με ποσοστό επιχορήγησης 65% επί του συνολικού του κόστους, όπως αυτό είχε προϋπολογιστεί με την ως άνω (αποτελέσασα μέρος της έγγραφης σύμβασης) προσφορά του ενάγοντος. Με βάση την προφορική συμφωνία των μερών, οι εργολάβοι προέβησαν στην έναρξη των εργασιών περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2004 (ήτοι πριν την κατάρτιση των έγγραφων συμβάσεων για να υποβληθούν στην ΕΤΑΣ), εργάστηκαν δε με πολυμελή συνεργεία τεχνιτών και εργατών όλων των ειδικοτήτων των οικοδομικών εργασιών (εκτός από τα συνεργεία ηλεκτρολόγου και υδραυλικού που ήταν επιλογής του εναγομένου) έως τον Οκτώβριο του 2005, οπότε ολοκληρώθηκε το έργο και το παρέλαβε ο εναγόμενος πλήρως αποπερατωμένο. Προηγουμένως, κατά την πρόοδο των εργασιών και αφού προηγείτο η σύνταξη επιμετρήσεων των επιμέρους εκτελεσθεισών εργασιών, αφενός από την επιβλέπουσα μηχανικό του έργου, αρχιτέκτονα μηχανικό Ι. Π. και, αφετέρου, από τους αρμόδιους μηχανικούς της ΕΤΑΣ, που παρακολουθούσαν τις εργασίες, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές βάσει των οποίων είχε ενταχθεί το ένδικο έργο στο συγκεκριμένο αναπτυξιακό πρόγραμμα, προκειμένου να γίνονται οι αντίστοιχες (κατά ποσοστό 65% του κόστους) εκταμιεύσεις, ο Σ. Τ. και ο ενάγων εξέδιδαν τα παρακάτω αναφερόμενα τιμολόγια στο όνομα του εναγομένου, οι αναγραφόμενες εργασίες στα οποία δεν αμφισβητούνται από τον τελευταίο. Συγκεκριμένα ο Σ. Τ. εξέδωσε τα με αριθ. 5/20.11.2004 και 6/23.12.2004 τιμολόγια, συνολικού ποσού μετά του ΦΠΑ 45.550,30 (14.271,90 + 31.278,40) ευρώ, τα οποία εξόφλησε ο εναγόμενος όπως κατωτέρω. Ο ενάγων εξέδωσε ακολούθως (δηλαδή μετά τις εκάστοτε τελικές επιμετρήσεις των εργασιών κατά τα ανωτέρω) εννέα τιμολόγια, συνολικού ποσού μετά του ΦΠΑ 183.916,02 ευρώ, ήτοι τα εξής: ... Έναντι του συνολικού κόστους του όλου έργου, που εκτέλεσαν ο ενάγων και ο αδελφός του Σ. Τ., ανερχόμενου σε 229.466,32 (183.916,02 + 45-550,30) ευρώ, ο εναγόμενος κατέβαλε, α) με επιμέρους καταβολές σε μετρητά, ... β) με 11 επιταγές έκδοσης του ίδιου, πληρωτέες σε διαταγή του ενάγοντος τα ποσά ... και γ) με 7 μεταχρονολογημένες επιταγές, έκδοσης των αναγραφόμενων σ' αυτές προσώπων, με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης και ποσά αντίστοιχα ..., ήτοι κατέβαλε το συνολικό ποσό των 133.880 ευρώ, από το οποίο εξοφλήθηκαν τα δύο τιμολόγια του αδελφού του ενάγοντος Σ. Τ., συνολικού ποσού 45.550,30 ευρώ και μέρος των τιμολογίων του ενάγοντος, ύψους 88.329,70 ευρώ, μένοντος υπολοίπου προς αυτόν 95.586,32 ευρώ (229.466,32 - 133.88ο). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι κατέβαλε, πλέον των ανωτέρω, τουλάχιστον τα ποσά των 1.500 ευρώ στις 13.11.2004, 1.000 ευρώ στις 12.3.2005, 1.500 ευρώ στις 15.9-2005 και 1.500 ευρώ στις 4-2.2006 (σύνολο 5.500 ευρώ), καθώς και ποσά απευθείας σε τρίτους καθ' υπόδειξη του ενάγοντος, όπως π.χ. στον "Π.", στον οποίο κατέβαλε (καθ' υπόδειξη του ενάγοντος) στις 29.8.2005 με επιταγή 3.275 ευρώ, δεν αποδείχθηκε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, ως προς τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του εναγομένου ότι η κοστολόγηση του έργου που υποβλήθηκε στην ΕΤΑΣ ήταν κατά τη συμφωνία των μερών εικονική και δη υψηλότερη ως προς το κόστος υλικών και εργασιών από την τρέχουσα αξία τους, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του έργου με το ποσό που θα ενέκρινε η ΕΤΑΣ και ότι το, πραγματικό κόστος εκτέλεσης ανέρχεται σε 119.901,77 ευρώ, πρέπει να λεχθεί ότι, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε