Legislator Case Law & Legislation
511/2010 AI generated

511/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 511/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 511 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 511/2010

Legislator headnote

AI generated

511/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 511 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 511/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 511 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 511/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε μετά του νομίμου εκπροσώπου της ... ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Γρηγόριο Παπαδογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ" δυνάμει νομοθετικής διατάξεως και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βικτωρία Δούκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2788/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6736/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19/12/2007 αίτησή του και τους από 6/10/2008 και 9/2/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 12/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η από 19-12-2007 αίτηση και οι από 6-10-2008 και 9-2-2009 πρόσθετοι λόγοι, για αναίρεση της 6736/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 573 και 246 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997). Δεν είναι πράγματα όμως, με την πιο πάνω έννοια, η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 342 ΑΚ "ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη". Η διάταξη δεν προσδιορίζει ειδικότερα σε τι συνίσταται το απαλλακτικό της ευθύνης του οφειλέτη γεγονός, ώστε αυτό να λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και, έτσι, να επενεργεί υπέρ του οφειλέτη απαλλακτικά κάθε τυχαίο ή άλλο γεγονός που δεν καταλογίζεται στον ίδιο ή στους αντιπροσώπους του. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα, σχετικά με την αξίωση της αναιρεσείουσας για επιδίκαση αποζημίωσης χρήσης και την παραδοχή της ένστασης από το άρθρο 342 ΑΚ, πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1870 ιδρύθηκε σωματείο, με την επωνυμία "Εταιρεία της επί σκοπώ βολής'', το οποίο διαδέχθηκε, το 1899, το ενάγον σωματείο, με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρεία'', (ΠΣΕ), το οποίο είχε ιδιόκτητη έκταση, για εξάσκηση των μελών του. Με το άρθρο 1 του Ν. 4778/1930, ''περί παραχωρήσεως γηπέδου εις την Πανελλήνιον Σκοπευτικήν Εταιρίαν'', (εφεξής ΠΣΕ), ορίστηκε ότι, ''επιτρέπεται στον Υπουργό των Στρατιωτικών, ως αντιπρόσωπο του Δημοσίου, να μεταβιβάσει στην ΠΣΕ την κυριότητα γηπέδου του Δημοσίου, κειμένου στο συνοικισμό Καισαριανής, εκτάσεως 710 στρεμμάτων περίπου, (του οποίου η χρήσις έχει παραχωρηθεί, δυνάμει συμβάσεως μετά του Δημοσίου), προς εγκατάστασιν σκοπευτηρίου και χρησιμοποίησιν τούτου προς μόνον τον σκοπόν τούτον'', και υπό τους όρους των άρθρων 3 και 4 του ιδίου νόμου, ήτοι (άρθρο 3), ότι ''το ανωτέρω γήπεδον, θεωρούμενον εκτός συναλλαγής, δεν δύναται να εκποιηθεί υπό της ΠΣΕ ή να κατασχεθεί υπό τρίτου. Επιτρέπεται, όμως, η εκμετάλλευση τούτου με οποιονδήποτε τρόπον, συντείνοντα προς το σκοπό για τον οποίο παραχωρείται στην εταιρία. Η ιδιότητα του γηπέδου τούτου ως εκτός συναλλαγής παύει στη περίπτωση κατά την οποία η κυριότητα τούτου περιέλθει στο Δημόσιο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο, καθώς