Legislator Case Law & Legislation
511/2011 AI generated

511/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 511/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 511 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 511/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Προεδρεύων Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου), Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο ΑθαναÏ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 511 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 511/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Προεδρεύων Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου), Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Α. Ν. του Σ. και 2 Δ. συζ. Α. Ν., κατοίκων ..., ο οποίος, παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. Θ. του Ν. και 2 Ε. συζ. Μ. Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-1987 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/1989, 49/1992 μη οριστικές, 160/1992 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/1995 του Εφετείου Αιγαίου, επί της οποίας ασκήθηκε αναίρεση μαζί με πρόσθετους λόγους.

Εκδόθηκε η 1170/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου που έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου. Το Εφετείο Αιγαίου εξέδωσε την 143/2003 μη οριστική και 117/2005 οριστική. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι επί της οποίας εκδόθηκε η 1630/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την υπόθεση και την παρέπεμψε για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου. Κατόπιν εκδόθηκαν οι αποφάσεις 134/2007 μη οριστική και 181/2008 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 30-6-2008 αιτησής τους και με τους τους από 9-10-2009 πρόσθετους λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η 222/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία διατάσσει επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες- αναιρεσείοντες με την από 23-2-2010 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 23-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Ο αναιρεσείων ατομικά και ως πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο. 569 § 2 ΚΠολ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια και τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα κεφάλαια της αποφάσεως που προσβλήθηκε ασκούνται μόνο με δικόγραφο, το οποίον κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, με σύνταξη κάτω από αυτό εκθέσεως. Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την αυτή προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με αυτές των άρθρων 111 §§ 1 και 2,568 §§ 2,3 και 4 και 570 §§ και 3 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως ολοκληρώνεται με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως για το παραδεκτό όμως αυτών απαιτείται και επίδοση του δικογράφου αυτών πριν από την ίδια προθεσμία. Η παράλειψη της καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως πριν από την πιο πάνω προθεσμία ή της επιδόσεως αυτού πριν από την ίδια προθεσμία, σε περίπτωση εμπρόθεσμης καταθέσεως, επάγεται το απαράδεκτο αυτών, για έλλειψη προδικασίας και για το λόγο αυτό την απόρριψή τους και αυτεπαγγέλτως. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως των αναιρεσειόντων, που προβάλλονται με το από 9.10.2009 δικόγραφο της πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι εφόσον δεν επικαλούνται αλλά και ούτε αποδεικνύουν επίδοση του δικογράφου αυτού στους αναιρεσίβλητους.