άλλη συμφωνία των μερών ως προς την αμοιβή του ενάγοντος, πέραν αυτής που υποβλήθηκε στην ΕΤΑΣ. Ο εναγόμενος επικαλείται μεταγενέστερες προσφορές τρίτων (που δεν προσκόμισε στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο), προκειμένου να εμφανίσει τη συμφωνηθείσα αμοιβή ως υπερβολική, πλην όμως δεν ανταπέδειξε την ύπαρξη διάφορης (της έγγραφης) συμφωνίας των μερών ως προς την αμοιβή του ενάγοντος για το εκτελεσθέν έργο. Εξάλλου, αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι το πραγματικό κόστος του ένδικου έργου, που επιχορηγήθηκε (κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα) με 65% επί του συνολικού ποσού των εκδοθέντων από τον ενάγοντα τιμολογίων και ήταν σύνθετο και ιδιαιτερότητες (ως προς την ανακαίνιση - αναπαλαίωση του ελαιοτριβείου) ανήλθε μόλις στο ποσό της επιχορήγησης (όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος) λαμβανομένου υπόψη και του ότι είχε προηγηθεί έλεγχος των δικαιολογητικών εγγράφων από την ΕΤΑΣ (ήτοι, μεταξύ άλλων, και του προϋπολογισθέντος κόστους του έργου), προκειμένου να εγκρίνει αρχικά τη χρηματοδότηση του έργου και, στη συνέχεια, να προβεί στις επιμέρους εκταμιεύσεις κατά την πρόοδο των εργασιών. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι, προς διευκόλυνση του εναγομένου, που ισχυριζόταν ότι δεν διέθετε χρήματα να εξοφλήσει τα τιμολόγια, τα οποία όμως έπρεπε να εμφανίζονται εξοφλημένα στην ΕΤΑΣ, προκειμένου να γίνεται η εκάστοτε εκταμίευση των αντίστοιχων της προόδου των εργασιών κονδυλίων της επιχορήγησης, και έχοντας εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του λόγω της πολυετούς φιλίας τους, ο ενάγων παρέδιδε μεν στον εναγόμενο το εκάστοτε τιμολόγιο με την ένδειξη "εξοφλήθη", αφού είχε προηγηθεί κατάθεση αντίστοιχου χρηματικού ποσού από τον τελευταίο στον λογαριασμό που τηρούσε (ο ενάγων) στην Εθνική Τράπεζα, αλλά αυθημερόν, προέβαινε σε επανακατάθεση του ποσού αυτού σε κοινό λογαριασμό που τηρούσαν στην ίδια τράπεζα ο εναγόμενος, η σύζυγος του Σ. Α. και ο γιος του Γ. Κ.. Ωστόσο ο εναγόμενος, αν και έχει εισπράξει με τον ως άνω τρόπο το σύνολο της αντιστοιχούσας στο 65% του εκτελεσθέντος έργου επιχορήγησης, αρνείται να καταβάλει στον ενάγοντα το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των 95.586,32 ευρώ. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, ως βάσιμη και κατ' ουσία και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 95.586,32 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το έργο που συμφωνήθηκε να εκτελέσει ο αναιρεσίβλητος, την συμφωνηθείσα αμοιβή του, την εκτέλεση του έργου, καθώς και την παράδοση του στον αναιρεσείοντα. Ειδικότερα δε, ως προς τη συμφωνηθείσα αμοιβή, διαλαμβάνεται στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ότι με την από 20/1/05 έγγραφη σύμβαση υπολογίστηκε ότι αυτή (αμοιβή) θα ανερχόταν περίπου στο ποσό των 162.759,22 ευρώ και θα προέκυπτε με την τελική επιμέτρηση των εργασιών, πολλαπλασιαζόμενων με τις τιμές της συνημμένης στη σύμβαση προσφοράς, καθώς και ότι ο αναιρεσίβλητος εξέδωσε προς τούτο (μετά τις εκάστοτε επιμετρήσεις εργασιών) τα επίμαχα εννέα τιμολόγια, όπου αναλυτικώς αναφέρονται οι εκτελεσθείσες εργασίες, με τις αντίστοιχες τιμές μονάδος. Οι ανωτέρω παραδοχές, με επάρκεια, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών δικαίου διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, αιτιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τη συμφωνηθείσα αμοιβή του αναιρεσιβλήτου. Η τελευταία (αμοιβή αναιρεσιβλήτου) σε καμία περίπτωση δεν συγχέεται με το υπολογισθέν συνολικό κόστος εκτέλεσης του όλου έργου, που συμπεριελάμβανε και το μέρος του έργου που θα εκτελούσε ο αδελφός του. Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε με σαφήνεια στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι με τις αναφερθείσες επί μέρους καταβολές του αναιρεσείοντος εξοφλήθηκαν πρώτα τα δύο τιμολόγια του αδελφού του αναιρεσιβλήτου (που αφορούσαν αρχαιότερα χρέη) και με τις υπόλοιπες μέρος των τιμολογίων του αναιρεσιβλήτου. Εντεύθεν, δεν είναι επιδεκτική μομφής η αναιρεσιβαλλομένη για ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα τούτο, με την προβαλλόμενη αιτίαση ότι ουδόλως αιτιολογείται ο τρόπος με τον οποίο κατέληξε στο πόρισμα της. Τούτο δε, διότι αναφέρεται σε έλλειψη, αναγόμενη στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο κατά το οικείο μέρος του (στοιχείο 2Β) και με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, με τις οποίες αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες.

Περαιτέρω, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο, ως αποδειχθέντα, περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής και συνεπώς, αυτή, για την ορισμένη (κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ) θεμελίωση της στο νόμο (άρθρα 681 επ. ΑΚ), περιείχε με επάρκεια σαφή έκθεση των απαιτούμενων γεγονότων. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις, ότι έκρινε την αγωγή ορισμένη λαμβάνοντας υπόψη παρά τον νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν και παρά τον νόμο δεν την κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το οικείο μέρος του λόγου της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 20/1/05 εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού, με το να παραλείψει περικοπή του και συγκεκριμένα τον δεύτερο όρο του, σύμφωνα με τον οποίο ως προς την αμοιβή του αναιρεσιβλήτου ορίστηκε, ότι "η αξία των εργασιών και υλικών υπολογίζεται περίπου να ανέλθει στο ποσό των 162.759,22 ευρώ. Το ποσό της αμοιβής θα προκύψει με την τελική επιμέτρηση των εργασιών", κι έτσι κατέληξε στο επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ότι συμφωνήθηκε αμοιβή του αναιρεσιβλήτου ύψους 230.745 ευρώ. Ο λόγος, είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένες προϋποθέσεις. Τούτο, διότι το δικαστήριο δεν παρέλειψε τον επίμαχο συμβατικό όρο, αλλά ρητώς τον ανέφερε και ως εκ τούτου δεν δέχτηκε ως περιεχόμενο του διάφορο από το αληθινό. Όπως δε προκύπτει από τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το ποσόν των 230.745 ευρώ αφορούσε το υπολογισθέν συνολικό κόστος εκτέλεσης του όλου έργου, που συμπεριελάμβανε και το μέρος του έργου που θα εκτελούσε ο αδελφός του αναιρεσιβλήτου και όχι μόνον την αμοιβή του τελευταίου.

Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το σχετικό με αρ. 5 (που αφορούσε δελτία αποστολής ξυλείας), που ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει. Όμως, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το σχετικό 5 που ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί πρωτοδίκως, δεν το επικαλέστηκε, ούτε το προσκόμισε στη δευτεροβάθμια δίκη, ούτε υπήρχε στη δικογραφία.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Συνακόλουθα η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Μαρτίου 2014 αίτηση του Δ. Κ., για αναίρεση της 139/2013 απόφασης του Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου (στη Σάμο).

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