και στην περίπτωση μεταβιβάσεώς του στο Δημόσιο από την ΠΣΕ. Η μεταβίβαση αυτή επιτρέπεται να γίνει με αντάλλαγμα ή και χωρίς αντάλλαγμα'', (άρθρο 4). ''Σε περίπτωση διαλύσεως της ΠΣΕ το ανωτέρω γήπεδο, με όλες τις εγκαταστάσεις της εταιρίας σ' αυτό, περιέρχεται στο Δημόσιο''. Σε εκτέλεση του ως άνω νόμου καταρτίστηκε το με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Βασιλάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο μεταβιβάστηκε από το Δημόσιο στην ΠΣΕ η κυριότητα, νομή και κατοχή του γηπέδου του σκοπευτηρίου Καισαριανής, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του άνω Ν. 4778/1930, χαρακτηριζομένου του παραχωρούμενου ακινήτου ως εκτός συναλλαγής. Από τη διατύπωση όμως του τελευταίου νόμου, προκύπτει ότι, η παραπάνω έκταση δεν προορίστηκε ως πράγμα εκτός συναλλαγής, κατά την έννοια του άρθρου 966 ΑΚ, αλλά, ο όρος ''εκτός συναλλαγής'', τέθηκε με την περιορισμένη έννοια, της απαγόρευσης διάθεσης του γηπέδου από την ΠΣΕ. Ακολούθως, με τους Ν. 2764/1954 και 252/1976, άρθηκαν οι περιορισμοί μεταβίβασης της ως άνω έκτασης των 710 στρεμμάτων, και με τον πρώτο από αυτούς επιτράπηκε η μεταβίβαση τμήματος της εν λόγω έκτασης, εμβαδού 43 στρεμμάτων, για την αποκατάσταση αστών προσφύγων, ενώ με το δεύτερο επιτράπηκε η μεταβίβαση 109 στρεμμάτων περίπου, για την εκπλήρωση των σκοπών του ΟΣΚ, συνιστάμενων στην ανέγερση διδακτηρίων. Η μεταβίβαση των τμημάτων αυτών θα γινόταν είτε με αναγκαστική απαλλοτρίωση, είτε με εκούσια εκποίηση από την ΠΣΕ. Με τον ίδιο Ν. 252/1976, (άρθρο 1 παρ. 7), ορίστηκε ότι, ''προς αντιμετώπισιν επειγουσών αναγκών, επιτρέπεται εις τον Οργανισμόν Σχολικών Κτιρίων, όπως, άνευ διαγωνισμού, προβή εις την παρά της Πανελληνίου Σκοπευτικής Εταιρείας, μίσθωσιν ετέρου τμήματος του ιδίου γηπέδου, επί σκοπώ ανεγέρσεως, δαπάναις του, προσωρινών κτισμάτων, προς χρήσιν διδακτηρίων, του αναγκαιούντος χώρου, του ύψους του μισθώματος, της διαρκείας της μισθώσεως και πάσης σχετικής λεπτομέρειας καθορισθησομένων ελευθέρως, κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των συμβληθησομένων μερών''. Έτσι, το ενάγον σωματείο, με το από 27-2-1976 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, εκμίσθωσε στο εναγόμενο, ΝΠΔΔ τότε, τμήμα του άνω γηπέδου, εμβαδού 8 στρεμμάτων, ως έγγιστα, κατά το μισθωτήριο, ενώ στην πραγματικότητα, όπως αποδείχθηκε, ήταν 16.467 τ.μ., όπως έγινε δεκτό και με την 3539/1995 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τριγωνικής μορφής, κείμενο στο συνοικισμό Καισαριανής και προς τη δυτικομεσημβρινή γωνία του όλου κτήματος, εκτός του μεσημβρινού μανδροτοίχου του πεδίου βολής των 300 μ. και μεταξύ αυτού και της οδού ... και ήδη .... Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε οκταετής, με έναρξη στις 22-7-1976 και λήξη στις 22-7-1984, ενώ συμφωνήθηκε ότι θα μπορούσε να παραταθεί, μετά από πρόταση του μισθωτή, για δύο ακόμη οκταετίες. Το μίσθωμα ορίστηκε σε 480.000 δρχ. ετησίως, προκαταβαλλόμενο ανά εξάμηνο και εντός του πρώτου μηνός κάθε εξαμήνου και αναπροσαρμοζόμενο ανά τριετία. Το μίσθιο γήπεδο συμφωνήθηκε ότι θα χρησιμοποιείτο από τον ΟΣΚ για εγκαταστάσεις του και ότι οι αναγκαίες δαπάνες για τη διαμόρφωση του μισθίου θα βάρυναν το μισθωτή, ενώ μετά τη λήξη της μίσθωσης τα επ' αυτού ανεγερθέντα κτίσματα θα παρέμεναν προς όφελος της εκμισθώτριας ΠΣΕ. Συγκεκριμένα, το μίσθιο