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Επειδή κατά το άρθρο 100 παρ.1 του Ν.Δ. 8/1973 "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού", που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου συστάσεως της επίδικης δουλείας διόδου, "απαγορεύεται η καθ' οιονδήποτε τρόπον σύστασις δουλειών επί των ακινήτων, μη ρητώς προβλεπομένων υπό του παρόντος Κανονισμού, εφόσον αύται συνεπάγονται περιορισμόν της ανεγέρσεως ή της επεκτάσεως των κτιρίων ή των εγκαταστάσεων αυτών μέχρι των μεγίστων επιτρεπομένων ορίων υπό των εν ισχύι πολεοδομικών διατάξεων. Η μετά την ισχύν του παρόντος σύστασις των ως άνω απαγορευμένων δουλειών, είναι αυτοδικαίως άκυρος. Της απαγορεύσεως εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφ' όσον αύτη αποτελεί την μοναδικήν προς κοινόχρηστον χώρον δίοδον οικοπέδου ή κτιρίου ή αυτοτελούς δομικώς ορόφου αυτού". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ο κανόνας της απαγορεύσεως συστάσεως δουλείας που δεν προβλέπεται από τον ως άνω Κανονισμό, εφόσον η δουλεία συνεπάγεται περιορισμό της ανεγέρσεως ή της επεκτάσεως των κτιρίων ή των εγκαταστάσεων αυτών μέχρι των μεγίστων επιτρεπομένων ορίων υπό των οικείων πολεοδομικών διατάξεων, η απαγόρευση όμως αυτή δεν περιλαμβάνει και τη σύσταση δουλείας διόδου εφόσον αυτή αποτελεί τη μοναδική προς κοινόχρηστο χώρο δίοδο οικοπέδου ή κτιρίου κ.λ.π. Η από την ως άνω απαγόρευση εξαίρεση της δουλείας διόδου δεν εξαρτήθηκε από το αν η σύσταση αυτής συνεπάγεται ή μη περιορισμό της ανεγέρσεως ή της επεκτάσεως των κτιρίων μέχρι των μεγίστων επιτρεπομένων ορίων από τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις αλλά μόνο από το αν η συγκεκριμένη δίοδος αποτελεί τη μοναδική προς κοινόχρηστο χώρο (οδό, πλατεία κ.λ.π.) δίοδο οικοπέδου, κτιρίου κ.λ.π. Αν, επομένως, υπάρχει και άλλη δίοδος προς τον κοινόχρηστο χώρο, που εξυπηρετεί τις ανάγκες του ακινήτου, η σύσταση δουλείας διόδου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη, χωρίς να ερευνάται αν αυτή συνεπάγεται περιορισμό της ανεγέρσεως ή της επεκτάσεως των κτιρίων κ.λ.π. μέχρι των μεγίστων επιτρεπομένων ορίων από τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Το ότι δε η ακυρότητα της συστάσεως δουλείας διόδου, δεν εξαρτήθηκε από το αν αυτή συνεπάγεται ή μη περιορισμό της ανεγέρσεως ή της επεκτάσεως των κτιρίων κ.λ.π. μέχρι των μεγίστων επιτρεπομένων ορίων, συνάγεται και από τη διάταξη της παρ.1 α' του ως άνω Οικονομικού Κανονισμού, σύμφωνα με την οποία η διατήρηση (μη κατάργηση) των δουλειών διόδου που συστάθηκαν μέχρι της ισχύος του Κανονισμού αυτού δεν εξαρτήθηκε από τον πιο πάνω όρο αλλά από το αν η δίοδος αποτελεί τη μοναδική προς κοινόχρηστο χώρο δίοδο οικοπέδου ή κτιρίου κ.λ.π. Εξάλλου, κατά το άρθρο 180 Α.Κ., η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε, η δε απόλυτη ακυρότητα, όπως η ανωτέρω αυτοδίκαιη της συστάσεως των απαγορευμένων δουλειών, προτείνεται από κάθε έναν που έχει έννομο συμφέρον κατά εκείνου που έχει δικαίωμα από την άκυρη δικαιοπραξία, όπως είναι και ο δικαιούχος της δουλείας. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1124 και 1136 ΑΚ προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία αποσβήνεται εάν η άσκησή της καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υφίσταται και αν έπαυσε η υπό του δουλεύοντος ακινήτου παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας υπέρ του δεσπόζοντος ή εξέλιπε η ανάγκη του δεσπόζοντος λόγω αυτάρκειάς του, εφόσον η ύπαρξη της ως άνω χρησιμότητας ή ωφέλειας ή ανάγκης αποτελεί απαραίτητο όρο της δουλείας. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, που την εξέδωσε, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι είναι συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας μιας κάθετης ιδιοκτησίας μετά των βοηθητικών κτισμάτων της, που περιήλθε σ' αυτούς από αγορά παρά του Σ. Ε. Μ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμό 2091/8-6-1985 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σύρου Ιακ. Πρίντεζη, που βρίσκεται στον οικισμό Επισκοπειό της περιφέρειας του δήμου Άνω Σύρου και εμφαίνεται υπό το στοιχείο <α> στο από του μηνός Μαΐου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Τ.. Υπέρ της ιδιοκτησίας αυτής η οποία έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας πεντακόσια χιλιοστά (500/οοο) επί κοινού οικοπέδου επιφανείας 2.868,04 τ.μ., και δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης σε τμήμα του ως άνω κοινού οικοπέδου, και εις βάρος της ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου της Σ. Μ. συστήθηκε με το παραπάνω συμβόλαιο, εν γνώσει της υφισταμένης στο πίσω μέρος της εν λόγω οικίας εισόδου, πραγματική δουλεία διόδου επί λωρίδος 713,06 τετραγωνικών μέτρων που εμφαίνεται στο παραπάνω διάγραμμα υπό τα αλφαβητικά στοιχεία <Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-ι-θ-η-ζ-ε-δ-η-ζ-ε-Δ>, για την είσοδο και έξοδο των εκάστοτε κυρίων της παραπάνω ιδιοκτησίας (υπό στοιχείο <α>) προς την Κοινοτική οδό που οδηγεί στο Προφήτη Ηλία του οικισμού Επισκοπείου Σύρου, είτε πεζή είτε με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο και επίσης καθόρισε ως κοινόχρηστη λωρίδα το συνεχόμενο εδαφικό τμήμα αυτής, επιφανείας 177,19 τ.μ. το οποίο θα εχρησιμοποιείτο για τη στάθμευση των αυτοκινήτων όλων των οροφοϊδιοκτητών και των επισκεπτών αυτών. Επίσης οι ενάγοντες-εκκαλούντες είναι συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας μιας κάθετης ιδιοκτησίας μετά των βοηθητικών κτισμάτων της, που περιήλθε σ' αυτούς από τον ίδιο δικαιοπάροχο Σ. Μ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμό 2.195/25-7-1985 συμβολαίου του προαναφερθέντος συμβολαιογράφου. Υπέρ της εν λόγω χωριστής ιδιοκτησίας που εμφαίνεται στο παραπάνω διάγραμμα υπό το στοιχείο <β> και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας πεντακόσια χιλιοστά (500/οοο) επί του αυτού ως άνω κοινού οικοπέδου και δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης επί του υπολοίπου τμήματος τούτου, και των παραπάνω εναγόντων-εκκαλούντων συστήθηκε με το δεύτερο ως άνω συμβόλαιο (2195/1985) πραγματική δουλεία διέλευσης και χρήσης επί της ίδιας εδαφικής λωρίδος που αναφέρεται παραπάνω. Η κοινή ως άνω δίοδος αρχίζει από την Κοινοτική οδό Προφήτη Ηλία, έχει μήκος κατ' ευθεία γραμμή 45 μέτρων περίπου και πλάτος κυμαινόμενο από 3 έως 3,70 μ. περίπου και είναι στο μεγαλύτερο μήκος ασφαλτοστρωμένη. Η είσοδος γίνεται από την Κοινοτική οδό Προφήτη Ηλία, μέσω μιας δίφυλλης σιδερένιας πόρτας, που μπορεί να κλείνει, και οδηγεί στην πρόσοψη των οριζοντίων ιδιοκτησιών των διαδίκων, που κάποτε αποτελούσαν ενιαία κατοικία. Η είσοδος στις προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες των διαδίκων (υπό τα στοιχεία <α> και <β>) γίνεται από κοινή μαρμάρινη κλίμακα, η οποία φθάνει σε κοινόχρηστο πλατύσκαλο και από εκεί χωρίζεται σε δύο κλίμακες που οδηγούν αντίστοιχα στην κύρια είσοδο της κάθε μιας από τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες. Κατά το χρόνο που συνεστήθη με το ως άνω συμβόλαιο η προαναφερθείσα δουλεία διόδου υπέρ των εναγομένων και της ιδιοκτησίας τους υπήρχε για την ιδιοκτησία αυτή και άλλη βοηθητική είσοδος από την πίσω πλευρά της εκκλησίας του Προφήτη Ηλία και συγκεκριμένα στη βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου των εναγομένων που επικοινωνεί με τον παρακείμενο δρόμο μήκους 40 μέτρων περίπου και πλάτους 3 μέτρων περίπου, ο οποίος είναι χωμάτινος και περιτοιχισμένος καθόλο το μήκος του με ξερολιθιά και αρχίζει από τη συμβολή του άξονα της ασφαλτοστρωμένης οδού Προφήτη Ηλία και καταλήγει αδιέξοδα έμπροσθεν και σε επαφή με την αυλόπορτα της ιδιοκτησίας Π.-Σ. και της παραπλεύρως ευρισκομένης αυλόπορτας εισόδου της άνω ιδιοκτησίας των εναγομένων. Ο χωμάτινος αυτός δρομίσκος είναι ιδιωτικός ανήκων στην ιδιοκτησία σήμερα του ιατρού Α. Κ., στην οποία ιδιοκτησία ανήκαν παλαιότερα και όλες οι διακεκριμένες πλέον εκτάσεις διαφόρων ιδιοκτητών που περιβάλλουν αυτό τον χωμάτινο ιδιωτικό δρόμο, δηλαδή του ίδιου του Α. Κ. από βορρά, των Κ.-Π. και των εναγομένων από το νότο και του Π.-Σ. από δυσμάς. Ο κύριος του δρόμου αυτού Α. Κ. με την από 14-1-1992 εξώδικη δήλωσή του, που επέδωσε στους εναγομένους στις 17-1-1992 ο δικαστικός επιμελητής Γ. Ψ., αφού τους δηλώνει ότι ο δικαιοπάροχός του είχε επιτρέψει κατά παράκληση στους Ε. Π. και στον δικαιοπάροχό του Σ. Μ. να ανοίξουν βοηθητικές πόρτες στον εν λόγω χωματόδρομό του και να περνούν από το κτήμα του, διαμαρτύρεται γιατί οι εναγόμενοι μέσω αυτού μετέφεραν μπάζα και οικοδομικά υλικά και τους καλεί να περιοριστούν στο πλαίσιο της κατά παράκληση χρήσεως αυτού έως ότου ανακληθεί η τελευταία όταν αποφασίσει να περιφράξει όλο το κτήμα του (οπότε, εννοείται, θα συμπεριλάβει η περίφραξη και τον σημερινό δρόμο). Αυτή η χωμάτινη εδαφική λωρίδα δεν αναγνωρίστηκε με απόφαση νομάρχη σαν δρόμος προϋφιστάμενος του 1923 προκειμένου να αποκτήσει την ιδιότητα του δημόσιου δρόμου, ούτε έχει γίνει νομότυπη πράξη παραχώρησης αυτού σε κοινή χρήση από τον ιδιοκτήτη του Αθ. Κρίνο. Παλαιοί αλλά και νεώτεροι τίτλοι ιδιοκτησίας ιδιωτών παρακειμένων ακινήτων απλώς τον δρόμο αυτό, ενώ κάποιοι-μεταξύ των οποίων και το συμβόλαιο των εναγομένων-τον χαρακτηρίζουν κοινοτική οδό. Χαρακτηριστικό, ωστόσο, είναι το υπ' αριθμό 4034/6-6-1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σύρου Ελένης Ασμάνη-Αναγνώστη με το οποίο το ζεύγος Ι. Κ.-Φ. Π. αγόρασαν από τον ανωτέρω Α. Κ. οικόπεδο (τμήμα εκ του μείζονος κτήματός του) το οποίο από τη νοτιοδυτική πλευρά συνορεύει εν μέρει με την ιδιοκτησία των εναγομένων, από την βόρεια πλευρά συνορεύει με ιδιωτικό δρόμο, πέραν του οποίου υπάρχει λιθόκτιστος τοίχος, με μεγάλη θύρα επί τούτου, του κτήματος του πωλητή, η οποία (θύρα) επικοινωνεί με τον παραπάνω δρόμο. Ο δήμος Άνω Σύρου με την υπ' αριθμό 1679/24-5-1999 βεβαίωσή του βεβαιώνει ότι ο εν λόγω δρόμος είναι δημοτικός. Την βεβαίωση αυτή προφανώς την εξέδωσε από παραδρομή καθόσον με νεώτερη και συγκεκριμένα με την υπ' αριθμό 4346/5-9-2002 βεβαίωσή του βεβαιώνει ότι ο δρόμος αυτός δεν είναι δημοτικός και ίσως σ' αυτό οφείλεται το γεγονός ότι δεν έχει ασφαλτοστρωθεί ή τσιμεντοστρωθεί και ότι δεν έχουν γίνει επ' αυτού δίκτυα υποδομής (αποχέτευση, ηλεκτροφωτισμός κ.