θα χρησιμοποιείτο από τον ΟΣΚ, σύμφωνα με το Ν. 252/1976, για την ανέγερση κτισμάτων, με σκοπό τη στέγαση εκπαιδευτηρίων. Ακολούθως, με το άρθρο 50 του Ν. 1731/9-91987 ορίστηκε ότι, ''αίρεται η αφιέρωση στην Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία γηπέδου στην Καισαριανή Αττικής και ο χαρακτηρισμός του ως εκτός συναλλαγής, που έγινε με το υπ' αριθ. 1615/1930 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κων/νου Βασιλακάκη, η δε κυριότητά του επανέρχεται στο Δημόσιο''. Ο εναγόμενος ΟΣΚ, μετά την πάροδο της οκταετούς συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης, κάνοντας χρήση σχετικού συμβατικού δικαιώματος, ζήτησε την παράταση της μίσθωσης για μία οκταετία και συγκεκριμένα μέχρι 27-2-1992. Κατά τη σαφή έννοια του Ν. 4778/1930, με την κατάρτιση και μεταγραφή του πιο πάνω συμβολαίου η ΠΣΕ έγινε οριστική και όχι προσωρινή ή μετακλητή κυρία του γηπέδου των 710 στρεμμάτων, με μόνους τους περιορισμούς του νόμου, που καταχωρήθηκαν στο συμβόλαιο και αφορούσαν στην εκμετάλλευση και χρήση αποκλειστικώς για εγκατάσταση σκοπευτηρίου και στην απαγόρευση διαθέσεώς του. Περαιτέρω, με το άρθρο 32, (ορθό 3), του Ν. 4778/1930, είχε επιτραπεί στο ενάγον η εκμετάλλευση του παραχωρηθέντος σ' αυτό ακινήτου, και, συνεπώς, και του μισθίου, το οποίο αποτελεί τμήμα του, με οποιονδήποτε τρόπο, που θα συνέτεινε στην επίτευξη του σκοπού για τον οποίο είχε παραχωρηθεί σ' αυτό. Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι το ενάγον δεν είχε το δικαίωμα εκμετάλλευσης του μισθίου δεν είναι βάσιμος. Το γεγονός ότι, προκειμένου να συναφθεί η ένδικη μίσθωση, αυτό επετράπη με το Ν. 252/1976, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, δεδομένου ότι η παραχώρηση στον εναγόμενο του μισθίου ακινήτου δεν γινόταν προς επίτευξη του σκοπού για τον οποίο είχε παραχωρηθεί όλη η μεγαλύτερη έκταση στο ενάγον και ήταν η χρησιμοποίησή του ως σκοπευτηρίου, αλλά για την ανέγερση προσωρινών κτισμάτων, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως διδακτήρια. Κατά την προηγούμενη δίκη, που ανοίχθηκε με την από 25-2-1993 αγωγή του ήδη ενάγοντος σωματείου (ΠΣΕ), με την οποία αυτό, επικαλούμενο λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης και παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον εναγόμενο, ζήτησε εκτός των άλλων και αποζημίωση χρήσης, για το χρονικό διάστημα από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993, κατέστη αντικείμενο διαφορετικών απόψεων το θέμα εφαρμογής ή μη του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987. Υποστηρίχθηκε από τον εναγόμενο ΟΣΚ ότι, με βάση τη διάταξη αυτή, αφαιρέθηκε από την ενάγουσα ΠΣΕ η κυριότητα της έκτασης που της είχε παραχωρηθεί με βάση το Ν. 4778/1930 και το ... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κων/νου Βασιλάκη και ότι η άνω μίσθωση, στην οποία η ενάγουσα στήριζε τα δικαιώματά της, από τα οποία απέρρεαν οι ασκηθείσες με την αγωγή εκείνη αξιώσεις της, είχε λήξει με ειδική διάταξη νόμου. Τούτο είχε ως συνέπεια ότι δεν υπήρχε πλέον μίσθωση και το εναγόμενο δεν είχε υποχρέωση να αποδώσει τη χρήση του μισθίου γηπέδου στην ενάγουσα εκμισθώτρια, η οποία είχε πλέον απολέσει την ιδιότητα της εκμισθώτριας και κατ' επέκταση αυτή δεν είχε αξίωση για αποζημίωση χρήσης, μη νομιμοποιούμενη στην άσκηση της αγωγής, ενώ η κυριότητα του επίδικου μισθίου περιήλθε, ως μετακλητή, από το έτος 1987 στο Ελληνικό Δημόσιο. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου έγινε δεκτός από το Δικαστήριο τούτο, κατά την εκδίκαση της έφεσης του τελευταίου κατά της 3539/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την 3818/1996 απόφασή του, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί η εν λόγω απόφαση και να απορριφθεί η από 25-2-1993 αγωγή της ΠΣΕ ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά την άσκηση εκ μέρους της ενάγουσας ΠΣΕ αναίρεσης, κατά της τελευταίας απόφασης, εκδόθηκε η, με αριθμό 1599/1997, απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε, ότι, η ως άνω, διάταξη του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987 είναι αντισυνταγματική και ως εκ τούτου μη εφαρμοστέα, ακολούθως δε, λόγω αρνήσεως εφαρμογής νόμου, ως αντισυνταγματικού, παρέπεμψε τους σχετικούς λόγους αναίρεσης στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια, με την 11/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου, σε Τακτική Ολομέλεια, λόγω ερμηνευτικού προβλήματος που είχε ανακύψει από το άρθρο 50 του Ν. 1731/1987, σε σχέση με τη φύση της παραχώρησης, που είχε γίνει με το Ν. 4778/1930, και του είδους και της αξίας της έκτασης του μισθίου, κρίθηκε ότι είχε ανακύψει ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, και γι' αυτό οι παραπεμφθέντες από το τμήμα λόγοι παραπέμφθηκαν στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Με την, με αριθμό 20/2001, απόφαση του Αρείου Πάγου, σε πλήρη Ολομέλεια, η, ως άνω, διάταξη κρίθηκε αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, με συνέπεια την υποχρέωση να μην την εφαρμόσουν και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο Δ' Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης. Τελικά, με την, με αριθμό 1093/2004, απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η, με αριθμό 3818/1996, απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, για περαιτέρω εκδίκασή της.

Εκδόθηκε δε, ακολούθως, η με αριθμό 6655/2005 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου, ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατέστη τελεσίδικη η 3539/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι, μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, στις 27-2-1992, το εναγόμενο δεν απέδωσε τη χρήση του μισθίου χώρου στην εκμισθώτρια-ενάγουσα. Και τούτο, διότι δικαιολογημένα πίστευε, με τα αρμόδια όργανά του, ότι η κυριότητα του μισθίου ακινήτου είχε περιέλθει αναδρομικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο και όφειλε να αποδώσει το μίσθιο. Η θέση αυτή του εναγομένου έγινε δεκτή και με την 3818/1996 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτό, ότι το μίσθιο, με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987, είχε επανέλθει αναδρομικά στο Ελληνικό Δημόσιο, η μίσθωση μεταξύ των διαδίκων είχε λήξει με ειδική διάταξη νόμου και ότι ο εναγόμενος είχε παύσει να είναι μισθωτής και όφειλε να αποδώσει το μίσθιο στο Ελληνικό Δημόσιο, στην κυριότητα του οποίου πλέον αυτό ανήκε. Η παράλειψη αυτή του εναγομένου για παράδοση της χρήσης του μισθίου στην εκμισθώτρια ΠΣΕ, ενόψει της, ως άνω, διάταξης νόμου, που ίσχυε από το έτος 1987 και για την εφαρμογή της οποίας υπήρξε αμφισβήτηση, η οποία επιλύθηκε από τον Άρειο Πάγο, σε πλήρη Ολομέλεια, ήταν εύλογη και δικαιολογημένη μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του 