λ.π.). Εξάλλου, και η Διεύθυνση Τεχνικών υπηρεσιών της νομαρχίας Κυκλάδων στο με αριθμό 1085/25-5-1991 έγγραφό της, χαρακτηρίζει, κατόπιν αυτοψίας που διενήργησε, το δρόμο αυτό ως ιδιωτικό. Κατά το άρθρο 415 του ΠΔ της 14/27-7-1999 "περί Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής νομοθεσίας", "ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο δήμο ή κοινότητα". Ο οικισμός Επισκοπείου του δήμου Άνω Σύρου, καίτοι υφιστάμενος προ του 1923, δεν έχει εγκεκριμένο σχέδιο πόλης. Όπως προαναφέρθηκε με το άρθρο 100 του Γ.Ο.Κ. 1973, απαγορεύεται η σύσταση δουλειών εκτός αν αποτελούν τη μοναδική έξοδο σε κοινόχρηστο δρόμο. Πλην όμως, με το άρθρο 125 του ίδιου Γ.Ο.Κ. το άρθρο 100 ισχύει για τα εντός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου οικόπεδα. Ο εν λόγω οικισμός, όμως, δεν έχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, όπως προκύπτει από α) την υπ' αριθμό 2942/10-6-2005 βεβαίωση του δήμου Άνω Σύρου, β) την υπ' αριθμό 6148/18-10-2006 βεβαίωση του ίδιου δήμου και γ) την υπ' αριθμό 3361/2005 βεβαίωση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Κυκλάδων. Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η εν λόγω δίοδος είναι κοινόχρηστη και όχι ιδιωτική είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Ανεξαρτήτως, ωστόσο, του χαρακτηρισμού του παραπάνω δρόμου ως δημοτικού, κοινόχρηστου ή ιδιωτικού, δηλαδή κι αν ήθελε θεωρηθεί ο δρόμος ως δημοτικός εριστό και κρίσιμο σημείο είναι αν η υπάρχουσα αυτή δίοδος είναι επαρκής, εύχρηστη και λειτουργικά προσβάσιμη για τις ανάγκες του ακινήτου των εναγομένων. Στο τέλος αυτού του δρομίσκου σε ευθεία γραμμή υπάρχει η εξωτερική θύρα-αυλόπορτα της ιδιοκτησίας Π.-Σ. και εν επαφή με αυτήν προς τα αριστερά σιδερένια δίφυλλη θύρα-αυλόπορτα της ιδιοκτησίας των εναγομένων, καθαρού πλάτους (χωρίς τους τοίχους) 1,90 μ., ενώ παραπλεύρως και βορειοανατολικά (αριστερότερα) αυτής αρχίζει οικόπεδο της ιδιοκτησίας Κ.-Π., το οποίο είναι άρτιο κατά παρέκκλιση. Τονίζεται ότι οι δύο αυτές αυλόπορτες είναι σε σχήμα ορθής γωνίας. Μ' αυτό το δεδομένο, ακόμη και αν διανοιχθεί το άνοιγμα της αυλόπορτας της ιδιοκτησίας των εναγομένων στα 2 μέτρα περίπου είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ.4 του Κ.Πολ.Δ.) να εισέλθει απ' αυτή ένα απλό μικρομεσαίο επιβατηγό αυτοκίνητο, λόγω του πλάτους του δρόμου και της γωνίας που σχηματίζεται με την είσοδο-πόρτα της ιδιοκτησίας Π.-Σ.. Τούτο επιβεβαιώνεται πλήρως και από το υπ' αριθμό πρωτ. Τ.Υ. 1085/25-5-1991 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της νομαρχίας Κυκλάδων όπου αναφέρονται αυτολεξεί τα ακόλουθα: "... ύστερα από αυτοψία τεχνικού της υπηρεσίας μας διαπιστώθηκε ότι είναι αδύνατη η είσοδος Ι.Χ. αυτοκινήτου από τη δευτερεύουσα είσοδο ... για τους πιο κάτω λόγους: 1) Η είσοδος του κτήματος στη σημερινή του κατάσταση είναι πολύ μικρή, αλλά και αν ακόμη διανοιχθεί (στα πλαίσια των ορίων του οικοπέδου) δεν φθάνει τα 2 μ. Άνοιγμα. 2) Ο ιδιωτικός δρόμος που οδηγεί στην πόρτα αυτή είναι στενός και είναι δυσχερής αν όχι αδύνατη η στροφή του αυτοκινήτου ώστε να μπορέσει να εισέλθει και αν ακόμα ήτο εφικτό να επιτευχθεί το άνοιγμα των 2 μ. στην πόρτα του οικοπέδου". Επίσης ο διορισθείς από το παρόν δικαστήριο πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι με την υπάρχουσα δίοδο ελευθέρου πλάτους εισόδου 1,90 μέτρων, είναι δυνατή η είσοδος στην ιδιοκτησία των εναγομένων μόνο πεζή. Για την με στοιχειώδη άνεση και ασφάλεια προσπέλαση με αυτοκίνητο προς την ιδιοκτησία των εναγομένων απαιτείται να αφαιρεθεί με νόμιμο τρόπο από την όμορη ιδιοκτησία Κ.-Π. ένα τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής τριγωνικού σχήματος.

Συνεπώς η προτεινόμενη από τον πραγματογνώμονα διεύρυνση της ως άνω διόδου με την καθαίρεση της λιθοδομής δεν είναι αρκετή αφού προσαπαιτείται να θιγούν οπωσδήποτε οι όμορες ξένες ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα σίγουρα η ιδιοκτησία Κ.-Π. και πιθανόν η ιδιοκτησία Π.-Σ.. Ανεξάρτητα δε απ' αυτά δεν υπάρχει και περαιτέρω ευχερής και άνετη προσπέλαση προς την οικία των εναγομένων καθόσον ο υφιστάμενος τσιμεντένιος διάδρομος έχει πλάτος μόλις 60 εκατοστά και μήκος 50 μέτρα περίπου που δεν είναι σε ευθεία γραμμή, οδηγεί δε στην πίσω βοηθητική αυλή της ιδιοκτησίας των εναγομένων όπου υπάρχει δευτερεύουσα είσοδος προς την οικία. Η προσπέλασή του, εξάλλου είναι δύσκολη ακόμη και για πεζούς αφού κατά μήκος του υπάρχουν κυρτοί κορμοί δένδρων και κλαδιά σε ύψος 1,15 μ. από το έδαφος. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κυρίως από τις αυτοψίες που διενήργησαν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο εισηγητής του παρόντος δικαστηρίου προκύπτει ότι η ιδιοκτησία των εναγομένων έχει μεν βοηθητική είσοδο, η οποία μάλιστα προϋπήρχε και δεν επακολούθησε της συσταθείσας δουλείας, όχι όμως και διαμορφωμένη λειτουργική, ευχερής και άνετη δίοδος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Όλα όσα προαναφέρθηκαν, ασφαλώς εγνώριζε άριστα ο κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων Σ. Μ. και γι' αυτό με το παραπάνω συμβόλαιο προέβη νομίμως και εγκύρως στην σύσταση της πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ της ιδιοκτησίας των εναγομένων. Με τα δεδομένα αυτά η αξίωση των εναγομένων να χρησιμοποιούν και ειδικότερα να διέρχονται από την επίδικη εδαφική λωρίδα (επί της οποίας έχουν συσταθεί υπέρ των ιδιοκτησιών των διαδίκων οι προαναφερθείσες δουλείες διόδου), που οδηγεί στην επιβλητική κύρια είσοδο της οικίας τους δεν συνιστά κατ' άρθρο 281 του ΑΚ κατάχρηση δικαιώματος που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και οι κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Αντίθετα, αν ληφθούν υπόψη α) το γεγονός ότι πρώτοι οι εναγόμενοι απέκτησαν δικαίωμα δουλείας διόδου και αργότερα απέκτησαν παρόμοιο δικαίωμα οι ενάγοντες, οι οποίοι δια της αγοράς του εν λόγω ακινήτου τους εν γνώσει της υφιστάμενης δουλείας εμπράκτως αποδέχτηκαν την υφιστάμενη κατάσταση (δηλαδή την δουλεία), β) ότι η επικαλούμενη από τους ενάγοντες αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου των εναγομένων δεν επακολούθησε της συσταθείσης δουλείας αλλά προϋφίστατο αυτής, και συνεστήθη εν γνώσει της υπάρχουσας πραγματικής κατάστασης, δηλαδή της εξυπηρέτησης του δεσπόζοντος και από υφιστάμενη κατά τη σύσταση της δουλείας άλλη δίοδο, γ) ότι δια της αιτουμένης ακυρώσεως του δικαιώματος των εναγομένων μειώνεται πάρα πολύ η εμπορική, λειτουργική και αισθητική αξία της ιδιοκτησίας των εναγομένων με αντίστοιχη επαύξηση της αξίας της ιδιοκτησίας των εναγόντων, δ) ότι σε περίπτωση ευδοκιμήσεως του αγωγικού αιτήματος θα αναγκαστούν οι εναγόμενοι να καταργήσουν την υπάρχουσα καλαίσθητη και επιβλητική μετά την μαρμάρινη κλίμακα κύρια είσοδο της οικίας τους και να χρησιμοποιούν πλέον την πίσω πόρτα του σπιτιού (μέσω κουζίνας, χωλ, υπνοδωματίου) ως κύρια είσοδο και ε) ότι δι' αυτού του τρόπου εκ των πραγμάτων οι ενάγοντες θα καταστούν αποκλειστικοί χρήστες, νομείς, κάτοχοι και ουσιαστικά κύριοι της δουλεύουσας εδαφικής λωρίδας, εμβαδού 713,06 τ.