2001, οπότε έλαβε γνώση της με αριθμό 20/2001 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία δημοσιεύτηκε στις 6-12-2001, και με την οποία κρίθηκε, αμετάκλητα, ότι η ως άνω διάταξη δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω, ως αντισυνταγματική, και, επομένως, η ενάγουσα εξακολουθούσε να είναι κυρία του μισθίου ακινήτου και να έχει την ιδιότητα της εκμισθώτριας, αυτός δε, μετά τη λήξη της μίσθωσης, είχε την υποχρέωση να της αποδώσει τη χρήση του μισθίου. Επομένως, η ένδικη αγωγή αποζημίωσης, για την περαιτέρω ζημία, που το ενάγον σωματείο επικαλείται ότι υπέστη από την παράνομη παρακράτηση του μισθίου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 28-5-1993 μέχρι 27-12-1994, με την έννοια του πέραν του συμβατικού μισθώματος ποσού (διαφορά), που θα μπορούσε αυτό να επιτύχει σε ελεύθερη μίσθωση, αν είχε παραδοθεί σ' αυτό η χρήση του μισθίου κατά τη λήξη της μίσθωσης, είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη, μετά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της καταλυτικής ένστασης του εναγομένου ότι η καθυστέρηση απόδοσης του μισθίου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, (άρθρο 342 ΑΚ), που προτάθηκε παραδεκτά πρωτοδίκως, και επαναφέρεται νομίμως από τον εναγόμενο, και συγκεκριμένα σε δικαιολογημένη πλάνη των οργάνων του, όσον αφορά τις συνέπειες εφαρμογής της άνω διάταξης του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987 στην επίμαχη σύμβαση μισθώσεως, με συνέπεια την έλλειψη πταίσματος του εναγομένου, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την υποχρέωσή του για αποκατάσταση κάθε άλλης επελθούσας στο ενάγον περαιτέρω ζημίας από τη μη απόδοση της χρήσης του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης". Μετά τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ, που είχε προβάλει ο εναγόμενος-εφεσίβλητος-αναιρεσίβλητος Οργανισμός και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος σωματείου, για επιδίκαση περαιτέρω αποζημίωσης χρήσης, για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται παραπάνω. Με την αναίρεση πλήττεται η απόφαση του Εφετείου, κατά την ανωτέρω διάταξη, από το ενάγον σωματείο, ως ακολούθως? Α) Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης εκ των κυρίων και των από 6-10-2008 προσθέτων λόγων, το αναιρεσείον σωματείο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν νομίμως και παραδεκτώς, και ειδικότερα, ότι έλαβε υπόψη την ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ, η οποία δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, διότι δεν είχε υποβληθεί νομίμως και παραδεκτώς. Από την επισκόπηση, όμως, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των δικογράφων, και συγκεκριμένα των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου, τόσο κατά την πρωτόδικη δίκη, όσο και κατά τη δίκη ενώπιον του εφετείου, τις οποίες υπέβαλε ως άμυνα κατά της έφεσης του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι εκτίθενται όλα τα περιστατικά στα οποία στηρίζει ο εναγόμενος την έλλειψη υπαιτιότητας, από δικαιολογημένη αμφιβολία και πλάνη για την ύπαρξη ή όχι της αξίωσης του ενάγοντος, με την πλήρη ανάπτυξη του νομικού καθεστώτος που ίσχυε για το επίδικο ακίνητο και υπήρξε αντικείμενο δικαστικής διαμάχης, που λύθηκε με την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και υποβολή σχετικού αιτήματος.