μ., και του συνεχόμενου εδαφικού τμήματος, επιφανείας 177,19 τ.μ. που αφέθηκε από τον κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων για να χρησιμοποιείται απ' αυτούς ως χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων τους δίχως την καταβολή οποιουδήποτε τιμήματος, καθίσταται σαφές ότι η αγωγική αξίωση των εναγόντων προσκρούει σην ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος δουλείας διόδου από τους εναγομένους γίνεται με τρόπο που δημιουργεί αφόρητη κατάσταση για τους ενάγοντες. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν κατοικούν μόνιμα στην ιδιοκτησία τους αλλά κυρίως διαμένουν σ' αυτή κατά τους θερινούς μήνες και κατά τις διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, οπότε και δέχονται τις συνηθισμένες επισκέψεις συγγενών και φίλων, όπως άλλωστε και οι ενάγοντες. Η είσοδος, εξάλλου, της κοινής διόδου δεν είναι αδέσποτη και αφύλακτη, αφού κλείνεται με σιδερένια δίφυλλη πόρτα που ασφαλίζει με λουκέτο, εκτός του ότι οι διάδικοι μπορούν, αν το κρίνουν σκόπιμο και απαραίτητο να τοποθετήσουν σ' αυτήν σύγχρονους μηχανισμούς ελέγχου και ασφαλείας της εξώπορτας και εν πάση περιπτώσει σ' αυτούς εναπόκειται να βρουν από κοινού τρόπους σύγχρονης λειτουργίας αυτής που παρέχουν ταυτόχρονα και εγγυήσεις ασφαλείας. Ακολούθως το Εφετείο αφού δέχτηκε την έφεση εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, με την οποία οι αναιρεσείοντες ζητούσαν να αναγνωρισθεί ως άκυρη, η σε βάρος του ακινήτου του δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων ως αντιβαίνουσα στο άρθρο 100 παρ.1 ν.δ.7/73 και ότι αποσβεσθεί η δουλεία αυτή ως μη παρέχουσα ωφέλεια στο δουλεύον ακίνητο.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 100 παρ.1 ν.δ. 7/73, 1118, 1124 και 1136 ΑΚ, αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το δεσπόζον ακίνητο των αναιρεσιβλήτων δεν έχει άλλη δίοδο σε κοινόχρηστη οδό, αφού η επικαλουμένη από τους αναιρεσείοντες οδός για διέλευση των αναιρεσιβλήτων δεν είναι κοινοτικός δρόμος, αλλά ιδιωτικός και ακολούθως κατέληξε στο πόρισμα ότι η επίμαχη δουλεία διόδου του δεσπόζοντος ακινήτου των αναιρεσιβλήτων δεν είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα την ως άνω διάταξη του ΓΟΚ και ότι δεν έχει αποσβεστεί, διότι παρέχει ωφέλεια στο δεσπόζον ακίνητο, και επομένως οι περί του αντιθέτου πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κ.λ.π. ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερον, τέταρτο, μέρος β και έκτο μέρος δεύτερο κύριους λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι δεν είναι δυνατή η είσοδος αυτοκινήτου των αναιρεσιβλήτων στην οριζόντια ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων δια της δουλεύουσας λωρίδας δικής των εισόδου εξόδου. Οι λόγοι αυτοί της αίτησης είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο εξέτασε τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό και τον απέρριψε. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Κατά το άρθρο 579 §1 εδάφιο α' του ιδίου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν απ' την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κατά το άρθρο 580 §4 οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Κατά το άρθρο 581 §2 στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με τον λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση με την 1170/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 82/1995 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου κατά παραδοχή των από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγους αναίρεσης, διότι το Εφετείο παρεβίασε το άρθρο 100 παρ.1 του ΝΔ 8/1973 και τέλος με την 1630/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 117/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου κατά παραδοχή των από τους αριθ. 11 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγων αναιρέσεως. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έκρινε νόμιμη την αγωγή πλην όμως την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο συμμορφώθηκε με την 1170/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, ενώ δεν υπήρχε υποχρέωση του Εφετείου να συμμορφωθεί προς την άλλη απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού οι προσβαλλόμενη απόφαση αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης και στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμευόταν από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσης απόφασης ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Επομένως ο τρίτος κύριος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέοι κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε προς την 1170/2002 αναιρετική απόφαση ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την άλλη αναιρετική απόφαση ως απαράδεκτος.

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν συνεψήφισε στην επιβληθείσα σε βάρος των αναιρεσειόντων με την προσβαλλόμενη απόφασή του δικαστική δαπάνη των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ, τη δικαστική δαπάνη που επιβλήθηκε σε βάρος των με την 82/1995 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου ύψους 411 Ευρώ, την οποία είχαν καταβάλλει στους αναιρεσίβλητους. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί νόμιμα στο Εφετείο. Σύμφωνα με το άρθρο 572 παρ.2 ΚΠολΔ αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αιτήσεως επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναιρέσεως και αυτή μπορεί να τη ζητήσει μόνον ο αναιρεσείων και θα πρέπει να υπάρχει ταυτότητα μεταξύ της εκτελεσθείσας και της αναιρεθείσας απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις των που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, την 1-9-2010, ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της 117/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου. Η αιτούμενη επαναφορά των πραγμάτων δεν αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση που είναι η 181/2008 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και κατά της οποίας η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται κατά τα ανωτέρω. Κατόπιν των ανωτέρω η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-6-2008 αίτηση και τους από 9-10-2009 πρόσθετους λόγους των Α. Ν. κ.λπ, για αναίρεση της 181/2008 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Απορρίπτει επίσης την από 1-9-2010 αίτηση των αναιρεσιβλήτων για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της 117/2005, απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