Συνεπώς, το Εφετείο, για τη θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 342 ΑΚ, δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι ανωτέρω λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Β) Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ των κυρίων και δευτέρου και τρίτου των από 6-10-2008 προσθέτων, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, και συγκεκριμένα, ότι, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την προαναφερθείσα ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ. Και οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού, κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω, ο εναγόμενος-εφεσίβλητος είχε προτείνει νομίμως και παραδεκτώς τον ισχυρισμό του για έλλειψη υπαιτιότητας ως προς την εκτέλεση της παροχής του. Γ) Με τους τρίτο και πέμπτο, κατά το σκέλος Α, λόγους αναιρέσεως εκ των κυρίων, και τον τέταρτο των προσθέτων από 6-10-2008, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 342 ΑΚ και η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με την επίκληση ότι δεν περιέχει αιτιολογίες για το δικαιολογημένο της μη εκτέλεσης της παροχής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου μισθωτή. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναπτύσσονται παραπάνω και τις εκτιθέμενες παραδοχές του Εφετείου, ότι η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου να παραδώσει τη χρήση του μισθίου στην εκμισθώτρια αναιρεσείουσα, ενόψει της αμφισβήτησης που είχε δημιουργηθεί για την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987, ήταν εύλογη και δικαιολογημένη, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου. Διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως και συνεπώς, οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η απόδοση των ανωτέρω πλημμελειών και για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 140 ΑΚ είναι αλυσιτελής, διότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη. Η απόδοση δε της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και για παραβίαση του άρθρου 25 του Συντάγματος είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται από τα δικαστήρια μόνο δια μέσου τού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 601 ΑΚ ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 322 παρ. 1 εδ α' ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται, εκτός των άλλων, και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, καθώς και ταυτότητα του αντικειμένου της διαφοράς που κρίνεται με εκείνη που ήδη κρίθηκε. Έτσι, η τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου, που έκρινε επί αγωγής του εκμισθωτή κατά του μισθωτή, στηριζόμενης στο ανωτέρω άρθρο 601 ΑΚ, ότι ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα για ορισμένο χρονικό διάστημα που παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, αποτελεί δεδικασμένο για άλλη αγωγή του ίδιου εκμισθωτή κατά του μισθωτή από την ίδια ιστορική και νομική αιτία για το ίδιο χρονικό διάστημα, που κρίθηκε, όχι όμως, και για διαφορετικό, είτε προγενέστερο είτε μεταγενέστερο, χρονικό διάστημα από αυτό που κρίθηκε (ΑΠ 649/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε ότι, "ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι υπάρχει δεδικασμένο, (το οποίο καταλαμβάνει και τις ενστάσεις του εναγομένου) για την κρινόμενη υπόθεση, που αναφέρεται σε αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 28-5-1993 μέχρι 27-12-1994, που απορρέει από την ως άνω 3539/1995 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής, με την οποία ζητήθηκε αποζημίωση χρήσης για προγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα για αυτό από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι η τελεσίδικη αυτή απόφαση παράγει δεδικασμένο για το κριθέν ουσιαστικό ζήτημα και συγκεκριμένα έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι το εναγόμενο οφείλει στον ενάγον αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 27-2-1992 μέχρι 27-5-1993 και όχι και για το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν κρίθηκε". Το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές, δεν παραβίασε το δεδικασμένο που παράγει η προαναφερόμενη απόφαση, αφού η επίδικη αξίωση αναφέρεται σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, και επιπλέον δεν αναφέρεται στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αν στην προηγούμενη δίκη είχε προβληθεί η ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ και αν υπήρξε κρίση του δικαστηρίου επ' αυτής. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως εκ των κυρίων και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως εκ των προσθέτων από 9-2-2009, Β' σκέλος, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙV. Κατά το άρθρο 48 του ΝΔ. 496/1974, "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά των ΝΠΔΔ είναι πέντε χρόνια, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το ίδιο ΝΔ, πράγμα που γίνεται στις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου. Η παραγραφή αυτή αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 49 του ιδίου ΝΔ, από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ενώ, κατά το άρθρο 50 του ιδίου ΝΔ, οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, εφαρμόζονται και για τις χρηματικές αξιώσεις κατά του νομικού προσώπου, κατά δε το άρθρο 51 η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται και με την υποβολή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε αρχίζει εκ νέου η παραγραφή από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 221 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠολΔ, η έγερση της αγωγής συντελείται με την επίδοση αυτής. Ως διαδικαστικές πράξεις εννοούνται εκείνες, που κατατείνουν στην κίνηση, τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης (ΑΠ 53/2002). Τέτοιες διαδικαστικές πράξεις είναι ο ορισμός δικασίμου, η κατάθεση της κλήσης, (χωρίς να απαιτείται και η κοινοποίησή της), η κοινοποίηση της κλήσης για συζήτηση, ο προσδιορισμός της έφεσης, η εξέταση μάρτυρα, η εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο και η αναβολή της συζήτησης αυτής, η άσκηση ενδίκων μέσων, όπως και κάθε άλλη, έστω και άκυρη, υπαρκτή όμως διαδικαστική ενέργεια των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Η ματαίωση πάντως της συζήτησης, μετά την προσθήκη, με το Ν. 2145/1993, παραγράφου 2 στο άρθρο 260 ΚΠολΔ, δεν αποτελεί διαδικαστική πράξη και συνεπώς δεν επιφέρει διακοπή της παραγραφής. Επομένως, αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων περάσει ο χρόνος της παραγραφής της επίδικης αξίωσης, αυτή παραγράφεται, οπότε πρόκειται περί παραγραφής εν επιδικία (ΑΠ 852/2001, 1912/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, με την πληττόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, το Εφετείο δέχτηκε ότι "η ένδικη από 15-12-1994 αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 16-12-1994 και ορίστηκε δικάσιμος η 4-5-1995, επιδόθηκε δε με επιμέλεια του ενάγοντος σωματείου στον εναγόμενο ΟΣΚ στις 20-12-1994. Κατά τη δικάσιμο της 4-5-1995 η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε. Ακολούθως, με την από 13-12-2001 κλήση του ενάγοντος προς τον εναγόμενο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 14-12-2001, ορίστηκε νέος χρόνος συζήτησης της ένδικης αγωγής η 6-2-2002, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε. Στη συνέχεια, μετά την από 6-9-2005 κλήση του ενάγοντος, ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της ένδικης αγωγής η 10-1-2006, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τις 28-3-2006, οπότε συζητήθηκε. Η παραγραφή της, ως άνω, αξίωσης του ενάγοντος για αποζημίωση χρήσης ρυθμίζεται από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 48 του ΝΔ 496/1974, δεδομένου ότι πρόκειται για χρηματική αξίωση κατά ΝΠΔΔ. Όπως ειπώθηκε, το εναγόμενο ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων", με το ΠΔ 414/1998, που άρχισε να ισχύει από 28-12-1998, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΟΣΚ ΑΕ, πλην, όμως, το γεγονός αυτό δεν μεταβάλλει το χρόνο παραγραφής της επίδικης αξίωσης. Και τούτο, διότι η αξίωση αυτή και η αντίστοιχη υποχρέωση του εναγομένου γεννήθηκε καθό χρόνο αυτό είχε την ιδιότητα του ΝΠΔΔ και η φύση της ως χρηματικής αξίωσης κατά ΝΠΔΔ δεν μεταβλήθηκε από τη μετατροπή του εν λόγω ΝΠΔΔ σε ΑΕ, με συνέπεια η παραγραφή να καθορίζεται από τη φύση της αυτή και να είναι πενταετής, αρχόμενη από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις διαδικαστικές πράξεις της κατάθεσης και στη συνέχεια επίδοσης της ένδικης αγωγής, που έλαβαν χώρα στις 16-12-1994 και 20-12-1994 αντίστοιχα και μέχρι την αμέσως επόμενη, που ήταν η κατάθεση, στις 14-12-2001, στη γραμματεία του Δικαστηρίου, της από 13-12-2001 κλήσης και ο ορισμός δικασίμου για την 6-2-2002 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Η επικαλούμενη από το εναγόμενο έλλειψη οιασδήποτε διαδικαστικής πράξης των διαδίκων ή του δικαστηρίου κατά το άνω χρονικό διάστημα δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα και συνάγεται για το θέμα αυτό ομολογία κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ. Με την παρέλευση του άνω χρονικού διαστήματος, (από 20-12-1994 μέχρι 13-12-2001), το οποίο είναι μεγαλύτερο της πενταετίας, απράκτου, και χωρίς να μεσολαβήσει κάποια διαδικαστική πράξη, η άνω αξίωση του ενάγοντος σωματείου, η οποία κατέστη επίδικη, υπέπεσε σε παραγραφή, αφού αυτό αδράνησε να επιδιώξει την αξίωσή του αυτή. Πρέπει να σημειωθεί, ότι έχει επέλθει παραγραφή εν επιδικία, και αν ήθελε γίνει δεκτή η άποψη ότι η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής αρχίζει από το τέλος του έτους, εντός του οποίου συνέπεσε η τελευταία διαδικαστική πράξη, άποψη την οποία το Δικαστήριο αυτό αποκρούει, καθόσον η επίδικη αξίωση δεν συμπίπτει ως προς το περιεχόμενό της με κάποια από εκείνες του άρθρου 250 ΑΚ, ενώ η αποζημίωση χρήσης δεν συνιστά μίσθωμα (ΑΠ, 1248/2001, 1912/1999).

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η παραδεκτά προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερόμενη νομίμως σχετική ένσταση του εναγομένου, περί παραγραφής, εν επιδικία, της εν λόγω αξίωσης της ενάγουσας ως νόμιμης και βάσιμης κατ' ουσίαν. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι οι, ως άνω, ματαιώσεις της συζήτησης της αγωγής οφείλονται στο γεγονός, ότι αναμενόταν η έκδοση απόφασης επί της προηγούμενης από 25-2-1993 αγωγής του, η επί της οποίας κρίση θα αποτελούσε προδικαστικό ζήτημα για την ένδικη υπόθεση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, δεδομένου ότι ο επικαλούμενος δικαιολογητικός λόγος δεν συνιστά νόμιμο λόγο αναστολής της παραγραφής. Ούτε έχει εφαρμογή, εν προκειμένω, η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, όπως ισχυρίζεται το ενάγον σωματείο, δεδομένου ότι, όπως ειπώθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρόκειται περί αδικοπραξίας". Με βάση τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι αναιρέσεως πέμπτος εκ των κυρίων, κατά το Β σκέλος, όγδοος εκ των κυρίων, πέμπτος, κατά το σκέλος Γ και έβδομος εκ των προσθέτων από 6-10-2008, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, εκ των προσθέτων από 9-2-2009, που αποδίδουν πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως εκ των κυρίων, το αναιρεσείον σωματείο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής. Όμως από τις πιο πάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε ως αβάσιμο. Για το λόγο αυτό ο πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως εκ των κυρίων αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, για το λόγο ότι δεν προσδιόρισε πότε γεννήθηκε η ένδικη αξίωση και πότε κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως αλυσιτελής, αφού, κατά τις εκτιθέμενες πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έγινε δεκτή η πενταετής παραγραφή εν επιδικία.

V. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Στην περίπτωση της κρινόμενης διαφοράς με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως από 9-2-2009, προβάλλεται η αιτίαση ότι είναι αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί περιέχει στο αιτιολογικό της αντιφατικές διαγνωστικές κρίσεις ως προς το θέμα της παραγραφής και της τοκοδοσίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η πιο πάνω πλημμέλεια, που αποδίδεται από το αναιρεσείον στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. VI. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως από 9-2-2009, κατά το Β σκέλος του, αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του ίδιου Κώδικα, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 475 παρ. 2 ΑΚ, που ορίζει ότι "προνόμια που ασκούνται στην αναγκαστική εκτέλεση ή στην πτώχευση αποσβήνονται με την αναδοχή". Ο λόγος αυτός είναι αόριστος κι' επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι το αντενιστάμενο είχε προβάλλει στα δικαστήρια της ουσίας, νομίμως και παραδεκτώς, αντένσταση με τέτοιο περιεχόμενο. Επίσης, είναι αόριστοι κι' επομένως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και οι πρώτος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως από 9-2-2009, κατά το μέρος που αποδίδουν πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των άρθρων 249 και 268 ΑΚ, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το αντενιστάμενο είχε προβάλλει στα δικαστήρια της ουσίας, νομίμως και παραδεκτώς, αντενστάσεις με τέτοιο περιεχόμενο.

VII. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον σωματείο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου οργανισμού, λόγω της ήττας του, μειωμένη, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, (άρθρ. 22 παρ.1 ν.3693/1957, σε συνδυασμό προς άρθρο 2 της 1344/23/1992 κοινής απόφασης Υπ. Οικ. και Δ/νης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση άρθρου 5 παρ.12 ν.1738/1987, άρθρο 14 παρ.3 του α.ν. 627/1968, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν.513/76, σε συνδυασμό προς άρθρο 34 παρ.2 Π/Δ/ 414/1998).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-12-2007 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρεία και τους από 6-10-2008 και 23-2-2009 προσθέτους επ' αυτής λόγους για αναίρεση της 6736/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